Connect with us

Πολιτισμός

«Αλεπούδες» της Ντων Κινγκ στο Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών

«Αλεπούδες»-της-Ντων-Κινγκ-στο-Μικρό-Θέατρο-Μονής-Λαζαριστών

Πρόλογος

Οι “Αλεπούδες” είναι μια καθηλωτική και συνταρακτική παραβολή της Ντων Κίνγκ, μια υπαινικτικά κωμική διερεύνηση της πίστης, της επιθυμίας και της ευθύνης, που διαδραματίζεται σε έναν κόσμο τόσο ξένο, όσο και οικείο.

Έργο βραβευμένο στον διαγωνισμό θεατρικής γραφής «Papatango New Writing», έκανε πρεμιέρα το 2011 στο Λονδίνο. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό κείμενο με στοιχεία βρετανικού χιούμορ, όπου η αναμέτρηση με τον φόβο οδηγεί σε μια σκληρή εσωτερική πάλη με το “είναι” και το “φαίνεσθαι”.

Το κείμενο, γεμάτο με εναλλακτικά γεγονότα, θεωρίες συνωμοσίας και ψεύτικες ειδήσεις, ανέβηκε στο σανίδι πριν από τα αληθινά τραγελαφικά γεγονότα που έζησαν οι Άγγλοι πολίτες. Οι αναφορές σε ελλείψεις τροφίμων που το κατακλύζουν, δεν απέχουν πολλά βήματα από πολλούς πηχυαίους τίτλους που σχετίζονται με το Brexit, αναφορικά με τη συσσώρευση αποθεμάτων στα σπίτια τους.

Υπόθεση

Η οικογένεια Covey αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ταυτόχρονα, ταλανίζεται από τον πόνο της απώλειας του παιδιού τους, ενώ είναι απίθανο να καλύψει το συνολικό ποσό της γεωργικής παραγωγή της, λόγω πλημμυρών. Έτσι, σταδιακά χάνουν κάθε αίσθηση οικειότητας ως ζευγάρι.

Η κατάσταση γίνεται χειρότερη, όταν εμφανίζεται στο αγρόκτημά της ένας κυβερνητικός ερευνητής, ο Ουίλιαμ Μπολ, για να «ξεριζώσει» την πηγή των προβλημάτων και να εντοπίσει τυχόν σαρκοφάγα ζώα , άτακτες αλεπούδες (μυθικά θηρία για τον τόπο), που είναι τόσο επιτήδεια στο να κρύβονται, ώστε κανείς ποτέ δεν τα είδε.

Καθώς η έρευνα του Ουίλιαμ ξεκινά, τα μυστικά αρχίζουν να αναδύονται, η πραγματικότητα του κόσμου των Coveys αποκαλύπτεται, ζωή μισή μέσα κι έξω από το σπίτι, που παλεύει να παραμένει όρθιο σ’ έναν βαλτότοπο, καθώς και οι ζοφερές αλήθειες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Είτε είναι μεταφορά της θρησκοληψίας , της δικτατορικής εξουσίας , της υπερθέρμανσης του πλανήτη ή κάτι άλλο, η αλεπού, ως αποδιοπομπαίος τράγος που χρησιμοποιείται για να ενσταλάξει τον φόβο στο κοινό, είναι ένα θέμα που διατρέχει όλο το έργο.

Αγνοώντας τον χρόνο που πέρασε στο κρεβάτι ο Σαμουήλ – ιδιοκτήτης του αγροκτήματος – μετά τον τυχαίο θάνατο του μοναδικού παιδιού του, ο Ουίλιαμ – κυβερνητικός ερευνητής, εκπαιδευμένος από μικρός στο κυνήγι μαγισσών – επιλέγει να συμπεράνει ότι οι αλεπούδες φταίνε που υστερούν τα γεωργικά προϊόντα της οικογενείας του Σαμουήλ. Η μετέπειτα αναζήτησή του για τα «θηρία», κάνει τον Σαμουήλ να πέσει σε μια κατάσταση σύγχυσης και αυταπάτης. Ακόμη, κάνει τη σύζυγό του Ιουδήθ, να συνάψει μια φρικτή συναλλαγή μαζί του και με τη γειτόνισσάτους,Σάρα Μποξ , ώστε να διαπράξουν μια βαρυσήμαντη προδοσία.

Η δράση διαδραματίζεται σε ένα δυστοπικό χωροχρόνο, όπου υπάρχει αστική διανομή τροφίμων και η Αγγλία βασίζεται αποκλειστικά σε εγχώρια προϊόντα. Ακόμα και ο καιρός έχει αλλάξει προς το χειρότερο και μια αυταρχική κυβέρνηση τηρεί την τάξη και σκορπίζει φόβο προπαγάνδας για τους κινδύνους που θέτουν οι αλεπούδες για τις κοινότητες και την παραγωγή αγαθών. Το 2011, ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» δεν είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται, επομένως ,τα θέματα που θίγει το κείμενο φαίνονται προφητικά.

Ανάγνωση

Αυτές οι «Αλεπούδες» είναι μια καλογραμμένη αλληγορία για την εξουσία και μια παραβολή για τις κοινωνικές προκαταλήψεις και ιδεοληψίες. Έτσι εξηγούνται και οι αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη και σε μια επερχόμενη «βιβλική» καταστροφή. Μάλιστα, η κεντρική ηρωίδα ονομάζεται Ιουδήθ και ο άντρας της Σαμουήλ.

Ο Σαμουήλ και η Ιουδήθ αντιδρούν διαφορετικά στο μύθο των αλεπούδων. Ο άνδρας διοχετεύει τη θλίψη του στο κυνήγι των άπιαστων ζώων, ενώ η γυναίκα οργανώνει περαιτέρω στον σκεπτικισμό. Ο Ουίλιαμ, στυγνός κυβερνητικός ερευνητής, πρέπει να αντιμετωπίσει την έννοια της αμφιβολίας, για πρώτη του φορά.

Με πρόσχημα τη διερεύνηση ύποπτων παραπτωμάτων από τους «λαίμαργους κυνόδοντες αλεπούδων», ειδικοί κυβερνητικοί εξεταστές έχουν απεριόριστη εξουσία για να συγκροτήσουν έναν συμμορφούμενο πληθυσμό προς τις κυβερνητικές επιταγές.

Μια δυνητικά θανατηφόρα σύγκρουση ακολουθεί, όταν μια οικογένεια από αυτούς τους χαρακτηρισμένους απρόσεχτους και οικειοθελώς παθόντες καλλιεργητές γης, κατοικεί στη μικρή φάρμα ενός επικίνδυνα κλυδωνισμένων σχέσεων ζευγαριού, που αγωνίζεται να καλύψει την ποσόστωση παραγωγής του, εξαιτίας πλημμυρών που καταστρέφουν τις καλλιέργειες, ενώ το ζευγάρι δεν έχει συνέλθει ακόμη από τον πρόσφατο θάνατο του μικρού τους γιου.

Ο κυβερνητικός ελεγκτής υπαινίσσεται δε, ότι αυτές οι φυσικές καταστροφές αποδίδονται στη συνενοχή του ζευγαριού με τις «αλεπούδες», παρά τις αντιρρήσεις που διατύπωσε μια προκλητική γειτόνισσα, ότι κανείς δεν έχει δει ποτέ τις αλεπούδες, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του ανιχνευτή.

Η συγγραφέας

Η DawnKing (Ντων Κινγκ) είναι μια βραβευμένη συγγραφέας που γράφει για το θέατρο, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο, ενώ παράλληλα διδάσκει μαθήματα θεατρικής γραφής σε ενήλικες και παιδιά. Είναι μέλος του συγγραφικού φόρουμ του BBC, «BBC Writersroom 10», και μόνιμη συνεργάτης του «Finborough Theatre». Έχει υπάρξει μέλος των προγραμμάτων«Theatre and Royal Court Theatre Young Writers».

Το έργο της «Foxfinder» απέσπασε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό Paratango το 2011 και παρουσιάστηκε στο FinboroughTheatre. Κέρδισε ακόμα το Βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέως στο Off West End Awards, το 2012.

Μεταξύ άλλων έργων της είναι τα:«Water Sculptures/ZOO double bill», «Face Value» και«Doghead Boy and Sharkmouth Go To Ikea».

Η Παράσταση

Φανταστείτε το κυνήγι μαγισσών του “The Crucible” του Μίλερ στα χέρια ενός σύγχρονου οργουελικού κράτους και έχετε το ευρύ περίγραμμα του “Foxfinder” της Dawn King, το οποίο παρουσιάζεται σε μια ατμοσφαιρική παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών, σε εμπνευσμένη σκηνοθεσία της Χριστίνας Χατζηβασιλείου.

Είναι εμφανής η επιρροή του Άρθουρ Μίλερ (Το χωνευτήρι) στην παράσταση, αλλά δεν συναντάται ο απόηχος του Κάφκα. Θα έλεγα ότι είναι έμπλεη ευρημάτων – δανείων από το γερμανικό εξπρεσιονιστικό θέατρο. Μια οθόνη, ένα μικρόφωνο, φωτογραφική μηχανή, κινητό με κάμερα κι ένα μπρεχτικό σκηνικό, που σηματοδοτεί βαλτοχώραφο και εσωτερικό αγροικίας.

Η σκηνοθέτις τοποθετεί τη συνθήκη δράσης σε μια φανταστική Βρετανία του εγγύς μέλλοντος, όπου η προπαγάνδα και ο αποδιοπομπαίος τράγος πάνε μαζί, σαν τσάι με κέικ. Το δράμα επιστημονικής φαντασίας της Κινγκ εκθέτει μια βολική λύση στο κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς, εφόσον σέβεται τον εαυτό του και, βεβαίως, εφόσον επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία εν μέσω ελλείψεων τροφίμων, που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή.

Εάν δεν μπορείτε να στοχεύσετε τους ενόχους σε έναν politically correct κόσμο, ποιον ξεχωρίζετε για την ευθύνη, όταν τα πράγματα πάνε στραβά; Γιατί όχι, αυτούς τους αιώνιους απίθανους στόχους των αγγλικών προσπαθειών ελέγχου «θηρίων», όπως οι αλεπούδες!

Το σκηνικό της Ελένης Στρούλια είναι μια στοιχειώδης απεικόνιση αγροτικής γης. Ένα ζοφερό αγροτικό τοπίο σε μια άχρονη εποχή, χωρίς όνομα. Μια αγγλική νοτισμένη ύπαιθρος στο χείλος μιας κρίσης, που υπόκειται σε αυστηρή, επίσημη κρατική επιθεώρηση. Το εσωτερικό του σπιτιού απαρτίζεται, κυρίως, από ένα αρθρωτό τραπέζι που μετατρέπεται σε κρεβάτι και λοιπούς χώρους, ανάλογα τη σκηνή. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου σηματοδοτούν συναισθήματα, εξάρσεις αλλά και γήινους χώρους.

Η μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου είναι εξίσου καλοσχεδιασμένη και ντύνει τη δράση, όπως σχεδίασε το «μουσικό κοστούμι» η σκηνοθεσία. Άλλοτε αργά, άλλοτε υπόκωφα κι άλλοτε σε σημαδιακό κρεσέντο.

Κατά καιρούς, η αλεπού αντιπροσωπεύει μια άγρια, αδάμαστη σεξουαλικότητα την οποία ο μοναστικός, σχεδόν μαζοχιστής, νεαρός ελεγκτής γνωρίζει πολύ καλά. Επίσης, η αλεπού συμβολίζει την παράλογη αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων για να εξηγήσουν τα δεινά που στοιχειώνουν την ανθρωπότητα.

Νομίζω πως η σκηνοθέτις Χριστίνα Χατζηβασιλείου εξέλαβε το έργο, ως μια επίθεση στον κίνδυνο των φονταμενταλιστικών βεβαιοτήτων και αντελήφθη ότι αυτό που εμποδίζει να ανατραπεί σε γοτθικό παραλογισμό είναι η αίσθηση του χιούμορ και ο ρεαλισμός της συγγραφέως. Έτσι, εξισορροπεί αποτελεσματικά τη φανταστική, δυστοπική αλληγορία της Κίνγκ με τον σπλαχνικό ρεαλισμό και την αυξανόμενη ένταση, παρά το προβλέψιμο αποτέλεσμα της ιστορίας.

Πιθανώς να υπερφόρτωσε τη δράση με διαστάσεις ήσσονος σημασίας (μικρόφωνο σε κάποια λόγια, χωρίς αναγκαίο λόγο, βιντεάκι με κινούμενα σχέδια άνευ συμβολισμών, χιουμοριστικό ενσταντανέ από σεφ που ετοιμάζει σάντουιτς, δυο- τρία παιδικά παιχνίδια καταγής), ωστόσο, άρεσαν στο κοινό, εφόσον αρκετοί θεατές γέλασαν.

Ο Γιάννης Καραμφίλης στον ρόλο του Σαμουήλ δίνει μια ζωηρή ένταση στην ερμηνεία του. Η ψυχοφθόρα ταλαιπωρία του και ο θυμός του για την αναίδεια, το θράσος της έρευνας, δίνουν τη θέση τους σε έναν πιο προσωπικό πόνο και αγωνία. Οπότε, παρασταίνει πειστικά τον άνθρωπο που έχει σπάσει από τα γεγονότα και προσπαθεί να ανακτήσει την ενέργεια και ζωτικότητά του, έστω με αυταπάτες. Άλλωστε, όλοι, εκτός από τον αγρότη Σαμουήλ, αμφιβάλλουν για την ύπαρξη των αλεπούδων, οι οποίες τού φαίνονται σαν μια εύχρηστη δικαιολογία της κυβέρνησης να ελέγχει τους πολίτες και να δραπετεύει από τις δικές της ελλείψεις. Αλλά ο Σαμουήλ, απελπισμένος για το ανέφικτο να κατηγορήσει κάποιον, κυνηγάει τη θλίψη του μ’ ένα όπλο.

Δεσπόζει στη σκηνή η εξαιρετική δουλειά της Λίλας Βλαχοπούλου, ως γειτόνισσας Σάρα, της οποίας οι πράξεις και η συμπεριφορά της πλάθουν ένα μεγάλο κομμάτι του φόβου και της καχυποψίας αυτού του κόσμου.

Ο Νικόλας Μαραγκόπουλος, ο ερευνητής Ουίλιαμ, καταθέτει μια σπουδαία ερμηνεία. Οργώνει κυριολεκτικά τη σκηνή, ελίσσεται με έξοχη υποκριτική δεινότητα ανάμεσα στον κυνικό, αδίστακτο εντεταλμένο ερευνητή, στον θρησκόληπτο χριστιανό που αυτοτιμωρείται, δίχως έλεος, όταν χάνει τον στόχο του και σ΄ ένα σεξουαλικά πεινασμένο αγρίμι.

Ο Ουίλιάμ του απεικονίζει συγκλονιστικά έναν απαίσιο και ψυχρό νεαρό άνδρα, ένα πλήρες προϊόν του ολοκληρωτικού κράτους, το οποίο υπηρετεί. Ενδύεται τον ρόλο τόσο πειστικά, ώστε ο θεατής κρέμεται από την όψη του. Επίτευγμα από τον εξαιρετικό ηθοποιό.

Η Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου είναι η Ιουδήθ , το δεύτερο κομμάτι της τετράδας ηρώων. Ξεπερνά τα κλισέ και κάνει το μέγιστο, ώστε να δείχνει αληθινή στη συγκίνησή της. Είναι μια γυναίκα εμφανώς υποστηρικτική σύζυγος, πιο ορθολογική και αποφασισμένη να κρατήσει τη φάρμα, αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένα πεινασμένο θηλυκό, απότιστο κι αδικημένο.

Ένα εξαιρετικό κουαρτέτο ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε. και μια μοντέρνα σκηνοθεσία οδηγούν τον θεατή σ’ ένα ταξίδι φαντασίας, αλληγορίας, υπαινιγμών, που δίνουν λυσάρι ανάγνωσης, ερμηνείας των επιπέδων που κρύβουν οι λέξεις.

Αυτή η παράσταση είναι μια ανατριχιαστική υπενθύμιση του τι μπορεί να κάνει ο θρησκευτικός ή πολιτικός φονταμενταλισμός σε μια κοινωνία υπό χειραγώγηση, κατήχηση και τυφλή πίστη στις δεισιδαιμονίες. Ταυτόχρονα, είναι και μια καταγγελία ενάντια στους οπαδούς μεθόδων, όπως αυτές των ναζιστικών και σταλινικών στρατοπέδων.

Επίλογος

Το ότι ζούμε σε καιρούς κατά τους οποίους συντελούνται φρικτά πράγματα από εξουσίες που αντιγράφουν τους ιστορικούς ολοκληρωτισμούς, αυτό νομίζω θα έπρεπε να ήταν λόγος αφύπνισης και μαζί ευκαιρία να ξανασυζητήσουμε σοβαρά με τους νεότερους για τον ανθρώπινο και ηθικό ζόφο αυτής της «αντι-Δύσης», που παρουσιάζεται ενίοτε ως κατ’ επίφαση εκδίκηση και απάντηση στα δεινά και στα ανομήματα της Δύσης.

Αυτή τη συζήτηση δεν την ακούμε, δεν τη βλέπουμε. Πιθανώς, να γίνεται σποραδικά σε μικρούς κύκλους. Οι ολοκληρωτισμοί, πολιτικοί και «θρησκευτικοί», παραδοσιακοί ή μετασκευασμένοι, δεν κινητοποιούν τα δημόσια συναισθήματα και, ιδίως, την ευαισθησία μεγάλου μέρους της διανόησης και των καλλιτεχνών. Τουλάχιστον, όχι στη δική μας χώρα.

Να, όμως, που φορείς πολιτισμού, όπως το Κ.Θ.Β.Ε. μάς δίνουν τροφή για σκέψη με παραστάσεις, όπως «Οι αλεπούδες» της Ντων Κινγκ.

*Κατάλληλο για άτομα άνω των 16 ετών

Συντελεστές Παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία-Δραματουργική Επεξεργασία: Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά-Κοστούμια-Video: Ελένη Στρούλια

Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Κική Καραϊσκου, Βοηθός Σκηνογράφου: Τατιάνα Νικολαΐδου, Οργάνωση παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Ηθοποιοί (σειρά εμφάνισης)

ΣΑΜΟΥΗΛ: Γιάννης Καραμφίλης

ΙΟΥΔΗΘ: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

ΟΥΙΛΙΑΜ: Νικόλας Μαραγκόπουλος

ΣΑΡΑ: Λίλα Βλαχοπούλου

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα