Πολιτισμός
«Ήλιος με ξιφολόγχες» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη στο ΚΘΒΕ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ήταν τέλη Ιουνίου 1931 και ο εμπρησμός του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ, έμεινε στην ιστορία σαν το πιο βίαιο επεισόδιο αντισημιτικής επίθεσης στην Ελλάδα.
Δεν ήταν το μόνο τραγικό συμβάν, καθώς και το 1927 μία μεγάλη πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη είχε απολογισμό 50.000 Εβραίων πυροπαθών. Ένα τμήμα τους στεγάστηκε στο μεταγενέστερο (1927) συνοικισμό Κάμπελ, που στόχο είχε να καλύψει τμήμα των πυροπαθών.
Τη νύχτα της 29ης Ιουνίου 1931, μέλη της εθνικιστικής (αντισημιτικής και αντικομμουνιστικής) οργάνωσης «Εθνική ΄Ενωσις “Η Ελλάς”» επέδραμαν και πυρπόλησαν τον συνοικισμό, δολοφονώντας τους Λεωνίδα Παπά και Λεόν Βιδάλ και τραυματίζοντας πολλούς άλλους.
Μετά την πυρπόληση του Κάμπελ, η περιοχή πέρασε στο ελληνικό δημόσιο και σ’ αυτήν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής. Ο οικισμός πήρε το όνομα του Ναυάρχου Βότση, λόγω του κατορθώματός του να βυθίσει το τουρκικό πολεμικό Φετίχ Μπουλέντ, μέσα στο Θερμαϊκό κόλπο κατά την περίοδο του Α’ Βαλκανικού πολέμου.
Βασική θέση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, όπως έχει αποτυπωθεί σε πολλές δημόσιες ομιλίες, είναι ότι μέχρι να φτάσουμε στο Ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρξε μία κλιμακούμενη πορεία με την άνοδο του αντισημιτισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, όπου οι φορείς αυτών των αντιλήψεων την δούλευαν με συνέπεια, έχοντας σημαντική υποστήριξη από εφημερίδες και φορείς.
Κατασκοπευτική πλοκή, ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου, πολιτικές έριδες και διαμάχες, βιομήχανοι, αριστοκρατία, φτώχεια, υπόκοσμος, χαφιέδες και ρουφιάνοι, νταλαβερτζήδες της μιζέριας και της εσχάτης παρακμής, σε μια πολυφυλετική βουερή πόλη, που βράζει σαν ηφαίστειο λίγο πριν εκραγεί, με δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής με τις προσωπικές τους τραγωδίες να συμπληρώνουν την απόλυτη εξαθλίωση του δεύτερου μέρους του κατατρεγμού τους, εξαιτίας της πατρίδας που δεν ήταν όπως ήλπιζαν. Ένα ανθρωπομάνι εξαθλιωμένων, όπου στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου – σε έναν θανατηφόρο αγώνα επιβίωσης και επιβολής, στη σκηνή του θεάτρου της ΕΜΣ.
Η παράσταση του ΚΘΒΕ μάς μεταφέρει στη μαγική Θεσσαλονίκη του 1931, σε μια πολυπολιτισμική, όμορφη και, ταυτόχρονα, σκοτεινή, διχασμένη και εύθραυστη πόλη.
Οι θεατές παρακολουθούμε ένα πολιτικό δράμα με έντονα αστυνομικά στοιχεία, από το οποίο δεν απουσιάζει το συναίσθημα και ο ρεαλισμός. Στη σκηνή φαίνεται ξεκάθαρα το πολιτιστικό μωσαϊκό που αποτελούσε η Θεσσαλονίκη όπου, την εποχή που μας μεταφέρει το έργο, συμβαίνουν σημαντικά ιστορικά γεγονότα.
Πρόκειται, για μια δυνατή περιήγηση σε περασμένες δεκαετίες, που άφησαν αμυδρά τα σημάδια τους μέσα από μνήμες και αφηγήσεις στις επόμενες γενιές. Μια μυθοπλαστική προσωπική ιστορία που διασταυρώνεται με την πραγματική Ιστορία της Θεσσαλονίκης στα μαύρα χρόνια του μεσοπολέμου.
Μεσοπόλεμος, πρώτο εξάμηνο του 1931. Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, επικεφαλής της αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνει να «ενοποιήσει τις πεποιθήσεις» στη γοητευτική πόλη που σπαράσσεται από συγκρούσεις: εθνικιστές εναντίον αριστερών και Εβραίων, βενιζελικοί κατά βασιλικών, τροτσκιστές κατά κομμουνιστών, 140.000πρόσφυγες, κομιτατζήδες, παρακρατικοί, πράκτορες ξένων δυνάμεων, απεργίες και δολοφονίες. Όλοι εναντίον όλων. Ο ταγματάρχης, που υποφέρει και από ένα ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, προσπαθεί να κρατήσει τις αρχές του στον απελπισμένο αγώνα του να ελέγξει τη δυναμική των γεγονότων, που ωστόσο καταλήγουν, τον Ιούνιο του ’31, στην πρώτη μεγάλη επίθεση κατά των Ισραηλιτών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: στο πογκρόμ και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ.
Η Ελένη Ευθυμίου χτίζει ένα «βρώμικο», τολμηρό και ομιχλώδες τοπίο, που θυμίζει κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα με σασπένς, βία και σεξ.
Η γραφή του Γιώργου Σκαμπαρδώνη είναι στιβαρή, με έντονο το στοιχείο της ντοπιολαλιάς και της εποχής, όπου χρειάζεται, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική η παράσταση.
Η διαρκής κίνηση του πολυπρόσωπου θιάσου στο εξαιρετικό και άκρως λειτουργικό σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, το απλωμένο ανισόπεδα από τη μια ως την άλλη άκρη του παλκοσένικου, δεν επιτρέπει στάση, «κοιλιά» όπως λέμε, ενώ η διασκευή δίνει την ευκαιρία στη σκηνοθέτρια να αναπαραστήσει μικρά αποσπάσματα του βιβλίου, ταυτόχρονα με την αφήγηση.
Ένας πυρακτωμένος ποντικός γίνεται η αφορμή για μια πυρκαγιά σε μια συνοικία προσφύγων.
Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, στην προσπάθειά του να εξιχνιάσει τα αίτια της φωτιάς, ανακαλύπτει μια γιάφκα – και ένα θαμμένο πτώμα. Καθώς ερευνά, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στη σκοτεινή πλευρά μιας πόλης που βράζει. Παράλληλα, σε ανύποπτο χρόνο, το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται ήσυχα, σταθερά –η αρχή των φασιστικών μορφωμάτων είναι πλέον γεγονός.
Ο ταγματάρχης προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία, καθώς φλέγεται από το πάθος του για την Ντανιέλ, μια γυναίκα διαφορετική, «μια Ουτοπία επιθυμητή κι αβάσταχτη, εκτός χρόνου, εντελώς ασύμβατη με τη γύρω του πραγματικότητα». Ώσπου μια μέρα, ο συνοικισμός του Κάμπελ γίνεται στάχτη και χαράσσεται ανεξίτηλα μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της πόλης.
Ο συγγραφέας, υπαινίσσεται μομφή σε όλους εμάς τους σημερινούς πολίτες που αναλωνόμαστε διαρκώς σε εμφυλιακού τύπου έριδες και, μάλιστα, εν καιρώ ειρήνης.
Γι’ αυτό και το ιστορικό τοπίο διαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στο έργο, με το έγκλημα που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ως ιδανικός ντετέκτιβ ‒αφού η αστυνομία είχε το βλέμμα στραμμένο σε αλλότριες υποθέσεις‒ ο ταγματάρχης πρωταγωνιστής του, όταν στο υπόγειο ενός καμένου σπιτιού ανιχνεύεται σε προχωρημένη σήψη το πτώμα ενός Εβραίου μυστικού συνεργάτη της υπηρεσίας του Γόρδιου, μαζί με φυλλάδια κομμουνιστικών οργανώσεων, προκηρύξεις και χρυσές λίρες.
Η αναζήτηση των δραστών φέρνει τον ταγματάρχη κοντά στο πιο μεγάλο και διάσημο πορνείο των Βαλκανίων, στις παρυφές του κέντρου της πόλης, και σε μια σειρά από μυστικούς πράκτορες, σε παράνομες οργανώσεις, σε καταδότες, φιλόδοξους επαναστάτες και προδότες, ανάλογα με την οπτική που υιοθετεί ο καθείς.
Κυρίως, όμως, αυτό από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει ο ήρωας – σε τούτο το παράδοξο, ελληνικής κοπής νουάρ – δεν είναι μόνο οι άδηλοι ή φανεροί πρωταγωνιστές της Θεσσαλονίκης, αλλά και ο καταιγιστικός του έρωτας για τη μοιραία Ντανιέλ, που δίνει την αφορμή στον συγγραφέα να επιδοθεί σε ένα κρεσέντο αισθησιακών περιγραφών που ενέχουν όχι μόνο σωματικά αρώματα αλλά και παράδοξες, φετιχιστικές τελετουργίες, όπως το κόψιμο των νυχιών της αγαπημένης του που ο ερωτευμένος ταγματάρχης εκτελεί με την ακρίβεια ενός μύστη.
Ακούμε από τους αφηγητές περιγραφές για τα οδυνηρά γεγονότα που σημάδεψαν τη Θεσσαλονίκη της μπελεπόκ. Οι κεντρικοί ήρωες και οι ηρωίδες είναι επινοημένοι, όσο και η δράση τους. Ορισμένα περιστατικά έχουν χρονικώς αντιμετατεθεί.
Τα πραγματικά πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αφήγηση με αλλοιωμένα ή όχι ονόματα, πράττουν, κινούνται και μιλούν αυθαίρετα, ώστε να εξυπηρετήσουν την ανέλιξη της ιστορίας.
Η δράση τους εν προκειμένω είναι πειραματική, όπως και όλη η εξιστόρηση, η οποία είναι μια μισοφανταστική λογοτεχνική εκδοχή, μια αίσθηση για το πώς ενδεχομένως έγιναν όλα. Που σημαίνει ότι τα βασικά συμβάντα καταγράφονται στις εφημερίδες της εποχής, αλλά στην αφήγηση ενυπάρχει το ποιητικό αυταπόδεικτο.
Η Ελένη Ευθυμίου, ως σκηνοθέτρια, και οι κύριοι Γιώργος Σκαμπαρδώνης και Δημήτρης Ζάχος, ως συν-διασκευαστές του λογοτεχνικού κειμένου σε θεατρική απόδοση, ζωντανεύουν – αφηγηματικά περισσότερο, παρά εικαστικά ή δραματικά – τη Θεσσαλονίκη του 1931, ώστε η παράσταση λειτουργεί σαν μαθητεία στο κοινό, σαν να παίρνει το ενιαίο σύνολο της πολυπρόσωπης δράσης και της ατμοσφαιρικής κατάθεσης εικόνων τον θεατή από την αίθουσα και να τον καθιστά αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα, σεργιανώντας τον σε κάθε γωνιά, φανερή κι απόμερη της πόλης που βρίσκεται σε παροξυσμό και αναζήτηση ταυτότητας, μέσα από μια λυσσαλέα ιδεολογική αντιπαράθεση όπου όλα τα ενδεχόμενα κρατούνται ανοιχτά, ανεξέλεγκτα, απειλητικά.
Οι ηθοποιοί του κρατικού φορέα ερμηνεύουν τους ρόλους και, ταυτόχρονα, μοιράζονται την αφήγηση κι αυτή η επιλογή είναι μια ισχυρή σκηνοθετική τάση που μεταμορφώνει την εμπειρία του θεατή. Δεν μπορώ και δεν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους από το δουλεμένο θίασο, επειδή θα αδικήσω τους άλλους. Γνωρίζουμε καλά πλέον, ότι οι εργάτες του θεάτρου που υπηρετούν το Κρατικό είναι ταλαντούχοι, διαθέτουν υποκριτική δεινότητα, σκηνική παρουσία, εύστοχες εναλλαγές ρόλων στο αυτό πρόσωπο, είναι καλλίφωνοι και, συνήθως, έχουν άριστη χημεία μεταξύ τους, ώστε η απόδοσή τους στη σκηνή είναι ισόποση. Τα εύσημα σε όλους.
Επειδή το « Ήλιος με ξιφολόγχες» είναι λογοτεχνικό βιβλίο που μεταφέρεται στο θέατρο, η διασκευή είναι μεγάλη και σοβαρή υπόθεση. Στην περίπτωση, οι τρεις διασκευαστές του κειμένου κατέφυγαν στο δίπολο αφήγηση από όλα τα πρόσωπα και, ταυτόχρονα, δραματοποίηση σκηνών.
Εδώ, αντί για έναν κεντρικό πρωταγωνιστή αφηγητή έχουμε μια συλλογική φωνή.
Όταν η ιστορία περνά από «πολλά στόματα» παύει να είναι η υποκειμενική αλήθεια ενός μόνο ατόμου, εφόσον κάθε αφηγητής προσθέτει τη δική του χροιά, συναίσθημα ή οπτική γωνία.
Ο θεατής καλείται να συνθέσει τα θραύσματα της αφήγησης για να βρει τη δική του αλήθεια, αντί να την πάρει «έτοιμη».
Ακόμη, η εναλλαγή των φωνών δημιουργεί έναν εσωτερικό μουσικό ρυθμό στην παράσταση.
Έτσι, η παράσταση έχει ταχύτητα, η αφήγηση γίνεται «σκυταλοδρομία» κρατώντας την προσοχή μας σε εγρήγορση, θαρρείς παρακολουθούμε Αρχαίο Χορό, καθώς δημιουργείται η αίσθηση ότι η ιστορία δεν αφορά έναν ήρωα, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία.
Οι θεατές κερδίζουμε μια δημοκρατική και πολυδιάστατη εμπειρία. Η ιστορία παύει να είναι μια διάλεξη ή μια ανάλυση βιβλίου και γίνεται ένα ζωντανό, συλλογικό γεγονός.
Άλλωστε, στον Μπρεχτ, το μοίρασμα της αφήγησης σε «πολλά στόματα» δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά ένα από τα βασικά εργαλεία του Επικού Θεάτρου.
Ο στόχος του δεν είναι να μας παρασύρει συναισθηματικά, αλλά να μας κάνει να σκεφτούμε κριτικά.
Συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, έτσι όπως σκηνοθετήθηκε από την Ελένη Ευθυμίου, αφού πρώτα μορφοποιήθηκε η συνεργασία στη διασκευή του βιβλίου, με τους Δημήτρη Ζάχο και τον συγγραφέα Γιώργος Σκαμπαρδώνη.
Το κλείσιμο του έργου είναι εξαιρετικά φορτισμένο, καθώς η προσωπική μοίρα του ήρωα ταυτίζεται με τη μοίρα της πόλης, που καταρρέει μέσα στη βία.
Το φινάλε δεν είναι «ηρωικό» με την κλασική έννοια. Είναι ένα μελαγχολικό κλείσιμο που αντικατοπτρίζει το τέλος μιας γκρίζας εποχής για τη Θεσσαλονίκη. Στην τελευταία στιχομυθία του Υπουργού Θάννα με τον Ταγματάρχη, ο υπουργός παραδέχεται: «Είμαστε θύματα κι εμείς της εποχής μας. Συνεχίζουμε τον δρόμο του πεπρωμένου»
Δημιουργούν εικαστικούς πίνακες οι διατάξεις των ηθοποιών στη σκηνή, καθώς αφηγούνται και ερμηνεύουν ρόλους γύρω από τον κύριο άξονα της ιστορίας, τον ταγματάρχη Γόρδιο Κλήμεντο, που τον ερμηνεύει ο Ορέστης Παλιαδέλης, με την αυστηρότητα του ένστολου αξιωματικού του στρατού, αλλά και την ευαισθησία ενός ερωτευμένου άνδρα.
Ο συγγραφέας επέλεξε ευφυώς να «βαφτίσει» τον ταγματάρχη με τα ονόματα «Γόρδιος» στο «μικρό», συμβολίζει το σύμπλεγμα ζοφερών καταστάσεων που κινείται και παλεύει ο άνδρας να φέρει μια κάποια ισορροπία και με επίθετο το «Κλήμεντος», όνομα του Επισκόπου Αγκύρας, ο οποίος υπέστη παντοειδείς και φρικώδεις βασανισμούς επὶ αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 – 305 μ.Χ.) και αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.).
Το σύνολο αυτού του πλήθους που γεμίζει τη σκηνή, ντυμένου με τα θαυμάσια κοστούμια εποχής από την Ευαγγελία Κιρκινέ, κινείται σύμφωνα με τις οδηγίες του Τάσου Παπαδόπουλου και το βίντεο (Δημήτρης Ζάχος) συμβάλλει στην τεκμηρίωση της αφήγησης, πλάι στη ζωντανή των ηθοποιιών.
Σ’ έναν χρονικό ορίζοντα που δεν ξεπερνά το πρώτο εξάμηνο του 1931 ζούμε αμέτρητα γεγονότα, ανθρώπινες καταστάσεις και τραγωδίες, παράλληλα με μια ερωτική περιπέτεια αλλόκοτη και εξωφρενικά αντιφατική για την εποχή της, που μοιάζει σαν να ρίχνει η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη τους φωτισμούς της στο παρόν αλλά και στο μέλλον.
Εξαιρετικοί φωτισμοί, σαν ταξίδι στον ζόφο μιας εποχής, ανείπωτα αδυσώπητης. Τη μουσική επιμέλεια της παραγωγής ανέλαβε η σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου.
Αν δούμε την παράσταση του ΚΘΒΕ από το χρονικό παρατηρητήριο του 2026, τόσο από τη σκοπιά των συντελεστών που το αναπαριστούν θεατρικά, όσο και από τη μεριά του αποδέκτη – κοινού που το κοινωνεί, δε θα ήταν δύσκολο να συνδέσουμε το 1931 με το σήμερα. Το ρευστό μωσαϊκό του ζωντανού προσκηνίου και του μυθικού παρασκηνίου, οι διαμάχες και ο αναβρασμός, η φτώχια, οι πολιτικές ξιφομαχίες και η ξιφολόγχη, ως σύμβολο του πολεμοχαρούς εθνικισμού, αντανακλά έμμεσα την Ελλάδα της δεκαετίας του 2010.
Ο σημερινός θεατής δεν σεργιανάει απλώς μέσα στα κύματα μιας φουρτουνιασμένης Θεσσαλονίκης του μεσοπολέμου, αλλά βλέπει τεθλασμένα την εποχή μας, όπου η κρίση έφερε στην επιφάνεια τις ακρότητες της πολιτικής ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων.
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Θεατρική διασκευή: ΕλένηΕυθυμίου – ΓιώργοςΣκαμπαρδώνης – ΔημήτρηςΖάχος
Σκηνοθεσία – Μουσική: ΕλένηΕυθυμίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Βίντεο: ΔημήτρηςΖάχος
Κίνηση: ΤάσοςΠαπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή ΜολυβδάΦαμέλη
Συνεργάτιςμουσικός: Σοφία Καμαγιάννη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Μαριάννα Αβραμάκη, Σοφία Μπλέτσου
Β΄ ΒοηθόςΣκηνοθέτη: ΠαναγιώτηςΜατζίρης
Βοηθόςσκηνογράφου – ενδυματολόγου: Λήδα ΣιμιώταΕλΤζαγιούσι
Οργάνωσηπαραγωγής: ΜαριλύΒεντούρη
Φωτογραφίες: MikeRafail | Thatlongblackcloud
Διανομή
Μαριάννα Αβραμάκη – Πόρνη, Αφηγήτρια
Ιορδάνης Αϊβάζογλου – Σωτήρης Κλάδης, Αφηγητής
Ελένη Δημοπούλου – Κλάρα Μελισσηνού, Αφηγήτρια
Ελένη Θυμιοπούλου – Φρόσυ, Κυρία Σωματάρχου, Αφηγήτρια
Στέλιος Καλαϊτζής – Άλκης Πέτσας, Αφηγητής
Νάσος Κρέτσης – Εσατζής, Μουσικός, Ασφαλίτης, Αφηγητής
Δημήτρης Μορφακίδης – Ιωάννης Στρίγκος, Δαμιανός Νεστορίδης, Αφηγητής
Χρυσή Μπαχτσεβάνη – Ντανιέλ Μελισσηνού, Αφηγήτρια
Σοφία Μπλέτσου – Σόνια, Πόρνη, Αφηγήτρια
Δημήτρης Ναζίρης – Ιατροδικαστής, Ζάχος Σιρβιλής
Χρίστος Νταρακτσής – Αρμένης, Ααρών Σιμπή, Αφηγητής
Ορέστης Παλιαδέλης – Γόρδιος Κλήμεντος
Γρηγόρης Παπαδόπουλος – Σπινθήρ, Μήτσος Ζώρας (Κιρκινέζι), Αφηγητής
Σοφιανός Πεσιρίδης – Φίλιππος Γιαννάς, Μουσικός, Αφηγητής
Βασίλης Σπυρόπουλος – Κύρος Μελισσηνός, Τζέκι, Αφηγητής
Φωτεινή Τιμοθέου – Συντάκαινα, Κατίνα Παξιμαδά, Βιργινία Δέλτα, Αφηγήτρια
Γιάννης Τσεμπερλίδης – Ρένος Κουλοχέρης, Μουσικός, Αφηγητής
Κωνσταντίνος Χατζησάββας – Αλέξανδρος Θάννας, Αφηγητής
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Συντελεστές
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά
Διάρκεια: 60 λεπτά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα5 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα5 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login