Connect with us

Πολιτισμός

Peter Weiss: «Η δολοφονία του Μαρά» / Ένα πολιτικό έργο στη σκηνή της Ε.Μ.Σ. από το Κ.Θ.Β.Ε.

peter-weiss:-«Η-δολοφονία-του-Μαρά»-/-Ένα-πολιτικό-έργο-στη-σκηνή-της-ΕΜΣ-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Το πολυσυζητημένο έργο το περιμέναμε πέρυσι. Η πανδημία και οι συνέπειές της εμπόδισαν την ολοκλήρωση της προετοιμασίας, η οποία διήρκησε σειρά μηνών. Πολυπρόσωπη παράσταση, απαιτητική στις πολλές παραμέτρους της, εξαντλητικές πρόβες εν μέσω απαγορεύσεων, πολλή δουλειά από όλους τους συντελεστές, όμως ο έμπειρος και ικανότατος ηνίοχος Κοραής Δαμάτης φέρνει, τελικά, ένα εντυπωσιακό «Άρμα Θέσπιδος», ένα άρτιο «παραστατικό» αποτέλεσμα στο εμβληματικό θέατρο της Ε.Μ.Σ και το Κ.Θ.Β.Ε. κάνει την πρεμιέρα του με περηφάνια που τη δικαιούται.

Δραματουργία

Το έργο πραγματεύεται τη φανταστική σύγκρουση μεταξύ του ακραίου ατομικισμού και της σκέψης μιας πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής.

«Η δολοφονία του Μαρά» του PeterWeiss υλοποιεί σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956) για το επικό θέατρο. Το επικό θέατρο ήταν η εναλλακτική του Μπρεχτ στο θέατρο της ψευδαίσθησης και της ενσυναίσθησης. Κατά τη διάρκεια τωνδεκαετιών του 1920, 1930, ο Μπρεχτ ανέπτυξε μια θεατρική θεωρία, βασισμένη στον μαρξισμό, που στρεφόταν κατά του αριστοτελικού αλλά και του αστικού δράματος της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «επικό θέατρο» το 1926. Έψαξε εντατικά για μια μορφή θεάτρου που ήταν κατάλληλη για την εποχή του και προσαρμοσμένη στη σύγχρονη, καπιταλιστική και «μορφωμένη» κοινωνία. Το κοινό, κατ’ αυτήν, πρέπει να αναλύει τα γεγονότα στη σκηνή, να βγάζει συμπεράσματα και να βρίσκει τις δικές του κινητήριες δυνάμεις. Το θέατρο, σύμφωνα με την μπρεχτική θεωρία, πρέπει να βλέπει κριτικά το εκμεταλλευτικό σύστημα της αστικής κοινωνίας και να συμμετέχει στην επαναστατική του αλλαγή. Επομένως, το κοινό δεν πρέπει να είναι παθητικό αλλά να ενεργοποιεί τη σκέψη που οδηγεί στη δράση.

Ανάγνωση

«Η δολοφονία του Μαρά» είναι μια παράσταση «θεάτρου μέσα στο θέατρο» ή πιο κυριολεκτικά, «θεάτρου μέσα στο ψυχιατρείο».

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τη Γαλλική επανάσταση ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, έγκλειστος στο άσυλο του Σαραντόν, εφαρμόζει τη μέθοδο της δραματοθεραπείας σκηνοθετώντας την ιστορία της δολοφονίας του πρωταγωνιστή της επανάστασης Ζαν Πωλ Μαρά, με «ηθοποιούς» τους ίδιους τους τρόφιμους του ασύλου. Βήμα-βήμα, καθώς εξελίσσονται στη «σκηνή» τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του Μαρά, τα όρια ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα γίνονται δυσδιάκριτα και το έργο μετατρέπεται σε ένα αιχμηρό και επίκαιρο σχόλιο για την επανάσταση και τη σύγκρουση της ατομικής ελευθερίας με το ιστορικό και κοινωνικό καθήκον.
Η καταδίωξη και η δολοφονία του Ζαν-Πωλ Μαρά γράφτηκε από τον Γερμανό δραματουργό Πέτερ Βάις το 1963. Ένα σημαντικό πολιτικό έργο στα ίχνη του Μπρεχτ που, με αφορμή μία από τις πιο καθοριστικές περιόδους της παγκόσμιας Ιστορίας, θίγει διαχρονικά το ζήτημα της επανάστασης και των συνεπειών της.

Ιστορικό

Ανέβηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας το 1965 από τον Κάρολο Κουν σε αψεγάδιαστη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη. Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1989, ο Κοραής Δαμάτης το σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο πάνω στην ίδια μετάφραση.

Έπειτα από 32 χρόνια ο ίδιος σκηνοθέτης επιχειρεί μια νέα προσέγγιση. Μια παράσταση για το Κ.Θ.Β.Ε. εμπλουτισμένη με τη γνώση και την εμπειρία των χρόνων αυτών, αλλά και μια ανάγνωση υπό το πρίσμα των σημερινών πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών.

Αν και το έργο γράφτηκε το 1963 παραμένει σύγχρονο, ακριβώς γιατί ο Πέτερ Βάις είχε εξαιρετική αντίληψη για τους ανθρώπους και τα γεγονότα της εποχής του. Βέβαια, δεν είναι το έργο επίκαιρο, όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, αλλά δεν έχει αλλάξει τίποτα επί της ουσίας στις πράξεις και στην πολυπλοκότητα του σοφού εξολοθρευτή homosapiens.

Η υπόθεση

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ βρίσκεται κλεισμένος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Σκηνοθετεί τους άλλους τρόφιμους σ’ ένα θεατρικό έργο που αφορά τις τελευταίες μέρες και τη δολοφονία του Μαρά. Στην ανάπτυξή του όμως, οι τρόφιμοι αρχίζουν σταδιακά να επηρεάζονται από τις καταστάσεις και βουλιάζουν όλο και περισσότερο στη βία, με αποτέλεσμα η παράσταση να ξεφύγει από τα λογικά όρια και να ακολουθήσει μια τελείως χαοτική εξέλιξη.

Ο γεννημένος το 1743 στην Ελβετία Ζαν Πολ Μαρά ήταν μια πολύ σημαντική μορφή για την προπαγάνδα υπέρ της Γαλλικής Επανάστασης. Εκδότης της εφημερίδας «Φίλος του λαού», είχε καταφέρει με τα πύρινα άρθρα του να βρεθεί στην κορυφή της εξουσίας, ενώ συνέβαλε με αυτά στην καταδίκη του Λουδοβίκου του 16ου. Ήταν μέλος της Λέσχης των Κορδελιέρων και ηγετική μορφή στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, που είχε δημιουργηθεί λίγους μήνες νωρίτερα, μέσα στην οποία πάρθηκαν αποφάσεις για μαζικές εκτελέσεις ανθρώπων που θεωρούνταν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της Επανάστασης (σφαγές Σεπτεμβρίου).

Ανάμεσα στις αποφάσεις του ήταν και η πρόταση για την διάλυση των δεξιών Γιρονδίνων. Όταν ο Μαρά διέταξε τη σύλληψη 22 εξ’ αυτών, μια νεαρή οπαδός τους, η Σαρλόττα Κορνταί, αποφάσισε να τον δολοφονήσει. Ο Μαρά κρυβόταν από τους αντιπάλους του στους υπονόμους της πόλης. Έπασχε από κάποια δερματική ασθένεια και για τον λόγο αυτό πολύ συχνά χρησιμοποιούσε τα κρύα λουτρά για να ανακουφιστεί. Με την πρόφαση πως είχε να του αποκαλύψει συνωμότες, η Κορνταί τόλμησε να τον επισκεφτεί στο λουτρό. Εκεί βύθισε στο στήθος του ένα μαχαίρι προκαλώντας τον θάνατο του. Συνελήφθη και, μετά από δίκη, εκτελέστηκε στη λαιμητόμο.

«Σαν τον Χριστό, ο Μαρά αγαπούσε παράφορα τον λαό. Σαν τον Χριστό, ο Μαρά μισούσε τους βασιλιάδες, τους ευγενείς, τους ιερείς, τους αγύρτες και, σαν τον Χριστό, ποτέ δεν έπαψε να πολεμά αυτές τις μάστιγες του λαού» είχε γράψει ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ για ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της Γαλλικής Επανάστασης. Και έτσι ήταν.

Η δολοφονία του ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και καλλιτέχνες, ενώ παράλληλα αναπαραστάθηκε στον διάσημο πίνακα του Ζακ-ΛουιΝταβίντ «Ο θάνατος του Μαρά», ένα από τα γνωστότερα έργα της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο συγγραφέας

Ο Πέτερ Βάις γεννήθηκε στη Γερμανία το 1916. Από το 1939 έζησε στη Στοκχόλμη όπου και πήρε τη σουηδική υπηκοότητα. Στρατευμένος συγγραφέας, μαρξιστής και εκφραστής του «Θεάτρου της σκληρότητας», εμπλεκόταν ενεργά στην πολιτική ζωή, καθώς έπαιρνε καθαρές θέσεις στις δημόσιες τοποθετήσεις του. Η «Δολοφονία το Μαρά» είναι το έργο που τον έκανε γνωστό, κυρίως μέσω της εξαιρετικής σκηνοθεσίας του Πήτερ Μπρουκ στο θέατρο, που στη συνέχεια μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Με έντονες επιρροές, κυρίως από το θέατρο του Μπρεχτ αλλά και του Αρτώ, δημιούργησε το προσωπικό του στυλ γραφής, με το οποίο καταφέρνει μέχρι και σήμερα να μας κάνει να επαναπροσδιορίσουμε τις βεβαιότητές μας.

Η παράσταση

Συλλογική και ατομική ευθύνη

Σύμφωνα με τη σκηνοθετική προσέγγιση το έργο αναπτύσσεται από ηθοποιούς και τραγουδιστές, σε δύο παράλληλα επίπεδα. Επομένως, δεν υπάρχει γραμμική δράση.

Το πρώτο είναι εκείνο του δράματος. Εδώ τα γεγονότα ακολουθούν δύο τροχιές, εκείνη των ιστορικών συμβάντων που οδήγησαν στη δολοφονία του Μαρά και εκείνη ενός διαλόγου Μαρά – Σαντ που, πιθανότατα, δεν έγινε ποτέ αλλά στο έργο έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τον διάλογο αυτόν πυροδοτεί η αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας μέσα από την αντιπαράθεση του εγώ (Σαντ) και του εμείς (Μαρά). Η Γαλλική επανάσταση είναι η αφορμή να αναδυθούν καινούργιες ιδέες, αλλά και νέα ερωτήματα για τα ατομικά και τα συλλογικά συμφέροντα και ελευθερίες, για τη δράση και την παθητικότητα, για τη ζωή και τον θάνατο. Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται ο άνθρωπος αλλά και η φύση που, παρά την ιστορική τους εξέλιξη, μοιάζουν ακίνητοι σε σύγκριση με την ηλικία της γης, ωστόσο, ανώριμοι για την ενηλικίωσή τους.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά στην πραγματικότητα που βιώνουν οι ίδιοι οι ηθοποιοί – έγκλειστοι του ψυχιατρείου, που υποδύονται τους ρόλους του έργου. Πρόκειται για μια μίξη ψυχοπαθών, περιθωριακών, αλλά και πολιτικών κρατουμένων με κοινό στόχο την απελευθέρωσή τους.

Το Κ.Θ.Β.Ε. και με την ευκαιρία της επετείου των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ευτυχώς, επέλεξε αυτό το έργο. Η επετειακή συγκυρία, η αξεπέραστη οδηγητική ιδεολογικά και αισθητικά , η μετάφραση του σπουδαίου Μάριου Πλωρίτη και η ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη συντελούν, ώστε να επιδείξει ο μεγάλος πολιτιστικός αυτός φορέας, μια ευδόκιμη – θεατρικά – παράσταση. Ο Βάις με τον ουμανισμό που τον διακρίνει και μέσα από το πρίσμα των σύγχρονων προοδευτικών ιδεών, πρόβαλε στο κείμενό του τα ανεκπλήρωτα αιτήματα της προδομένης Γαλλικής Επανάστασης.

Ωστόσο, η σύλληψη είναι ολότελα ιδιότυπη. Ο βασικός «μύθος» στρέφεται, φυσικά, γύρω από τη δολοφονία του «αρχιεπαναστάτη» Μαρά απ’ τη Σαρλότ Κορνταί στις 13 Ιουλίου 1793. Ο Βάις, όμως, δεν «αναπαρασταίνει» τα γεγονότα. Τα παρουσιάζει «σαν παράσταση έργου με αυτό το θέμα, που είχε γραφτεί (τάχα) απ’ τον Μαρκήσιο ντε Σάντ και που παίχτηκε (τάχα) το 1808 στο Άσυλο Φρενοβλαβών του Σαραντόν», γράφει ο Μάριος Πλωρίτης, που μετέφρασε το έργο όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα από τον Κουν. Παρόμοια σχόλια έχει κάνει και ο Πήτερ Μπρουκ, ο οποίος σκηνοθέτησε το έργο για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Είπε ότι : «Το έργο είναι μια μοντέρνα μίξη όλων των καλύτερων θεατρικών συστατικών της εποχής: Μπρεχτ— διδακτικό— παράλογο— Θέατρο της Σκληρότητας. Είναι δυνατό, η κεντρική του σύλληψη ξεχωριστή, η φόρμα του κοφτή και αλάνθαστη. Από πρακτική εμπειρία μπορώ να πω πως η δύναμη της παράστασης έχει άμεση σχέση με την πλούσια φαντασία του υλικού».

Ο Κοραής Δαμάτης έχει ήδη κατακτήσει ένα μικρό μερίδιο από το έργο, αλλά διαθέτει και μια σπάνια ικανότητα να καθοδηγεί ομάδες, να συνθέτει κινησιολογικές αντιστίξεις, να συγκροτεί με ανθρώπινα μέλη μουσικές φαντασίες και εκφραστικά σύνολα. Οργάνωσε με γνώση, μέτρο, καλαισθησία , μια εμπνευσμένη παράσταση. Έστησε σε ενιαίο σύνολο ανθρώπους με ιδιαιτερότητες και απεικόνισε έναν ολόκληρο κόσμο.

Σύμφωνα με το «επικό θέατρο» που ενστερνίζεται ο σκηνοθέτης, το κοινό πρέπει να αποστασιοποιηθεί από το έργο. Η πολύπλοκη δομή και το δίδυμο Μαρά- Ντε Σαντ συμβάλλουν σε αυτό, επειδή το κοινό μπορεί να δει τα δραματικά γεγονότα από πέντε οπτικές γωνίες. Είναι οι προοπτικές του διευθυντή του ιδρύματος Κουλμιέ, του ριζοσπαστικού επαναστατικού αγκιτάτορα Μαρά, της δολοφόνου Κορνταί , του συγγραφέα και «ηθοποιού» ντε Σαντ και των ασθενών – χαρακτήρες που συμμετέχουν.

Οι ασθενείς δεν παίζουν μόνο τους ρόλους τους, αλλά και τον εαυτό τους. Κυριεύουν κυριολεκτικά τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη, μένουν στο σανίδι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και χαρίζουν γενναιόδωρα μοναδικά εικαστικά κάδρα. Η ασάφεια στη δομή του δικού τους παιχνιδιού, υπό την καθοδήγηση του Σαντ, αποτελεί προϋπόθεση για τη συνεχή παρέμβαση του Κουλμιέ. Γι ‘αυτό γίνεται ο ίδιος συμπαίκτης. Οι άνθρωποι που έχουν τη λειτουργία της χορωδίας ( έξοχα τα χορωδιακά μέρη) είναι κομμάτι της υπόθεσης και, ταυτόχρονα, έχουν καθήκοντα σχολιαστών, όπως στο διδακτικό θέατρο.

Το σκηνικό (Ανδρέα Βαρώτσου) έχει επίσης δυαδική υπόσταση. Το μπάνιο στο άσυλο ψυχασθενών υποδηλώνει την ιδέα της υγιεινής καθαριότητας, αλλά ταυτόχρονα έρχεται σε αντίθεση με την «ακαθαρσία» των κοινωνικών συνθηκών.

Τα κοστούμια της ΄Άννας Μαχαιριανάκη ξεπερνούνε την αληθοφάνεια μιας συνθήκης, εν προκειμένω του τέλους του 18ου αιώνα, και παίρνουν μια θέση πολύ πιο φιλόδοξη. Πολλαπλασιάζουν τις λειτουργίες τους και ενσωματώνονται στη δουλειά του συνόλου πάνω στα σκηνικά σημαίνοντα. Εδώ τα κοστούμια χρησιμοποιούνται ως αξία ταύτισης με το δραματικό πρόσωπο, επιτρέποντας στον θεατή να επισημαίνει το οτιδήποτε από τη δράση, τον χαρακτήρα, την κατάσταση, την ατμόσφαιρα και να μην εξαντλείται στην ολιγόλεπτη αρχική του παρατήρηση.

Η μουσική της Δήμητρας Γαλάνη, μια έκπληξη. Οι μουσικές γέφυρες, έντεχνα αριστουργήματα και με υπέροχο «άρωμα» Χατζιδάκι, προσφέρουν στον θεατή επί πλέον απόλαυση. Εξαιρετικός επιχρωματισμός και δημιουργία αισθήσεων που αντιστοιχεί στη δραματική κατάσταση. Η ατμόσφαιρα αντικατοπτρίζεται στη μουσική αλλά και ενισχύεται από αυτή. Είναι, θα λέγαμε, η δομή που δίνει ρυθμό σε ολόκληρη την παράσταση.

Ο πληθωρικός Κώστας Σαντάς ενσαρκώνει με απίστευτη ένταση και μέγιστη υποκριτική δεινότητα τον εκκεντρικό Ντε Σαντ, τον βασικό χαρακτήρα του έργου. Δίνει αστείρευτη ενέργεια στη σκηνή και τροφοδοτεί τεχνηέντως τους θεατές με αφορμές για φιλοσοφικούς διαλόγους , χρησιμοποιώντας σαρδόνιο χιούμορ και τη γνωστή μηδενιστική, ατομιστική προβληματική τού ήρωα που υποδύεται.

Ο Δημήτρης Σιακάρας , ένας Μαρά επαναστάτης με αιτία, ένας μπερδεμένος χαρακτήρας, δωρίζει στο κοινό και στην παράσταση μια πολυδιάστατη ερμηνεία. Βασανίζεται από τις μνήμες, κατατρύχεται από την απογοήτευση για την αποτυχία της επανάστασης κι ας επαίρεται φωνάζοντας «εγώ είμαι η επανάσταση» και υποφέρει από την παράξενη ασθένεια της δερματοπάθειας που τον έχει εγκλωβίσει σε μια μπανιέρα γεμάτη νερό. Συγκινεί το κοινό.

Η Μαριάννα Πουρέγκα είναι η Σαρλόττα Κορνταί που, ως άλλη «Ελευθερία που οδηγεί τον λαό» του Ντελακρουά, θεωρεί τη δολοφονία του Μαρά μια πράξη που θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα. Η ερμηνεία της θυμίζει ευριπίδεια Ηλέκτρα κάποιες στιγμές κι άλλες σοφόκλεια Αντιγόνη. Κάποτε έβρισκε τις ιδέες του Μαρά ελκυστικές, αλλά κατέληξε απογοητευμένη από το αποτέλεσμα της επανάστασης. Βλέπει τον θάνατό του ως το πρώτο βήμα σε μια νέα επανάσταση. Κοντά στο τέλος, οραματίζεται τον δικό της θάνατο στη λαιμητόμο.

Ο Δημήτρης Τσιλινίκος είναι ο Κουλμιέ, ο διευθυντής του ψυχιατρείου συνοδευόμενος από την απαστράπτουσα , πανέμορφη διευθύντρια και σύζυγό του Γιολάντα Μπαλαούρα, ο οποίος με άφθονο νεύρο κινείται επιδέξια στη σκηνή και διακόπτει τη δουλειά του Ντε Σαντ για να επιβληθεί στο πείραμα της δραματοθεραπείας, ενώ παροτρύνει σαδιστικά τους επιστάτες να τιμωρήσουν με βία τους «επαναστάτες» ασθενείς στο φινάλε.

Ο Ορέστης Παλιαδέλης ερμηνεύει τον Ντυπερρέ, έτσι όπως ακριβώς πρέπει. Χειριστικός με τις γυναίκες, λάγνα σκέψη μονίμως, όμως δείχνει μια ικμάδα μετάνοιας, λίγο πριν τον φόνο του Μαρά, παρότι ήταν υπέρμαχος της ιδέας.

Η εξαιρετική ΄Αννη Τσολακίδου έχει τον πρέποντα κρυφό ερωτισμό ως Σιμόνη Εβράρ, μετρέσα του Μαρά, όμως του προσφέρει και αγάπη και φροντίδα, όπως η τροφός αρχαίου ελληνικού δράματος.

Ο Ζακ- Ρου του Δημήτρη Μορφακίδη υποστηρίζεται από τον έμπειρο ηθοποιό με πάθος και πολεμά εξίσου θερμά τη μισαλλοδοξία της εκκλησίας, την οποία υπηρετούσε στο παρελθόν. Καθηλωτική η ερμηνεία του.

Οι τέσσερις τραγουδιστές: Αριστοτέλης Ζαχαράκης, Σοφία Καλεμκερίδου, Νίκος Καπέλιος, Νίκος Κουσούλης, είναι ο Χορός, είναι τα μουσικά ιντερμέδια, είναι οι μελωδικοί αφηγητές, είναι το λυσάρι για τους θεατές. Εξαιρετικοί όλοι τους.

Ο Θάνος Φερετζέλης, ως Τελάλης, πρωτοστατεί στη σκηνή, κινεί τα νήματα όλων που «κρέμονται» στο στόμα του, εξηγεί και διακωμωδεί. Πλούσια κωμική φλέβα, αίλουρος στην κίνηση και με ιδιαίτερα βαθύ, καθαρό μέταλλο φωνής, ένας εξαιρετικός comedicrelief .

Άξιοι επαίνου όλοι οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. που ενώνουν τις φωνές τους, το ταλέντο τους κι ερμηνεύουν τους «τρελούς» ασθενείς του ιδρύματος και τις νοσοκόμες – επιστάτες , σαν ένα καλοκουρδισμένο και εκπαιδευμένο σύνολο που απλώνει γενναιόδωρα στη σκηνή το σκηνοθετικό όραμα.

Σ’ αυτή την αναπαράσταση των συνεπειών της Γαλλικής Επανάστασης η σκηνοθεσία ακολουθεί τον συγγραφέα, ο οποίος επικεντρώνεται στο δίπολο φτωχός- πλούσιος και στα συνακόλουθα μέσα σε μια μικροδομή ενός φρενοκομείου κι εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ταξική σύγκρουση και τη δύναμη της εκκλησίας στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Όμως, τοποθετείται και στην τρέχουσα επικαιρότητα, επειδή η ανισότητα στην ανθρωπότητα πρυτανεύει μόνιμα. Ο διαχωρισμός «λαός και Κολονάκι» είναι διαχρονικός και υφίσταται σήμερα μεταλλαγμένος σε προνομιούχους ακολούθους δογμάτων και σε κοινωνικά απόκληρους ή ιδεολογικά απείθαρχους στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Υπάρχουν σκηνές αναρχικού χιούμορ, ενοχλητικής βίας, υστερικών διαλόγων και παραληρηματικών μονολόγων που ασκούν κριτική τόσο στην προγενέστερη, όσο και στη μεταγενέστερη της Γαλλικής Επανάστασης πολιτική κατάσταση.

Πέρα από την πολιτική, η φύση της θρησκείας, το αμφιλεγόμενο της ανθρώπινης ύπαρξης, οι σεξουαλικές προτιμήσεις, ο ρόλος της βίας στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, η μορφή της κοινωνίας και της εξουσίας, το δυαδικό σύστημα του καλού και του κακού, η έννοια της ελεύθερης βούλησης ακόμα και η λογοκρισία και η προπαγάνδα αποδομούνται και κριτικάρονται στη δράση.

Ωστόσο, όταν πέφτει η αυλαία μένουμε με την εντύπωση ότι η σύγκριση Ντε Σαντ- Μαρά βρίσκεται στις αντικρουόμενες ιδέες τους. Ο πρώτος, ως συγγραφέας του έργου μέσα στο έργο, έρχεται αντιμέτωπος με τον δεύτερο και την ιδεολογία του. Η διαφορά τους είναι η πάλη μεταξύ του φυσικού κόσμου και του νου, δηλαδή του εσωτερικού κόσμου.

Στο ΚΘΒΕ ανεβαίνει πρώτη φορά φέτος, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, κανένα άλλο έργο του συγγραφέα δεν παρουσιάστηκε νωρίτερα στις σκηνές του.

Σύμφωνα με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του ΚΘΒΕ Νίκο Κολοβό: «Ήταν ευδόκιμος ο χρόνος του ανεβάσματος μιας τόσο μεγάλης παραγωγής θα αναρωτηθεί κανείς; H Επανάσταση στην οποία πολύμηνα όλοι κληθήκαμε να προβούμε εν μέσω πανδημίας για το κατάκτημα της ελευθερίας έκφρασης που μετουσιώνεται σε θεατρική πράξη, με σημαία την ατομική και κατ’ επέκταση τη συλλογική ευθύνη, συμπλέει τόσο με το διαχρονικό ζήτημα που θίγει ο Βάις στη «Δολοφονία του Μαρά». Ένα επίκαιρο σχόλιο αιχμής για τις συγκρούσεις που ανακύπτουν μεταξύ των ορίων της ατομικής μας ελευθερίας έναντι του κοινωνικού καθήκοντος σε στιγμές βαρύνουσες ιστορικά».

Δείτε την παράσταση. Ξεχωριστή εμπειρία!

Συντελεστές

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Σκηνοθεσία- Κίνηση: Κοραής Δαμάτης

Σκηνικά: Ανδρέας Βαρώτσος

Κοστούμια-Γλυπτικές μάσκες: Άννα Μαχαιριανάκη

Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Μουσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου

Α΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Αντρέας Κουτσουρέλης

Β΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης

Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Βοηθός κινησιολόγου: Ευανθία Σωφρονίδου

Υπεύθυνη φροντιστηριακού υλικού: Χαρά Αργυρούδη

Βοηθός φωτιστή: Στάθης Φρούσσος

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός δημιουργικού: ΣιμώνηΓρηγορούδη

Διανομή

Κώστας Σαντάς: Μαρκήσιος Ντε Σαντ

Δημήτρης Σιακάρας: Ζαν Πωλ Μαρά

Άννη Τσολακίδου: ΣιμόνηΕβράρ

Μαριάννα Πουρέγκα: ΣαρλότταΚορνταί

Ορέστης Παλιαδέλης: Ντυπερρέ

Δημήτρης Μορφακίδης: Ζακ Ρου

Θάνος Φερετζέλης: Τελάλης

Δημήτρης Τσιλινίκος: Κουλμιέ

Γιολάντα Μπαλαούρα: Κυρία Κουλμιέ

 

Τραγουδιστές: Αριστοτέλης Ζαχαράκης, Σοφία Καλεμκερίδου, Νίκος Καπέλιος, Νίκος Κουσούλης.

Ασθενείς: Λευτέρης Αγγελάκης, Λουκία Βασιλείου, Μάνος Γαλανής, Ελένη Γιαννούση, Γιάννης Γκρέζιος, Λευτέρης Δημηρόπουλος, Στέλιος Καλαϊτζής, Γιάννης Καραμφίλης, Αναστασία ΡαφαέλαΚονίδη, Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Μαρία Μπενάκη, Χρίστος Νταρακτσής, Σταυριάνα Παπαδάκη, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Κατερίνα Σισίννι, Ευανθία Σωφρονίδου, Φωτεινή Τιμοθέου, Νίκος Τσολερίδης.

Συμμετέχουν επίσης: Τίμος Αρχοντίδης, Δημήτρης Δανάμπασης, Ευάγγελος Δρούγκας, Κατερίνα Ζησκάτα, Αλέξανδρος Καλτζίδης, Χρυσοβαλάντης Νέστωρας, Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

Πληροφορίες

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Πρεμιέρα: Παρασκευή 19 Νοεμβρίου, 21.00

Παραστάσεις: Τετάρτη, Κυριακή (19.00), Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο (21.00).

Προπώληση: www.ntng.gr | VIVA.GR | 11876 |WIND

Κεντρικό Εκδοτήριο Βασιλικού Θεάτρου:

Δευτέρα – Κυριακή (08:30-21:30)

Εκδοτήριο ΕΜΣ:

Τετάρτη- Κυριακή (14.00- 22.00)

Εκδοτήριο Μονής Λαζαριστών:

Τετάρτη- Κυριακή (14.00- 22.00)

Εκδοτήριο ΚΘΒΕ Πλατείας Αριστοτέλους:

Τρίτη- Σάββατο (11:00-19:00)

Γενική είσοδος: 13€

Άνω των 65 ετών: 10€

Εκπτωτικό Εισιτήριο 8€ (θέσεις Α’ εξώστη, Φοιτητικό/ πολύτεκνοι) – Θέσεις Β’ Εξώστη 5€

Ομαδικό εισιτήριο (για κρατήσεις άνω των 10 ατόμων): 8€. Απαραίτητη η προαγορά των εισιτηρίων, κατόπιν τηλεφωνικής κράτησης (Δευτέρα- Παρασκευή, πρωινές ώρες τηλ.: 2315200012).

Άνεργοι: 5€

ΑΜΕΑ: Δωρεάν με έκδοση εισιτήριου από τα ταμεία έως και 2 ώρες πριν από την παράσταση αυστηρά, με την επίδειξη σχετικής κάρτας.

Ατέλειες: Δωρεάν 10 θέσεις ανά παράσταση με έκδοση εισιτήριου από τα ταμεία έως και 2 ώρες πριν από την παράσταση αυστηρά

*Οι σκηνές του ΚΘΒΕ λειτουργούν ως covid free χώροι για θεατές που έχουν εμβολιαστεί και με τις δύο δόσεις του εμβολίου κατά της COVID-19 ή έχουν νοσήσει εντός του τελευταίου εξαμήνου. Για την είσοδό σας στην παράσταση είναι απαραίτητη η επίδειξη πιστοποιητικού πλήρους εμβολιασμού, είτε πιστοποιητικού νόσησης καθώς και πιστοποιητικού ταυτοπροσωπίας (αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης). H προσέλευση ανηλίκων (από 12 και άνω) προϋποθέτει την επίδειξη πιστοποιητικoύ εμβολιασμού ή νόσησης και ανηλίκων (από 4 έως 11 ετών) αρνητικού selftest με ισχύ 24 ωρών.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

 

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

Tania Giannouli Trio στη σκηνή του Cosmopolis Festival

tania-giannouli-trio-στη-σκηνή-του-cosmopolis-festival

Η τρίτη εβδομάδα των εκδηλώσεων της ενότητας CosmoClassical, έκλεισε με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο, μέσα από τη μουσική παρουσία της πιανίστα, συνθέτη, αυτοσχεδιάστριας και bandleader, Τάνιας Γιαννούλη, του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου στην τρομπέτα και του Κυριάκου Ταπάκη στο ούτι, σε ένα ιδιαίτερο τρίο ( Tania Giannouli Trio), το απόγευμα του Σαββάτου 27 Νοεμβρίου 2021, στο εμβληματικό κτήριο της Μεγάλης Λέσχης.

Η συγκεκριμένη μουσική σύμπραξη περιελάμβανε πρωτότυπες συνθέσεις που ισορροπούσαν μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Έχοντας ως εφαλτήριο την κλασσική παιδεία (δίπλωμα Πιάνου και Σύνθεσης) η Τάνια Γιαννούλη, ενσωμάτωσε τον αυτοσχεδιασμό στην γεμάτη, έμπνευση, πολυπλοκότητα, εκλεκτισμό και μεγάλη πρωτοτυπία εκτέλεσή της. Στο ίδιο πλαίσιο, το κοινό της εκδήλωσης είχε την ευκαιρία να απολαύσει ένα ευρύτατο φάσμα από μουσικά είδη, καθώς και της έμπνευσης της δημιουργού από διαφορετικές παραδόσεις όπως πχ. σύγχρονη τζαζ, μουσική δωματίου, world/ethnic αλλά και free improvisation, ενώ τα διαφορετικά της project και η πλούσια μουσική της έκφραση, της προσέφεραν και στο πλαίσιο του Cosmopolis Festival, τη δυνατότητα να κινείται με την ίδια άνεση, σε πολύ διαφορετικά μουσικά είδη.

Το τρίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θρυλικό Jazzfest του Βερολίνου το 2018.Το αμερικάνικο περιοδικό Downbeat έγραψε για την πρεμιέρα τους: “συναρπαστικές μελωδίες με τρομερή ορμή… Σαν το όνειρο του Manfred Eicher για μεσογειακές διακοπές”. Στο ίδιο πλαίσιο το γερμανικό περιοδικό JAZZTHETIK, κατέταξε την πρεμιέρα του trio, στο Jazzfest Berlin, στα καλύτερα κονσέρτα του 2018.

H συγκεκριμένη συναυλία στην ενότητα CosmoClassical πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση – πρόγραμμα «Εξωστρέφεια».

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ντάριο Φο: «Ένα ελεύθερο ζευγάρι» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών από το Κ.Θ.Β.Ε.

Ντάριο-Φο:-«Ένα-ελεύθερο-ζευγάρι»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Τα μείζονα ζητήματα ή ηθικά διλήμματα, αν θέλετε, που θέτει αυτό το έργο, με ώθησαν να σκεφτώ δύο εκδοχές. Η πρώτη είναι μεταξύ της ποιότητας του σατιρικού χιούμορ των Φο – Ράμε και του Μολιέρου, κλασικού συγγραφέα του κωμικού θεάτρου. Η δεύτερη, μεταξύ της ποιότητας του σύγχρονου αστικού χιούμορ και της εγγενούς κατάστασης του πολιτικού θεάτρου. Και οι δύο αναλογίες είναι ισχυρές και αποκαλυπτικές.

Οι θεατρικές πρακτικές που φέρνουν στη σκηνή τις παγιωμένες θέσεις του πολιτικοκοινωνικού status που βρίσκεται εκτός σκηνής, είναι αυτές που ο Σαρτρ(στο δίδυμο ρόλο του: θεατρικός συγγραφέας-θεωρητικός), συνήθιζε να αναφέρει ως θέατρο της κατάστασης. Συμπέρασμα: Σ’ αυτό το λογοτεχνικό πλαίσιο το συγκεκριμένο θεατρικό έργο θεωρείται, αναπόφευκτα, και πολιτικό. Η δεξιοτεχνία των συζύγων συγγραφέων Φο και Ράμε, αλλά και άλλων πριν από αυτούς, είναι η ικανότητά τους να περιηγούνται στις υπάρχουσες καταστάσεις και να κάνουν την πολυπλοκότητά τους να αντηχεί στα κείμενά τους με, τουλάχιστον, πολιτική σημασία. Όπως συμβαίνει και στο «Ελεύθερο ζευγάρι», το οποίο δεν έχει μεν τις ηχηρές πολιτικές αιχμές που διαθέτουν άλλα έργα του συγγραφικού διδύμου, ωστόσο, θίγει έντονα παραδεδεγμένες αρχές όπως η συζυγική πίστη, η οικογενειακή αξιοπρέπεια και η υποδεέστερη θέσης της γυναίκας απέναντι στον άνδρα.

Υπόθεση

Μετά από τριάντα χρόνια γάμου, το ζευγάρι της ιστορίας μας βρίσκεται αντιμέτωπο με την κούραση και την βαρεμάρα, ώσπου ο σύζυγος αρχίζει τις απιστίες. Η σύζυγος ανήμπορη να το αντιμετωπίσει, καταφεύγει σε διάφορε σκηνές ζηλοτυπίας απειλώντας ότι θα αυτοκτονήσει. Τότε ο σύζυγος της προτείνει να ακολουθήσουν το παλιό, αλλά δοκιμασμένο μοντέλο του “ελεύθερου ζευγαριού”. Όταν όμως η σύζυγος αποφασίζει να ακολουθήσει την συμβουλή του, οι ρόλοι αλλάζουν και το θύμα γίνεται θύτης.

Η απόλυτη φάρσα για την κρίση ενός γάμου, όπου το συγγραφικό δίδυμο Ντάριο Φο – Φράνκα Ράμε ξεδιπλώνουν με σαρκαστικό τρόπο όλη τη γελοιότητα και υποκρισία της μεγαλο-αστικής τάξης που, ψάχνοντας να βρει λύση στο αιώνιο πρόβλημα της πλήξης και της θανατηφόρας συνήθειας στο γάμο, καταφεύγει σε «προχωρημένους» τρόπους να σωθεί και να αναγεννηθεί.

Ανάγνωση

Ήταν το 1982 όταν ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε έγραψαν και ερμήνευσαν το «Ελεύθερο ζευγάρι» στον απόηχο των διαδηλώσεων στην Ιταλία, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου τα δημοψηφίσματα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων και του διαζυγίου, για την ακύρωση του εγκλήματος της μοιχείας και για τα μέτρα που σχετίζονται με «δολοφονίες τιμής», το γειτονικό κράτος προσπάθησε να εξερευνήσει νέα εδάφη, σκεπτόμενο ακόμη και την πιθανότητα «ανοιχτών ζευγαριών», δηλαδή σχέσεων που δεν περιορίζονται στη μονογαμία. Δυστυχώς, όπως εξηγεί το έργο, ο πρώτος κανόνας ενός πιθανού ελεύθερου ζευγαριού είναι ότι είναι ανοιχτό μόνο για τον άντρα! Αν, όμως, είναι ανοιχτό και από τις δύο πλευρές, τότε καταλήγει σε ένα «καράβι που βουλιάζει».

Αν και οι καιροί έχουν αλλάξει στον δυτικό κόσμο, οι απαρχαιωμένες αντιλήψεις περί ισοτιμίας των δυο φύλων παραμένει ο ίδιος, όπως ήταν πάντα. Στη χώρα μας, στην οποία η καταστολή και ο ανδρικός σοβινισμός δεν είναι καθόλου εύκολο να εξαλειφθούν, η πλειοψηφία των πολιτών πρέπει να αγωνίζεται διαρκώς ενάντια στη συναισθηματική, πολιτιστική και κοινωνική οπισθοδρόμηση μερίδας ανδρών,που απασχολούν δελτία ειδήσεων με επεισόδια βίας.

Μια σύγχρονη σκηνοθεσία αυτού του έργου είναι κι ένας φόρος τιμής στη Φράνκα Ράμε, μιας εξαιρετικά δυναμικής γυναίκας, που πλήρωσε ακριβά τα πιστεύω της αλλά και την εξυπνάδα και το ταλέντο της.

Ο συγγραφέας

Ο Ντάριο Φο ( 24 Μαρτίου 1926 — 13 Οκτωβρίου 2016) ήταν Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ευθυμογράφος, ηθοποιός, μίμος, θεατρικός σκηνοθέτης, ραδιοφωνικός παραγωγός και συνθέτης. Χρησιμοποιούσε τεχνικές της κομέντια ντελ’ άρτε και συνεργαζόταν στενά με τη σύζυγό του, Φράνκα Ράμε.

Στα έργα του είχε ασκήσει κριτική, μεταξύ των άλλων, στην πολιτική της Καθολικής εκκλησίας για τις αμβλώσεις, τις πολιτικές δολοφονίες, το οργανωμένο έγκλημα, την πολιτική διαφθορά και το Μεσανατολικό. Τα θεατρικά του κείμενα, συχνά, βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό, στο λαϊκό παραμύθι, στο ύφος της commedia dell’ arte. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες.

Το 2006, ο Φο ήταν υποψήφιος για δήμαρχος του Μιλάνο, της πιο σημαντικής, οικονομικά πόλης της Ιταλίας. Ο Φο, που πήρε πάνω απ’ το 20% των ψήφων, υποστηριζόταν από την Κομμουνιστική Επανίδρυση.

Έγραψε 21 θεατρικά έργα από το 1953 έως το 2003, ενώ το 2005 έγραψε στα αγγλικά ένα αφιερωμένο στον Μπους. Το «Ανοιχτό ζευγάρι» γράφτηκε το 1983.

Ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης τιμήθηκε το 1997 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ως ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς και επειδή, «όπως οι γελωτοποιοί του Μεσαίωνα, έτσι κι αυτός μαστιγώνει την εξουσία ξαναδίνοντας αξιοπρέπεια στους ταπεινούς».

Πολλά από τα γνωστά έργα του έχουν παρουσιαστεί από ελληνικούς θιάσους, με την πρωτιά να ανήκει στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, που ανέβασε το έργο «Ισαβέλα τρεις καραβέλλες και ένας παραμυθάς», την περίοδο 1974-1975. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου είχε στηρίξει, μεταξύ των άλλων, τον αγώνα των Ελλήνων αντιστασιακών κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Την τελευταία περίοδο της ζωής του στήριζε το «Κίνημα Πέντε Αστέρων» του Μπέπε Γκρίλο. Ο Ντάριο Φο πέθανε στις 13 Οκτωβρίου 2016 σε ηλικία 90 ετών.

Τα τεράστιο έργο του δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί σε μια παράγραφο. Όμως, ο θεατής – αναγνώστης που τον αγνοούσε ( συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες ) θα εισπράξει τις ενδιαφέρουσες καμπές της πολυσήμαντης ζωής του.

Η παράσταση

Αυτός ο εξαιρετικά ευφυής σκηνοθέτης Μιχάλης Σιώνας, και απρόσμενα γαλαντόμος, εξαφάνισε την κλειδαρότρυπα, άφησε ανοικτά τα φώτα σκηνής και πλατείας σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, μας έβαλε μέσα στη ροη της ρεαλιστικής δράσης, ως δώρο, μας θάμπωσε τον συνηθισμένο καθρέφτη της αλληλοεπίδρασης, μας εκμαίευσε με χειρουργική δεινότητα κι ακρίβεια το γέλιο ως επίφαση της ντροπής, των ενοχών, της παραπλάνησης του δεύτερου μισού με υπεκφυγές και παραμύθια, της εγωιστικής ζήλειας και της άλλης, της παράφορης, και μας παρέδωσε στο alter ego μας, πάνω και μέσα στα λόγια, στις κινήσεις, στην ψυχή, στον αγώνα δυο υπερταλαντούχων πλασμάτων που φέρουν τα ονόματα Λίλα Βλαχοπούλου και Γιάννης Σαμψαλάκης και ανήκουν στο δυναμικό του Κ.Θ.Β.Ε.

Η Άννα Βαρβαράσου – Τζόγια έφερε το κείμενο από το 1983 στο 2021 με τη μετάφρασή της σε καθημερινή, ελληνική και άκρως ρεαλιστική γλώσσα, αν και νομίζω ότι αυτή η υπόθεση δεν περιορίζεται σε χρονικά περιθώρια, είναι και θα είναι διαχρονική, όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Όλοι μαζί, μας φώναξαν ή μας ψιθύρισαν ή μας έκραξαν ή μας ξεμπρόστιασαν δημόσια «καρφώνοντάς» μας στον τοίχο σαν αφίσα «wanted», ψεκάζοντάς μας με σπρέι αόρατο αλλά με ευδιάκριτο το γκράφιτι: «εσείς οι ωτακουστές κι αυτόπτες μάρτυρες των δρώμενων στο σπιτικό μας, είστε η εικόνα μας».

Με κριτική διάθεση θα πω ότι η σκηνοθεσία του Μιχάλη Σιώνα αναδεικνύει πόσο τέλεια συγχρωτίζεται με το κοινό αυτό το θεατρικό κομμάτι που απαιτεί τη συμμετοχή του και που, μέσα από μια συνεχή ροή ταχέων διαλόγων, σχεδόν παράδοξων καταστάσεων και τραγικών κωμικών ανατροπών, εξετάζει τη συναισθηματική δυναμική των ζευγαριών του παρελθόντος και του παρόντος.

Ένα κασετόφωνο είναι το σκηνικό, το βασικό θεατρικό εργαλείο, ένας τεχνητός Courier που μεταφέρει τη σκυτάλη των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο «ελεύθερο» ζευγάρι. Δέχεται ηχογραφημένες κασέτες κι ό,τι ακούγεται, μετακινεί τους ήρωες από το μπαλκόνι, στο μπάνιο, στο σαλόνι. Κασέτες που καθορίζουν χώρο και χρόνο, αλλά δίνουν ευκαιρίες για ρεσιτάλ ερμηνείας και στους δυο, ενώ, ταυτόχρονα, αναμοχλεύουν εσωτερικές συγκρουσιακές σκηνές που έχουν αποθηκεύσει στην απόρρητη σκευή της λήθης, οι θεατές.

Ρόλο υλικών στη σκηνή μπορούν να παίξουν τα σώματα των ηθοποιών, ο ήχος, ο φωτισμός, το ίδιο το κείμενο. Σε άλλη περίπτωση θα έλεγα ότι η παντελής απουσία σκηνικού αφαιρεί μέρους των αισθήσεων. Διεγείρεται, ίσως, ασθενέστερα η όραση, η όσφρηση, η εντύπωση γενικότερα της υλικότητας και της υφής, επειδή το σύνολο των υλικών επί σκηνής συνιστά ένα απόθεμα σημαινόντων που ο θεατής προσλαμβάνει, χωρίς να μπορεί ή να θέλει να το μεταφράσει σε σημαινόμενα. Ωστόσο, στη θεατρική αισθητική η σκηνή ποικίλλει από ουδέτερος, συμβολικός, έως αφηρημένος χώρος, όπου προέχει η ακρόαση του κειμένου. Εδώ συμβαίνει μια διάδραση εξόχως απολαυστική και αποκαλυπτική. Η διαρκώς φωταγωγημένη αίθουσα αγκαλιάζει και τα δυο επίπεδα, οι ρόλοι ξοδεύουν ενέργεια, ταλέντο και υπόκριση στη σκηνή κι οι θεατές ταξινομούν τις αλήθειες τους μονολογώντας εσωτερικά.

Οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. Λίλα Βλαχοπούλου και Γιάννης Σαμψαλάκης ερμηνεύουν έξοχα, αφοπλιστικά, καθηλωτικά και τόσο ρεαλιστικά το ανοιχτό ζευγάρι, ώστε ο θεατής πολύ γρήγορα βρίσκει τον εαυτό του ανάμεσα στις καταστάσεις, ταυτίζεται μαζί τους, ανάλογα το φύλο τους, συμπάσχει, γελάει, δακρύζει και μένει με το στόμα ανοικτό στο φινάλε. Ο Στέφανος Πίττας εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος του έργου, αλλά δε θέλω να γράψω ποιον ρόλο ερμηνεύει. Πρέπει να δείτε την παράσταση για να συμφωνήσετε μαζί μου. Πρόκειται για δουλειά που αξιοποιεί τον όρο «σύγχρονο θέατρο», με τον επιτυχέστερο τρόπο. Σας προτρέπω. Δείτε την. Μην τη χάσετε.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Μιχάλης Σιώνας
Σχεδιασμός ήχου: Χρήστος Γούσιος
Μουσική: The Prefabricated Quartet
Βοηθός σκηνοθέτη: Στέφανος Πίττας
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Μυρσίνη Καρματζόγλου
Στίχοι-Μουσική τραγουδιού: Θοδωρής Παπαδημητρίου
Οργάνωση παραγωγής: Ειρήνη Χατζηκυριακίδου

ΔΙΑΝΟΜΗ
Γυναίκα : Λίλα Βλαχοπούλου
Άνδρας: Γιάννης Σαμψαλάκης
Καθηγητής: Στέφανος Πίττας
Φωνή γιου: Σέργιος Σωτηρούδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

«Η δεύτερη έκπληξη του έρωτα» του Μαριβώ στο Βασιλικό Θέατρο από το Κ.Θ.Β.Ε. 

«Η-δεύτερη-έκπληξη-του-έρωτα»-του-Μαριβώ-στο-Βασιλικό-Θέατρο-από-το-ΚΘΒΕ. 

Πρόλογος

Σ’ αυτή την κωμωδία ο Marivaux εστιάζει στην ιδέα ενός αναπάντεχου έρωτα μεταξύ Εκείνης και Εκείνου, που γεννήθηκε από την απώλεια ή την αποτυχία των προηγούμενων σχέσεών τους.

Μέσω της εξυπνάδας “marivaudage”(χαριτωμένης και επιτηδευμένης συζήτησης), το έργο αποκτά μια φεμινιστική και εκπληκτικά σύγχρονη τροπή. Οι χαρακτήρες της Μαρκησίας και της υπηρέτριας Λιζέτ καθοδηγούν την πλοκή και, σε αντίθεση με τα περισσότερα κλασικά γαλλικά έργα, σ’ αυτό το λιγότερο γνωστό του Marivaux οι γυναίκες είναι ελεύθερες να έχουν πρόσβαση στην αλήθεια των συναισθημάτων τους και να ενεργούν πάντα σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Υπόθεση

Μια απαρηγόρητη Μαρκησία, που έχασε τον άντρα της έναν μήνα μόλις μετά τον γάμο τους. Η Λιζέτ, η πονηρή της υπηρέτρια. Ο εγκαταλειμμένος απ’ την ερωμένη του Ιππότης. Ο Λουμπέν, ο αφελής υπηρέτης του. Ένας ερωτευμένος Κόμης που διεκδικεί τη Μαρκησία, ενώ ο λογοτεχνικός της σύμβουλος Ορτένσιος, σταχυολογεί ψυχαγωγικά αναγνώσματα, για να της απαλύνουν τη βασανιστική της μοναξιά.

Η επιμονή της Λιζέτ να φέρει κοντά την Κυρία της με τον Ιππότη, προκειμένου να μην χάσει η ίδια τον Λουμπέν που αγαπά, θέτει σε κίνηση έναν ολόκληρο μηχανισμό από δηλώσεις, υπεκφυγές, ανατροπές, παρεξηγήσεις, αποπλανήσεις και, τελικά, οδηγεί στην έκπληξη του έρωτα.

Η «Δεύτερη έκπληξη του έρωτα», παίχτηκε στην Κομεντί – Φρανσαίζ το 1727 κι έχει αρκετές ομοιότητες με την «Έκπληξη του έρωτα» που έγραψε ο συγγραφέας το 1722. Πρόκειται για μια αισθηματική κωμωδία, όπου οι ήρωές της παγιδευμένοι στις συμβάσεις και στους θεσμούς της εποχής τους γίνονται έρμαια της γλώσσας, που με τόση χάρη αρθρώνουν, όμως χάνουν την ειλικρίνειά τους και μπλέκουν σε έναν «αναποφάσιστο» έρωτα που ακροβατεί ανάμεσα στο πάθος και την ευπρέπεια, αλλά στο τέλος αποδεικνύεται ανίκητος.

Ανάγνωση

Ο απόλυτος εκφραστής του πρώιμου Διαφωτισμού Marivaux, που ακροβατεί όχι μόνον λεκτικά µε το περίφημο marivaudage αλλά και σε θέματα μορφής μεταξύ της ιταλικής κωμωδίας και των προσταγμάτων των νέων καιρών, δουλεύει την τρίπρακτη κωμωδία σε πεζό λόγο.

Μεταξύ της Μαρκησίας και του Ιππότη, όπως και μεταξύ των αντίστοιχων υπηρετών τους, Λιζέτ και Λουμπέν, τα λόγια έχουν αντικαταστήσει τις χειρονομίες κα τις πράξεις. Από τον θάνατο του συζύγου της πρώτης και τον γάμο της αγαπημένης του δεύτερου, έχουν βυθιστεί σε μια βαθιά θλίψη και οι δύο, που έχει μεταμορφώσει τη στάση ζωής τους σε «modus vivendi». Το μόνο που τους μένει για να χτίσουν μια στιβαρή σχέση είναι η γλώσσα, της οποίας τη σωτήρια δύναμη, την ικανότητα να ανακουφίζει τον πόνο – χάρη στον διάλογο που συνεπάγεται – ανακάλυψαν, ως πολύτιμο μέσο επικοινωνίας.

Γύρω τους τη γλώσσα χρησιμοποιούν κι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές, όμως, ως όπλο, για να εκκολάψουν συνωμοσίες υπέρ ή σε βάρος του ζευγαριού που, επειδή δεν τολμούν να εκφράσουν καθαρά τα συναισθήματά τους από τον φόβο της υπερέκθεσης στα μάτια όλων, παίρνουν το ρίσκο να καλύψουν τον έρωτά τους με μανδύα φιλίας, ώστε να μη θέσουν σε κίνδυνο την εμβρυϊκή τους αγάπη.

Όπως συχνά συμβαίνει στα έργα του Marivaux, όλα είναι θέμα φινέτσας και ακρίβειας, ενώ το ειδικό βάρος των λέξεων – αναμφίβολα καθοριστικό – κρατά τους χαρακτήρες διαρκώς σε μια κατάσταση επισφαλούς ισορροπίας, με κίνδυνο να καταρρεύσει το συναισθηματικό τους «οικοδόμημα» από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο συγγραφέας

Ο ΠιέρΚαρλέ ντε Σαμπλαίν ντε Μαριβώ (Pierre Carlet de Chamblain de Marivaux), πιο γνωστός ως Μαριβώ, (1688 -1763), ήταν δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, αλλά, πρωτίστως, θεατρικός συγγραφέας της εποχής του Διαφωτισμού.

Γόνος ευκατάστατης οικογένειας από τη Νορμανδία, σπούδασε νομικά στο Παρίσι και προοριζόταν για δικηγόρος. Ο νεαρός Μαριβώ, όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για τη λογοτεχνία και τα αυλικά θεάματα. Σε ηλικία 20 ετών έγραψε την πρώτη του κωμωδία ο Συνετός και δίκαιος πατέρας ή Κρισπίνος, ο ευτυχισμένος κατεργάρης ( le Pèreprudenteté quitable, ouCrispinl’heureuxfourbe).

Πριν στραφεί στο θέατρο πειραματίστηκε σε διάφορα είδη: μυθιστόρημα-παρωδία, ποίημα μπουρλέσκ ή δημοσιογραφικά δημοσιεύματα.

Διασκεύασε, παρωδώντας, έργα των κλασικών συγγραφέων και τα μετέτρεψε σε πρωτότυπα, σύμφωνα με το νεο-επιτηδευμένο πνεύμα που χειριζόταν με «ελαφρύ» τρόπο «μεγάλα θέματα». Έτσι, έγραψε τον μεταμφιεσμένο Τηλέμαχο το 1714-1715 (αναφέρεται στη δυστυχία των Ουγενότων) και την διασκευασμένη Ιλιάδα το 1716, μια παρωδία του έργου του Ομήρου, το τέταρτο δημοσιευμένο έργο του και το πρώτο που υπογράφηκε με το όνομά του.

Θεωρούνταν λαμπρός ηθικολόγος, ένας νέος Λα Μπρυγιέρ. Παντρεύτηκε το 1717 με την Κολόμπ Μπουλόν, κόρη ενός πλούσιου δικηγόρου, σύμβουλου του βασιλιά, της οποίας η προίκα επέτρεπε στο ζευγάρι να ζει άνετα. Έχασε τον πατέρα του το 1719.

Το 1720 καταστράφηκε οικονομικά εξαιτίας της κατάρρευσης του συστήματος Λω, έχασε τη σύζυγό του το 1723 και έπρεπε πλέον να γράφει θεατρικά έργα για να ζήσει και να μεγαλώσει την κόρη.

Ο Μαριβώ υπήρξε ένας παραγωγικότατος συγγραφέας.Από το 1713 έως το 1755 δημοσίευε σχεδόν κάθε χρόνο. Έγραψε περίπου σαράντα έργα, σε μία ή τρεις πράξεις συνήθως, επτά μυθιστορήματα και παρωδίες, κείμενα σε τρεις εφημερίδες και δεκαπέντε δοκίμια.

Άρρωστος από το 1758, πέθανε στο Παρίσι στις 12 Φεβρουαρίου του 1763.

Η παράσταση

Σ’ ένα μινιμαλιστικό σκηνικό (Άγγελος Μέντης), αρθρωτό όπως ο εγκέφαλος – εν προκειμένω, του συγγραφέα- και στο γκρίζο της στενοχώριας τα χρώματα στις καμπυλωτές στροφές των κυψελών, ρέουν τα λόγια και μετουσιώνονται σε ρόλους, οι οποίοι ενσαρκώνονται επιδέξια από τους ηθοποιούς, τους ενδεδυμένους στο γκρίζο και στο μαύρο του πένθους, αντικατοπτρίζοντας τη συνθετότητα της εποχής την οποία αντανακλά το έργο.

Έξι ηθοποιοί υπό την καθοδήγηση του μαέστρου αναπαράστασης της γαλλικής φαρσο- κωμωδίας, Βασίλη Παπαβασιλείου, ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους και μέσα από την τεχνική της Κομέντρια ντελ’ άρτε, ερμηνεύουν, αφηγούνται, απογειώνουν τη φάρσα, στεφανώνουν τους υπαινιγμούς, τις προφάσεις, τις ιδιοτροπίες του κειμένου (φόβος, ανασφάλεια, πρόκληση, αγάπη, κίνδυνος, υποκρισία, αυθορμητισμός), έτσι όπως τις γέννησε η ευστροφία του Μαριβώ , ο οποίος αρέσκονταν στη μεταφυσική προσέγγιση του έρωτα και χαρίζουν γενναιόδωρα στο κοινό, ευφορία. Τουλάχιστον.

Η Μαρκησία έχει βυθιστεί στο πένθος εδώ και έξι μήνες. Όχι πολύ μακριά, ο γείτονάς της, ο Ιππότης, έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να παντρευτεί την αγαπημένη του που τον απαρνήθηκε. Τόσο η χήρα, όσο και ο απελπισμένος εραστής, πιστεύουν ότι δεν έχουν τίποτα άλλο να μοιραστούν παρά τη θλίψη. Αυτό είναι ένα τέλειο σημείο εκκίνησης για κωμωδία! Καθώς οι δύο μοναξιές τους συναντώνται, θέτουν – άθελά τους – ξανά τον χρόνο σε κίνηση. Αλλά ο χρόνος βιώνεται από τους χαρακτήρες του Marivaux, σαν να ζούνε σε ένα αυτοσχέδιο μυθιστόρημα. Επομένως, η μετάβαση από τη φιλία στην αγάπη δεν είναι ποτέ απολύτως βέβαιη.

Πρόκειται για μια ρομαντική, λόγια κωμωδία του δέκατου όγδοου αιώνα, που παίζεται ακριβώς όπως περιμένεις.

Με άλλα λόγια η αδυναμία και η δύναμή της είναι οι ευδιάκριτες εκπλήξεις σε μια, κατά τα άλλα, στιβαρή, αξιόπιστη παράσταση.

Σ’ αυτό το έργο που τίθενται σε προτεραιότητα οι παρεξηγήσεις, οι αναλήθειες και η χρήση ψεύτικων και σημασιολογικών ολισθήσεων, ο τελειομανής διανοούμενος σκηνοθέτης και μεταφραστής Βασίλης Παπαβασιλείου, ο οποίος σκηνοθετεί για πέμπτη φορά Μαριβώ, βυθίζεται στην αγαπημένη του γαλλική γλώσσα και το ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στο Κ.Θ.Β.Ε.

Οι θεατές ακούμε και βλέπουμε τον εκπαιδευμένο θίασο ηθοποιών της παράστασης να ερμηνεύει το κείμενο με θαυμαστή ακρίβεια, νιώθουμε την προσοχή στη λεπτομέρεια, ακόμα και τις μικροαναπνοές, μέσα σε ένα «αντίγραφο» όπου τονίζονται ιδιαίτερα οι χυμώδεις λέξεις κι έρχονται στην πλατεία πλήρεις υπαινιγμών αλλά και σαφών νοημάτων. Στο αυτί, το σύνολο φτάνει με αξιοσημείωτη ρευστότητα, διαύγεια και ευκολία. Στην καθοδήγηση των ηθοποιών ο σκηνοθέτης διδάσκει την εκφορά του λόγου με τον τρόπο που ο Marivaux τροφοδοτεί χαρακτήρες, ώστε το απόσταγμα των λέξεων να ρέει μέσα τους.

Οι έξι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. υπηρετούν τους ρόλους τους με πειθαρχία στη σκηνοθετική γραμμή αλλά και με την υποκριτική δεινότητα που ο καθένας απέκτησε από την εμπειρία του κι από το ένστικτό του.Εμβαθύνουν,όπως οι μάσκες της Κομέντια κωμωδίας, στην εκφραστική χειρονομία και στα λάτσι (χωρατά, σκηνικά παιχνίδια), τα οποία και αποτελούν έναν πιο εκλεπτυσμένο αλλά πάντοτε παιγνιώδη τρόπο διαμόρφωσης του διαλόγου, ένα είδος σκηνοθεσίας όλων των παραγλωσσικών στοιχείων της υπόκρισης του ηθοποιού.

Οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ αξιέπαινοι, δημιουργούν γκρίζα ατμόσφαιρα και δίνουν υπόσταση στη μεγάλη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί οι εκλάμψεις στην τελευταία πράξη, όπου και εκρήγνυται το «ηφαίστειο» τη στιγμή που επισφραγίζεται η ένωση του ερωτευμένου ζευγαριού της ιστορίας.

Ο Γιώργος Καύκας, ως Ιππότης, είναι χάρμα ιδέσθαι. Χρησιμοποιεί τη μανιέρα του με τρόπο αριστοτεχνικά αποτελεσματικό, ώστε ταυτίζεται με τον ήρωα του 18ου αιώνα. Μεγιστοποιεί προς όφελος του έργου τα ακκίσματα της γλώσσας και του σώματός του, μετατοπίζει εύστροφα, άμεσα, με χαριτωμένο παιγνιώδη τρόπο τη σοβαρότητα με την υποκρισία, το δήθεν με το αληθινό και είναι ένας απολαυστικότατος Ιππότης.

Εξαιρετικός υπηρέτης Λουμπέν ο Γιώργος Κολοβός, ηθοποιός με ευρύτατη γκάμα, πλάθει έναν αρλεκίνο υπηρέτη, έναν μπαγαπόντη, καταφερτζή και ερωτευμένο υπηρέτη με σπινθηροβόλο πνεύμα κι εύπλαστο κορμί, δείχνει να διασκεδάζει το ίδιο με τους θεατές. Αμφίδρομη υπόθεση , αναπάντεχη διάδραση.

Η πλατεία χαίρεται στον ίδιο βαθμό και τον Θέμη Πάνου, έναν σπουδαίο ηθοποιό, δοκιμασμένο σ’ όλο το εύρος της θεατρικής υπόκρισης. Είναι ο Ορτένσιος που κερδίζει πολύ γρήγορα το κοινό και φέρνει μια κωμική φλέβα στη σκηνή, πρωτόγνωρη για πολλούς θεατές που τον θαυμάζουμε.

Ο Ταξιάρχης Χάνος δίνει έναν χλιαρό, άνευρο Κόμη, υποθέτω, έτσι όπως τον φαντάστηκε ο συγγραφέας. Η Ζωή Μυλωνά, Λιζέτ και η Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Μαρκησία, κινούνται με άνεση και τεχνική , στο πλαίσιο της σκηνοθετικής γραμμής.

Την κίνηση επιμελήθηκε ο εξαιρετικός Δημήτρης Σωτηρίου, ενώ πρωτότυπη μουσική δεν γράφτηκε, αλλά τις μουσικές επιλογές ρύθμισε η Νικολέττα Φιλόσογλου.

Επιστρέφοντας στον Μαριβώ, που αποδίδει απίστευτα μεγάλη εμπιστοσύνη στη θεραπεία μέσω της γλώσσας, ο έμπειρος Βασίλης Παπαβασιλείου, εγνωσμένης αξίας σκηνοθέτης και ηθοποιός, στήνει για το Κ.Θ.Β.Ε. μια κωμωδία εμπλουτισμένη μ’ όλα τα στοιχεία της Commedia dell’arte κι εμείς μένουμε εκστατικοί, επειδή ο Μαριβώ, χάρις της μελετημένης προσέγγισης του μεταφραστή και σκηνοθέτη, μας συγκινεί, εκθειάζει το θέατρο, εξερευνά με ταχύτητα τις δυνάμεις και τα σχήματά του, υμνεί τη θεατρική απόλαυση και το εισπράττουμε στον 21ο αιώνα.

Λέγει ο Βασίλης Παπαβασιλείου για το έργο: Η «Δεύτερη έκπληξη του έρωτα» ξεκινά από μία συνθήκη πένθους. Οι δύο βασικοί ήρωες πενθούν, η Μαρκησία κυριολεκτικά, γιατί έχει χάσει τον άνδρα της και ο Ιππότης μεταφορικά, γιατί η αγαπημένη του παντρεύεται κάποιον άλλον. Το πένθος, κυριολεκτικό ή μεταφορικό, έχει το ίδιο αποτέλεσμα: ανατροπή της τάξης του κόσμου, διασάλευση της εύθραυστης σχέσης τού μέσα με το έξω.

Η Μαρκησία και ο Ιππότης, αν κινδυνεύουν τελικά από κάτι, είναι τα ίδια τους τα λόγια. Εκπρόσωποι ενός κόσμου που είναι σε αποδρομή (το έργο γράφεται 62 χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση), του κόσμου του «αδρανούς συμφέροντος», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την αριστοκρατία, στέκουν μπροστά στα αισθήματά τους σαν μπροστά σε ένα κενό. Έχοντας όλο τον χρόνο στη διάθεσή τους να μιλούν, μην «ξέροντας κάποιες φορές τι λένε», όπως ομολογεί η Μαρκησία. Ή, όπως θα ‘λεγε ο Σαίξπηρ (που είναι η κρυφή μεγάλη αγάπη του Μαριβώ), «λόγια, λόγια, λόγια…». Η ρητορική του αισθήματος υποκαθιστά το αίσθημα και στο φινάλε του έργου οι δυο ήρωες απομένουν σαν άδεια σακιά, στήλες άλατος, μέσα σε ένα μπουρίνι, που κυοφορείτο σε όλη τη διάρκεια του έργου και τώρα ξεσπά (ω, της ειρωνείας!) τη στιγμή που επισφραγίζεται η ένωσή τους

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση–Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνικά–Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Δραματουργία– Μουσική επιμέλεια– Συνεργάτης σκηνοθέτης: Νικολέτα Φιλόσογλου

Επιμέλεια κίνησης: Δημήτρης Σωτηρίου

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Μαρία Ιακώβου

Βοηθός Σκηνογράφου–ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη

Βοηθός φωτιστή: Αθηνά Μπανάβα

Οργάνωση Παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη- Μαρίνα Χατζηϊωάννου

Παίζουν: Σταυρούλα Αραμπατζόγλου (Μαρκησία), Γιώργος Καύκας (Ιππότης), Θέμης Πάνου (Ορτένσιος), Ταξιάρχης Χάνος (Κόμης), Zωή Μυλωνά (Λιζέτ), Γιώργος Κολοβός (Λουμπέν)

Σε πανελλήνια πρώτη στο Βασιλικό Θέατρο

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα