Πολιτισμός
«Ζορμπάς» του Νίκου Καζαντζάκη στη Μονή Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη, από το ΚΘΒΕ
«[…] Οι άνθρωποι, αφεντικό, είναι πρόβατα. Αν τους αφήσεις, κάθονται. Αν τους δείξεις το δρόμο, πάνε. Αν τους φοβερίσεις, τρέχουν. Μα αν τους πεις την αλήθεια, σε τρώνε.»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Μεταφορές στο σανίδι, άλλοτε πιστές και άλλοτε στο βαθμό της απλής πρωτογενούς έμπνευσης, ενίοτε κειμένων και συνηθέστερα ολόκληρων βιβλίων, που εξ’ αρχής δημιουργήθηκαν για να αποτελέσουν προϊόν ανάγνωσης και όχι για να παρασταθούν, μας είναι οικείες και το θέμα γνωστό και πολλυσυζητημένο, με μερίδες θεατών και αναγνωστών να παίρνουν θέση υπέρ της μίας ή της άλλη πλευράς.
Και αν ο σκεπτικισμός των βιβλιολατρών απέναντι στις μεταφορές των λογοτεχνικών κειμένων έγκειται, κυρίως, στον περιορισμό της φαντασίας και στο «στρίμωγμά» τους σε μια περιορισμένη συνθήκη, το επιχείρημα ίσως καταλύεται, όταν πρόκειται για θεατρικές συμβάσεις, οι οποίες εν τη γενέσει τους είναι «ποιητικές».
Η ποιητική αυτή δυναμική, πιστεύω ότι ενέχει και συσσωματώνει τη φαντασία, ως ίδιον της εκφραστικής πράξης. Γιατί, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για την αφήγηση μιας ιστορίας κι αυτό δεν μπορεί παρά να συνιστά μία πράξη έκφρασης ενός συνόλου καλλιτεχνών του θεάτρου και ως τέτοια, αναντίρρητα, εμπεριέχει τη φιλοδοξία μιας διάνοιξής της προς τον κόσμο, αλλά και τον δικό μας τρόπο να είμαστε μέσα σ’ αυτόν.
Με απλά λόγια, το «πρόβλημα» επιλύεται αυτοστιγμεί, αν αντιμετωπίσουμε τις θεατρικές μεταφορές ή διασκευές, ως τον τρόπο με τον οποίο οι εμπλεκόμενοι σε αυτές (σκηνοθέτης, ηθοποιοί , διασκευαστές κειμένων, σκηνογράφοι, μουσικοί, φωτιστές και λοιποί συνεργάτες) κατανοούν την ιστορία, την αποκωδικοποιούν και επιχειρούν να την παραστήσουν στη σκηνή.
Στη νέα παράσταση του ΚΘΒΕ «Ζορμπάς», ο σημαντικός σκηνοθέτης –διασκευαστής Λευτέρης Γιοβανίδης και όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές, κερδίζουν το στοίχημα.
Η μεταφορά στο σανίδι του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη στην παράσταση του ΚΘΒΕ είναι επιτυχής, επειδή η ποίηση της εικόνας, ο διάλογος, η έκφραση, η κίνηση και η στάση των ηθοποιών, το φως και η μουσική που μεγεθύνουν την απόλαυση, είναι θαύμα ιδέσθαι.
«Ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», (1946), δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα. Είναι ένα φιλοσοφικό μανιφέστο για την ελευθερία, την επαφή με τη φύση και τη σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη.
Το έργο βασίζεται στην αντίθεση δύο κόσμων, οι οποίοι εκπροσωπούνται από τους δύο πρωταγωνιστές:
Ο Νίκος, το «Αφεντικό» (ο συγγραφέας Καζαντζάκης ), είναι ο άνθρωπος του πνεύματος, της θεωρίας και των βιβλίων. Είναι εγκλωβισμένος στις σκέψεις του, διστακτικός και «στεγνός» από εμπειρίες. Συμβολίζει τον δυτικό ορθολογισμό.
Ο Αλέξης Ζορμπάς, είναι ο χαρακτήρας της πράξης, του ενστίκτου και των αισθήσεων. Δεν αναλύει τη ζωή, τη ζει. Είναι ο «πρωτόγονος» άνθρωπος που επικοινωνεί με τη γη, τον χορό και το πάθος.
Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί τον Ζορμπά ως δάσκαλο για τον αφηγητή. Μέσα από τη φιλία τους, το «Αφεντικό» – συγγραφέας, συνειδητοποιεί ότι η αληθινή γνώση δεν βρίσκεται στα χαρτιά, αλλά στην επαφή με το «ακάθαρτο» και το «θείο» της καθημερινότητας.
Για τον Ζορμπά «Ελευθερία» σημαίνει να μην φοβάσαι τίποτα, ούτε τον θάνατο ούτε τον Θεό. Η περίφημη φράση που συνοδεύει το πνεύμα του έργου (και τον τάφο του Καζαντζάκη) είναι: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».
Όταν τα λόγια δεν αρκούν για να εκφράσουν τη χαρά ή τον πόνο, ο Ζορμπάς επιστρατεύει τη μουσική και τον χορό. Ο χορός είναι μια πράξη λύτρωσης, ένας τρόπος να ξεπεραστεί η ανθρώπινη μικρότητα και να επέλθει η ένωση με το σύμπαν.
Αυτός ο χορός του Καζαντζάκη, είναι η ίδια η ζωή που παλεύει σ’ ένα μεταιχμιακό χοροστάσι, «κάτω στην αμμουδιά», καθώς η παραλία είναι ένα σύνορο γης-θάλασσας. Είναι η μόνη περίπτωση που δεν είναι δεδομένος ο νικητής, η ζωή ή ο θάνατος.
Αλλά κι αν νικήσει στο τέλος ο θάνατος, ο χορευτής έχει την ικανοποίηση ότι εκείνη τη δεδομένη στιγμή που χορεύει είναι ο νικητής, επειδή άδραξε τη στιγμή χαράς που του δόθηκε και επικοινώνησε με τον συνάνθρωπό του, τον εαυτό του και τον Θεό.
Η απόδοση της σκηνής στην παράσταση του Γιοβανίδη είναι μεν χορταστική, αλλά λυτρωτική. Εμπεριέχει ποίηση και μεγαλείο, διδασκαλία και παρηγοριά. Το μήνυμα που στέλνει στην αίθουσα είναι στολισμένο με την φράση: «Ζήσε το σήμερα, ξέχνα το χθες, ονειρέψου το αύριο!»
Η προσέγγιση του Ζορμπά προς τη γυναίκα είναι γεμάτη τρυφερότητα, αλλά είναι και μια αρχέγονη ανάγκη. Για εκείνον η άρνηση μιας γυναίκας είναι αμαρτία, καθώς η γυναίκα συμβολίζει την ίδια τη ζωή και τη γονιμότητα.
Ο Καζαντζάκης μέσα από τον Ζορμπά προτείνει μια διέξοδο από τον σύγχρονο «πολιτισμένο» εγκλωβισμό. Μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι μια στιγμή που πρέπει να καταναλωθεί με πάθος.
Η Μαντάμ Ορτάνς (ή «ζαργάνα», όπως την αποκαλεί τρυφερά ο Ζορμπάς) είναι ίσως ο πιο τραγικός και συναισθηματικά φορτισμένος χαρακτήρας του έργου. Δεν είναι απλώς μια δευτερεύουσα φιγούρα, αλλά ένας πολυεπίπεδος συμβολισμός.
Η ενσάρκωση του Παρελθόντος και της Φθοράς είναι η Ορτάνς του Καζαντζάκη. Είναι μια παλιά «καμπαρετζού», μια γυναίκα που κάποτε έζησε μέσα στη δόξα, τα πλούτη και τους έρωτες με ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων.
Τώρα, γερασμένη και ξεπεσμένη σε ένα χωριό της Κρήτης, αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα της φθοράς του χρόνου. Ζει μέσα στις αναμνήσεις της, ντύνεται με παλιά δαντέλες και πούδρες, αρνούμενη να αποδεχτεί τη σκληρή πραγματικότητα της γήρανσης.
Για τον Ζορμπά, όμως, η Ορτάνς δεν είναι μια «ξεπεσμένη γυναίκα». Είναι η προσωποποίηση της θηλυκότητας που αξίζει σεβασμό και λατρεία, ανεξάρτητα από την ηλικία της, και την αντιμετωπίζει σαν βασίλισσα. Της χαρίζει την ψευδαίσθηση ότι είναι ακόμα ποθητή, όχι από οίκτο, αλλά από μια βαθιά φιλοσοφική πεποίθηση: ότι το μεγαλύτερο κρίμα στον κόσμο είναι να αφήσεις μια γυναίκα να νιώσει μόνη και παραμελημένη.
Η Χήρα είναι η ενσάρκωση της σαγηνευτικής , αρχέγονης δύναμης της φύσης. Δεν έχει όνομα στο βιβλίο, είναι απλώς «η Χήρα».
Η ομορφιά της είναι «αμάρτημα» για την κλειστή κοινωνία. Επειδή είναι ελεύθερη και δεν ανήκει σε κανέναν, όλοι οι άντρες τη θέλουν και όλες οι γυναίκες τη μισούν.
Ο θάνατός της είναι μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές του έργου. Η καταδίκη της από το χωριό (επειδή ένας νέος αυτοκτόνησε για χάρη της) είναι μια πράξη βαρβαρότητας που θυμίζει αρχαίο ελληνικό δράμα.
Οι γυναίκες καταριούνται και αλαλάζουν, οι άνδρες του Κρητικού χωριού πιάνονται σε χορό, έναν άγριο τελετουργικό χορό που προμηνύει θάνατο. Σκηνή επιβλητική και υποβλητική. Το κοινό παρακολουθεί αποσβολωμένο, η σιωπή απλώνεται στην πλατεία, η ρυθμική απειλητική μουσική γεμίζει τη σκηνή, μαζί με τις φοβικές κινήσεις των θυμωμένων αρσενικών. Δυνατή σεκάνς στην παράσταση.
Η Χήρα ζει με την αλήθεια: είναι σιωπηλή, περήφανη και δέχεται τη μοίρα της με μια σχεδόν παγανιστική αξιοπρέπεια. Η δολοφονία της είναι η στιγμή που το Αφεντικό έρχεται αντιμέτωπο με το απόλυτο κακό.
Ο Ζορμπάς προσπαθεί να τη σώσει, δείχνοντας ότι η ηθική του είναι ανώτερη από τους νόμους του χωριού.
Το Αφεντικό παραμένει σοκαρισμένο και ανήμπορο, συνειδητοποιώντας ότι η φιλοσοφία του δεν μπορεί να σταματήσει το αίμα.
Αλλά ο Καζαντζάκης «σκοτώνει» και τις δύο. Ο θάνατός τους σηματοδοτεί την κάθαρση. Η Ορτάνς πεθαίνει για να δείξει ότι το παρελθόν σβήνει, και η Χήρα πεθαίνει ως θυσία στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Το πλιάτσικο που ακολουθεί στο βιος της Φραντσέζας, στιγματίζει την αχαλίνωτη λαιμαργία για το ξένο, το εύκολο κέρδος και την ανάλγητη καρδιά που κρύβουν οι μικρόψυχοι άνθρωποι.
Μέσα από αυτούς τους θανάτους, ο αφηγητής (το Αφεντικό) αναγκάζεται να ωριμάσει βίαια και να καταλάβει ότι η ζωή είναι ένας κύκλος δημιουργίας και καταστροφής.
Η αποτυχία της επιχείρησης του λιγνιτωρυχείου και η καταστροφή της εναέριας γραμμής είναι η κορύφωση του έργου. Ενώ για το «Αφεντικό – συγγραφέα, είναι μια οικονομική καταστροφή, για τον Ζορμπά είναι μια ευκαιρία για γιορτή. Ο χορός τους στην «παραλία» μετά την καταστροφή, συμβολίζει τον θρίαμβο του πνεύματος πάνω στην ύλη και την αποδοχή της μοίρας.
Στην κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη (1964), η Ειρήνη Παπά ενσάρκωσε συγκλονιστικά τη βουβή παρουσία της Χήρας, ενώ η Λίλα Κέντροβα κέρδισε Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Μαντάμ Ορτάνς.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ τους ρόλους ενσαρκώνουν με τον δικό τους δυναμικό, θεατρικό τρόπο, η Μπέττυ Νικολέση – Ορτάνς και η Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα.
Ο Ζορμπάς απορρίπτει τον τιμωρό Θεό που κηρύττουν οι σκοταδιστές. Φαντάζεται τον Θεό σαν έναν άρχοντα που έχει τα ίδια ελαττώματα και τις ίδιες αρετές με τους ανθρώπους, αλλά σε μέγεθος γίγαντα.
Πιστεύει ότι ο Θεός είναι πολύ «ανώτερος» για να ασχολείται με τις μικροπρέπειες των ανθρώπων. Λέει χαρακτηριστικά ότι ο Θεός κρατάει ένα σφουγγάρι:
«Ο Θεός δεν είναι δάσκαλος με βέργα, είναι μεγάλος νοικοκύρης και κρατάει ένα σφουγγάρι γεμάτο νερό και σβήνει… σβήνει τις αμαρτίες μας».
Όταν ο Ζορμπάς έρχεται αντιμέτωπος με την αδικία και τον θάνατο των δύο γυναικών, η πίστη του δοκιμάζεται και αναδιαμορφώνεται:
Απέναντι στον θάνατο της Ορτάνς, ο Θεός του Ζορμπά είναι η παρηγοριά και προσπαθεί να τον «εξαπατήσει», χαρίζοντας στη γυναίκα λίγες στιγμές ευτυχίας. Θεωρεί ότι το να προσφέρεις χαρά σε μια ψυχή που σβήνει, είναι η πιο «θεϊκή» πράξη.
Απέναντι στη δολοφονία της Χήρας οργίζεται. Δεν μπορεί να δεχτεί έναν Θεό που επιτρέπει τέτοια κτηνωδία. Η αντίδρασή του είναι εξεγερτική. Για τον Ζορμπά, ο «διάβολος» δεν είναι μια μεταφυσική οντότητα, αλλά η κακία και ο φθόνος των ανθρώπων, ενώ ο Θεός βρίσκεται στην ύλη: Στο κρασί που πίνει. Στο χώμα που σκάβει. Στο γυναικείο σώμα. Στον χορό. Πιστεύει ότι αν αρνηθείς τις απολαύσεις που σου έδωσε η φύση, προσβάλλεις τον ίδιο τον δημιουργό. Η πνευματικότητά του περνάει μέσα από τις αισθήσεις .
Ενώ ο Νίκος -«Αφεντικό»- συγγραφέας, προσπαθεί να βρει τον Θεό μέσα από τη μεταφυσική αγωνία, ο Ζορμπάς τον βρίσκει στην καθημερινότητα.
Κατηγορεί το «Αφεντικό» ότι με το να αναλύει τα πάντα, χάνει την ουσία. Για τον Ζορμπά, ο Θεός είναι το μυστήριο που δεν χρειάζεται εξήγηση, αλλά βίωμα, άρα είναι η ίδια η Ζωή. Είναι ένας Θεός που γελάει, που πονάει και που, τελικά, συγχωρεί τα πάντα γιατί καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος. Όπως λέει και ο ίδιος, αν ο Θεός είναι δίκαιος, θα βάλει τον Ζορμπά στον Παράδεισο ακριβώς επειδή αγάπησε τον κόσμο που Εκείνος έφτιαξε.
Στο λιμάνι του Πειραιά, αναμένοντας το καράβι για την Κρήτη, ο φίλος του Νίκος – συγγραφέας- Αφεντικό- ( ο Νίκος Τσολερίδης στον ρόλο ), συναντά τον Ζορμπά. Ύστερα από λίγες κουβέντες οι δύο άντρες αποφασίζουν να δουλέψουν μαζί. Ένα ορυχείο λιγνίτη -κληρονομιά του Νίκου – πρέπει να τεθεί σε λειτουργία.
Ο Ζορμπάς δέχεται την πρόταση και ακολουθεί το «Αφεντικό» στην αποστολή του. Οι ρόλοι μοιράζονται, η σχέση εδραιώνεται. Μαζί θα φτάσουν στην Κρήτη θα γνωρίσουν την τοπική κοινωνία και θα θέσουν τα σχέδιά τους σε εφαρμογή. Η γνωριμία των δύο αντρών θα μετατραπεί σε δυνατή φιλία.
Ο τρόπος που ζει ο Ζορμπάς ανοίγει νέα μονοπάτια στη σκέψη και στις φιλοσοφικές αναζητήσεις του «Αφεντικού». Ο Ζορμπάς δεν αναλύει τη ζωή, την καταναλώνει. Καταβροχθίζει κάθε της απόλαυση και αγκαλιάζει με χιούμορ τα πάθη του και τις απολαύσεις της σάρκας.
Ο Νίκος είναι ο άνθρωπος των βιβλίων, της σκέψης, των προοδευτικών ιδεών, της θεωρίας. Ο Ζορμπάς είναι γήινος, άνθρωπος της πράξης και του αυθορμητισμού. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο ξένοι, θα ξεπεράσουν το μεταξύ τους χάσμα και θα προσπαθήσουν να συναντηθούν.
Συνδέονται και συνυπάρχουν έχοντας έναν κοινό πόθο: την αγάπη τους για την ελευθερία, που την αναζητούν μέσα από διαφορετικές διαδρομές.
Ο Νίκος Καζαντζάκης ολοκληρώνει το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» το 1943. Το μυθιστόρημα γράφεται προς τιμήν του Γιώργη Ζορμπά, που ο Καζαντζάκης γνώρισε αρκετά χρόνια πριν, και αποτέλεσε για τον ίδιο όχι μόνο πηγή έμπνευσης αλλά και έναν «ψυχικό οδηγό» που σημάδεψε τη ζωή του. Τον άνθρωπο αυτόν τίμησε με το μυθιστόρημά του, σχολιάζοντας πικρά στον πρόλογό του: «Κι έτσι ο Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα, κατάντησε στα χέρια μου μελάνι και χαρτί».
Η μεταφορά ενός λογοτεχνικού βιβλίου στη σκηνή (θεατρική διασκευή) είναι μια διαδικασία «μετάφρασης» από έναν κόσμο λέξεων σε έναν κόσμο εικόνων, ήχων και ζωντανής δράσης. Είναι μια γοητευτική αλλά δύσκολη πρόκληση, καθώς ο διασκευαστής πρέπει να «προδώσει» το κείμενο για να μείνει πιστός στο πνεύμα του.
Ο Λευτέρης Γιοβανίδης, έμπειρος σε διασκευές του είδους, απέφυγε τον κίνδυνο να στριμώξει στη θεατρική μεταφορά τις σελίδες του βιβλίου, ώστε να παρασταθεί μια βιαστική περίληψη χωρίς βάθος, δούλεψε την αφαίρεση με μαεστρία και απόλυτο σεβασμό στο κείμενο και οι πυκνές περιγραφές του συγγραφέα αντικαταστάθηκαν επιτυχώς από τη σκηνογραφία και τους φωτισμούς, χτίζοντας έτσι την ατμόσφαιρα οπτικά, ενώ από τον ήχο και τη μουσική απέδωσε την αίσθηση της αληθοφάνειας που προκαλεί η ιστορία.
Στην απαίτηση των συνεχών αλλαγών στις σκηνές, ανταποκρίθηκε ευρηματικά, ώστε η σκηνή παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης λειτουργική και πολυμορφική.
Η μεγαλύτερη παγίδα σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι η «εικονογράφηση» του βιβλίου αντί της «μεταφοράς» του. Το καλό θέατρο δεν περιγράφει τι συμβαίνει στο βιβλίο, αλλά δημιουργεί μια νέα εμπειρία βασισμένη σε αυτό, όπως ακριβώς συμβαίνει στον «Ζορμπά» του ΚΘΒΕ, καθώς ο σκηνοθέτης δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση γεγονότων, αλλά παρουσιάζει ένα φιλοσοφικό μανιφέστο ντυμένο με σάρκα και οστά.
Έτσι, οι φιλοσοφικές έννοιες γίνονται δράση. Η εσωτερική αναζήτηση του Νίκου – συγγραφέα- (Αφεντικού) φαίνεται ευκρινώς μέσα από την αμηχανία του σώματός του απέναντι στη ζωντάνια του Ζορμπά.
Η Κρήτη, η θάλασσα, το βουνό και το ορυχείο δεν είναι απλά το φόντο, αλλά «πρωταγωνιστές». Η αίσθηση του αέρα, του χώματος και του ήλιου είναι δομικά στοιχεία της ατμόσφαιρας του Καζαντζάκη.
Η ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας δίνει λύση με τη μουσική (Χρήστος Παπαδόπουλος), τον χορό (Αναστασία Κελέση, Ιωάννης Μάρτος), τον φωτισμό (Αλέκος Αναστασίου) , την κίνηση (Ιωάννα Μήτσικα) , τις ερμηνείες, έτσι ώστε όλα να λειτουργούν, ως μεταφορές της δύναμης της φύσης και της ζωής.
Τα λιτά σκηνικά ου Δημήτρη Πολυχρονιάδη στιγματίζουν τόπο και χρόνο, εξυπηρετούν απόλυτα τη δράση, εφόσον καταλαμβάνουν ολόκληρη τη σκηνή και τα κοστούμια της Ευαγγελίας Κιρκινέ, ό,τι ακριβώς επιτάσσει η πιστή απεικόνιση της περιόδου, αλλά και ο σεβασμός στο κείμενο και στην ατμόσφαιρα που εκλύεται από τις γραμμές του.
Η πιο διάσημη σκηνή στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι αριστοτεχνικά δομημένη στην παράσταση και μαγεύει το κοινό: Όταν ο Ζορμπάς δεν μπορεί να εκφράσει τη χαρά ή τον πόνο του με λέξεις, χορεύει. Ο χορός του είναι μια πράξη εξέγερσης ενάντια στη βαρύτητα και τη μοίρα. Είναι η στιγμή που ο Συγγραφέας καταλαβαίνει ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται στα χαρτιά, αλλά στο σώμα.
Η Μαντάμ Ορτάνς και η Χήρα είναι πρόσωπα με τεράστιο συμβολικό βάρος. Η διασκευή και η σκηνοθεσία δίνουν βάθος και ανθρώπινη υπόσταση σε αυτές τις γυναίκες, με αποτέλεσμα η τραγικότητα της μοίρας τους να συγκλονίζει τον θεατή. Πολύ καλές οι Μπέττυ Νικολέση και η Κλειώ- Δανάη Οθωναίου στους ρόλους, αντίστοιχα.
Ο Πασχάλης Τσαρούχας είναι ένας εξαιρετικά δυναμικός, στιβαρός Ζορμπάς, με δυνατή ενέργεια που γεμίζει τη σκηνή, ένα «δαιμόνιο» όπως τον θέλει ο Καζαντζάκης.
Ο Νίκος Τσολερίδης αποδίδει τον δεύτερο βασικό ρόλο του έργου ήπια, χαμηλόφωνα, όπως το θέλησε ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντάς τον σαν ζεν- πρεμιέ της εποχής. Είναι όμορφος, έτσι κι αλλιώς, διαθέτει ωραία, εντυπωσιακή σκηνική παρουσία, επομένως λειτουργεί σαφέστατα η αντίθεση. Ο Ζορμπάς, εκ διαμέτρου αντίθετος χαρακτήρας, ομολογεί στο τέλος ότι το Αφεντικό είναι ο άνθρωπος που αγάπησε περισσότερο στη ζωή. Η φύση δένει τους ανθρώπους που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.
Όλοι οι περιφερειακοί ρόλοι αποδίδονται θαυμάσια από τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του Κρατικού και δίνουν τη μεγαλοπρεπή διάσταση στην παραγωγή και δίκαια επευφημούνται στην υπόκλιση.
Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 2002 συμπεριλήφθηκε σε λίστα της Guardian με τα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών. Έχει διασκευαστεί αρκετές φορές για το θέατρο ενώ παράλληλα γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ως μιούζικαλ. Η κινηματογραφική του μεταφορά το 1963 σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν στον ομώνυμο ρόλο, έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, με το συρτάκι στο φινάλε της ταινίας, αποτέλεσε για χρόνια σήμα κατατεθέν της ελληνικότητας, αναδεικνύοντας τουριστικά τη χώρα μας διεθνώς.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Νίκος Καζαντζάκης
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης
Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Μουσική: Χρήστος Παπαδόπουλος
Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Videoart: Άντα Λιάκου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Τέτουλα
Boηθός ενδυματολόγου: Ζωή Καραβασίλη
Βοηθός κινησιολόγου: Στέλιος Ράμμος
Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου
Διανομή
Αντώνης Αντωνάκος – Κωνσταντής, Παπάς, Σερβιτόρος Πειραιά
Θανάσης Δισλής – Νικόλας, Πελάτης Πειραιά 2
Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βασίλακας, Χωροφύλακας
Σοφία Καλεμκερίδου – Αργύραινα, Πελάτισσα Πειραιά 3
Γιάννης Καραμφίλης – Μαυραντώνης
Εύη Κουταλιανού – Μαρίκα, Πελάτισσα Πειραιά 6
Μπέττυ Νικολέση – Μαντάμ Ορτάνς
Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα, Μοιρολογήτρα 1
Μίλτος Σαμαράς – Αργύρης, Εργάτης, Πελάτης Πειραιά 4
Γιώργος Σφυρίδης – Μπάρμπα Αναγνώστης
Χρήστος Τσάβος – Παυλής, Χωρικός
Πασχάλης Τσαρούχας – Αλέξης Ζορμπάς
Δημήτρης Τσιλινίκος – Μανόλακας
Νίκος Τσολερίδης – Νίκος
Θάνος Φερετζέλης – Μιμηθός, Πελάτης Πειραιά 1
Μαρία Χατζηϊωαννίδου – Κατίνα, Πελάτισσα Πειραιά 5
Χορευτές
Αναστασία Κελέση – Λόλα, Πελάτισσα Πειραιά 7, Μοιρολογήτρα 2
Ιωάννης Μάρτος – Χωρικός, Πελάτης Πειραιά 8
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.
Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.
«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»
Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.
«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»
Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.
«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»
Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…
Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.
«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»
Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!
Διανομή:
Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία
Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης
Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης
Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος
Χορός (αλφαβητικά): Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος , Θεμελή Ξένια,
Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης,
Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,
Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα
Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών
Συντελεστές:
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου –Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jeph Vanger
Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή
Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media
Graphic Design – Photography: Mike Rafail
Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Marossoulis Productions
Διάρκεια : 1.45΄
Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ
Προπώληση : more.com
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia
Πολιτισμός
«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.
Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη.
Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr
Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού
Πολιτισμός
«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»
Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!
Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.
Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.
Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.
Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.
Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.
Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.
Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.
Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.
Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.
Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.
Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.
Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.
Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.
Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.
Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.
Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.
Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.
Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.
Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.
Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.
Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.
Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.
Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.
Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.
Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.
«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.
Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.
Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.
Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».
Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.
Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.
Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.
Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.
Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.
Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.
Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.
Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.
«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε;
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά!
Εγώ όχι!
Εσύ είσαι χαζή!»
Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.
Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.
Συντελεστές
Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη
Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login