Connect with us

Πολιτισμός

Γιάννη Ρίτσου «Τέταρτη Διάσταση» από το Κ.Θ.Β.Ε.

Γιάννη-Ρίτσου-«Τέταρτη-Διάσταση»-από-το-ΚΘΒΕ.

Δυστυχώς, οι λοιμωξιολόγοι που καθοδηγούν κυβερνήτες αποφάσισαν και διέταξαν τα θέατρα σε κλειστές αίθουσες να μην λειτουργήσουν στη χώρα μας. Οξύμωρο, έως περίεργο διάταγμα, εφόσον όλοι ξέρουμε ότι οι αποστάσεις πάνε περίπατο σε κάθε στάση λεωφορείου ή άλλου μεταφορικού μέσου, οι επιβάτες ταξιδεύουν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, οι παραλίες γεμάτες – τροφή των ρεπόρτερς που προσφέρουν θέματα στα ολόιδια δελτία όλων των καναλιών – κι εφόσον τα πάρτι στις πλατείες συνεχίζουν ατιμωρητί να συγκεντρώνουν εκατοντάδες νέους ανθρώπους, δίχως κανένα μέτρο προστασίας. Παρόλα αυτά, καταπίνουμε την αγανάκτησή μας, νομοταγείς πολίτες είμαστε οι ώριμοι άνθρωποι και «βολευόμαστε» με τα on line θεάματα.

Δεύτερη παράσταση στο διαδίκτυο από το Κ.Θ.Β.Ε. με τους μονολόγους του Γιάννη Ρίτσου από την «Τέταρτη Διάσταση».

Η συλλογή αποτελείται από 17 πολύστιχα ποιήματα που γράφτηκαν από το 1956 έως το 1975 κι έχουν ως πρωταγωνιστές μορφές μυθικές ή μη. Συγκεκριμένα είναι: : «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956), Χειμερινή διαύγεια (1957), Χρονικό (1957), Όταν έρχεται ο Ξένος (1958), Το παράθυρο (1959), Το νεκρό σπίτι (1959), Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού (1960), Φιλοκτήτης (1963-1965), Ορέστης (1962-1966), Αίας (1967-1969), Περσεφόνη (1965-1970), Αγαμέμνων (1966- 1970), Χρυσόθεμις (1967-1970), Η Ελένη (1970), Ισμήνη (1966-1971), Η επιστροφή της Ιφιγένειας (1971-1972) και Φαίδρα (1974-1975).

Ποια είναι όμως η “Τέταρτη Διάσταση”, που έδωσε το όνομά της σε ολόκληρη συλλογή; Σύμφωνα με τον Ρίτσο είναι ο χρόνος. Όχι όμως ο βιολογικός, αυτός που φθείρει, καταστρέφει και οδηγεί στον θάνατο. Πρόκειται για τον ιστορικό χρόνο, που ταλανίζει τον πρωταγωνιστή και τον βάζει να παλεύει με το παρελθόν ή το παρόν, ώστε στον απολογισμό των πράξεών του να εξηγήσει τα αίτια που οδήγησαν στην ηθική φθορά του.

Ο ποιητής

Το να αναφερθεί κανείς διεξοδικά στη ζωή και το έργο του Γιάννη Ρίτσου θα ήταν, τουλάχιστον, άστοχο. Υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία που μας πληροφορεί για τη ζωή και το ογκώδες έργο του ποιητή από τη Μονεμβασιά. Ωστόσο, κρίνεται απαραίτητη μία στάση σε κάποιους σταθμούς της ζωής του, προκειμένου να ενταχθεί ο αναγνώστης – θεατής στο γενικότερο πλαίσιο (προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό), μέσα στο οποίο ο Ρίτσος «δούλεψε» τα δημιουργήματα της ογκώδους ποιητικής συλλογής, της «Τέταρτης Διάστασης», αλλά και να κατανοήσει τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε σε αυτήν την τόσο ιδιαίτερη ποίηση.

Είναι αναγκαίο να αναφερθούν κάποια τραγικά γεγονότα που πλαισίωσαν το οικογενειακό περιβάλλον του και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για αρκετές από τις συνθέσεις της συλλογής. Συγκεκριμένα, ο Ρίτσος βίωσε από πολύ μικρή ηλικία τη στέρηση, την αρρώστια, την απώλεια. Ο πατέρας του, εξαιτίας του πάθους του για τα χαρτιά, έχασε όλη του την περιουσία. Ο Ρίτσος ένιωθε αποστροφή για εκείνον. Η μητέρα και ο αδερφός του Δημήτρης προσβλήθηκαν νωρίς από την αρρώστια της φυματίωσης και πέθαναν. Από τη φυματίωση ταλαιπωρήθηκε και ο ίδιος, ως το τέλος της ζωής του. Επιπλέον, «φεύγει» ξαφνικά και η αδερφή του Νίνα, ενώ η άλλη του αδερφή, η Λούλα, τρελαίνεται.

Τραγικό ήταν και το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του ποιητή. Κατά τη διάρκεια της ζωής του βίωσε μαύρα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της ιστορίας του τόπου, που αφομοίωσε στην ποίησή του αργότερα. Η προσπάθεια ενσωμάτωσης των προσφύγων από τη Μ. Ασία στην Αθήνα του 1925, η γερμανική κατοχή, ο Εμφύλιος, ο Ψυχρός πόλεμος, η Χούντα, η κατάκτηση της Κύπρου, είναι μερικές από τις άσχημες εθνικές περιπέτειες που βίωσε ο ποιητής. Ο ίδιος, ύστερα από τριβή με διάφορους διανοούμενους της εποχής, εισχώρησε στον επαναστατικό κόσμο της αριστεράς, εντάχτηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, καθώς μάλιστα ενέμεινε στα πιστεύω του ως το τέλος, γνώρισε διωγμούς και εξορία σε Λήμνο, Μακρόνησο, Άη Στρατή, Γυάρο και Λέρο. Από τον γάμο του και μετά, η ζωή του μοιραζόταν για μεγάλο διάστημα ανάμεσα σε Αθήνα και Σάμο. Κατά την διαμονή του σε αυτά τα μέρη μάς έχει δώσει ένα μεγάλο ποιητικό έργο.

Η προετοιμασία

Η σκηνοθέτις Πολυξένη Σπυροπούλου δήλωσε για την παράσταση: «Η συγκεκριμένη δουλειά μας εγείρει ερωτήματα. Βιώσαμε ένα πολύ οδυνηρό χρονικό διάστημα όλοι μας. Η πορεία μέσα από τηλε-συσκέψεις, τηλε-πρόβες, μετά test covid, δια ζώσης ανάγνωση, δοκιμές, περάσματα με μάσκες κι αντισηπτικά, ήταν διαρκείς μεταβάσεις που δυσκόλευαν όλο και περισσότερο την συνάντησή μας με το κοινό. Όμως, καλούμαστε να κάνουμε την προσπάθειά μας, να βρεθούμε σε έναν κοινό τόπο, αυτόν της τέχνης! Εμείς παίζουμε σ’ αυτή την παράσταση και μεταφερόμαστε σε άπειρες ηλικίες, σε άπειρες ψυχοδιαστάσεις, σε σώματα και, μέσα σ’ αυτό όλο το παιχνίδι που είναι και γήινο και απόκοσμο, φλερτάρουμε με την προδοσία, τον έρωτα, τον θάνατο, με το θεϊκό και το ανθρώπινο».

Η παράσταση

Στη δουλειά που είδαμε από το Κ.Θ.Β.Ε. η ποιητική αφήγηση διανοίγει ένα πνευματικό πεδίο στον αναγνώστη – θεατή, όπου θα έπρεπε ν’ αντηχεί το κείμενο χωρίς την υποχρέωση εικονογράφησης και αναπαράστασης μιας κατάστασης ή μιας δράσης. Σαν μια λευκή σελίδα μέσα μας, μια οθόνη, μια ηχώ, που δεν έχουν ανάγκη να εξωτερικευθούν. Όμως, από τη στιγμή που γίνεται διάταξη του ποιητικού κειμένου σε συγκεκριμένο χώρο, από τη στιγμή που τα πρόσωπα ενσαρκώνονται, η ποίηση μεταπηδά από τον προστατευμένο πνευματικό χώρο στον ανοιχτό σε όλους, στον δημόσιο. Έτσι, εξαρχής στήνεται ένα σκηνικό, μοιράζονται ρόλοι και κοστούμια, φωτισμοί και μουσική γίνονται ισότιμο μέρος του καλά ενορχηστρωμένου συνόλου και η κάμερα καταγράφει και καθίσταται δίαυλος επικοινωνίας σκηνής και σπιτικής καρέκλας που φιλοξενεί τον θεατή.

Εντυπωσιακή η έναρξη με ταμπλό βιβάν, εικαστικός πίνακας, θαρρείς, ενός Robert Braithwaite Martineau κι ο φωτισμός του Στέλιου Τζολόπουλου «ζωγράφισε» και πάλι. Ένα «άγγιγμα ψυχής» ζωντάνεψε τα σώματα και μια σκυταλοδρομία ξεκίνησε. Από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος, στη Χρυσόθεμη κι από στόμα σε στόμα περάσανε ο Αγαμέμνωνας, η Ελένη, ο Ορέστης, ο Αίας, η Ισμήνη, ο Νεοπτόλεμος, η Φαίδρα…

Περιέργως, η καθοδήγηση έστρεψε τους ηθοποιούς σ’ έναν βερμπαλιστικό τρόπο αφήγησης, που σαν άποψη είναι λίγο παλιομοδίτικη, όμως αυτό ήταν το όραμα της σκηνοθέτιδος. Η πρωτότυπη μουσική του Στέλιου Ντάρα, συνεχής συνοδοιπόρος στους γρήγορους ρυθμούς του λόγου, συμπλήρωνε το ύφος της performance.

Ωστόσο, άξιζε της προσοχής μας η προσπάθεια, επειδή η ποίηση του Ρίτσου απέκτησε σώμα χάρις σε αυτούς τους ερμηνευτές κι εμείς είχαμε την επιλογή να κρατήσουμε ή τον ποιητή που μιλά σε πρώτο πρόσωπο ή την ταύτιση του εαυτού μας με τον ήρωα που «ενσάρκωσε» ο αφηγητής.

Κανονικά, στη δραματική μορφή του θεάτρου οι φωνές των προσώπων δεν είναι η φωνή του συγγραφέα, επειδή το δράμα είναι αντικειμενικό. Όμως, στην παράσταση – performance του Κ.Θ.Β.Ε. η ποίηση επέστρεψε στο «προσωπικό» εγώ του ποιητή, συντρίβοντας τον νόμο της αντικειμενικότητας.

Αντιληφθήκαμε οι διαβασμένοι θεατές ότι η ψυχοσύνθεση, ο προβληματισμός, ο στοχασμός και η υπαρξιακή αγωνία των μορφών της «Τέταρτης διάστασης» στο θέμα του θανάτου, του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί, του έρωτα και της ατομικής και κοινωνικής μοναξιάς, είναι του ίδιου του ποιητή. Ο Γιάννης Ρίτσος πέρα από στοχαστής αποδείχτηκε και φιλόσοφος.

Η «Τέταρτη διάσταση», με τις ξεχωριστές ποιητικές συνθέσεις, μοναδικά κείμενα- προκλήσεις για ερμηνευτική πραγμάτωση, συγκαταλέγεται στις κορωνίδες της παγκόσμιας ποίησης του 20ου αιώνα. Αποτελεί τη συγκλονιστικότερη παρακαταθήκη του ποιητή. Είναι η σύνοψη όλων των έργων του, σύμφωνα με τον ίδιο.

Η συλλογή αυτή είναι ποίηση και θέατρο ιδεών και γλώσσας. Η ανθρώπινη περιπέτεια, η αναγνώριση και το πάθος της, καθορίζονται από υπέρτερες δυνάμεις, ανεξάρτητα από τη γυναικεία ή την ανδρική φύση. Τα πρόσωπά της είναι παιδιά της ιστορίας που ανταμώνουν και με την προϊστορία και με τη σύγχρονή εποχή.

Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. με την υπογραφή της Πολυξένης Σπυροπούλου, η ομορφιά, ο πόθος, η εξουσία, η δόξα, τα γηρατειά, το ανεκπλήρωτο, η δικαιοσύνη, όλα όσα συνθέτουν το δίχτυ της ανθρώπινης μοίρας, εκτίθενται -με πολύ ιδιαίτερο ύφος- ανάδρομα με όχημα τη γλώσσα. Με κείνη τη μεγαλειώδη γλώσσα του ποιητή, που συναντά τον μύθο, που εξυφαίνει και πλέκει τις μικρές μας ζωές, τις δικές μας σιωπές. Θα ξαναπώ ότι η σκηνοθέτις επέλεξε ένα Βέκιο θέατρο (Ο Ρίτσος δεν είναι Αισχύλος ούτε Σοφοκλής ούτε Ευριπίδης) πιθανώς, αυτός ο τρόπος εκφοράς του λόγου να είναι αρεστός σε θεατές, ακόμα και σήμερα, ιδίως όταν το εξπρεσιονιστικό θεατρικό Γερμανικό ύφος στεφανώνει σκηνοθετικές γραμμές με μπόλικα σύμβολα και ακατάσχετες κινήσεις.

Από το σύνολο των ηθοποιών- αφηγητών -ερμηνευτών δεν ξεχωρίζω κανέναν. Όλοι πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου, ακολούθησαν τις οδηγίες και υπηρέτησαν το σκηνοθετικό όραμα, όσο καλύτερα μπορούσαν.

Συντελεστές Παραγωγής:

Σκηνοθεσία/Δραματουργική επεξεργασία/κίνηση: Πολυξένη Σπυροπούλου
Πρωτότυπη μουσική/Ενορχήστρωση/Εκτέλεση: Στέλιος Ντάρας
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Εικαστική επιμέλεια: Μαρία Ξυνοπούλου
Μυθολογική έρευνα: Μάριος Μεβουλιώτης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιορδάνης Αϊβάζογλου
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Διανομή:

Αγαμέμνων: Στέργιος Τζαφέρης
Ορέστης: Δημήτρης Καρτόκης
Ιφιγένεια: Αίγλη Κατσίκη
Χρυσόθεμις: Μάρα Τσικάρα
Περσεφόνη: Πολυξένη Σπυροποούλου
Ισμήνη: Άννα Κυριακίδου
Αίας: Ιορδάνης Αϊβάζογλου
Νεοπτόλεμος: Μάριος Μεβουλιώτης
Ελένη: Μελίνα Αποστολίδου
Φαίδρα: Ρούλα Παντελίδου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

Το καθαρό σπίτι της Sarah Ruhl στο θέατρο «Τ»! Επιτέλους, ζωντανό θέατρο!

Το-καθαρό-σπίτι-της-sarah-ruhl-στο-θέατρο-«Τ»!-Επιτέλους,-ζωντανό-θέατρο!

Πρόλογος

Η πολυβραβευμένη Αμερικανή συγγραφέας, υποψήφια το 2005 για βραβείο Pulitzer, Sarah Ruhl, γράφει για την αγάπη, την απώλεια, τις ανατροπές στη ζωή, για τη χαρά και τη θλίψη σε μια ρομαντική κωμωδία με πλούσιο αλλά μαύρο χιούμορ.

Το έργο διαδραματίζεται σ’ αυτό που η συγγραφέας περιγράφει ως “μεταφυσικό Κονέκτικατ”, εννοώντας το σπίτι ενός παντρεμένου ζευγαριού ιατρών.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης γραφής, μία σύνθετη αφήγηση πολλών φωνών που διεισδύουν η μία στην άλλη, που κρίνει η μία την άλλη φωτίζοντας τον ψυχισμό των πέντε προσώπων, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που καθορίζει τόσο τις επιλογές τους, όσο και τις αντιδράσεις που προκαλούν.

Υπόθεση

Η σύζυγος Λέιν, σοβαρή γιατρός αφοσιωμένη στην καριέρα της, προσλαμβάνει μια ιδιόμορφη Βραζιλιάνα υπηρέτρια. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η υπηρέτρια, η Ματθίλδη, μισεί να καθαρίζει. Αντίθετα, λαχταρά να γίνει κωμικός.

Η Λέιν εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της Τσαρλς για χάρη της ερωμένης του Άνα, μιας παθιασμένης, μεγαλύτερής του Λατίνας, στην οποία είχε κάνει μαστεκτομή.

Η Ματθίλδη, που δεν της αρέσει διόλου να καθαρίζει, λατρεύει να λέει και ν’ ακούει χαριτωμένα αστεία. Η μητέρα της πέθανε, καθώς χαριεντιζόταν με τον πατέρα της, ο οποίος στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Φεύγει από τη Βραζιλία αναζητώντας το τέλειο αστείο, παρότι φοβάται ότι, όταν το βρει, αυτό θα τη σκοτώσει.

Αν και η πλοκή είναι κάπως ιδιόμορφη, επειδή δίνει μέγεθος στις γυναικείες συναναστροφές, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η Ματθίλδη πιστεύει βαθιά στη δύναμη του γέλιου, το οποίο έχει την ικανότητα να φέρει ανατροπές στα άσχημα και στα δύσκολα. Τελικά, προσλαμβάνεται στο σπίτι των δυο γιατρών. Εξαιτίας της περίεργης εμμονής της, προτιμά να αστειεύεται παρά να εργάζεται. Εύκολα φορτώνει όλες τις δουλειές του σπιτιού στην αδερφή της γιατρού, τη Βιρτζίνια, η οποία υπεραγαπά την καθαριότητα και θεωρεί τη σκόνη – φετίχ μια κινητήρια δύναμη ζωής, εφόσον υποστηρίζει ότι: «αν δεν υπήρχε η σκόνη, νομίζω ότι θα πέθαινα».

Όταν ο σύζυγος Τσαρλς ερωτεύεται την ασθενή του Άνα, το χιούμορ της υπηρέτριας γίνεται σημαντικός καταλύτης στη διαχείριση της έντασης. Επιπλέον, πετυχαίνει να φέρει όλες τις γυναίκες κοντά, για να αλληλοβοηθηθούν, επαληθεύοντας την προφητεία του αισιόδοξου πρωταγωνιστή ότι, «αν οι γυναίκες είχαν πηγαίο χιούμορ, τότε θα υπήρχε περισσότερη δικαιοσύνη στον κόσμο». Αυτό το φεμινιστικό κομμάτι τονίζεται περισσότερο, όταν ο Τσαρλς καταφεύγει σε ηρωισμούς για να σώσει τη ζωή της ερωμένης του και οι εμπλεκόμενες κυρίες στην ιστορία αντιδρούν με απροσδόκητα καλές προθέσεις και με στοργή.

Το μαγευτικό παιχνίδι των απρόσμενων καταστάσεων μάς θυμίζει ότι υπάρχει χιούμορ και ομορφιά στα πιο απίθανα μπερδέματα της ζωής.

Ανάγνωση

Ένα πνευματώδες αστείο που λέγεται στα πορτογαλικά, χωρίς μετάφραση. Μια ανάλυση της έννοιας της ακαταστασίας. Ένα ταξίδι στην Αλάσκα προς εύρεση αντικαρκινικού συγκεκριμένου φαρμάκου και η μέση ηλικία σε όλα τα πρόσωπα. Αυτά τα ασύνδετα, πρωτίστως, «υλικά» δε μοιάζουν με πολλά υποσχόμενα δομικά στοιχεία για μια σύγχρονη αμερικάνικη θεατρική κωμωδία. Ωστόσο, εισπράττουμε με καλοδεχούμενη έκπληξη τη αποτελεσματική σύζευξή τους στη δράση.

Πράγματι, χάρις στην αλχημική φαντασία της Sarah Ruhl, της χαρισματικής συγγραφέως του «The Clean House», αυτή η περίεργη σκευή ιδεών και εικόνων, μαζί με μερικά πιο εξωγενή συστατικά, συγκροτούνται μαγικά για να δημιουργήσουν μία από τις καλύτερες φρέσκιες αμερικανικές κωμωδίες.

Στην αλληγορική κωμωδία της η Ruhl υποστηρίζει ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή, όπως ένα υπέροχο αστείο, ένας εκπληρωμένος σκοπός, ένας σύντροφος ψυχής, ακόμη κι ένα τέλος στην ώρα του, αξίζουν δεινά και υπομονή περιμένοντάς τα.

Παρόλο που το έργο αντιπαραβάλλει την αμερικανική τάξη με το λατινικό πηγαίο κι αυθόρμητο ταμπεραμέντο, οι πέντε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες σχηματίζουν μια εκπληκτικά αρμονική ροή στα δρώμενα επί σκηνής.

Η παράσταση

Συναντάμε πρώτη τη Ματθίλδη στην έναρξη, τη νεαρή Βραζιλιάνα υπηρέτρια που μισεί να καθαρίζει και προτιμά να αναζητά αστεία. Ενσαρκώνεται φιλότιμα από την Ευγενία Παναγιωτίδου, η οποία φέρνει στη σκηνή τον εσωτερικό πόνο του χαρακτήρα, ενώ προσπαθεί να βρει το τέλειο αστείο για να αντιμετωπίσει την προσωπική της θλίψη.

Η Άννα Σωτηρούδη είναι απόλυτα πιστευτή ως Λέιν. Αρχικά ατάραχη, απαθής, ψύχραιμη σύζυγος και γιατρός. Στη συνέχεια, γυναίκα εύθραυστη κι ευαίσθητη. Η ερμηνεία της ακροβατεί επιδέξια μεταξύ κλάματος και γέλιου.

Ως Βιρτζίνια, αδερφή της Λέιν που βρίσκει νόημα στη ζωή της καθαρίζοντας, η Νανά Παπαγαβριήλ είναι ένα καζάνι που βράζει από καταπιεσμένα συναισθήματα. Οι εκρήξεις στην έκφρασή της συγκροτούν ένα από τα υψηλά κωμικά σημεία του έργου.

Ο Κυριάκος Δανιηλίδης είναι εξαιρετικός ως Τσαρλς, ο σύζυγος χειρουργός, ο οποίος έχει εμπλακεί σε μια σχέση τύπου: «αγάπη με την πρώτη ματιά» με την καρκινοπαθή ασθενή του και βιώνει με εφηβική χαρά τον έρωτά του, πράγμα που τον κάνει από συμπαθή έως αξιαγάπητο, ώστε γρήγορα τού συγχωρούμε την «αμαρτία» της απιστίας. Χαριτωμένη η σκηνή στο βίντεο που τον δείχνει στην παγωμένη Αλάσκα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας της καλής του.

Τέλος, η Ειρήνη Σεβαστοπούλου στον ρόλο της Άνα, μιας αντικομφορμίστριας ασθενούς, είναι απολαυστική και, ίσως, ο πιο «ζωντανός» χαρακτήρας του έργου, που αποδέχεται τα ελαττώματά του αλλά και τις αλήθειες γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, αντιμετωπίζοντας κάθε ζοφερή κατάσταση με λεπτό χιούμορ.

Το εξυπηρετικό λευκό σετ της Μαρίας Καραδελόγλου, με τους αντικριστούς καναπέδες του, δεν παρέχει μόνο έναν ατμοσφαιρικό χώρο δράσης, αλλά κι έναν καμβά για τον ταιριαστό φωτισμό του Σωτήρη Ρουμελιώτη, ο οποίος επιμελήθηκε και τα casual κοστούμια της παράστασης. Οι χρωματικές επιλογές ρούχων στους χαρακτήρες και οι λεπτές αλλαγές χρώματος στις σκηνές, στοχεύουνε ευθέως ένα συναισθηματικό επίπεδο. Η αυθεντική μουσική του καταξιωμένου Κώστα Βόμβολου είναι εξαιρετική.

Η σκηνοθέτις Γλυκερία ΚαλαΪτζή έχει κάνει μια θαυμάσια δουλειά, καθώς δεν αρκείται να παρουσιάσει μια έξυπνη σάτιρα των εργασιακών σχέσεων μεταξύ των εργοδοτών και των μεταναστών υπηρετών στη σύγχρονη Αμερική. Η κοινωνιολογία δεν είναι μόνο ένα μικρό νήμα στο πολύχρωμο «ύφασμα» του “The Clean House”, αλλά αποκαλύπτει εκπληκτικές ιδέες, ιδιότροπες εικόνες και στρώματα πλούσιων συναισθημάτων,έτσι όπως εξελίσσεται η υπόθεση κι έτσι όπως – με ισχυρά αντανακλαστικά απέναντι στην κωμωδία – καθοδηγεί εύστοχα τους ηθοποιούς της, ανάμεσα στα εναλλασσόμενα κύματα πραγματικότητας και ονειροπόλησης. Παρά τις φαινομενικά αλαζονικές στάσεις των χαρακτήρων δεν καταλύεται εντελώς ο νατουραλισμός στις αλληλεπιδράσεις τους. Εύρημα χωροχρονικό το πατάρι και η χρήση της κάμερας ως ρεαλιστική μηχανή και ως εσωτερικός μονόλογος προσώπων.

Η μετάφραση της Ευαγγελίας Κιρκινέ συμβάλλει στην επιτυχία, καθώς μας δίνει την πληρότητα με την οποία βλέπει η συγγραφέας τους ήρωές της, όταν όλοι έχουν περίπλοκες εσωτερικές ζωές, όταν αρχίζουν να επηρεάζουν ο ένας τον άλλον με μυστηριώδεις τρόπους.

“Ποιοι είναι αυτοί;” ρωτάει έκπληκτη η υπηρέτρια Ματθίλδη, μπαίνοντας στο σαλόνι της Κυρίας της και βλέποντας ένα άγνωστο ζευγάρι να αγκαλιάζεται. «Ο άντρας μου και η γυναίκα που αγαπά», απαντά η γιατρός Λέιν ψύχραιμα. Η συνειδητά ονειροπόλος υπηρέτρια έχει τη δική της φιλοσοφία: «αν το πάτωμα είναι βρώμικο, κοιτάξτε το ταβάνι». Με άλλα λόγια, το «Καθαρό σπίτι» χαρίζει μια πολύ διασκεδαστική βραδιά και αρκετή τροφή για σκέψη.

Στην παράσταση του θεάτρου « Τ » μπορείτε να απολαύσετε ένα έργο που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα έργο που αντιστέκεται στη λογική ανάλυση και, αντί να κάνει ρητορικές ασκήσεις επί σκηνής και να σκορπίσει μερικές βαριές συναισθηματικές εκκλήσεις, χαρίζει διασκεδαστική ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της άποψης για τη ζωή και τον θάνατο. Το κοινό πρέπει να ασχοληθεί σοβαρά με τους υπαινιγμούς κάτω από τις λέξεις, ώστε να αξιοποιήσει στο έπακρο αυτήν την ευκαιρία, δηλαδή να συμβιβαστεί με την ιδέα: «ό,τι αρχίζει με ανοικτούς ορίζοντες, τελειώνει με σκοτάδι».

Οι παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21,30.Κυριακη στις 20,00

Με την επίδειξη ταυτότητας , πιστοποιητικού εμβολιασμού και η παρακολούθηση υποχρεωτικά με μάσκα.

Συντελεστές

Μετάφραση: Ευαγγελία Κιρκινέ

Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη

Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαυρόπουλος

Τεχνική υποστήριξη: Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος

Φωτογραφίες: Χρήστος Κυριαζίδης

Γραφιστική επιμέλεια αφίσας: Μαριέττα Πανίδου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Άννα Σωτηρούδη

Νανά Παπαγαβριήλ

Ευγενία Παναγιωτίδου

Ειρήνη Σεβαστοπούλου

Ανδρική συμμετοχή: Κυριάκος Δανιηλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευγένιος Ο, Νηλ: «Ταξίδι μιας Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» από το Κ.Θ.Β.Ε.

Ευγένιος-Ο,-Νηλ:-«Ταξίδι-μιας-Μεγάλης-Μέρας-μέσα-στη-Νύχτα»-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου ως συμμετοχή στο φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών, έκανε μια μεγάλη βόλτα σε διάφορες πόλεις της χώρας, παραστάθηκε μπροστά σε χιλιάδες θεατές ως πρόσκληση – πρόκληση κι επέστρεψε στον αύλιο χώρο της Μονής Λαζαριστών , για να κλείσει ένα θερμό ελληνικό καλοκαίρι με την ομίχλη και την υγρασία του Νέου Λονδίνου Κονέκτικατ Αμερικής, όπου διαγραμμίζεται το δράμα της οικογένειας Τάϊρον.

Το επικό έργο του Ευγένιου Ο, Νηλ γράφτηκε το 1941 και θεωρείται ένα από τα κορυφαία κλασικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα. Αντανακλώντας την ελληνική τραγωδία, σαν ένα φαύλο, αναπόδραστο οικογενειακό δράμα, δεν εμπεριέχει ευχάριστες ανατροπές ή τη δικαίωση – κάθαρση. Καθένα από τα μέλη της οικογένειας και μέσα από ό,τι θεωρείται ανυπέρβλητη περίσταση, βυθίζεται στην αυτολύπηση, στην παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και στην ανάγκη, ως μονόδρομος, λεκτικών επιθέσεων – κατηγοριών του ενός στον άλλον.

Είναι, ακόμη, μια ζωντανή απεικόνιση της βιωματικής εμπειρίας του συγγραφέα, ο οποίος μεγάλωσε σε μια οικογένεια μ’ έναν πατέρα- αφέντη και, λόγω του αυτοβιογραφικού περιεχομένου του, το απαγόρευσε να δημοσιοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία το 1956, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, και μέσα στην ίδια χρονιά στο Broadway, όπου κέρδισε πολλά βραβεία κι ανάμεσά τους ένα «Tony» καλύτερου έργου.

Κάθε φορά που ένα θέατρο ανακοινώνει μια νέα παραγωγή του μεταθανάτιου αριστουργήματος του Ευγένιου Ο, Νηλ, σκιρτώ. Πρόκειται για ένα μακρύ ταξίδι ημέρας μέσα στη νύχτα. Ένα ταξίδι στην κόλαση της δυσλειτουργικής οικογενειακής ζωής που μαστίζεται από τηνχρήση ναρκωτικών, το μεθύσι, την αναπόφευκτη σύγκρουση και την τρέλα που συνοδεύει τον μεγάλο θυμό. Θυμός που εκρήγνυται σε βάρος του εαυτού σου ή σε βάρος άλλων. Θυμός που βγαίνει σε αγαπημένα πρόσωπα αλλά και σε αγνώστους, σε συνεργάτες ή σε γυναίκες ποθητές του αγοραίου έρωτα. Φοβικά γεγονότα.

Αυτό που δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει είναι η ιλιγγιώδης συναισθηματική αντίφαση των χαρακτήρων του O’ Νηλ. Μέσα από μια σφιχτή κλασική δομή, αναπηδούν πυροτεχνήματα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ψευδαίσθηση.

Η υπόθεση

Το έργο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στη ζωή της οικογένειας Τάιρον σε μια παραθαλάσσια πόλη, το Νέο Λονδίνο, του Κονέκτικατ, το καλοκαίρι του 1912. Ο πατέρας Τζέιμς Τάιρον είναι ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός, που έχει σφυρηλατήσει μια μακροχρόνια καριέρα στο σανίδι. Ωστόσο, η φιλαργυρία του καταφέρνει οδυνηρά κτυπήματα στην οικογένεια. Η σύζυγος, Μαίρη Τάιρον, βιώνει την πλήρη εξάρτηση από την μορφίνη. Ζει σχεδόν τυλιγμένη σ’ ένα σάβανο πικρών αναμνήσεων και κατηγοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων επιβάλλονται από τον σύζυγό της Τζέιμς.

Ο μεγαλύτερος γιος τους, Τζέιμς τζούνιορ , είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός που απολαμβάνει τη ζωή με ποτό και ιερόδουλες, ενώ ο μικρότερος γιος τους Έντμοντ, επιστρέφει από τα καράβια, στα οποία δούλευε ως ναυτικός, για να ανακαλύψει ότι πάσχει από φυματίωση. Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι εγωκεντρικά και μεμψίμοιρα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αλληλοβοηθηθούν. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς ζητάει από τη ζωή και αυτό καθιστά την κατάστασή τους όλο και πιοανυπόφορη.Ως εκ τούτου, ένας τοξικός κύκλος ενοχών και εθισμών περικλείει διαρκώς τους ήρωες του έργου, αλλά οι ανατροπές και οι παλινδρομήσεις ανάμεσα στις ατομικές και συλλογικές ευθύνες, αναγκάζουν τον θεατή να «παραδοθεί» στην ψευδαίσθηση της πλοκής και στην βιωματική του πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ο, Νηλ, από τους πλέον σημαντικούς του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1936) και τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ για τα έργα: “Beyond the horizon” (1920), “Anna Christie” (1922), “Strange Interlude” (1928), “Long day’s journey into night” (1957).

Τρίτος γιός του διάσημου ηθοποιού της εποχής Τζέιμς Ο΄Νηλ και της Έλλα Κουίνλαν, γεννήθηκε σε ξενοδοχείο του Μπρόντγουέι και έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια, γεγονός που επηρέασε τόσο την προσωπική του ζωή, όσο και το έργο του. Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αποβλήθηκε και δεν επέστρεψε ποτέ. Εργάστηκε ως κλητήρας στη Νέα Υόρκη, έφυγε ως χρυσοθήρας στην Ονδούρα και ταξίδεψε ως ναύτης με εμπορικά πλοία, αποκομίζοντας γνώσεις και παρατηρήσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων, εγκατέλειψε την περιπλάνηση και παρακολούθησε τα σχετικά μαθήματα που πρόσφερε το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Το σύνολο του έργου του κατατάσσεται σε τρεις περιόδους: στην πρώιμη ρεαλιστική περίοδο με διακριτές τις εμπειρίες από την προσωπική του περιπλάνηση στον εξπρεσιονισμό, που αρχίζει το 1920, αλλά και με εμφανείς τις φιλοσοφικές επιρροέςτου Νίτσε, τις ψυχαναλυτικές του Φρόυντ και του Γιούνγκ, τις δραματουργικές του Στρίντμπεργκ και, τέλος, στην ώριμη ρεαλιστική περίοδο, με εμφανέστατες τις βαθιές επιρροές από τους Έλληνες τραγικούς.

Τα κείμενα της τελευταίας περιόδου, διαποτισμένα από την τραγική αίσθηση της ζωής του, συνιστούν τα μεγάλα έργα του Ο΄ Νηλ και έγιναν γνωστά στην χώρα μας, κυρίως, από την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, όπως συνέβη και με το “Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” στη συγκεκριμένη απόδοση του Νίκου Γκάτσου.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα, στέκεται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντι στους τσακισμένους ήρωες. Η παράσταση δε φιλοδοξεί να κάνει τίποτε άλλο από το να αναδείξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας σε όλον τον βασανισμένο κύκλο άρνησης ανάληψης ευθυνών τους. Και το επιτυγχάνει σε αξιόλογο βαθμό. Το ταξίδι μεγάλο, εξοντωτικό, μοιάζει ατελείωτο και απαιτεί προσήλωση, υπομονή, αντοχή εκ μέρους του θεατή. Ωστόσο, χρειάζεται ο πολύς χρόνος σ’ αυτή τη διαδρομή, για να καταλυθούν οι αντιστάσεις, να αναδυθεί το απέραντο τοπίο θλίψης, αγωνίας και συγχώρεσης σε μια οικογένεια που ταλανίζεται από ενοχές, καθόλου μικρά καθημερινά εγκλήματα, χρονικά και συναισθηματικά πισωγυρίσματα, αλληλοκατηγορίες και, που όμως, παραμένει με όλα αυτά μια σφιχτοδεμένη οικογένεια. Θα πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία τόλμησε να περικόψει το τεράστιο κείμενο που είναι θαμμένο κυριολεκτικά στην πολυλογία, χωρίς να του στερήσει τους γλυκόπικρους χυμούς του.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι απογυμνωμένοι με ανοικτίρμονα ευθύτητα από κάθε είδους συμβατική αισθηματολογία. Οι σκηνές είναι στυγνές και δυνατές, ο χρόνος ενιαίος, ο τόπος το ίδιο. Οι διάλογοι αψείς, σχεδόν σκαιοί, καταλυτικοί. Το δράμα προχωρεί από σκηνή σε σκηνή με ανηλεή ρυθμό που φτάνει προς το τέλος σε μια υπνωτισμένη φρενίτιδα, σάμπως η εφιαλτική περιπέτεια να’ χει συμβεί στο χείλος της λησμοσύνης.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με ελκύει η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων και αυτό το έργο προσφέρει πολύ θάμπος και βαριές σκιές. Όταν ερμηνεύεται από μια επαγγελματική ομάδα ηθοποιών, που μπορούν να χειριστούν το σκοτάδι με τη δική τους εσωτερική λάμψη, φωτίζοντας τους χαρακτήρες και επιτυγχάνοντας μια φυσικότητα, παρά τη σκληρότητα που αυτοί αποπνέουν, οι ώρες περνούν σαν μια βόλτα σε απότομη πλαγιά λόφου, μ’ έναν άνεμο στην πλάτη σου.

Ως εθισμένη στη μορφίνη Mαίρη Κάβαν Τάιρον – Βέρα Κρούσκα, φέρνει εκπληκτικά χρώματα στον ρόλο μιας γυναίκας που ξανοίγει την ομίχλη που μπαίνει από παντού στο σπίτι. Δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, επειδή αναγνωρίζει ότι το ταξίδι του τίτλου είναι δικαίως δικό της και ότι οι άντρες τής ιστορίας είναι υποδεέστεροί της, έστω κι αν δείχνουν οργισμένοι, θλιμμένοι, εγωιστές αλλά είναι ανίκανοι μάρτυρές της. Έτσι, λοιπόν, η Μαίρη- Βέρα Κρούσκα είναι μια απελπισμένη μαχήτρια, αμυντική και χειριστική. Κι όχι μόνο. Είναι ποθητή αλλά και τρομαχτική, μοναχική, περήφανη, μοχθηρή και μπερδεμένη, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δέσμια μιας εξάρτησης. Πολυκύμαντη η φωνή της, τη χρησιμοποιεί σαν μουσικό απαλό όργανο και φινετσάτο, ζεστό και μητρικό, στη συνέχεια αγκαθωτό και βάναυσο σαν να ξεβράζει λέξεις από ένα απύθμενο πηγάδι απελπισίας και, στο τέλος, σαν άηχη κραυγή αναχώρησης με εισιτήριο τις μνήμες.

Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύεται τον σύζυγό της Τζέιμς, με συγκρατημένη αντοχή στις συνεχείς διακυμάνσεις ενός αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα και με συμπαθητική αυτοσυγκράτηση στο ζοφερό οικογενειακό τοπίο. Ενίοτε, καταφέρνει να μετατρέπεται από ανθρώπινο ζεστό σύζυγο σε απάνθρωπο άγριο πατριάρχη.

Καθώς είναι διαλυμένος από τον έκκλητο βίο του, ο μεγαλύτερος γιος Τζέημς τζούνιορ, ενσαρκώνεται από τον Θανάση Σαράντο, ο οποίος γεμίζει την αποκορυφωμένη μεθυσμένη σκηνή του με έντονο σκοτεινό χιούμορ και με απρόθυμη, επιδερμική τρυφερότητα προς τον καχεκτικό μικρότερο αδερφό του, Έντμουντ – Χρήστο Διαμαντούδη.

Ως Έντμουντ ο Διαμαντούδης είναι μια επιπόλαιη προσωπικότητα. Η σπουδή του, η σάπια οικογενειακή υποδομή και η ασθένειά του μεταφέρονται στη σκηνή με ακρίβεια.

Η Σταυριάνα Παπαδάκη είναι η υπηρέτρια και ό,τι δήλωσε η ίδια πριν από την παράσταση, αυτό ακριβώς είναι και στον ρόλο: «αφελής, συμπονετική, μοναχική, με τσαγανό και ευαισθησία, φλύαρη κι ανυπόμονη, η ιρλανδή μετανάστρια Καθλίν με τις φωναχτές σκέψεις, υπηρετώντας το βαρύ τοπίο στο εξοχικό των Τάϊρον, είναι η μόνη υγιής, φωτεινή και κάποτε κωμική πινελιά του έργου».

Η σκηνογραφία της Άσης Δημητροπούλου φέρνει μια καλοκαιρινή εξοχική κατοικία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και ποτισμένη από την ομίχλη σκληρών αντιπαραθέσεων που τυλίγουν τα πρόσωπα. Οι σκάλες που οδηγούν στο επάνω δωμάτιο είναι μια σκοτεινή εξωπραγματική απόχρωση και χαρίζει την αίσθηση ωκεανού που ξεθωριάζει σε ένα κανονικό ξύλινο πάτωμα. Έξω από τους γυάλινους τοίχους του σαλονιού, το Νέο Λονδίνο του Κονέκτικατ μοιάζει με την Αρκτική, καθώς τα φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου δημιουργούν ένα σταθερό εφέ εντυπωσιακού σέλαος .

Η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα ευπρόσδεκτο άγγιγμα ψυχής σε ένα έργο που, αν παρασταθεί σωστά, δίνει την αίσθηση ότι ο Ο’Νηλ, παρέχοντας ένα αναπάντεχο πορτρέτο της οικογένειάς του, ζητά τη μεταθανάτια συγχώρεση τους.

Ταυτότητα Παραγωγής:

Απόδοση: Νίκος Γκάτσος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου

Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρεϊζη

Μουσική: Κώστας Ευαγγελίδης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Επιμέλεια Βίντεο: Άντα Λιάκου

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Γκιζώτης, Γιάννης Γκρέζιος

Δραματουργική συνεργασία: Μάρκος Τσούμας

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Οδηγός σκηνής: Καλλιόπη Παπαθανασίου

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός αφίσας: Σιμώνη Γρηγορουδη

Διανομή (κατά σειρά εμφάνισης):

Πέρης Μιχαηλίδης (Τζέιμς Τάιρον)

Βέρα Κρούσκα (Μαίρη Κάβαν Τάιρον)

Θανάσης Σαράντος (Τζέιμς Τάιρον Τζούνιορ)

Χρήστος Διαμαντούδης (Έντμοντ Τάιρον)

Σταυριάνα Παπαδάκη (Κάθλιν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

“Εμείς και οι άλλοι”. Το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Στρουμπούλη

“Εμείς-και-οι-άλλοι”.-Το-νέο-μυθιστόρημα-του-Γιάννη-Στρουμπούλη

Εκτός από το να ψυχαγωγηθείτε, ο Γιάννης Στρουμπούλης, μέσα από το νέο του μυθιστόρημα σας ζητά αυτή τη φορά και να προβληματιστείτε.

Εμείς σαν KavalaWebNews.gr του ευχόμαστε όπως και τα άλλα βιβλία του, να είναι καλοτάξιδο!

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα