Connect with us

Πολιτισμός

Ιάκωβου Καμπανέλλη: «Ο μπαμπάς ο πόλεμος» στο Κ.Θ.Β.Ε.

Ιάκωβου-Καμπανέλλη:-«Ο-μπαμπάς-ο-πόλεμος»-στο-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος τιμώντας το «Έτος Ιάκωβου Καμπανέλλη» ανέβασε στη Μονή Λαζαριστών (Σκηνή Σωκράτης Καραντινός) το εμβληματικό, αντιπολεμικό του έργο: «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος».

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (1921-2011) γεννήθηκε στη Νάξο, αλλά αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Το 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και κρατήθηκε στο Μαουτχάουζεν μέχρι το 1945. Όταν γυρίζει στην Ελλάδα, οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, το χειμώνα του 1945-46, τον ενθουσιάζουν. Θα προσπαθήσει να γίνει ηθοποιός, ελλείψει όμως γυμνασιακού απολυτηρίου δεν θα γίνει αποδεκτός από το Εθνικό Θέατρο. Έτσι αφοσιώνεται στο γράψιμο. Τον Οκτώβριο του 1981 τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ και το 1999 γίνεται ακαδημαϊκός στην έδρα του Θεάτρου της Ακαδημίας Αθηνών. Πεθαίνει το 2011.

 Ιστορικό

Ο σπουδαίος συγγραφέας έγραψε για πρώτη φορά τον “Μπαμπά τον Πόλεμο” το 1951-2. Δεν ανέβηκε, όμως, τότε και ο συγγραφέας το επεξεργάστηκε ξανά το 1960 και, ξανά, στα χρόνια της δικτατορίας, όταν ο Κάρολος Κουν ζήτησε να το ανεβάσει, όπερ και εγένετο το 1980.

«Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» δεν συμπεριλαμβάνεται στα πιο γνωστά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, του πατριάρχη του νεοελληνικού θεάτρου. Όμως, χωρίς αμφιβολία, είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα.

Πρόκειται για μια καυστική σάτιρα του πολέμου και όσων τον καπηλεύονται, η οποία διακρίνεται για τον ευφυή και παιδευτικό τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύεται θέματα και μοτίβα του αρχαίου δράματος, ιδιαίτερα της Νέας Κωμωδίας.

Το έργο είναι βαθύτατα πολιτικό και φιλοσοφικό. Η τοποθέτησή του στα 305 μ.Χ., τη χρονιά της μακεδονικής εισβολής στη μέχρι τότε ουδέτερη Ρόδο, είναι βεβαίως η πρόφαση, για να σχολιαστεί η μεταπολεμική κατάσταση στην Ελλάδα.

«Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» πρωτογράφεται, όπως είπαμε, στα 1952. Συνεπώς, η άμεση αφετηρία του είναι ο Β᾽ Παγκόσμιος Πόλεμος, κυρίως οι άμεσες μεταπολεμικές εξελίξεις — τα πρώτα συμπτώματα του Ψυχρού Πολέμου — και η υποκρισία των συμμάχων, που καταλήγουν να εξομοιωθούν με το «κακό» που πολέμησαν.

Το έργο, αν και έχουν περάσει 70 χρόνια από τότε που γράφτηκε, παραμένει τραγικά επίκαιρο. Στηρίζεται πάνω σε ιστορικά δεδομένα και συγκεκριμένα στην πολιορκία της Ρόδου από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, στο πλαίσιο των συγκρούσεων μεταξύ των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

«Το ερέθισμα που κατέληξε στην κωμωδία «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» – τίτλος ακατάλληλος από πρώτη άποψη για κωμωδία – το έδωσε η ψυχροπολεμική ένταση που ακολούθησε τις μεγάλες προσδοκίες που έφερε η λήξη του Β΄ Π.Π. Η ελπίδα πως ο πόλεμος που είχε τελειώσει ήταν ο τελευταίος, έμοιαζε με παιδαριώδη αφέλεια. Η κατάσταση ήταν και τότε θολή και απειλητική. Οι σύμμαχοι, σαν να είχαν μολυνθεί από το κακό που πολέμησαν και γίνηκαν και νικητές και διάδοχοί του», σημειώνει ο συγγραφέας.

Θα περάσουν πολλά χρόνια και θα μεσολαβήσουν πολλά γεγονότα (ανάμεσά τους και μια απόρριψη από τη λογοκρισία της Χούντας), μέχρι το έργο να ανέβει τελικά επί σκηνής, το 1979, από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι η τελευταία φορά που παρουσιάστηκε από το ΚΘΒΕ το έργο «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» ήταν το 1987, σε μια ιστορική παράσταση που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Υπόθεση

«Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» μας καλεί να γελάσουμε με όλες τις ματαιοδοξίες και τα πάθη μας. Με αφορμή τη φράση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους», ο Καμπανέλλης συνθέτει μια καυστική πολιτικοκοινωνική σάτιρα με στόχο να αναδείξει τη ματαιοδοξία της ανθρώπινης φύσης, την εμπορευματοποίηση των ιδανικών και τη μεγαλομανία της δόξας.

Επί σκηνής η Ρόδος του 305 π.Χ. με όλο τον τουριστικό της ευδαιμονισμό. Ξάφνου ο κίνδυνος της πιθανής εισβολής ενός τυραννίσκου, διαδόχου του Μ. Αλεξάνδρου, του Δημητρίου Πολιορκητή, ο οποίος ανατρέπει τα δεδομένα ενός ειρηνικού εμπορίου. Η ουδέτερη Ρόδος σηκώνει τείχη, αγοράζει όπλα, σπουδάζει τη στρατιωτική τέχνη και διδάσκεται την ιδεολογία του πολέμου. Ο Δημήτριος νικιέται. Ωστόσο, με τη συμφωνία που υπογράφει, αναδείχνει τους Ροδίτες σε διαδόχους του. Και τότε αρχίζουν όλα.

Ξεκαρδιστικοί διάλογοι και απίθανα επεισόδια και παρεξηγήσεις οδηγούν στην αποδοχή της παραπάνω ρήσης του Ηράκλειτου.

Ο συγγραφέας, μέσα από το χιούμορ και την ειρωνεία, ψυχογραφεί αριστοτεχνικά τους ήρωές του και, μέσα από τις κωμικές καταστάσεις, υπογραμμίζει ότι όλοι τελικά είμαστε έμποροι.

Ανάγνωση

Η Αλληγορία είναι ένα σχήμα του λόγου, στον οποίο χρησιμοποιείται μία ιστορία με σκοπό τη διδασκαλία ή την ερμηνεία μιας ιδέας ή μιας αρχής. Υπάρχει μία σαφής διαφορά της αλληγορίας με το συμβολισμό. Μια αλληγορία είναι μια πλήρης αφήγηση, η οποία περιλαμβάνει χαρακτήρες και δράσεις που αντιπροσωπεύουν μια αφηρημένη ιδέα ή ένα γεγονός.

Στην υπόθεσή μας, ο πόλεμος γέννησε την ιδέα κι επειδή «γενεσιουργό και γενάρχη των πάντων», αποκαλεί τον πόλεμο ο Ηράκλειτος, και για τους Θεούς και για τους ανθρώπους, κι αυτόν ονοματίζει και αυτόν θεωρεί υπεύθυνο, που άλλους κάνει δούλους και άλλους ελεύθερους, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραψε τον «Μπαμπά τον Πόλεμο».

Πολύ αργότερα από την οριστική του μορφή, το ζήτησε ο Κάρολος Κουν για το «Θέατρο Τέχνης» κι ο Γιώργος Λαζάνης το σκηνοθέτησε, ύστερα από τριάντα περίπου χρόνια από τη συγγραφή του. Για κείνη τη μνημειώδη παράσταση έγραψε ο Τάσος Λιγνάδης στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Δροσερό, κεφάτο, πνευματώδες, τσούζει όσο πρέπει και όπως πρέπει. Κωμωδία που πατάει ελαφρά πάνω στην πολιτική σάτιρα που δεν επιβαρύνει: το είδος της κωμωδίας. Μια γουστόζικη αλληγορία, ένα θέμα θεατρικότατα μαστορεμένο και, κυρίως ένας έξυπνος διάλογος».

Πράγματι, διαβάζοντάς το εν έτει 2022 , διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι η εμφανέστερη συνιστώσα της πλοκής του έργου είναι η ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους Ροδίτες και ιδιαίτερα ανάμεσα στο Φιλόξενο και το Δημήτριο. Η ανατροπή αυτή φαντάζει απροσδόκητη και είναι αναμφίβολα κωμική, μια ανατροπή ανάλογη με αυτές που συμβαίνουν συχνά στις φαρσοκωμωδίες. Όσο κι αν δείχνει να προέρχεται από την παράδοση της φάρσας, η αντιστροφή των ρόλων είναι η πιο ρεαλιστική, ψυχογραφική χειρονομία του έργου. Γιατί η ουσία του εδράζεται στην εγγενή ομοιότητα ανάμεσα στους κατακτητές και στους κατακτημένους.

Οι Ροδίτες κρύβουν έναν Μακεδόνα μέσα τους. Στα σπλάχνα κάθε “ειρηνιστή” μεγαλοξενοδόχου, που επιχειρεί να διατηρήσει –προς ίδιον όφελος– την ουδετερότητά του, υποβόσκει ένας μιλιταριστής τύραννος, που με την πρώτη ευκαιρία αφυπνίζεται μουγκρίζοντας.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει ένα θεατρικό μύθο, όπου πρωταγωνιστεί η καπηλεία κάθε λογής: η καπηλεία του πολέμου, του πατριωτισμού, η καπηλεία κάθε μορφής αρχών και αξιών, ιερών και οσίων. «Όλοι είναι έμποροι» διακηρύσσει ο Φιλόξενος με περηφάνια στην αρχή του έργου. Ο Φιλόξενος, άλλωστε, διέταξε τη μετατροπή των ναών σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, το ξήλωμα του στρατού, αλλά και την εκπόρνευση μιας νεαρής κοπέλας, όλα στο βωμό του οικονομικού κέρδους. Από αυτές τις πρώτες κωμικές χειρονομίες διαφαίνεται και η εσώτατη ψυχική συγγένεια μεταξύ Ροδιτών και Μακεδόνων, ιδιαίτερα ανάμεσα στο Φιλόξενο και το Δημήτριο τον Πολιορκητή. Η ανατροπή που θα επέλθει στην πορεία του έργου, με την ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στους δύο, δεν είναι και τόσο απροσδόκητη για όποιον πρόσεξε αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια.

Όλες οι κωμικές καταστάσεις του έργου συντείνουν στην υπογράμμιση μιας πικρής αλήθειας: αφενός ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί άνδρες έχουν ξεπουλήσει τα πάντα προς όφελος του καταναλωτισμού και του γρήγορου πλουτισμού, κι αφετέρου, ότι όσοι μονοπωλούν τον πατριωτισμό καταλήγουν τελικά να τον εμπορεύονται και να τον μετατρέπουν σε προσοδοφόρο επάγγελμα. Σε τι διαφέρει τελικά να πουλάς τουρισμό από το να πουλάς πατρίδα; Σε τι διαφέρει να επιχειρείς να συγκεντρώσεις, πάση θυσία, πλούτο από το να κυριεύεσαι από τη μεγαλομανία της δόξας;

Η παράσταση

Η φαντασία, η τρέλα, το ασυνείδητο και η παντοδυναμία του ονειρικού στοιχείου είναι η βάση της σουρεαλιστικής οπτικής, την οποία υιοθέτησε ο χαρισματικός σκηνοθέτης σ’ αυτή την πολυπρόσωπη, αντιπολεμική κωμωδία- σάτιρα- παρωδία- καταγγελτική και ευφυή πρόταση του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης άπλωσε στη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη μια πανδαισία χρωμάτων με τα σουρεάλ κοστούμια της Σοφίας Τσιριγιώτη , τα πληθωρικά, έξυπνα σκηνικά της Ζωής Μολυβδά – Φαμέλη, εφόσον στήθηκε η Ρόδος ( και το πήδημα), η εικαστικής φαντασμαγορίας ναυαρχίδα του Δημητρίου του Πολιορκητή και οι εντυπωσιακές σκηνές, σαν ζωγραφικοί πίνακες, στα ζοφερά σημεία της δράσης.

Ακόμα, ο σκηνοθέτης μελέτησε διεξοδικά το πώς και το γιατί ο συγγραφέας ασχολήθηκε, πριν από εβδομήντα χρόνια, με τον «πόλεμο» και, με ερέθισμα την ψυχροπολεμική ένταση και την πολιτική κατάσταση στη Μεταπολεμική Ελλάδα, παρουσιάζει στη Μονή Λαζαριστών μια πολιτική σάτιρα, όπου ο μύθος και οι χαρακτήρες της εποχής της πολιορκίας της Ρόδου, από τον Δημήτριο Πολιορκητή, γίνονται διαχρονικά σύμβολα και στιγματίζουν το σήμερα.

Βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε από την αρχή του έργου και, πολύ πριν την τελική ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στον Φιλόξενο και τον Δημήτριο, τους αντιπάλους (Ροδίτες και Μακεδόνες), να εμφανίζουν αδιάψευστες εγγενείς συγγένειες.

Οι Ροδίτες δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο. Η τουριστική πρόοδος είναι γι’ αυτούς κάτι σαν έμμονη ιδέα, όπως εμμονή αποτελεί για τον Δημήτριο η ανάπτυξη της πολεμικής του μηχανής. Η ουδετερότητά τους ξεμπροστιάζεται ως εθελοδουλία και δουλοπρέπεια.Τελικά δεν αποτελεί τίποτα άλλο, παρά αυτοεκπόρνευση. Ο Φιλόξενος λειτουργεί ως προαγωγός, ρόλος τον οποίο αναλαμβάνει και κυριολεκτικά, όταν προωθεί την αθώα Ουρανία στον Δημήτριο.

Η παράσταση είναι ένας παράδεισος ευδαιμονίας , επειδή μια απολαυστική αλληλουχία πανέξυπνων ευρημάτων προφέρει στο κοινό συνεχείς εκρήξεις γέλιου και εκπλήξεων, χάρις στους γρήγορους ρυθμούς, στις έξοχες ερμηνείες όλων των συμμετεχόντων , στις μαγευτικές εικόνες που σχηματίζουν σκηνικά και φωτισμοί της Φαμέλη, ενώ η μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη υπογραμμίζει όλα τα σημείο της δράσης με τον ξεχωριστό του τρόπο. Έπαινος και στη σύγχρονη κίνηση που δίδαξε η Αναστασία Κελέση.

Ο ενορχηστρωτής του συνόλου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, άξιος θαυμασμού και επευφημιών για το επιτυχημένο αποτέλεσμα μιας δύσκολης προσπάθειας, τιμά το Κ.Θ.Β.Ε. – από το οποίο αποφοίτησε – και χαρίζει στον βορειοελλαδίτικο φορέα πολιτισμού, μια ευτυχή στιγμή στη νέα θεατρική σαιζόν.

Σε μια σκηνική πληθωρικότητα ο κάθε ρόλος γνωρίζει και προσφέρει στο σύνολο της παράστασης τη σπουδαιότητα της εργασίας του στη φωνή, στις χειρονομίες, στην έκφραση, στις κινήσεις, στη συνεργασία, ώστε γίνεται αντιληπτή στην πλατεία – ως οπτική απόδοση της σημασίας του κειμένου – η σκηνοθετική άποψη, η οποία λειτουργεί για το κοινό, ως θεατρική ανάλυση για την κατανόηση του έργου στα προφανή και στα υπαινικτικά του επίπεδα.

Επιβλητική η σκηνή έναρξης με την τσακισμένη Ειρήνη να μεταφέρεται με το φορείο έξω από το πεδίο δράσης, ομοίως ιδιαίτερη και καθηλωτική η τελευταία σκηνή του έργου, όταν η Ειρήνη αγκομαχά πάνω από τα πτώματα. Φέρνει στο νου το ποίημα του Σολωμού «Μαύρη Ράχη», το επίγραμμα για την καταστροφή των Ψαρών το 1824, κι ας είναι πολύ μεταγενέστερο της ιστορικής συνθήκης που ο Καμπανέλλης τοποθέτησε το έργο του. Άλλωστε, ο πόλεμος είναι διαχρονική ανθρώπινη πληγή που θα αιμορραγεί στο διηνεκές..

Δε θα ξεχωρίσω κάποιον από την ομάδα, γιατί, πολύ απλά, όλοι οι ηθοποιοί λειτουργούν σαν ολότητα, ανεξαρτήτως μεγέθους ρόλου.

Όλοι οι χαρακτήρες δίνουν στη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» ένα εξαιρετικό πρότυπο συνεργασίας και πειθαρχίας στις σκηνοθετικές οδηγίες, δείχνουν – με το παραπάνω – να χαίρονται και να απολαμβάνουν κείμενο και παράσταση κι έτσι περνούν στην πλατεία τα όμοια, στο πολλαπλάσιο.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια έμπλεη ευρημάτων ( ο νεκρός φλύαρος χιλίαρχος, οι σπαρταριστοί αμερικανόφερτοι χαιρετισμοί ένστολων, το φανταστικό πινγκ –πονγκ των διδύμων, όλες οι σουρεαλιστικές σκηνές στη Ρόδο και στο κατάλυμα του Πολιορκητή, η σάουνα με την άνομα «Πήδημα» και τόσα άλλα ) , πραγματικά υπέροχη παράσταση, η οποία περνάει αντιπολεμικά μηνύματα και αξίες για την ζωή και την ομόνοια.

Ένα έργο που αποτελεί την επιτομή του φαινομένου του πολέμου, καθώς μελετά όλους τους παράγοντες που περιστρέφονται γύρω από αυτόν, την οικονομία, τον έρωτα, την ανθρώπινη ματαιοδοξία, την φιλαρέσκεια, τον εγωισμό, την κερδοσκοπία ακόμα και την βλακεία και τον ρόλο που παίζει αυτή στην διαμόρφωση των πραγμάτων!

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Σκηνικά – Σχεδιασμός φωτισμών: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη

Κοστούμια: Σοφία Τσιριγώτη

Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης

Κίνηση: Αναστασία Κελέση

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου, Βοηθός σκηνοθέτης – εκμάθηση taekwondo: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Μαρία Όσσα, Βοηθός σκηνογράφου: Κατερίνα Μπούσια- Αλεξάκη, Οδηγός σκηνής: Πέτρος Κοκόζης

Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη

Παίζουν: Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Φρίξος), Χαρά Γιώτα (Ουρανία), Δημήτρης Διακοσάββας (Φιλόξενος), Άννα Ευθυμίου (Λάμια), Αλέξανδρος Ζαφειριάδης (Χιλίαρχος, Άγνωστος έμπορο– ανά ηθοποιό και ρόλος όπλων), Πάνος Καμμένος (Καλλικράτης), Κωνσταντίνος Καπελλίδης (Δίδυμος), Νίκος Καπέλιος (Πάμφιλος), Δημήτρης Καρτόκης (Χάρης ο Λίνδιος), Άννα Λουϊζίδη (Κορνηλία, κόρη του Λούκιου), Νίκος Μήλιας (Νεοκλής), Δημήτρης Μορφακίδης (Ευελπίδης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Βουτία), Ορέστης Παλιαδέλης (Δημήτριος), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Μέντης), Στέφανος Πίττας (Δημάδης), Θανάσης Ρέστας (Πυθίας), Σπύρος Σιδέρης (ΛούκιοςΤερέντιοςΠίκουλος), Κωνσταντίνος Χειλάς (Δίδυμος), Γλυκερία Ψαρρού (Ποππαία, κόρη του Λούκιου)

Συμμετέχουν επίσης:

Χρήστος Γκρόζος, Ηλέκτρα Καζάκου, Νίκος Μανωλάς, Βασίλης Μπόγδανος, Στέλλα Παπανικολάου, ΕλίζαΧαραλαμπογιάννη (Παραθεριστές, Φρουροί, Αιχμάλωτοι, Ροδίτες), Δέσποινα Ντικούλη (Ειρήνη)

Επίλογος

Μετά τον πόλεμο η συμφιλίωση. Κανένας άλλος πόλεμος δεν πρέπει να τελείωσε όπως αυτός, με τους δύο αντιμαχόμενους να αγκαλιάζονται, με τον νικητή να ζητά συγγνώμη από τον νικημένο «που δεν τον άφησε να νικήσει», με τους εμπόλεμους να νιώθουν ευγνωμοσύνη ο ένας για τον άλλο, να αλληλοσυγχαίρονται και να αλληλοευχαριστιούνται, δηλώνοντας ότι αν είχαν παιδιά θα ήθελαν να μοιάσουν στον εχθρό τους. Ο πόλεμος γέννησε όντως μια καινούρια φάρα ανθρώπων!

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα