Πολιτισμός
Ιάκωβου Καμπανέλλη: «Ο μπαμπάς ο πόλεμος» στο Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος τιμώντας το «Έτος Ιάκωβου Καμπανέλλη» ανέβασε στη Μονή Λαζαριστών (Σκηνή Σωκράτης Καραντινός) το εμβληματικό, αντιπολεμικό του έργο: «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος».
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (1921-2011) γεννήθηκε στη Νάξο, αλλά αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Το 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και κρατήθηκε στο Μαουτχάουζεν μέχρι το 1945. Όταν γυρίζει στην Ελλάδα, οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, το χειμώνα του 1945-46, τον ενθουσιάζουν. Θα προσπαθήσει να γίνει ηθοποιός, ελλείψει όμως γυμνασιακού απολυτηρίου δεν θα γίνει αποδεκτός από το Εθνικό Θέατρο. Έτσι αφοσιώνεται στο γράψιμο. Τον Οκτώβριο του 1981 τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ και το 1999 γίνεται ακαδημαϊκός στην έδρα του Θεάτρου της Ακαδημίας Αθηνών. Πεθαίνει το 2011.
Ιστορικό
Ο σπουδαίος συγγραφέας έγραψε για πρώτη φορά τον “Μπαμπά τον Πόλεμο” το 1951-2. Δεν ανέβηκε, όμως, τότε και ο συγγραφέας το επεξεργάστηκε ξανά το 1960 και, ξανά, στα χρόνια της δικτατορίας, όταν ο Κάρολος Κουν ζήτησε να το ανεβάσει, όπερ και εγένετο το 1980.
«Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» δεν συμπεριλαμβάνεται στα πιο γνωστά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, του πατριάρχη του νεοελληνικού θεάτρου. Όμως, χωρίς αμφιβολία, είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα.
Πρόκειται για μια καυστική σάτιρα του πολέμου και όσων τον καπηλεύονται, η οποία διακρίνεται για τον ευφυή και παιδευτικό τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύεται θέματα και μοτίβα του αρχαίου δράματος, ιδιαίτερα της Νέας Κωμωδίας.
Το έργο είναι βαθύτατα πολιτικό και φιλοσοφικό. Η τοποθέτησή του στα 305 μ.Χ., τη χρονιά της μακεδονικής εισβολής στη μέχρι τότε ουδέτερη Ρόδο, είναι βεβαίως η πρόφαση, για να σχολιαστεί η μεταπολεμική κατάσταση στην Ελλάδα.
«Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» πρωτογράφεται, όπως είπαμε, στα 1952. Συνεπώς, η άμεση αφετηρία του είναι ο Β᾽ Παγκόσμιος Πόλεμος, κυρίως οι άμεσες μεταπολεμικές εξελίξεις — τα πρώτα συμπτώματα του Ψυχρού Πολέμου — και η υποκρισία των συμμάχων, που καταλήγουν να εξομοιωθούν με το «κακό» που πολέμησαν.
Το έργο, αν και έχουν περάσει 70 χρόνια από τότε που γράφτηκε, παραμένει τραγικά επίκαιρο. Στηρίζεται πάνω σε ιστορικά δεδομένα και συγκεκριμένα στην πολιορκία της Ρόδου από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, στο πλαίσιο των συγκρούσεων μεταξύ των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
«Το ερέθισμα που κατέληξε στην κωμωδία «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» – τίτλος ακατάλληλος από πρώτη άποψη για κωμωδία – το έδωσε η ψυχροπολεμική ένταση που ακολούθησε τις μεγάλες προσδοκίες που έφερε η λήξη του Β΄ Π.Π. Η ελπίδα πως ο πόλεμος που είχε τελειώσει ήταν ο τελευταίος, έμοιαζε με παιδαριώδη αφέλεια. Η κατάσταση ήταν και τότε θολή και απειλητική. Οι σύμμαχοι, σαν να είχαν μολυνθεί από το κακό που πολέμησαν και γίνηκαν και νικητές και διάδοχοί του», σημειώνει ο συγγραφέας.
Θα περάσουν πολλά χρόνια και θα μεσολαβήσουν πολλά γεγονότα (ανάμεσά τους και μια απόρριψη από τη λογοκρισία της Χούντας), μέχρι το έργο να ανέβει τελικά επί σκηνής, το 1979, από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι η τελευταία φορά που παρουσιάστηκε από το ΚΘΒΕ το έργο «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» ήταν το 1987, σε μια ιστορική παράσταση που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Υπόθεση
«Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» μας καλεί να γελάσουμε με όλες τις ματαιοδοξίες και τα πάθη μας. Με αφορμή τη φράση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους», ο Καμπανέλλης συνθέτει μια καυστική πολιτικοκοινωνική σάτιρα με στόχο να αναδείξει τη ματαιοδοξία της ανθρώπινης φύσης, την εμπορευματοποίηση των ιδανικών και τη μεγαλομανία της δόξας.
Επί σκηνής η Ρόδος του 305 π.Χ. με όλο τον τουριστικό της ευδαιμονισμό. Ξάφνου ο κίνδυνος της πιθανής εισβολής ενός τυραννίσκου, διαδόχου του Μ. Αλεξάνδρου, του Δημητρίου Πολιορκητή, ο οποίος ανατρέπει τα δεδομένα ενός ειρηνικού εμπορίου. Η ουδέτερη Ρόδος σηκώνει τείχη, αγοράζει όπλα, σπουδάζει τη στρατιωτική τέχνη και διδάσκεται την ιδεολογία του πολέμου. Ο Δημήτριος νικιέται. Ωστόσο, με τη συμφωνία που υπογράφει, αναδείχνει τους Ροδίτες σε διαδόχους του. Και τότε αρχίζουν όλα.
Ξεκαρδιστικοί διάλογοι και απίθανα επεισόδια και παρεξηγήσεις οδηγούν στην αποδοχή της παραπάνω ρήσης του Ηράκλειτου.
Ο συγγραφέας, μέσα από το χιούμορ και την ειρωνεία, ψυχογραφεί αριστοτεχνικά τους ήρωές του και, μέσα από τις κωμικές καταστάσεις, υπογραμμίζει ότι όλοι τελικά είμαστε έμποροι.
Ανάγνωση
Η Αλληγορία είναι ένα σχήμα του λόγου, στον οποίο χρησιμοποιείται μία ιστορία με σκοπό τη διδασκαλία ή την ερμηνεία μιας ιδέας ή μιας αρχής. Υπάρχει μία σαφής διαφορά της αλληγορίας με το συμβολισμό. Μια αλληγορία είναι μια πλήρης αφήγηση, η οποία περιλαμβάνει χαρακτήρες και δράσεις που αντιπροσωπεύουν μια αφηρημένη ιδέα ή ένα γεγονός.
Στην υπόθεσή μας, ο πόλεμος γέννησε την ιδέα κι επειδή «γενεσιουργό και γενάρχη των πάντων», αποκαλεί τον πόλεμο ο Ηράκλειτος, και για τους Θεούς και για τους ανθρώπους, κι αυτόν ονοματίζει και αυτόν θεωρεί υπεύθυνο, που άλλους κάνει δούλους και άλλους ελεύθερους, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραψε τον «Μπαμπά τον Πόλεμο».
Πολύ αργότερα από την οριστική του μορφή, το ζήτησε ο Κάρολος Κουν για το «Θέατρο Τέχνης» κι ο Γιώργος Λαζάνης το σκηνοθέτησε, ύστερα από τριάντα περίπου χρόνια από τη συγγραφή του. Για κείνη τη μνημειώδη παράσταση έγραψε ο Τάσος Λιγνάδης στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Δροσερό, κεφάτο, πνευματώδες, τσούζει όσο πρέπει και όπως πρέπει. Κωμωδία που πατάει ελαφρά πάνω στην πολιτική σάτιρα που δεν επιβαρύνει: το είδος της κωμωδίας. Μια γουστόζικη αλληγορία, ένα θέμα θεατρικότατα μαστορεμένο και, κυρίως ένας έξυπνος διάλογος».
Πράγματι, διαβάζοντάς το εν έτει 2022 , διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι η εμφανέστερη συνιστώσα της πλοκής του έργου είναι η ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους Ροδίτες και ιδιαίτερα ανάμεσα στο Φιλόξενο και το Δημήτριο. Η ανατροπή αυτή φαντάζει απροσδόκητη και είναι αναμφίβολα κωμική, μια ανατροπή ανάλογη με αυτές που συμβαίνουν συχνά στις φαρσοκωμωδίες. Όσο κι αν δείχνει να προέρχεται από την παράδοση της φάρσας, η αντιστροφή των ρόλων είναι η πιο ρεαλιστική, ψυχογραφική χειρονομία του έργου. Γιατί η ουσία του εδράζεται στην εγγενή ομοιότητα ανάμεσα στους κατακτητές και στους κατακτημένους.
Οι Ροδίτες κρύβουν έναν Μακεδόνα μέσα τους. Στα σπλάχνα κάθε “ειρηνιστή” μεγαλοξενοδόχου, που επιχειρεί να διατηρήσει –προς ίδιον όφελος– την ουδετερότητά του, υποβόσκει ένας μιλιταριστής τύραννος, που με την πρώτη ευκαιρία αφυπνίζεται μουγκρίζοντας.
Ο συγγραφέας κατασκευάζει ένα θεατρικό μύθο, όπου πρωταγωνιστεί η καπηλεία κάθε λογής: η καπηλεία του πολέμου, του πατριωτισμού, η καπηλεία κάθε μορφής αρχών και αξιών, ιερών και οσίων. «Όλοι είναι έμποροι» διακηρύσσει ο Φιλόξενος με περηφάνια στην αρχή του έργου. Ο Φιλόξενος, άλλωστε, διέταξε τη μετατροπή των ναών σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, το ξήλωμα του στρατού, αλλά και την εκπόρνευση μιας νεαρής κοπέλας, όλα στο βωμό του οικονομικού κέρδους. Από αυτές τις πρώτες κωμικές χειρονομίες διαφαίνεται και η εσώτατη ψυχική συγγένεια μεταξύ Ροδιτών και Μακεδόνων, ιδιαίτερα ανάμεσα στο Φιλόξενο και το Δημήτριο τον Πολιορκητή. Η ανατροπή που θα επέλθει στην πορεία του έργου, με την ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στους δύο, δεν είναι και τόσο απροσδόκητη για όποιον πρόσεξε αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια.
Όλες οι κωμικές καταστάσεις του έργου συντείνουν στην υπογράμμιση μιας πικρής αλήθειας: αφενός ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί άνδρες έχουν ξεπουλήσει τα πάντα προς όφελος του καταναλωτισμού και του γρήγορου πλουτισμού, κι αφετέρου, ότι όσοι μονοπωλούν τον πατριωτισμό καταλήγουν τελικά να τον εμπορεύονται και να τον μετατρέπουν σε προσοδοφόρο επάγγελμα. Σε τι διαφέρει τελικά να πουλάς τουρισμό από το να πουλάς πατρίδα; Σε τι διαφέρει να επιχειρείς να συγκεντρώσεις, πάση θυσία, πλούτο από το να κυριεύεσαι από τη μεγαλομανία της δόξας;
Η παράσταση
Η φαντασία, η τρέλα, το ασυνείδητο και η παντοδυναμία του ονειρικού στοιχείου είναι η βάση της σουρεαλιστικής οπτικής, την οποία υιοθέτησε ο χαρισματικός σκηνοθέτης σ’ αυτή την πολυπρόσωπη, αντιπολεμική κωμωδία- σάτιρα- παρωδία- καταγγελτική και ευφυή πρόταση του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης άπλωσε στη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη μια πανδαισία χρωμάτων με τα σουρεάλ κοστούμια της Σοφίας Τσιριγιώτη , τα πληθωρικά, έξυπνα σκηνικά της Ζωής Μολυβδά – Φαμέλη, εφόσον στήθηκε η Ρόδος ( και το πήδημα), η εικαστικής φαντασμαγορίας ναυαρχίδα του Δημητρίου του Πολιορκητή και οι εντυπωσιακές σκηνές, σαν ζωγραφικοί πίνακες, στα ζοφερά σημεία της δράσης.
Ακόμα, ο σκηνοθέτης μελέτησε διεξοδικά το πώς και το γιατί ο συγγραφέας ασχολήθηκε, πριν από εβδομήντα χρόνια, με τον «πόλεμο» και, με ερέθισμα την ψυχροπολεμική ένταση και την πολιτική κατάσταση στη Μεταπολεμική Ελλάδα, παρουσιάζει στη Μονή Λαζαριστών μια πολιτική σάτιρα, όπου ο μύθος και οι χαρακτήρες της εποχής της πολιορκίας της Ρόδου, από τον Δημήτριο Πολιορκητή, γίνονται διαχρονικά σύμβολα και στιγματίζουν το σήμερα.
Βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε από την αρχή του έργου και, πολύ πριν την τελική ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στον Φιλόξενο και τον Δημήτριο, τους αντιπάλους (Ροδίτες και Μακεδόνες), να εμφανίζουν αδιάψευστες εγγενείς συγγένειες.
Οι Ροδίτες δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο. Η τουριστική πρόοδος είναι γι’ αυτούς κάτι σαν έμμονη ιδέα, όπως εμμονή αποτελεί για τον Δημήτριο η ανάπτυξη της πολεμικής του μηχανής. Η ουδετερότητά τους ξεμπροστιάζεται ως εθελοδουλία και δουλοπρέπεια.Τελικά δεν αποτελεί τίποτα άλλο, παρά αυτοεκπόρνευση. Ο Φιλόξενος λειτουργεί ως προαγωγός, ρόλος τον οποίο αναλαμβάνει και κυριολεκτικά, όταν προωθεί την αθώα Ουρανία στον Δημήτριο.
Η παράσταση είναι ένας παράδεισος ευδαιμονίας , επειδή μια απολαυστική αλληλουχία πανέξυπνων ευρημάτων προφέρει στο κοινό συνεχείς εκρήξεις γέλιου και εκπλήξεων, χάρις στους γρήγορους ρυθμούς, στις έξοχες ερμηνείες όλων των συμμετεχόντων , στις μαγευτικές εικόνες που σχηματίζουν σκηνικά και φωτισμοί της Φαμέλη, ενώ η μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη υπογραμμίζει όλα τα σημείο της δράσης με τον ξεχωριστό του τρόπο. Έπαινος και στη σύγχρονη κίνηση που δίδαξε η Αναστασία Κελέση.
Ο ενορχηστρωτής του συνόλου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, άξιος θαυμασμού και επευφημιών για το επιτυχημένο αποτέλεσμα μιας δύσκολης προσπάθειας, τιμά το Κ.Θ.Β.Ε. – από το οποίο αποφοίτησε – και χαρίζει στον βορειοελλαδίτικο φορέα πολιτισμού, μια ευτυχή στιγμή στη νέα θεατρική σαιζόν.
Σε μια σκηνική πληθωρικότητα ο κάθε ρόλος γνωρίζει και προσφέρει στο σύνολο της παράστασης τη σπουδαιότητα της εργασίας του στη φωνή, στις χειρονομίες, στην έκφραση, στις κινήσεις, στη συνεργασία, ώστε γίνεται αντιληπτή στην πλατεία – ως οπτική απόδοση της σημασίας του κειμένου – η σκηνοθετική άποψη, η οποία λειτουργεί για το κοινό, ως θεατρική ανάλυση για την κατανόηση του έργου στα προφανή και στα υπαινικτικά του επίπεδα.
Επιβλητική η σκηνή έναρξης με την τσακισμένη Ειρήνη να μεταφέρεται με το φορείο έξω από το πεδίο δράσης, ομοίως ιδιαίτερη και καθηλωτική η τελευταία σκηνή του έργου, όταν η Ειρήνη αγκομαχά πάνω από τα πτώματα. Φέρνει στο νου το ποίημα του Σολωμού «Μαύρη Ράχη», το επίγραμμα για την καταστροφή των Ψαρών το 1824, κι ας είναι πολύ μεταγενέστερο της ιστορικής συνθήκης που ο Καμπανέλλης τοποθέτησε το έργο του. Άλλωστε, ο πόλεμος είναι διαχρονική ανθρώπινη πληγή που θα αιμορραγεί στο διηνεκές..
Δε θα ξεχωρίσω κάποιον από την ομάδα, γιατί, πολύ απλά, όλοι οι ηθοποιοί λειτουργούν σαν ολότητα, ανεξαρτήτως μεγέθους ρόλου.
Όλοι οι χαρακτήρες δίνουν στη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» ένα εξαιρετικό πρότυπο συνεργασίας και πειθαρχίας στις σκηνοθετικές οδηγίες, δείχνουν – με το παραπάνω – να χαίρονται και να απολαμβάνουν κείμενο και παράσταση κι έτσι περνούν στην πλατεία τα όμοια, στο πολλαπλάσιο.
Πρόκειται, λοιπόν, για μια έμπλεη ευρημάτων ( ο νεκρός φλύαρος χιλίαρχος, οι σπαρταριστοί αμερικανόφερτοι χαιρετισμοί ένστολων, το φανταστικό πινγκ –πονγκ των διδύμων, όλες οι σουρεαλιστικές σκηνές στη Ρόδο και στο κατάλυμα του Πολιορκητή, η σάουνα με την άνομα «Πήδημα» και τόσα άλλα ) , πραγματικά υπέροχη παράσταση, η οποία περνάει αντιπολεμικά μηνύματα και αξίες για την ζωή και την ομόνοια.
Ένα έργο που αποτελεί την επιτομή του φαινομένου του πολέμου, καθώς μελετά όλους τους παράγοντες που περιστρέφονται γύρω από αυτόν, την οικονομία, τον έρωτα, την ανθρώπινη ματαιοδοξία, την φιλαρέσκεια, τον εγωισμό, την κερδοσκοπία ακόμα και την βλακεία και τον ρόλο που παίζει αυτή στην διαμόρφωση των πραγμάτων!
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης
Σκηνικά – Σχεδιασμός φωτισμών: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Κοστούμια: Σοφία Τσιριγώτη
Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Κίνηση: Αναστασία Κελέση
Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου, Βοηθός σκηνοθέτης – εκμάθηση taekwondo: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Μαρία Όσσα, Βοηθός σκηνογράφου: Κατερίνα Μπούσια- Αλεξάκη, Οδηγός σκηνής: Πέτρος Κοκόζης
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Παίζουν: Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Φρίξος), Χαρά Γιώτα (Ουρανία), Δημήτρης Διακοσάββας (Φιλόξενος), Άννα Ευθυμίου (Λάμια), Αλέξανδρος Ζαφειριάδης (Χιλίαρχος, Άγνωστος έμπορο– ανά ηθοποιό και ρόλος όπλων), Πάνος Καμμένος (Καλλικράτης), Κωνσταντίνος Καπελλίδης (Δίδυμος), Νίκος Καπέλιος (Πάμφιλος), Δημήτρης Καρτόκης (Χάρης ο Λίνδιος), Άννα Λουϊζίδη (Κορνηλία, κόρη του Λούκιου), Νίκος Μήλιας (Νεοκλής), Δημήτρης Μορφακίδης (Ευελπίδης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Βουτία), Ορέστης Παλιαδέλης (Δημήτριος), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Μέντης), Στέφανος Πίττας (Δημάδης), Θανάσης Ρέστας (Πυθίας), Σπύρος Σιδέρης (ΛούκιοςΤερέντιοςΠίκουλος), Κωνσταντίνος Χειλάς (Δίδυμος), Γλυκερία Ψαρρού (Ποππαία, κόρη του Λούκιου)
Συμμετέχουν επίσης:
Χρήστος Γκρόζος, Ηλέκτρα Καζάκου, Νίκος Μανωλάς, Βασίλης Μπόγδανος, Στέλλα Παπανικολάου, ΕλίζαΧαραλαμπογιάννη (Παραθεριστές, Φρουροί, Αιχμάλωτοι, Ροδίτες), Δέσποινα Ντικούλη (Ειρήνη)
Επίλογος
Μετά τον πόλεμο η συμφιλίωση. Κανένας άλλος πόλεμος δεν πρέπει να τελείωσε όπως αυτός, με τους δύο αντιμαχόμενους να αγκαλιάζονται, με τον νικητή να ζητά συγγνώμη από τον νικημένο «που δεν τον άφησε να νικήσει», με τους εμπόλεμους να νιώθουν ευγνωμοσύνη ο ένας για τον άλλο, να αλληλοσυγχαίρονται και να αλληλοευχαριστιούνται, δηλώνοντας ότι αν είχαν παιδιά θα ήθελαν να μοιάσουν στον εχθρό τους. Ο πόλεμος γέννησε όντως μια καινούρια φάρα ανθρώπων!
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Συντελεστές
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά
Διάρκεια: 60 λεπτά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login