Πολιτισμός
«Ζορμπάς» του Νίκου Καζαντζάκη στη Μονή Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη, από το ΚΘΒΕ
«[…] Οι άνθρωποι, αφεντικό, είναι πρόβατα. Αν τους αφήσεις, κάθονται. Αν τους δείξεις το δρόμο, πάνε. Αν τους φοβερίσεις, τρέχουν. Μα αν τους πεις την αλήθεια, σε τρώνε.»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Μεταφορές στο σανίδι, άλλοτε πιστές και άλλοτε στο βαθμό της απλής πρωτογενούς έμπνευσης, ενίοτε κειμένων και συνηθέστερα ολόκληρων βιβλίων, που εξ’ αρχής δημιουργήθηκαν για να αποτελέσουν προϊόν ανάγνωσης και όχι για να παρασταθούν, μας είναι οικείες και το θέμα γνωστό και πολλυσυζητημένο, με μερίδες θεατών και αναγνωστών να παίρνουν θέση υπέρ της μίας ή της άλλη πλευράς.
Και αν ο σκεπτικισμός των βιβλιολατρών απέναντι στις μεταφορές των λογοτεχνικών κειμένων έγκειται, κυρίως, στον περιορισμό της φαντασίας και στο «στρίμωγμά» τους σε μια περιορισμένη συνθήκη, το επιχείρημα ίσως καταλύεται, όταν πρόκειται για θεατρικές συμβάσεις, οι οποίες εν τη γενέσει τους είναι «ποιητικές».
Η ποιητική αυτή δυναμική, πιστεύω ότι ενέχει και συσσωματώνει τη φαντασία, ως ίδιον της εκφραστικής πράξης. Γιατί, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας κι αυτό δεν μπορεί παρά να συνιστά μία πράξη έκφρασης ενός συνόλου καλλιτεχνών του θεάτρου και ως τέτοια, αναντίρρητα, εμπεριέχει τη φιλοδοξία μιας διάνοιξής της προς τον κόσμο, αλλά και τον δικό μας τρόπο να είμαστε μέσα σ’ αυτόν.
Με απλά λόγια, το «πρόβλημα» επιλύεται αυτοστιγμεί, αν αντιμετωπίσουμε τις θεατρικές μεταφορές ή διασκευές, ως τον τρόπο με τον οποίο οι εμπλεκόμενοι σε αυτές (σκηνοθέτης, ηθοποιοί , διασκευαστές κειμένων, σκηνογράφοι, μουσικοί, φωτιστές και λοιποί συνεργάτες) κατανοούν την ιστορία, την αποκωδικοποιούν και επιχειρούν να την παραστήσουν στη σκηνή.
Στη νέα παράσταση του ΚΘΒΕ «Ζορμπάς», ο σημαντικός σκηνοθέτης –διασκευαστής Λευτέρης Γιοβανίδης και όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές, κερδίζουν το στοίχημα.
Η μεταφορά στο σανίδι του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι επιτυχής, επειδή η ποίηση της εικόνας, ο διάλογος, η έκφραση, η κίνηση και η στάση των ηθοποιών, το φως και η μουσική που μεγεθύνουν την απόλαυση, είναι θαύμα ιδέσθαι.
«Ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», (1946), δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα. Είναι ένα φιλοσοφικό μανιφέστο για την ελευθερία, την επαφή με τη φύση και τη σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη.
Το έργο βασίζεται στην αντίθεση δύο κόσμων, οι οποίοι εκπροσωπούνται από τους δύο πρωταγωνιστές:
Ο Νίκος, το «Αφεντικό» (ο συγγραφέας Καζαντζάκης ), είναι ο άνθρωπος του πνεύματος, της θεωρίας και των βιβλίων. Είναι εγκλωβισμένος στις σκέψεις του, διστακτικός και «στεγνός» από εμπειρίες. Συμβολίζει τον δυτικό ορθολογισμό.
Ο Αλέξης Ζορμπάς, είναι ο χαρακτήρας της πράξης, του ενστίκτου και των αισθήσεων. Δεν αναλύει τη ζωή, τη ζει. Είναι ο «πρωτόγονος» άνθρωπος που επικοινωνεί με τη γη, τον χορό και το πάθος.
Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί τον Ζορμπά ως δάσκαλο για τον αφηγητή. Μέσα από τη φιλία τους, το «Αφεντικό» – συγγραφέας, συνειδητοποιεί ότι η αληθινή γνώση δεν βρίσκεται στα χαρτιά, αλλά στην επαφή με το «ακάθαρτο» και το «θείο» της καθημερινότητας.
Για τον Ζορμπά «Ελευθερία» σημαίνει να μην φοβάσαι τίποτα, ούτε τον θάνατο ούτε τον Θεό. Η περίφημη φράση που συνοδεύει το πνεύμα του έργου (και τον τάφο του Καζαντζάκη) είναι: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».
Όταν τα λόγια δεν αρκούν για να εκφράσουν τη χαρά ή τον πόνο, ο Ζορμπάς επιστρατεύει τη μουσική και τον χορό. Ο χορός είναι μια πράξη λύτρωσης, ένας τρόπος να ξεπεραστεί η ανθρώπινη μικρότητα και να επέλθει η ένωση με το σύμπαν.
Αυτός ο χορός του Καζαντζάκη, είναι η ίδια η ζωή που παλεύει σ’ ένα μεταιχμιακό χοροστάσι, «κάτω στην αμμουδιά», καθώς η παραλία είναι ένα σύνορο γης-θάλασσας. Είναι η μόνη περίπτωση που δεν είναι δεδομένος ο νικητής, η ζωή ή ο θάνατος.
Αλλά κι αν νικήσει στο τέλος ο θάνατος, ο χορευτής έχει την ικανοποίηση ότι εκείνη τη δεδομένη στιγμή που χορεύει είναι ο νικητής, επειδή άδραξε τη στιγμή χαράς που του δόθηκε και επικοινώνησε με τον συνάνθρωπό του, τον εαυτό του και τον Θεό.
Η απόδοση της σκηνής στην παράσταση του Γιοβανίδη είναι μεν χορταστική, αλλά λυτρωτική. Εμπεριέχει ποίηση και μεγαλείο, διδασκαλία και παρηγοριά. Το μήνυμα που στέλνει στην αίθουσα είναι στολισμένο με την φράση: «Ζήσε το σήμερα, ξέχνα το χθες, ονειρέψου το αύριο!»
Η προσέγγιση του Ζορμπά προς τη γυναίκα είναι γεμάτη τρυφερότητα, αλλά είναι και μια αρχέγονη ανάγκη. Για εκείνον η άρνηση μιας γυναίκας είναι αμαρτία, καθώς η γυναίκα συμβολίζει την ίδια τη ζωή και τη γονιμότητα.
Ο Καζαντζάκης μέσα από τον Ζορμπά προτείνει μια διέξοδο από τον σύγχρονο «πολιτισμένο» εγκλωβισμό. Μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι μια στιγμή που πρέπει να καταναλωθεί με πάθος.
Η Μαντάμ Ορτάνς (ή «ζαργάνα», όπως την αποκαλεί τρυφερά ο Ζορμπάς) είναι ίσως ο πιο τραγικός και συναισθηματικά φορτισμένος χαρακτήρας του έργου. Δεν είναι απλώς μια δευτερεύουσα φιγούρα, αλλά ένας πολυεπίπεδος συμβολισμός.
Η ενσάρκωση του Παρελθόντος και της Φθοράς είναι η Ορτάνς του Καζαντζάκη. Είναι μια παλιά «καμπαρετζού», μια γυναίκα που κάποτε έζησε μέσα στη δόξα, τα πλούτη και τους έρωτες με ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων.
Τώρα, γερασμένη και ξεπεσμένη σε ένα χωριό της Κρήτης, αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα της φθοράς του χρόνου. Ζει μέσα στις αναμνήσεις της, ντύνεται με παλιά δαντέλες και πούδρες, αρνούμενη να αποδεχτεί τη σκληρή πραγματικότητα της γήρανσης.
Για τον Ζορμπά, όμως, η Ορτάνς δεν είναι μια «ξεπεσμένη γυναίκα». Είναι η προσωποποίηση της θηλυκότητας που αξίζει σεβασμό και λατρεία, ανεξάρτητα από την ηλικία της, και την αντιμετωπίζει σαν βασίλισσα. Της χαρίζει την ψευδαίσθηση ότι είναι ακόμα ποθητή, όχι από οίκτο, αλλά από μια βαθιά φιλοσοφική πεποίθηση: ότι το μεγαλύτερο κρίμα στον κόσμο είναι να αφήσεις μια γυναίκα να νιώσει μόνη και παραμελημένη.
Η Χήρα είναι η ενσάρκωση της σαγηνευτικής , αρχέγονης δύναμης της φύσης. Δεν έχει όνομα στο βιβλίο, είναι απλώς «η Χήρα».
Η ομορφιά της είναι «αμάρτημα» για την κλειστή κοινωνία. Επειδή είναι ελεύθερη και δεν ανήκει σε κανέναν, όλοι οι άντρες τη θέλουν και όλες οι γυναίκες τη μισούν.
Ο θάνατός της είναι μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές του έργου. Η καταδίκη της από το χωριό (επειδή ένας νέος αυτοκτόνησε για χάρη της) είναι μια πράξη βαρβαρότητας που θυμίζει αρχαίο ελληνικό δράμα.
Οι γυναίκες καταριούνται και αλαλάζουν, οι άνδρες του Κρητικού χωριού πιάνονται σε χορό, έναν άγριο τελετουργικό χορό που προμηνύει θάνατο. Σκηνή επιβλητική και υποβλητική. Το κοινό παρακολουθεί αποσβολωμένο, η σιωπή απλώνεται στην πλατεία, η ρυθμική απειλητική μουσική γεμίζει τη σκηνή, μαζί με τις φοβικές κινήσεις των θυμωμένων αρσενικών. Δυνατή σεκάνς στην παράσταση.
Η Χήρα ζει με την αλήθεια: είναι σιωπηλή, περήφανη και δέχεται τη μοίρα της με μια σχεδόν παγανιστική αξιοπρέπεια. Η δολοφονία της είναι η στιγμή που το Αφεντικό έρχεται αντιμέτωπο με το απόλυτο κακό.
Ο Ζορμπάς προσπαθεί να τη σώσει, δείχνοντας ότι η ηθική του είναι ανώτερη από τους νόμους του χωριού.
Το Αφεντικό παραμένει σοκαρισμένο και ανήμπορο, συνειδητοποιώντας ότι η φιλοσοφία του δεν μπορεί να σταματήσει το αίμα.
Αλλά ο Καζαντζάκης «σκοτώνει» και τις δύο. Ο θάνατός τους σηματοδοτεί την κάθαρση. Η Ορτάνς πεθαίνει για να δείξει ότι το παρελθόν σβήνει, και η Χήρα πεθαίνει ως θυσία στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Το πλιάτσικο που ακολουθεί στο βιος της Φραντσέζας, στιγματίζει την αχαλίνωτη λαιμαργία για το ξένο, το εύκολο κέρδος και την ανάλγητη καρδιά που κρύβουν οι μικρόψυχοι άνθρωποι.
Μέσα από αυτούς τους θανάτους, ο αφηγητής (το Αφεντικό) αναγκάζεται να ωριμάσει βίαια και να καταλάβει ότι η ζωή είναι ένας κύκλος δημιουργίας και καταστροφής.
Η αποτυχία της επιχείρησης του λιγνιτωρυχείου και η καταστροφή της εναέριας γραμμής είναι η κορύφωση του έργου. Ενώ για το «Αφεντικό – συγγραφέα, είναι μια οικονομική καταστροφή, για τον Ζορμπά είναι μια ευκαιρία για γιορτή. Ο χορός τους στην «παραλία» μετά την καταστροφή, συμβολίζει τον θρίαμβο του πνεύματος πάνω στην ύλη και την αποδοχή της μοίρας.
Στην κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη (1964), η Ειρήνη Παπά ενσάρκωσε συγκλονιστικά τη βουβή παρουσία της Χήρας, ενώ η Λίλα Κέντροβα κέρδισε Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Μαντάμ Ορτάνς.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ τους ρόλους ενσαρκώνουν με τον δικό τους δυναμικό, θεατρικό τρόπο, η Μπέττυ Νικολέση – Ορτάνς και η Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα.
Ο Ζορμπάς απορρίπτει τον τιμωρό Θεό που κηρύττουν οι σκοταδιστές. Φαντάζεται τον Θεό σαν έναν άρχοντα που έχει τα ίδια ελαττώματα και τις ίδιες αρετές με τους ανθρώπους, αλλά σε μέγεθος γίγαντα.
Πιστεύει ότι ο Θεός είναι πολύ «ανώτερος» για να ασχολείται με τις μικροπρέπειες των ανθρώπων. Λέει χαρακτηριστικά ότι ο Θεός κρατάει ένα σφουγγάρι:
«Ο Θεός δεν είναι δάσκαλος με βέργα, είναι μεγάλος νοικοκύρης και κρατάει ένα σφουγγάρι γεμάτο νερό και σβήνει… σβήνει τις αμαρτίες μας».
Όταν ο Ζορμπάς έρχεται αντιμέτωπος με την αδικία και τον θάνατο των δύο γυναικών, η πίστη του δοκιμάζεται και αναδιαμορφώνεται:
Απέναντι στον θάνατο της Ορτάνς, ο Θεός του Ζορμπά είναι η παρηγοριά και προσπαθεί να τον «εξαπατήσει», χαρίζοντας στη γυναίκα λίγες στιγμές ευτυχίας. Θεωρεί ότι το να προσφέρεις χαρά σε μια ψυχή που σβήνει, είναι η πιο «θεϊκή» πράξη.
Απέναντι στη δολοφονία της Χήρας οργίζεται. Δεν μπορεί να δεχτεί έναν Θεό που επιτρέπει τέτοια κτηνωδία. Η αντίδρασή του είναι εξεγερτική. Για τον Ζορμπά, ο «διάβολος» δεν είναι μια μεταφυσική οντότητα, αλλά η κακία και ο φθόνος των ανθρώπων, ενώ ο Θεός βρίσκεται στην ύλη: Στο κρασί που πίνει. Στο χώμα που σκάβει. Στο γυναικείο σώμα. Στον χορό. Πιστεύει ότι αν αρνηθείς τις απολαύσεις που σου έδωσε η φύση, προσβάλλεις τον ίδιο τον δημιουργό. Η πνευματικότητά του περνάει μέσα από τις αισθήσεις .
Ενώ ο Νίκος -«Αφεντικό»- συγγραφέας, προσπαθεί να βρει τον Θεό μέσα από τη μεταφυσική αγωνία, ο Ζορμπάς τον βρίσκει στην καθημερινότητα.
Κατηγορεί το «Αφεντικό» ότι με το να αναλύει τα πάντα, χάνει την ουσία. Για τον Ζορμπά, ο Θεός είναι το μυστήριο που δεν χρειάζεται εξήγηση, αλλά βίωμα, άρα είναι η ίδια η Ζωή. Είναι ένας Θεός που γελάει, που πονάει και που, τελικά, συγχωρεί τα πάντα γιατί καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος. Όπως λέει και ο ίδιος, αν ο Θεός είναι δίκαιος, θα βάλει τον Ζορμπά στον Παράδεισο ακριβώς επειδή αγάπησε τον κόσμο που Εκείνος έφτιαξε.
Στο λιμάνι του Πειραιά, αναμένοντας το καράβι για την Κρήτη, ο φίλος του Νίκος – συγγραφέας- Αφεντικό- ( ο Νίκος Τσολερίδης στον ρόλο ), συναντά τον Ζορμπά. Ύστερα από λίγες κουβέντες οι δύο άντρες αποφασίζουν να δουλέψουν μαζί. Ένα ορυχείο λιγνίτη -κληρονομιά του Νίκου – πρέπει να τεθεί σε λειτουργία.
Ο Ζορμπάς δέχεται την πρόταση και ακολουθεί το «Αφεντικό» στην αποστολή του. Οι ρόλοι μοιράζονται, η σχέση εδραιώνεται. Μαζί θα φτάσουν στην Κρήτη θα γνωρίσουν την τοπική κοινωνία και θα θέσουν τα σχέδιά τους σε εφαρμογή. Η γνωριμία των δύο αντρών θα μετατραπεί σε δυνατή φιλία.
Ο τρόπος που ζει ο Ζορμπάς ανοίγει νέα μονοπάτια στη σκέψη και στις φιλοσοφικές αναζητήσεις του «Αφεντικού». Ο Ζορμπάς δεν αναλύει τη ζωή, την καταναλώνει. Καταβροχθίζει κάθε της απόλαυση και αγκαλιάζει με χιούμορ τα πάθη του και τις απολαύσεις της σάρκας.
Ο Νίκος είναι ο άνθρωπος των βιβλίων, της σκέψης, των προοδευτικών ιδεών, της θεωρίας. Ο Ζορμπάς είναι γήινος, άνθρωπος της πράξης και του αυθορμητισμού. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο ξένοι, θα ξεπεράσουν το μεταξύ τους χάσμα και θα προσπαθήσουν να συναντηθούν.
Συνδέονται και συνυπάρχουν έχοντας έναν κοινό πόθο: την αγάπη τους για την ελευθερία, που την αναζητούν μέσα από διαφορετικές διαδρομές.
Ο Νίκος Καζαντζάκης ολοκληρώνει το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» το 1943. Το μυθιστόρημα γράφεται προς τιμήν του Γιώργη Ζορμπά, που ο Καζαντζάκης γνώρισε αρκετά χρόνια πριν, και αποτέλεσε για τον ίδιο όχι μόνο πηγή έμπνευσης αλλά και έναν «ψυχικό οδηγό» που σημάδεψε τη ζωή του. Τον άνθρωπο αυτόν τίμησε με το μυθιστόρημά του, σχολιάζοντας πικρά στον πρόλογό του: «Κι έτσι ο Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα, κατάντησε στα χέρια μου μελάνι και χαρτί».
Η μεταφορά ενός λογοτεχνικού βιβλίου στη σκηνή (θεατρική διασκευή) είναι μια διαδικασία «μετάφρασης» από έναν κόσμο λέξεων σε έναν κόσμο εικόνων, ήχων και ζωντανής δράσης. Είναι μια γοητευτική αλλά δύσκολη πρόκληση, καθώς ο διασκευαστής πρέπει να «προδώσει» το κείμενο για να μείνει πιστός στο πνεύμα του.
Ο Λευτέρης Γιοβανίδης, έμπειρος σε διασκευές του είδους, απέφυγε τον κίνδυνο να στριμώξει στη θεατρική μεταφορά τις σελίδες του βιβλίου, ώστε να παρασταθεί μια βιαστική περίληψη χωρίς βάθος, δούλεψε την αφαίρεση με μαεστρία και απόλυτο σεβασμό στο κείμενο και οι πυκνές περιγραφές του συγγραφέα αντικαταστάθηκαν επιτυχώς από τη σκηνογραφία και τους φωτισμούς, χτίζοντας έτσι την ατμόσφαιρα οπτικά, ενώ από τον ήχο και τη μουσική απέδωσε την αίσθηση της αληθοφάνειας που προκαλεί η ιστορία.
Στην απαίτηση των συνεχών αλλαγών στις σκηνές, ανταποκρίθηκε ευρηματικά, ώστε η σκηνή παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης λειτουργική και πολυμορφική.
Η μεγαλύτερη παγίδα σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι η «εικονογράφηση» του βιβλίου αντί της «μεταφοράς» του. Το καλό θέατρο δεν περιγράφει τι συμβαίνει στο βιβλίο, αλλά δημιουργεί μια νέα εμπειρία βασισμένη σε αυτό, όπως ακριβώς συμβαίνει στον «Ζορμπά» του ΚΘΒΕ, καθώς ο σκηνοθέτης δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση γεγονότων, αλλά παρουσιάζει ένα φιλοσοφικό μανιφέστο ντυμένο με σάρκα και οστά.
Έτσι, οι φιλοσοφικές έννοιες γίνονται δράση. Η εσωτερική αναζήτηση του Νίκου – συγγραφέα- (Αφεντικού) φαίνεται ευκρινώς μέσα από την αμηχανία του σώματός του απέναντι στη ζωντάνια του Ζορμπά.
Η Κρήτη, η θάλασσα, το βουνό και το ορυχείο δεν είναι απλά το φόντο, αλλά «πρωταγωνιστές». Η αίσθηση του αέρα, του χώματος και του ήλιου είναι δομικά στοιχεία της ατμόσφαιρας του Καζαντζάκη.
Η ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας δίνει λύση με τη μουσική (Χρήστος Παπαδόπουλος), τον χορό (Αναστασία Κελέση, Ιωάννης Μάρτος), τον φωτισμό (Αλέκος Αναστασίου) , την κίνηση (Ιωάννα Μήτσικα) , τις ερμηνείες, έτσι ώστε όλα να λειτουργούν, ως μεταφορές της δύναμης της φύσης και της ζωής.
Τα λιτά σκηνικά ου Δημήτρη Πολυχρονιάδη στιγματίζουν τόπο και χρόνο, εξυπηρετούν απόλυτα τη δράση, εφόσον καταλαμβάνουν ολόκληρη τη σκηνή και τα κοστούμια της Ευαγγελίας Κιρκινέ, ό,τι ακριβώς επιτάσσει η πιστή απεικόνιση της περιόδου, αλλά και ο σεβασμός στο κείμενο και στην ατμόσφαιρα που εκλύεται από τις γραμμές του.
Η πιο διάσημη σκηνή στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι αριστοτεχνικά δομημένη στην παράσταση και μαγεύει το κοινό: Όταν ο Ζορμπάς δεν μπορεί να εκφράσει τη χαρά ή τον πόνο του με λέξεις, χορεύει. Ο χορός του είναι μια πράξη εξέγερσης ενάντια στη βαρύτητα και τη μοίρα. Είναι η στιγμή που ο Συγγραφέας καταλαβαίνει ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται στα χαρτιά, αλλά στο σώμα.
Η Μαντάμ Ορτάνς και η Χήρα είναι πρόσωπα με τεράστιο συμβολικό βάρος. Η διασκευή και η σκηνοθεσία δίνουν βάθος και ανθρώπινη υπόσταση σε αυτές τις γυναίκες, με αποτέλεσμα η τραγικότητα της μοίρας τους να συγκλονίζει τον θεατή. Πολύ καλές οι Μπέττυ Νικολέση και η Κλειώ- Δανάη Οθωναίου στους ρόλους, αντίστοιχα.
Ο Πασχάλης Τσαρούχας είναι ένας εξαιρετικά δυναμικός, στιβαρός Ζορμπάς, με δυνατή ενέργεια που γεμίζει τη σκηνή, ένα «δαιμόνιο» όπως τον θέλει ο Καζαντζάκης.
Ο Νίκος Τσολερίδης αποδίδει τον δεύτερο βασικό ρόλο του έργου ήπια, χαμηλόφωνα, όπως το θέλησε ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντάς τον σαν ζεν- πρεμιέ της εποχής. Είναι όμορφος, έτσι κι αλλιώς, διαθέτει ωραία, εντυπωσιακή σκηνική παρουσία, επομένως λειτουργεί σαφέστατα η αντίθεση. Ο Ζορμπάς, εκ διαμέτρου αντίθετος χαρακτήρας, ομολογεί στο τέλος ότι το Αφεντικό είναι ο άνθρωπος που αγάπησε περισσότερο στη ζωή. Η φύση δένει τους ανθρώπους που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.
Όλοι οι περιφερειακοί ρόλοι αποδίδονται θαυμάσια από τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του Κρατικού και δίνουν τη μεγαλοπρεπή διάσταση στην παραγωγή και δίκαια επευφημούνται στην υπόκλιση.
Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 2002 συμπεριλήφθηκε σε λίστα της Guardian με τα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών. Έχει διασκευαστεί αρκετές φορές για το θέατρο ενώ παράλληλα γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ως μιούζικαλ. Η κινηματογραφική του μεταφορά το 1963 σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν στον ομώνυμο ρόλο, έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, με το συρτάκι στο φινάλε της ταινίας, αποτέλεσε για χρόνια σήμα κατατεθέν της ελληνικότητας, αναδεικνύοντας τουριστικά τη χώρα μας διεθνώς.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Νίκος Καζαντζάκης
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης
Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Μουσική: Χρήστος Παπαδόπουλος
Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Videoart: Άντα Λιάκου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Τέτουλα
Boηθός ενδυματολόγου: Ζωή Καραβασίλη
Βοηθός κινησιολόγου: Στέλιος Ράμμος
Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου
Διανομή
Αντώνης Αντωνάκος – Κωνσταντής, Παπάς, Σερβιτόρος Πειραιά
Θανάσης Δισλής – Νικόλας, Πελάτης Πειραιά 2
Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βασίλακας, Χωροφύλακας
Σοφία Καλεμκερίδου – Αργύραινα, Πελάτισσα Πειραιά 3
Γιάννης Καραμφίλης – Μαυραντώνης
Εύη Κουταλιανού – Μαρίκα, Πελάτισσα Πειραιά 6
Μπέττυ Νικολέση – Μαντάμ Ορτάνς
Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα, Μοιρολογήτρα 1
Μίλτος Σαμαράς – Αργύρης, Εργάτης, Πελάτης Πειραιά 4
Γιώργος Σφυρίδης – Μπάρμπα Αναγνώστης
Χρήστος Τσάβος – Παυλής, Χωρικός
Πασχάλης Τσαρούχας – Αλέξης Ζορμπάς
Δημήτρης Τσιλινίκος – Μανόλακας
Νίκος Τσολερίδης – Νίκος
Θάνος Φερετζέλης – Μιμηθός, Πελάτης Πειραιά 1
Μαρία Χατζηϊωαννίδου – Κατίνα, Πελάτισσα Πειραιά 5
Χορευτές
Αναστασία Κελέση – Λόλα, Πελάτισσα Πειραιά 7, Μοιρολογήτρα 2
Ιωάννης Μάρτος – Χωρικός, Πελάτης Πειραιά 8
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”
Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)
Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.
Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.
Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.
Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.
Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.
Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.
Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».
Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.
Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.
Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.
Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.
Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.
Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.
Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν.
Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.
Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.
Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.
Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.
Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.
Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.
Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.
Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.
Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.
Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.
Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.
Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.
Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.
Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.
Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.
Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.
Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.
Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.
Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές.
Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.
Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.
Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.
Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.
Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.
Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.
Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».
Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;
Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).
*Κατάλληλο άνω των 16 ετών
Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.
Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Συντελεστές
Συγγραφέας – Σάρα Κέιν
Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου
Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου
Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου
Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου
Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης
Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου
Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα
Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου
Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
Διανομή
Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος
Μ – Μομώ Βλάχου
Γ – Άννα Ευθυμίου
Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Συντελεστές
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά
Διάρκεια: 60 λεπτά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login