Connect with us

Πολιτισμός

«Οιδίπους – Η ιστορία μιας μεταμόρφωσης: από το σκοτάδι στο φως» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Οιδίπους-–-Η-ιστορία-μιας-μεταμόρφωσης:-από-το-σκοτάδι-στο-φως»-σε-σκηνοθεσία-Γιάννη-Χουβαρδά-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Φέτος, στα 75 του χρόνια και με μισό αιώνα στο θεατρικό προσκήνιο, ο Γιάννης Χουβαρδάς αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Οιδίποδα, τον απόλυτο τραγικό ήρωα του Σοφοκλή. Το έργο του μεγάλου τραγικού, που μιλάει για την αναζήτηση της γνώσης και το κόστος της αυτογνωσίας, έρχεται να συναντήσει τη δική του πορεία και το προσωπικό του «τέλος». Ένα τέλος που, όπως ο ίδιος λέει, «είναι η στιγμή που αρχίζεις να βλέπεις πραγματικά».

Είναι γνωστό ότι ο «Οιδίποδας επί Κολωνώ» δεν είναι το πρώτο έργο στο οποίο ο Σοφοκλής καταπιάνεται με την τραγική ιστορία του Οίκου του Λαβδάκου, πατέρα του Λαΐου, πατέρα του Οιδίποδα, πατέρα του Ετεοκλή και του Πολυνείκη.

Τρία από τα σωζόμενα έργα του έχουν ως θέμα τον Οίκο των Λαβδακιδών, τα οποία συχνά εκλαμβάνονται σαν τριλογία, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χρονολογικά το πρώτο απέχει από το τρίτο πάνω από τρεις δεκαετίες:

«Η Αντιγόνη» (441 π.Χ.)

Ο «Οιδίπους Τύραννος» (διδασκαλία περί το 425 π.Χ.)

Και τέλος ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» (πιθανολογείται ότι γράφτηκε μεταξύ 411 – 403 π.Χ.)

Η μοίρα αυτής της βασιλικής γενιάς σημαδεύεται από συντριπτικά πάθη, φοβερούς χρησμούς (τους οποίους οι γόνοι της πιστεύουν ότι μπορούν να αψηφήσουν ή να αποφύγουν) και φρικτά εγκλήματα (πατροκτονία, αδελφοκτονία, αιμομιξία).

Η μοίρα των Λαβδακιδών συμβολίζει την τυφλότητα του ανθρωπίνου όντος, το αδιάγνωστο αλλά και το άφευκτο της θείας βουλής.

CREATOR: gd-jpeg v1.0 (using IJG JPEG v62), quality = 85

Το νέο συμπυκνωμένο έργο «ΟΙΔΙΠΟΥΣ» ενώνει τις δύο αρχετυπικές ιστορίες, ξεκινώντας από το τέλος και προχωρώντας προς την αρχή, οδηγώντας τον θεατή σε ένα ανεπανάληπτο ταξίδι αυτογνωσίας.

Τα δύο έργα -πολύ διαφορετικά σε δραματουργική σύλληψη και ύφος και γραμμένα με μεγάλη χρονική απόσταση το ένα από το άλλο- είναι αναγνωρίσιμα στη διάρκεια της παράστασης, αποδίδοντας αρμονικά την αίσθηση μιας ενιαίας ιστορίας, πιστή στο πνεύμα του κορυφαίου αρχαίου τραγικού ποιητή, Σοφοκλή.

Για πολλούς από μας, ο Οιδίποδας είναι όλος ο δυτικός πολιτισμός. Δηλαδή φαίνεται ότι όλος ο τρόπος της σκέψης του, της έρευνάς του, το φιλοπερίεργο που έχει, η αναζήτηση των πραγμάτων που στο τέλος φτάνει στην τρομακτική αναγνώριση του εαυτού του, η σύγκρουσή του, δείχνει ευκρινώς ότι είναι ο δυτικός πολιτισμός. Και επειδή αυτός είναι ο πολιτισμός μας, πιστεύω ότι είναι ο μεγαλύτερος ήρωας που έγινε στην αρχαιότητα, όσον αφορά την τραγωδία.

 Ίσως να είναι ο σημαντικότερος ρόλος στην τραγωδία, επειδή εκπλήσσει το στήσιμο της πλοκής στον «Οιδίποδα Τύραννο». Η πλοκή κινείται τόσο πολύ επάνω στην ασάφεια κι επομένως, ο Σοφοκλής είναι ένας πρωτοπόρος της έρευνας, με τρόπο που ποτέ άλλοτε δεν είδαμε. Αυτό το έργο είναι η βάση, η αρχή αυτού που σήμερα αποκαλείται «αστυνομικό είδος».

Κανένα αστυνομικό δεν είναι τόσο περιπετειώδες και τόσο αγωνιώδες όσο ο «Οιδίπους Τύραννος». Η αλληλουχία που δένει την πλοκή δεν είναι ποτέ γραμμική. Έχει διαπλοκές περίεργες που πρέπει να ανακαλύψεις, αλλιώς μένουν κενά και αναρωτιέται ο θεατής: «Μα, αυτό πώς δικαιολογείται;» Αλλά, τελικά, δεν υπάρχει κανένα κενό. Είναι όλα δικαιολογημένα. Γιατί η πλοκή δεν εξαπλώνεται μονάχα στον κορμό της ιστορίας, αλλά στο τι θέλει ο κάθε ήρωας και πώς εκπλήσσεται ο ίδιος από την πλοκή. Ο καθένας φέρνει μικρά κομμάτια των αρμών της πλοκής. Και βάζοντάς τα δίπλα-δίπλα, ο καθένας τρομάζει με τους αρμούς του άλλου.

Ο «Οιδίπους Τύραννος» και ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι, λοιπόν, από τα σημαντικότερα έργα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η εξέλιξη της ιστορίας του ήρωα από την αρχική του στον « Τύραννο», όπου ανακαλύπτει την τραγική του μοίρα, έως την απελευθέρωσή του, ως ψυχή στο τέλος της ζωής του, είναι ένα μοναδικό ταξίδι που εξερευνάει τα θέματα της μοίρας, της ελεύθερης βούλησης, της γνώσης και της ενοχής.

 ΄Άλλωστε ο Σοφοκλής έγραψε ένα έργο που αφορά τις μεταφυσικές ανησυχίες ενός ανθρώπου που βλέπει ότι τελειώνει η ζωή του και αναγκαστικά αναρωτιέται: Γιατί; Τι ήταν αυτή η ζωή που έζησα; Γιατί την έζησα έτσι; Υπήρχε κάποιο νόημα σε αυτό που μου συνέβη; Στο βαθμό που φταίω εγώ, στο βαθμό που φταίνε κάποιοι άλλοι;»

«Από εκεί ξεκίνησα – από το τέλος του δεύτερου έργου, του «Οιδίποδα επί Κολωνώ» – και πήγα προς τα πίσω», δηλώνει ο Γιάννης Χουβαρδάς σε συνέντευξή του.

«Καθώς προχωρά το νέο έργο, που στηρίζεται σε ποσοστό περίπου 95% στους στίχους του Σοφοκλή, εναλλασσόμαστε ανάμεσα στα δύο κείμενα. Με μία τεχνική αναδρομής πηγαίνουμε στο παρελθόν, επιστρέφουμε στο παρόν, και ξανά πίσω, μέχρι να γίνει πιο ξεκάθαρη η διαδρομή αυτού του ανθρώπου».

 Τα θέματα στις δυο τραγωδίες.

Ο «Οιδίπους Τύραννος»: Η ανακάλυψη της μοίρας.

Στο πρώτο έργο ο Οιδίπους, βασιλιάς της Θήβας, προσπαθεί να βρει τον δολοφόνο του βασιλιά Λάιου. Καθώς διερευνά την υπόθεση ανακαλύπτει την αλήθεια για το παρελθόν του, δηλαδή ότι είναι ο φονιάς του Λάιου και ότι παντρεύτηκε τη μητέρα του, Ιόκαστη. 

Η αποκάλυψη αυτή προκαλεί την αυτοτύφλωση του Οιδίποδα και την αυτοεξορία του. 

Το έργο πραγματεύεται την ιδέα της μοίρας, όπου η προειδοποίηση του χρησμού αναπόφευκτα οδηγεί τον Οιδίποδα στην καταστροφή του, παρόλο που προσπαθεί να την αποφύγει.

Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ»: Η απελευθέρωση της ψυχής.

Εδώ ο Οιδίπους, ως εξόριστος, ζει σε ένα φτωχικό χωριό. Παρόλο που η μοίρα του έχει ήδη πραγματοποιηθεί, ο ίδιος εξακολουθεί να είναι μια φιγούρα της τραγωδίας. Στο έργο, ο Οιδίπους τελικά βρίσκει τη γαλήνη και την απελευθέρωση της ψυχής του. Η τραγωδία ολοκληρώνεται με τον θάνατό του. Θεωρείται ότι πεθαίνει με μια τιμητική και απελευθερωτική θυσία.

Τα δύο έργα συγκρίνονται συχνά, για να αναλυθεί η εξέλιξη του ήρωα από το πρώτο έργο στο δεύτερο. 

Αυτό εισπρατούμε στην παράσταση, σύμφωνα με την οπτική του καινοτόμου σκηνοθέτη, ο οποίος εστιάζει στα θέματα:

-Μοίρα και η ελεύθερη βούληση:

 Η ανάπτυξη των υποθέσεων, ως ελεύθερη απόδοση – διασκευή – σκηνοθεσία, φέρνει στο προσκήνιο το διττό ερώτημα εάν οι άνθρωποι μπορούν να αποφύγουν την μοίρα τους ή, εάν είναι απλώς θύματα των προκαθορισμένων μοιρών τους.

-Γνώση και η ενοχή: Η γνώση της αλήθειας για το παρελθόν του Οιδίποδα προκαλεί ενοχή και καταστροφή. Το έργο εξηγεί αυτές τις έννοιες.

-Τύφλωση και η απελευθέρωση: Η αυτοτύφλωση του ήρωα του Σοφοκλή στο πρώτο έργο αντιτίθεται με την απελευθέρωση της ψυχής του στο δεύτερο. Η τύφλωση και η απελευθέρωση είναι σημαντικές έννοιες και στα δύο έργα.

-Ανθρώπινη φύση: Εξερευνώνται η ανθρώπινη φύση και οι αντιφάσεις της. Ο Οιδίπους είναι τόσο θύμα της μοίρας του, όσο και η επιχείρηση της ελεύθερης βούλησης.

Στην παράσταση, μια ομάδα σημαντικών ηθοποιών και συντελεστών, κάτω από την καθοδήγηση του έμπειρου Έλληνα σκηνοθέτη και με τη ζωντανή μουσική (Άγγελος Τριανταφύλλου), αφηγούνται τη συγκλονιστική ιστορία του Οιδίποδα ξεκινώντας από το τέλος και πηγαίνοντας πίσω, προς την αρχή του κακού, και τούτο διότι ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» παρουσιάζει ένα παράδοξο: τη φοβερή δύναμη ενός ανθρώπου σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας: Τυφλός, κατάκοπος, εξόριστος, ανέστιος και πένητας, ο γέροντας εξαρτάται από την κόρη του σε βαθμό που αδυνατεί να επιτελέσει ακόμη και την κρίσιμη τελετουργία του καθαρμού.

 Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός κρατά στα χέρια του μια τρομερή δύναμη: τη μαγική επενέργεια της τελευταίας του κατοικίας. Η πόλη που θα τη φιλοξενήσει θα ευεργετηθεί, οι εχθροί της (και οι εχθροί του Οιδίποδα) θα υποστούν την καταστροφική ισχύ της μεταθανάτιάς του εκδίκησης.

Ωστόσο, πριν ακόμη από τη σκηνή του θαυματικού θανάτου του, κατά την οποία καθίσταται σαφής η μεταμόρφωσή του σε κάτι πέρα από τον άνθρωπο, σε χθόνια δύναμη, αντιλαμβανόμαστε την αντίφαση: ο ανήμπορος γέροντας είναι άνθρωπος που μέσα του κρύβει θανάσιμα πάθη: πρωτίστως, άσβεστη οργή ενάντια σε όσους τον έχουν αδικήσει, ακόμη και αν αυτοί είναι τα ίδια του τα παιδιά.

 Ο οικτρός ικέτης αρνείται στον γιο του το δικαίωμα της ικεσίας και, όχι απλώς δεν επιθυμεί να αποτρέψει τη φονική διαμάχη των παιδιών του, αλλά φροντίζει, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την Κατάρα, να εξασφαλίσει την αμοιβαία καταστροφή τους.

Αυτή η διττή φύση του πρωταγωνιστή υποβάλλεται στους θεατές εξαρχής, μέσα από τον συμβολισμό του χώρου (σκηνικά Εύα Μανιδάκη). Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη σύγχρονα, ως αναγωγή στο σήμερα.

Ο Οιδίπους και όλοι οι στενοί του συγγενείς, φτάνουν -όπως περιγράφεται στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ»- σε έναν τόπο μυστηρίου διάσπαρτο με ταφικά μνημεία, για να γνωρίσουν μέσω θεϊκής αποκάλυψης τα ιερά απόκρυφα που θα τους δώσουν το διότι στο γιατί έζησαν μια τόσο βασανισμένη ζωή.

Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τα πρόσωπα αναβιώνουν -μαζί με τον ίδιο τον Οιδίποδα- τις βασικές σκηνές από τον «Τύραννο» και περνούν μέσα από τις διαδικασίες προσέγγισης του θεϊκού πνεύματος, όπως δίνεται στον «Επί Κολωνώ», μέχρι την τελική ανύψωση και ανάληψη του Οιδίποδα στους ουρανούς.

Ο εμβριθής σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς στα σοφόκλεια έργα, γνωρίζει ότι είκοσι περίπου χρόνια χωρίζουν τον «Οιδίποδα Τύραννο» από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ». Το νεότερο έργο δεν αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του προηγούμενου. Όμως, είναι ξεκάθαρο ότι ο Σοφοκλής προϋποθέτει διακειμενικότητα μεταξύ των δύο.

Η βασική διακειμενική χειρονομία του σκηνοθέτη είναι η ανατροπή, κυρίως, στην ισχύ και, φυσικά, στην τελική μοίρα του Οιδίποδα: Στον «Τύραννο», ο Οιδίπους ακολουθεί πτωτική πορεία, από την κραταιά μορφή της οποίας τη συνδρομή επιζητούν όλοι στην αρχή της τραγωδίας, στην ανήμπορη φιγούρα του τέλους, που οδηγείται στο παλάτι (και εν τέλει έξω από αυτό) από τον Κρέοντα.

Αντιστοίχως, στον «Επί Κολωνώ», ξεκινά καθοδηγούμενος από την κόρη του και καταλήγει να τις κατευθύνει ο ίδιος, μαζί και τον Θησέα, στην τοποθεσία της ταφής του.

Επιπλέον, ο ποιητής ξαναπιάνει το θέμα της όρασης και της τυφλότητας, που κυριαρχεί στον «Τύραννο», αντιστρέφοντάς το: ενώ η όραση (η διάνοια) του Οιδίποδα παρουσιάστηκε ελλιπής και στο τέλος τού αφαιρέθηκε τελείως, στο δεύτερο έργο ανακτά ένα είδος όρασης, με την έννοια ότι μπορεί πια να διαβλέψει το τέλος των συμφορών του. Αυτό , πιστεύω, είναι και το κύριο έρεισμα να οικοδομήσει ο αρχιτέκτονας Χουβαρδάς το νέο έργο «Οιδίπους».

Η παράσταση δεν ακολουθεί τις συμβάσεις του νατουραλισμού ή του ρεαλισμού. Οι σκηνές ξετυλίγονται με ποίηση και μουσική, αποπνέοντας ένα αίσθημα εσωτερικής καθαρότητας.

 Μοναδικός είναι ο τρόπος που ο σκηνοθέτης απέδωσε την έννοια του χρόνου που δεν ακολουθεί την κλασική γραμμική αφήγηση, αλλά μεταφέρει τον θεατή σε ένα διαρκές παρόν. Δεν υπάρχουν δηλαδή δείκτες χρόνου που να χωρίζουν την αφήγηση σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα συγκλίνουν στην απόλυτη αλήθεια της στιγμής.

CREATOR: gd-jpeg v1.0 (using IJG JPEG v62), quality = 85

 Εξαιρετικοί οι βασικοί πρωταγωνιστές: Στεφανία Γουλιώτη ( Ιοκάστη – Θησέας), Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ( μοναδική ως Κρέων), Κωνσταντίνος Μπιμπής (Πολυνείνης), Πηνελόπη Τσιλίκα (Ισμήνη), Ορέστης Χαλκιάς (Τειρεσίας – Αντιγόνη), Νίκος Χατζόπουλος (αρχαιοφύλακας), με κορυφαίο τον Νίκο Καραθάνο στον ρόλο του Οιδίποδα. Η εσωτερική πάλη του ήρωα –η σύγκρουση ανάμεσα στο πεπρωμένο και στην ελεύθερη βούληση– αποτυπώνεται με χαρακτηριστική ένταση, κάνοντάς τον να μοιάζει με έναν άνθρωπο που ζει ανάμεσα στην άγνοια και τη συνειδητοποίηση.

 Ιδιαίτερη μνεία στον Χορό: Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λυγίζος, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Θεόβη Στύλλου, Άγγελος Τριανταφύλλου, ο οποίος Χορός, εκφράζει τη γνώμη και τις σκέψεις της κοινότητας, προβάλλοντας ηθικές και κοινωνικές αξίες. Επίσης, λειτουργεί ως μεσολαβητής μεταξύ του θεάτρου και του κοινού και μπορεί να σχολιάζει την εξέλιξη της πλοκής και τους χαρακτήρες.

Πρόκειται για μια μεγαλειώδη παραγωγή, με σπάνια υποβλητική ατμόσφαιρα και μαγική αισθητική, επιστέγασμα της μοναδικής θεατρικής πορείας του δημιουργού της εδώ και μισό αιώνα. Μία συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και του Πολιτιστικού Οργανισμού «Λυκόφως» του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ).

Συντελεστές

Ελεύθερη απόδοση – Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Κίνηση: Ερμίρα Γκόρο
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Α΄ Βοηθός Σκηνοθέτη: Δέσποινα Λάρδη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Ηλιάνα Καλαδάμη, Ναυσικά Κιρκή
Βοηθός σκηνογράφου: Άννα Μπίζα
Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου

Φωτογραφίες: Alex Kat
Photo Editing: Κατερίνα Λιακοπούλου, Πέτρος Αντωνίου

Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Οργάνωση Παραγωγής: Ρόζα Καλούδη

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά):
Στεφανία Γουλιώτη, Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Πηνελόπη Τσιλίκα, Ορέστης Χαλκιάς, Νίκος Χατζόπουλος

Χορός:
Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λυγίζος, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Θεόβη Στύλλου, Άγγελος Τριανταφύλλου

Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και Πολιτιστικός Οργανισμός «Λυκόφως»

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Γιώργος Καρακάντζας: Ένας σκηνοθέτης και συγγραφέας με διεθνή καριέρα στο κουκλοθέατρο

Γιώργος-Καρακάντζας:-Ένας-σκηνοθέτης-και-συγγραφέας-με-διεθνή-καριέρα-στο-κουκλοθέατρο

του Παύλου Λεμοντζή

Ο Καβαλιώτης καλλιτέχνης Γιώργος Καρακάντζας εκπαιδεύτηκε στην Ακαδημία Θεάτρου στην Πράγα (DAMU) και στην Εθνική Σχολή Κουκλοθεάτρου (ESNAM) στο Charleville-Mézières της Γαλλίας. Το 2001, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη για την Compagnie La Machine à Racines και ακολούθησε το Anima Théâtre το 2004. Στα έργα του περιλαμβάνονται το Καμπαρέ των χαμένων ψυχών (2002), ο Mr. H? (2008), Gojira (2015), Rebetiko (2020) και Mythos (2024). Έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με το Théâtre de Cuisine, το Cirque Batard Cahin-Caha και το France 3 Television. Έχει επίσης συνεργαστεί με τους Cie Paramana στην Ελλάδα και Cie Alama d’Arame στην Πορτογαλία. Από το 2019, είναι συνεργάτης καλλιτέχνης στο La Garance, Εθνικό Θέατρο του Cavaillon.

Στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από την παράσταση κουκλοθεάτρου “Mythos”, που παρουσιάστηκε πέρυσι στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και σημείωσε επιτυχία. Εμπνεύστηκε το έργο “Mythos” από τις παιδικές αναμνήσεις του και τις μυθικές διηγήσεις της Ιλιάδας, της Οδύσσειας και της ελληνικής μυθολογίας που του διάβαζε ο πατέρας του. Οι χαρακτήρες θυμίζουν τους ήρωες, τα τέρατα και τις θεότητες αυτών των αρχαίων ιστοριών για να επαναμαγέψουν τον κόσμο που τους περιβάλλει.

Ο ίδιος μίλησε για τις σπουδές του, τα έργα του, την πορεία του στο εξωτερικό και στην Ελλάδα σε συνεντεύξεις του και σταχυολόγησα μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τη βιογραφία του.

«Η γοητεία του κουκλοθεάτρου βρίσκεται σε αυτό το πολύ όμορφο κείμενο της Brunella Eruli, όσον αφορά το τι είναι η τέχνη του κουκλοθεάτρου.
Η μαριονέτα δεν είναι ένα ανθρώπινο ον σε μινιατούρα: είναι ταυτόχρονα πολύ περισσότερα και πολύ λιγότερα από τον ηθοποιό. Αέρινη φιγούρα ή γκροτέσκο τέρας, τεχνικό θαύμα ή φτωχό αντικείμενο, άνθρωπος μετασχηματισμένος σε πράγμα ή πράγμα ανυψωμένο στη ομοιότητα ενός ζωντανού όντος, είναι μια φιγούρα του ορίου που, στα σύνορα μεταξύ του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου, επιτρέπει ταυτόχρονα να εκπροσωπηθεί το μη ανθρώπινο κομμάτι του ανθρώπου και να φωτιστεί αυτό που θεμελιώνει την πιθανή του ανθρωπιά.

Μέσα από αυτήν την ιδρυτική αμφισημία που τον κάνει να ταλαντεύεται μεταξύ του ζωντανού και του άψυχου, του σώματος και της ύλης, της ζωής και του θανάτου, της συνείδησης και της ασυνείδητης, το θέατρο μαριονέτας ανοίγει έναν θολό, γοητευτικό, φανταστικό χώρο. Έτυχε το 1993 να δω την υπέροχη παράσταση «Φασούλης» του κουκλοθέατρου ΑΓΙΟΥΣΑΓΙΑ και ήταν το κλικ. Αργότερα, έφυγα από την Ελλάδα και άρχισα τις σπουδές κουκλοθέατρου στην ακαδημία θέατρου DAMU στην Πράγα όπου έμεινα τρία χρόνια πριν μπω στην ανώτερη σχολή κουκλοθεάτρου στο Charleville της Γαλλίας».

Το κουκλοθέατρο αποτελεί μια μοναδική θεατρική γλώσσα, ικανή να εκφράσει κάθε θεματική. Η μεγαλύτερη πρόκληση στην αφήγηση μιας ιστορίας μέσω του κουκλοθέατρου είναι η μετάδοση συναισθημάτων και μηνυμάτων μέσω των κουκλών, οι οποίες είναι, στην ουσία, άψυχα αντικείμενα.

Ωστόσο, υπάρχει μια αποδοχή από πλευράς του κοινού για την “εμψύχωση” αυτών των αντικειμένων. Οι ρίζες αυτής της αποδοχής βρίσκονται στις αναμνήσεις των παιδικών παιχνιδιών, όπου οι κούκλες, τα Playmobil, τα στρατιωτάκια, ζωντανεύουν και γίνονται πιστοί σύντροφοι στο παιχνίδι.
Επιπλέον, πολιτισμικά, η αποδοχή αυτή συνδέεται με θρησκευτικές τελετές, όπως οι πομπές των καθολικών αγαλμάτων, οι τελετουργίες με μάσκες και αντικείμενα στην Αφρική η ακόμα το καρναβάλι δημιουργούν έναν ιδιαίτερο δεσμό των ανθρώπων με την εμψύχωση αντικειμένων.
Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ικανός να δημιουργήσει έναν κόσμο και να ενεργοποιήσει τη φαντασία του κοινού με έναν εφευρετικό τρόπο. Αυτό απαιτεί υψηλή τεχνική δεξιοτεχνία και αστείρευτη φαντασία.

Η κάθε παράσταση συνδυάζει μαριονέτες, βιντεοπροβολές και παιχνίδια με σκιές, δημιουργώντας μια μοναδική θεατρική εμπειρία. Το κουκλοθέατρο είναι μία από τις σύγχρονες θεατρικές μορφές που κατέχει σημαντική θέση στη σύγχρονη πειραματική θεατρική σκηνή. Ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι η ικανότητά του να συνυπάρχει και να συνεργάζεται επί σκηνής με άλλες τέχνες, όπως το τσίρκο, ο χορός, η περφόρμανς και η τεχνολογία.

«Στη δική μου πορεία, η ανάμειξη τρισδιάστατων κούκλων με προβολές είναι ένας τομέας στον οποίο πειραματίζομαι εδώ και 20 χρόνια. Ο στόχος μου είναι η πλαστικότητα του σκηνικού χώρου, ο οποίος μέσω των προβολών αλλάζει και εξελίσσεται. Θα μπορούσαμε να το ορίσουμε ως μια κινηματογραφική προσέγγιση της θεατρικής γραφής. Αυτή η δραματουργία περνά μέσα από την επιλογή της πηγής φωτός και της επιφάνειας προβολής.

Ο πειραματισμός αυτός περιλαμβάνει μια πληθώρα διαφορετικών πηγών φωτός, όπως βίντεο, slides, λαμπτήρες για θέατρο σκιών και προβολείς διαφανειών, καθώς και μια σειρά από διαφορετικές επιφάνειες προβολής. Στο «Mythos», για παράδειγμα, η πρόθεση είναι να δημιουργηθεί ένα κινηματογραφημένο σκηνικό που να μπορεί να εκφράσει από τη μία μια δυστοπική πραγματικότητα και από την άλλη μια μυθολογική φαντασμαγορία.

Το παραδοσιακό κουκλοθέατρο δεν είναι μια τέχνη που απευθύνεται στα παιδιά αποκλειστικά, αλλά μια τέχνη δρόμου με καυστικό χιούμορ. Στοιχεία ακόμα υπάρχουν στον Καραγκιόζη, στο Punch and Judy show, στον ναπολιτάνο Punchinella, σε παραστάσεις με ζωντανό ακόμα ρεπερτόριο, ή τα παραδοσιακά κουκλοθέατρα της Ασίας, στην Κίνα, στην Ιάβα, στην Ινδία που έχουν τελετουργικό χαρακτήρα. Το ότι το κουκλοθέατρο απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδικό κοινό είναι κάτι το οποίο προσπαθούμε να το ανατρέψουμε σαν αντίληψη και σαν στερεότυπο. Στη Μασσαλία οργανώνω την Μπιενάλε «Le Marche Noir Des Petites Utopies» που έχει αποκλειστικά παραστάσεις για εφήβους και ενήλικες και υπάρχουν πολλές παραγωγές σε αυτόν τον τομέα.

Η συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή είναι πολύ σημαντική για την παραγωγή του «Mythos» και θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν. Αυτή η συνεργασία αποτελεί επίσης συνέχεια μιας πορείας και μιας παρουσίας στον ελληνικό θεατρικό χώρο. Το 2013 παίξαμε στη Στέγη το «Όνειρο της Τζοκόντα», και την επόμενη χρονιά παρουσίασα την ίδια παράσταση στο Φεστιβάλ κουκλοθεάτρου και παντομίμας στο Κιλκίς, καθώς και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Το 2021 συμμετείχαμε στο φεστιβάλ της Καλαμάτας με την παράσταση «Engrenage» και το 2022 στην Ελευσίνα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα, με την παράσταση «Ρεμπέτικο». Τις «Αντιγόνες» παρουσιάζω φέτος στο Φεστιβάλ Φίλιππων κι ελπίζω να συνεχιστούν οι συνεργασίες με τον ελληνικό χώρο, ο οποίος έχει ήδη μια μεγάλη δυναμική ομάδων και καλλιτεχνών που ασκούν αυτή την τέχνη».

Το θέατρο σκιών συνδέεται με τη γέννηση της ανθρωπότητας. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις σκιές να χορεύουν στις προϊστορικές σπηλιές ή ακόμα και στη σπηλιά του Πλάτωνα. Στην αρχαία Ελλάδα, η σκιά χρησιμοποιούνταν από το Μαντείο των Δελφών για τη δημιουργία μιας μυστικιστικής ατμόσφαιρας, καθώς οι σκιές επιτρέπουν την αναπαράσταση άλλων κόσμων στη συλλογική φαντασία. Οι μάντεις και οι χαρτορίχτρες ‘συνομιλούν’ με τις σκιές και τις ‘ακούνε’, καθώς βρίσκονται σε ‘επικοινωνία’ με τον κόσμο των πνευμάτων και με τον θάνατο. Στο θέατρο, σήμερα, με τον συνδυασμό διαφόρων πηγών φωτός και βίντεο μπορούμε να παράγουμε σκιές μέσα στον χώρο και να δώσουμε μια άλλη διάσταση στην αφήγηση.

Οι σκιές μπορούν να κάνουν μια αφήγηση πιο φαντασμαγορική. Οι σκιές και οι προβολές εικόνων ξεφεύγουν από τη γραμμική αφήγηση και οι χαρακτήρες της παράστασης ζωντανεύουν, καινούργιοι χώροι και τόποι γεννιούνται απλά με ένα φως και λίγες φιγούρες.

Αυτή την τέχνη υπηρετεί ο Γιώργος Καρακάντζας με γνώση, μέθοδο, ψυχική διάθεση και μέγιστο ταλέντο. Οι διακρίσεις και οι συμμετοχές του σε διεθνή φεστιβάλ επικυρώνουν τα παραπάνω.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ματωμένος γάμος» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου

«Ματωμένος-γάμος»-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-σε-σκηνοθεσία-Κώστα-Τσιάνου

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το έργο γράφτηκε το 1932, λίγο πριν τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα της εποχής του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα.

Στην κλειστή και παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής επαρχίας, ένας ευκατάστατος νέος αποφασίζει να παντρευτεί την αγαπημένη του, με την ευχή της μητέρας του. Η νύφη όμως έχει ένα σκοτεινό παρελθόν, καθώς ήταν παλιότερα αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο και η καρδιά της ανήκει ακόμα σ’ αυτόν. Μα, ο Λεονάρντο είναι πλέον παντρεμένος με τη ξαδέρφη της νύφης. Ο γάμος γίνεται, αλλά από το γαμήλιο γλέντι λείπουν η νύφη και ο Λεονάρντο, οι οποίοι κλέφτηκαν. Ξεκινάει ένα ξέφρενο κυνηγητό για να πιάσουν τους άπιστους και να αποδοθεί ένα είδος δικαιοσύνης.

Η φυγή τους πυροδοτεί την καταδίωξη. Ο Γαμπρός, παγιδευμένος στον κώδικα τιμής και στις κοινωνικές επιταγές που τον περιβάλλουν, ακολουθεί τον δρόμο της εκδίκησης.

Ο «Ματωμένος Γάμος» αφηγείται την αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μοίρα του στο όνομα του έρωτα.

Σ’ ολόκληρο το έργο είναι εμφανής ο σχολιασμός του συγγραφέα, τόσο για την δομή της κοινωνίας και τις έννοιες της οικογένειας, της τιμής, του χρέους και της εκδίκησης, όσο και για τη θέση της γυναίκας σε όλα αυτά. Αναφέρεται, μάλιστα, πως μετά το γάμο, το μόνο που έχει να περιμένει μια γυναίκα είναι να κλειστεί και να βλέπει τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και τα παιδιά της, και αυτό είναι η ευτυχία της.

Όμως φαίνεται πως η γυναίκα, τελικά, αναζητά την ελευθερία της σε πολλαπλά επίπεδα και το δικό της πεπρωμένο, ακόμα και αν αυτό είναι πνιγμένο στο αίμα.

Δύο φόνοι διαπράττονται υπό το φως του φεγγαριού. Η εκδίκηση πάρθηκε. Τα βάναυσα ένστικτα κατευνάστηκαν. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη, ήταν στο αίμα που κυλούσε στις φλέβες τόσο του γαμπρού, όσο και του Λεονάρντο. Το παρελθόν δε διαγράφεται ποτέ.

Το φεγγάρι προσωποποιείται στην καταδίωξη. Πανταχού παρόν, βλέπει τα πάντα, απαιτεί δικαιοσύνη. Με το φως του βοηθά τους καταδιώκτες να πιάσουν το άπιστο ζευγάρι. Το φεγγάρι φιλά τον θάνατο, καθώς μαζί βαδίζουν συνοδοιπόροι.

Ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα, ο προδομένος έρωτας που οδηγεί στον θάνατο, οι αλληγορίες του θανάτου, του «ντουέντε» (το πάθος της ψυχής) και της σελήνης, το χώμα, ο ήλιος, τα υπερφυσικά στοιχεία, το πάθος της ανδαλουσιανής γης, οι λαϊκές πηγές της παράδοσης είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την τραγωδία του «Ματωμένου γάμου».

Το έργο του Λόρκα αποτελεί μία πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στη μνήμη μας ως ένα έργο βαθιά μεσογειακό, που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο, μα ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και κατ΄ επέκταση, ολόκληρη την οικουμένη.

Ο «Ματωμένος Γάμος» εμπνευσμένος από πραγματικό έγκλημα πάθους στην ισπανική ύπαιθρο, πραγματεύεται τον απαγορευμένο έρωτα, την τιμή των οικογενειών, τον γάμο, το χρήμα, την ιδιοκτησία που οδηγεί σε βεντέτα, τη μοίρα και την κοινωνική καταπίεση των γυναικών, σε έναν κόσμο αυστηρών κανόνων, όπου το πάθος συγκρούεται αμείλικτα με το καθήκον και την παράδοση.

Είναι μια σύγχρονη τραγωδία με έντονο λυρικό και συμβολικό χαρακτήρα, όπου συνυπάρχουν διαλογικά και χορικά μέρη και αξιοποιείται το υπερφυσικό στοιχείο (Σελήνη, Θάνατος, Φύση), ως καταλύτης της τραγικής κορύφωσης.

Οι λαϊκές παραδόσεις και ο μύθος συγκροτούν τον πυρήνα του δράματος, ο οποίος συνομιλεί άμεσα με την αρχαιοελληνική τραγωδία που ερευνά ο Κώστας Τσιάνος.

Ο σκηνοθέτης, για δεύτερη φορά, προσεγγίζει το λυρικό κείμενο αναδεικνύοντας τις συγγένειές του με την αρχαιοελληνική τραγωδία, ενώ ο Διονύσης Τσακνής ντύνει και πάλι με τις πρωτότυπες μουσικές του συνθέσεις την παράσταση.

Πρόκειται για έναν ύμνο στον απόλυτο έρωτα, ένας κλαυθμός στον μοιραίο θάνατο, μια εστίαση στη σημασία της αυτοδιάθεσης και στην αξία της ελευθερίας, ένα έργο που επιτυγχάνει, χάρη στη γραφή του Lorca, στις δραματουργικές στιγμές που φυλακίζονται στην αιωνιότητα. Η υπερβατική δύναμη της αγάπης στοιχειώνει τον αιματοβαμμένο γάμο.

Η Νύφη και ο Λεονάρντο βιώνουν τον μοιραίο κι απόλυτο έρωτα, μόνο όταν οι συνθήκες τον απαγορεύουν, ξεπερνώντας τα ηθικά στεγανά σε μια κοινωνία με ακλόνητους δεσμούς –ήθη κι έθιμα–, προ(σ)καλώντας αναπόφευκτα τον Θάνατο, υπό τη σκιά του προπατορικού ερωτικού αμαρτήματος.

Η Νύφη είναι ακαταμάχητα ελκυστική και ο Λεονάρντο ξεκλειδώνει τον εγωισμό της, σπάει τις άμυνές της, πυροδοτεί το πάθος της και εκρήγνυνται συναισθηματικά, συνταράσσοντας τη Φύση κι αφήνοντας έναν ματωμένο γάμο και ένα μαύρο πέπλο να τον σκεπάζει. Παραδίνονται στη δίνη του παθιασμένου έρωτα συμπαρασύροντας θεούς και δαίμονες, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Στην ανδαλουσιανή αρένα του έρωτα μάχονται θανάσιμα για την απόκτηση της Νύφης, η οποία πνίγεται από τα πάθη της και, παραμερίζοντας τον εγωισμό της, έλκεται από τον σκοτεινό χώρο του ασυνειδήτου της και τυφλώνεται από τη δύναμή του.

Ο Λόρκα επαναστατεί λυρικά, συνταράσσει τις ψυχές και απενοχοποιεί τον έρωτα, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Εγγονόπουλου για την ύπαρξη μόνο δύο σκοπών: της αγάπης και της ελευθερίας.

Με φόντο τον ισπανικό κάμπο, ο συγγραφέας προσωποποιεί τον Θάνατο και δίνει φωνή στη Φύση, αγγίζοντας τα άνθη του κακού και αποδεσμεύοντας τον έρωτα από καθετί υλικό. Οι ευρηματικές σκηνικές αλλαγές με τα κρουστά δίνουν υλική διάσταση στον σκηνικό χρόνο.

Ένα ηθογραφικό έργο είναι ο «Ματωμένος Γάμος» του Θεσσαλικού Θεάτρου, που καθρεφτίζει τις απόψεις μιας ολόκληρης εποχής, ρίχνοντας ματιές στους επίορκους, στην αδυναμία απόδρασης από τον ίδιο τον εαυτό, το πάθος, τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τα στερεότυπα μιας σκληρής κοινωνίας.

Μια τραγωδία, σε ένα λυρικό κείμενο, που περιγράφει το αιματοκύλισμα για την «τιμή», την αγάπη και το μίσος, την πίστη και την προδοσία, την ενοχή και τον καθαρμό, τα θέλω και τα πρέπει, τη ζωή και τον θάνατο. Ένα έργο κλασικό, με ερμηνείες που καθρεφτίζουν το συναίσθημα, σε μια παράσταση που σέβεται απόλυτα τον συγγραφέα και το έργο του.

Άκρως λυρικός, με τον αισθησιασμό και την υπερβατική τόλμη που υπαγορεύει η μεγάλη ποίηση και με φόντο της τραχύτητα του ανδαλουσιανού τοπίου, ο Λόρκα ενσωματώνει στον «Ματωμένο Γάμο» τελετουργικά, που σε όλους τους πολιτισμούς συνοδεύουν τις κομβικές στιγμές της ανθρώπινης παρουσίας στη γη: ένα νανούρισμα, τραγούδια γάμου, μοιρολόγια, ο κύκλος της ζωής. Μια ιχνηλάτηση, δηλαδή, όλης της ανθρώπινης περιπέτειας από τη ζωή στον θάνατο με τρόπο που συγκινεί.

 Η σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου εισέρχεται για άλλη μια φορά, με ανανεωτική πνοή στο ποιητικό στερέωμα του συγγραφέα, εξερευνώντας το πώς μπορεί να μεταφραστεί σκηνικά ο τολμηρός λυρισμός του έργου. «Καρφιά του φεγγαριού ενώνουν τη μέση μου με τους γοφούς σου» γράφει ο Λόρκα και, μέσα από το σκηνικό σύμπαν της παράστασης, η ποίηση αναβλύζει και έρχεται καταπάνω μας για να μας σαρώσει «σαν κύμα δυνατό».

Η επιλογή του έργου από το «Θεσσαλικό Θέατρο» δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους ποιητές και δραματουργούς του 20ού αιώνα, αλλά και ουσιαστική συνομιλία με την ταυτότητα του Θεσσαλικού Θεάτρου. Ενός φορέα πολιτισμού, που εδώ και πέντε δεκαετίες, υπηρετεί την τραγωδία, τον λαϊκό μύθο, τη συλλογική μνήμη και τη βαθιά κοινωνική διάσταση της σκηνικής πράξης.

Το πρώτο σύμβολο της υπόθεσης είναι η Μάνα, η οποία πικραμένη από τον θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Φελίξ, δίνει την ευχή της στον μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια.

 Η Ντίνα Αβαγιανού συλλαμβάνει την πολύπλευρη ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας τσακισμένης από το ολοκληρωτικό πένθος αλλά και ανείπωτα δυνατής. Μορφοποιεί τον χαρακτήρα της Μάνας με πολλαπλές εκφάνσεις συναισθηματικής εκτόνωσης, κερδίζοντας με αυτό τον τρόπο τον θεατή.

Ο Άγγελος Ανδριόπουλος υποδύεται τον Λεονάρντο και είναι ο μόνος χαρακτήρας «με όνομα» στο έργο. Είναι παντρεμένος κι έχει έναν μικρό γιο, με την ξαδέρφη της Νύφης. Όταν, όμως, βλέπει να χάνει τον νεανικό του έρωτα, ξυπνάει το παλιό του πάθος. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο Λεονάρντο προσπαθεί να κρατήσει κάτι που τον καίει πολύ και κάποια στιγμή δεν μπορεί να ελέγξει τον έρωτά του για τη Νύφη και τον υπερβαίνει.

Στην παράσταση μελοποιήθηκαν όλα τα τραγούδια και οι στίχοι του έργου από τον Διονύση Τσακνή, ενώ τα παραδοσιακά κρουστά όργανα πρωτοστατούν στη δομή της παράστασης, έτσι όπως το συνηθίζει ο Κώστας Τσιάνος. Δημιουργείται από τους ίδιους τους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή ένα ενδιαφέρον ηχοτοπίο , ένα ποιητικό περιβάλλον με τις ανάσες, τις ερμηνείες και την κίνηση των γυναικών, να ζωντανεύουν το έργο.

Η εξαιρετική Αγγελική Λεμονή υποδύεται, με τη γνωστή δεινότητά της τρεις ρόλους, μεταξύ των οποίων και της ζητιάνας, μιας αλληγορικής φιγούρας που είναι ο ίδιος ο Θάνατος, ο οποίος περιφέρεται στο δάσος, αναζητώντας τα επόμενα θύματά του.

Λειτουργεί ως «οδηγός» για το κακό. Συνεργάζεται με το Φεγγάρι (Δημήτρης ΄Οντος), το οποίο ζητά αίμα για να ζεσταθεί και βοηθά τον Γαμπρό και τους ανθρώπους του να εντοπίσουν τους δύο εραστές Λεονάρντο και Νύφη.

Με την απόκοσμη παρουσία της, προμηνύει και σφραγίζει την τραγική κατάληξη. Δε νιώθει οίκτο, είναι η ψυχρή εκτέλεση της μοίρας.

Η Νίκη Παλληκαράκη ερμηνεύει την Βάγια, ένα απόλυτα γήινο, ρεαλιστικό πρόσωπο, στενά δεμένο με την καθημερινότητα και το σπίτι της Νύφης, την οποία υποδύεται η νεαρή κι όμορφη Τζένη Καζάκου με την πρέπουσα ευαισθησία.

 Η Βάγια γνωρίζει τα μυστικά του σπιτιού και το παρελθόν της Νύφης με τον Λεονάρντο.

 Προσπαθεί να συγκρατήσει το πάθος της Νύφης, ως φωνή της λογικής, υπενθυμίζοντάς της τις υποχρεώσεις της και την τιμή της. Την προτρέπει να ξεχάσει το παρελθόν και να αφοσιωθεί στον Γαμπρό.

Κατά την προετοιμασία του γάμου, ο ρόλος της γίνεται πιο παραδοσιακός – τελετουργικός, καθώς χτενίζει τη Νύφη και τραγουδά τα παραδοσιακά γαμήλια τραγούδια, τα οποία όμως κρύβουν μια υποβόσκουσα μελαγχολία για το μέλλον.

Πολύ καλός και ο έμπειρος Νίκος Αρβανίτης στον ρόλο του Πατέρα.

Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί του θιάσου ακολουθούν πιστά της σκηνοθετικές οδηγίες και συμβάλλουν στην επιτυχία της παράστασης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του Γιώργου Ζιάκα, η μουσική διδασκαλία της Μαργαρίτας Παπαδημητρίου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα.

Ο Ερρίκος Μπελιές, που υπογράφει τη μετάφραση, δούλεψε το λογοτεχνικό κείμενο με γνώμονα τη «σκηνική λεκτική ροή». Οι διάλογοι έχουν ρυθμό, φυσικότητα και είναι γραμμένοι έτσι ώστε να διευκολύνουν τον ηθοποιό πάνω στη σκηνή. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η συμβολή του σκηνοθέτη Κώστα Τσιάνου με τις προσθήκες του από την ελληνική λαογραφία.

 Ο «Ματωμένος Γάμος» είναι ένα ποιητικό δράμα. Η παράσταση διατήρησε τη σκληρή, γήινη πραγματικότητα των προσώπων της ανδαλουσιανής υπαίθρου, χωρίς όμως να χάσει τον λυρισμό, τον συμβολισμό και την ποιητική μαγεία των σκηνών (όπως αυτές με το Φεγγάρι και τον Θάνατο), μπολιάζοντάς τες με ελληνικά στοιχεία από τη λαϊκή μας παράδοση.

Συντελεστές

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές – Κώστας Τσιάνος

Σκηνοθεσία- στίχοι τραγουδιών: Κώστας Τσιάνος

Σκηνικά & κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας

Μουσική: Διονύσης Τσακνής

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθός σκηνοθέτη: Ασημίνα Σοφία Χριστοπούλου

Μουσική Διδασκαλία: Μαργαρίτα Παπαδημητρίου

Διανομή με σειρά εμφάνισης:

Χάρος (σαν ζητιάνα) – γειτόνισσα – Πεθερά Λεονάρντο: Αγγελική Λεμονή

Μάνα: Ντίνα Αβαγιανού

Γαμπρός: Αστέρης Κρικώνης

Γυναίκα του Λεονάρντο: Χριστίνα Βράκα

Λεονάρντο: Άγγελος Ανδριόπουλος

Κοπέλες: Αναστασία Βαγενά, Στεφανία Καραγιάννη, Δήμητρα Καραγιώργου

Βάγια: Νίκη Παλληκαράκη

Πατέρας Νίκος Αρβανίτης

Νύφη: Τζένη Καζάκου

Νέοι: Γιώργος Βούντας, Δημήτρης Όντος, Παντελής Ψακίδης

Φεγγάρι: Δημήτρης Όντος

Οργάνωση παραγωγής: Ειρήνη Γκότση

Οργάνωση περιοδείας: Σάκης Μανάφης

 ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Εκκλησιάζουσες – Γυναίκες στην εξουσία στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Εκκλησιάζουσες-–-Γυναίκες-στην-εξουσία-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

H παράσταση ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ |ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη την Τετάρτη 22 Ιουλίου στις 21.30 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων και μας καλεί να ανακαλύψουμε την απάντηση στο ερώτημα: Τι μπορεί να συμβεί αν μια μέρα οι γυναίκες αναλάβουν την διακυβέρνηση της χώρας;

Πρόκειται για μια πρωτότυπη διασκευή της ανατρεπτικής κωμωδίας του Αριστοφάνη, μια μουσική παράσταση γεμάτη φαντασία, χρώμα και ρυθμό όπου η μουσική κυριαρχεί, συνδυάζοντας στην αισθητική της την πολυχρωμία και τον ήχο του τσίρκου, με το τζαζ ηχόχρωμα και τη σκοτεινιά του καμπαρέ.

Δέκα εξαιρετικοί ερμηνευτές ζωντανεύουν επί σκηνής, ένα ξέφρενο καρναβάλι, που ενορχηστρώνει και σχολιάζει – ενίοτε με λόγια σύγχρονων ποιητών και στοχαστών ένας κομπέρ – ο ποιητής ή ο ίδιος ο Διόνυσος, θεός του καρναβαλιού και του θεάτρου. 

Οι Εκκλησιάζουσες |Γυναίκες στην εξουσία είναι μια κωμωδία –γιορτή της μεταμφίεσης, της ελευθερίας να είμαστε -έστω και για λίγο- «άλλοι». Ταυτόχρονα μέσα από τον σατιρικό λόγο λειτουργεί ως πικρό πολιτικό σχόλιο, που στοχεύει μέσα από το σπάσιμο των ορίων να φτάσει στο εκκωφαντικό αδιέξοδο, όπως και η εποχή μας. Να αναζητήσει εναγωνίως λύσεις, έστω και ουτοπικές, ικανές όμως να ενώσουν μια κοινωνία στο σχεδιασμό ενός κοινού μέλλοντος.

Η παράσταση είναι συμπαραγωγή δύο σημαντικών φορέων, του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου και της 5ης Εποχής, που ενώνουν τις δυνάμεις τους σ’ ένα τολμηρό καλλιτεχνικό εγχείρημα. Η πρωτοβουλία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Δη.Πε.Θε. Αγρινίου Λευτέρη Γιοβανίδη και του Θέμη Μουμουλίδη, δημιουργού της 5ης Εποχής, που συμπληρώνει 20 χρόνια δυναμικής παρουσίας στο χώρο του σύγχρονου πολιτισμού, αποτελεί μια δημιουργική σύμπραξη που εγγυάται ένα αισθητικό αποτέλεσμα υψηλών απαιτήσεων.

Η αριστοφανική κωμωδία παρουσιάζεται σε ελεύθερη απόδοση – διασκευή της Νεφέλης Μαϊστράλη και του Θέμη Μουμουλίδη. Την μουσική υπογράφει ο Θοδωρής Οικονόμου, την κινησιολογική επεξεργασία – χορογραφία η Πατρίσια Απέργη, τα κοστούμια η Βάνα Γιαννούλα, τους φωτισμούς ο Νίκος Σωτηρόπουλος.

Στο ρόλο του Βλέπυρου ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, στο ρόλο της Πραξαγόρας η Μαρίνα Ασλάνογλου, στον ρόλο του Κομπέρ ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης και μαζί τους οι:  Ίντρα Κέιν, Φοίβος Ριμένας, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Αναστασία Τζελέπη.

Σκηνοθεσία | Θέμης Μουμουλίδης

Απόδοση-Διασκευή| Νεφέλη Μαϊστράλη – Θέμης Μουμουλίδης

Μουσική | Θοδωρής Οικονόμου

Κινησιολογική Επεξεργασία | Πατρίσια Απέργη

Κοστούμια | Βάνα Γιαννούλα

Φωτισμοί | Νίκος Σωτηρόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη | Νεφέλη Παπαναστασοπούλου

Βοηθός μουσικού | Γιάννης Λουπάκης

Βοηθός κινησιολόγου |Ελευθερία Αγαπάκη

Video | Θωμάς Παλυβός

Make-up artist | Olga Faleichyk

Hair Styling | Θωμάς Γαλαζούλας

Επικοινωνία | Ειρήνη Λαγουρού

Φωτογραφίες | Ελίνα Γιουνανλή

Παραγωγή | 5η ΕΠΟΧΗ ΤΕΧΝΗΣ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Ερμηνεύουν: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Μαρίνα Ασλάνογλου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Ίντρα Κέιν, Φοίβος Ριμένας, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Αναστασία Τζελέπη.

Εκκλησιάζουσες – Γυναίκες στην εξουσία

5η Εποχή Τέχνης – ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου

Τετάρτη 22Ιουλίου / 21:30

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Τιμές εισιτηρίων: 23 Γενική Είσοδος • 20€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Συνοδοί ΑμεΑ

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ekklisiazouses-gynaikes-stin-eksousia/

Προπώληση

Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00)και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:30 το απόγευμα.

Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090

*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.

**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.

Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 19.15 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.

Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως τη Δευτέρα 20/7, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα