Connect with us

Πολιτισμός

«Οι μάγισσες του Σάλεμ» στο ανακαινισμένο “Ράδιο- Σίτυ”

«Οι-μάγισσες-του-Σάλεμ»-στο-ανακαινισμένο-“Ράδιο-Σίτυ”

Πρόλογος

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από το κυνήγι και τη δίκη των μαγισσών του Σάλεμ, πρέπει να δώσει προσοχή στο χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι κατηγορίες για εξάσκηση μαγείας. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με τον Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας.

Ο Άρθουρ Μίλερ ανέβασε το 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο «Τόνι». Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Επιρροές υπάρχουν τόσο στη μουσική, όσο και στη λογοτεχνία, στο χώρο των κόμικς, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Το 1996, σε διασκευασμένο σενάριο του ίδιου του Άρθουρ Μίλερ, παρουσιάστηκε η ταινία «The Crucible» (ελλ. τίτλος «Οι Μάγισσες του Σάλεμ»), με πρωταγωνιστές το Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουινόνα Ράιντερ. Νωρίτερα, το 1957, το θεατρικό έργο του Μίλερ είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε ομώνυμη ταινία («The Crucible»), με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν και τη Σιμόν Σινιορέ, σε διασκευασμένο σενάριο Άρθουρ Μίλερ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Στην Ελλάδα το έργο του, ανέβηκε για πρώτη φορά το 1955 από το Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Επαναλήφθηκε το 1996 σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, ενώ το 1976 παρουσιάστηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σκηνοθετημένο από τον Νίκο Ραφτόπουλο.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους δραματουργούς του 20ού αιώνα. Το έργο του συνδυάζει την επίγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας με τη διερεύνηση της εσωτερικής ζωής των χαρακτήρων του.

Σε γενικές γραμμές στο έργο του Άρθουρ Μίλερ απεικονίζεται η σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου. Λογοτεχνικά, είναι περισσότερο γνωστός για το θεατρικό του «Ο θάνατος τού εμποράκου» («Death of a Salesman», 1941) και κοινωνικά, από τον γάμο του με την ντίβα του κινηματογράφου Μέριλιν Μονρόε (1956-1961).

Ο Άρθουρ Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά των Πολωνοεβραίων μεταναστών Άιζαντορ και Αουγκούστα Μίλερ. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης βιοτεχνίας γυναικείων ενδυμάτων και η μητέρα του είχε εργαστεί ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Η προσωπικότητα του νεαρού Άρθουρ διαμορφώθηκε από την επίδραση που άσκησε στη ζωή του η Μεγά­λη Οικονομική Κρίση, απότοκος του Χρηματιστηριακού Κραχ του 1929.

Ο Μίλερ αποφοίτησε από το λύκειο «Αβραάμ Λίνκολν» του Μπρούκλιν αλλά δεν έγινε δεκτός στα πανεπιστήμια Kορνέλ και Μίσιγκαν, εξαιτίας των κακών βαθμών του, αλλά και της αδυναμίας του πατέρα του να καλύψει τα δίδακτρα. Έκανε διάφορες δουλειές για να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό και, τελικά, το 1934 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου ξεκίνησε σπουδές δημοσιογραφίας. Παράλληλα εργαζόταν ως νυχτερινός ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Michigan Daily» και παρακολούθησε μαθήματα θεατρικής γραφής. Κατά την διάρκεια της φοίτησής του ανέβασε στο πανεπιστήμιο το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «No Villain», το οποίο βραβεύτηκε.

Ο Κάρολος Κουν σύστησε στο ελληνικό κοινό και το επόμενο έργο του Μίλερ, το κλασικό πλέον «Ο θάνατος του εμποράκου», που πρωτοανέβηκε στη Νέα Υόρκη (Μπρόντγουεϊ) στις 10 Φεβρουαρίου 1949 σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν. Είναι η τραγωδία ενός ανθρωπάκου, του πλανόδιου έμπορου Γουίλι Λόμαν, που πέφτει θύμα κίβδηλων αξιών, οι οποίες αποτελούν κατά ένα μεγάλο μέρος τις αξίες της κοινωνίας όπου ζει.

Το 1955 παρουσίασε δύο μονόπρακτα τα: «Από Δευτέρα σε Δευτέρα» («Α Memory of Two Mondays») και «Πάνω από τη γέφυρα» («A View from the Bridge»), που παίχτηκαν σε ενιαία παράσταση.

Την ίδια περίοδο η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε με τον χωρισμό του από την πρώτη του σύζυγο και τον γάμο του με το σύμβολο του σεξ Μέριλιν Μονρόε. Ένωσαν τις τύχες τους με κάθε μυστικότητα, στις 29 Ιουνίου 1956, σ’ ένα δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης. Ο λαμπρός θεατρικός συγγραφέας ήταν 41 ετών και η σταρ, μόλις 30.

Ο Άρθουρ Μίλερ θα συνεχίσει να τροφοδοτεί το θέατρο με αξιόλογα έργα. Το 1964 παρουσίασε το «Μετά την πτώση» («After the Fall»), που αναφέρεται στο ναυάγιο των ανθρωπίνων σχέσεων και τις συνέπειές του. Στο θεατρικό «Η τιμή» («The Price», 1968), συνέχισε τη διερεύνηση τού θέματος της ενοχής και της ευθύνης τού ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στους άλλους, εξετάζοντας την ένταση στις σχέσεις ανάμεσα σε δύο αδελφούς. Το έργο αυτό σκηνοθέτησε ο ίδιος, το 1969.

Τον ίδιο χρόνο επισκέφτηκε την Σοβιετική Ένωση με την επόμενη γυναίκα του αυστριακή φωτογράφο Ινγκε Μόρατ και στην συνέχεια δημοσίευσε μαζί της το ταξιδιωτικό ημερολόγιο με τίτλο «In Russia». Γύρισε επίσης την αλληγορική αντιπολεμική ταινία «Τhe Reason Why» και αρνήθηκε την παρουσίαση της στην Ελλάδα, για να δείξει την αντίθεσή του στην καταπίεση που υφίσταντο οι Έλληνες συγγραφείς από το δικτατορικό καθεστώς.

Ο Άρθουρ Μίλερ πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 2005, λίγες εβδομάδες αφότου είχε ολοκληρώσει αντικαρκινική θεραπεία σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.

Η Υπόθεση

Τον χειμώνα του 1692, στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης, δύο κορίτσια, η κόρη του αιδεσιμότατου Σάμιουελ Πάρις, Μπέτυ και η κηδεμονευομένη του, Άμπιγκειλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργη συμπεριφορά. Μιλούσαν παράξενα, κρύβονταν κάτω από πράγματα και σέρνονταν στο πάτωμα. Κανένας γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει τα συμπτώματα, μέχρι που ένας εξ αυτών απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα. Έτσι, ο πάτερ Σάμιουελ και άλλοι ευλαβείς συμπολίτες του άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια -και άλλα παιδιά που αργότερα παρουσίασαν ανάλογη συμπεριφορά- να κατονομάσουν τους ανθρώπους που τους οδήγησαν στα μονοπάτια του διαβόλου.

Οι τρεις αυτές γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ακολούθησαν δεκάδες ακόμα και, καθώς οι φυλακές του Σάλεμ, της Βοστόνης και των γύρω περιοχών γέμιζαν σιγά – σιγά, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα: Λόγω της έλλειψης νομοθετικού πλαισίου, όλοι αυτοί οι κρατούμενοι δεν ήταν δυνατόν να δικαστούν. Τη λύση έδωσε ο βασιλικός κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, σερ Ουίλιαμ Φιπς, αποφασίζοντας τη συγκρότηση ενός ειδικού δικαστηρίου για την περίπτωση. Στο μεταξύ, η Σάρα Όσμπορν είχε πεθάνει, η Σάρα Γκουντ είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι, ενώ ο αριθμός των υπόδικων είχε φτάσει τους 80, πολλοί από τους οποίους είχαν αρρωστήσει.

Με συνοπτικές διαδικασίες όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μόνο όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και κατέδωσαν άλλους, γλίτωσαν την εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού απαγχονίστηκαν συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων ένας σεβαστός υπουργός κι ένας πρώην αστυνομικός, που αρνήθηκε να συνεχίσει τις συλλήψεις υποτιθέμενων μαγισσών.

Οι δίκες σταμάτησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1692, με απόφαση του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, μετά από έφεση ομάδας κληρικών από τη Βοστόνη.

Η ιστορική αφορμή στου συγγραφέα, δηλαδή οι δίκες μαγισσών στη Μασαχουσέτη, είχε ευθεία αναγωγή στην αντικομουνιστική υστερία του Μακάρθι κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Η παράσταση

Η στιβαρή, νευρώδης σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη αποκαλύπτει, αν μη τι άλλο, το παράλογο της δημόσιας ζωής και τη νοοτροπία του όχλου μέσα από φρενήρεις εκρήξεις. Εκμεταλλευόμενος τις σατιρικές νότες από το έργο του Μίλερ, δημιουργεί έναν τραγελαφικό ομιλούντα «πίνακα» ανθρώπινης παραφροσύνης, απόρροια αμορφωσιάς, χειραγώγησης και φανατισμού, γεμάτο ζοφερές γραμμές και σκοτεινές αποχρώσεις.

Θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να είναι σήμερα διασκεδαστικό, αλλά αυτή η παραγωγή είναι σύγχρονη, μαγευτική, με μια διαβολική σπίθα εξωπραγματικού κόσμου.

Σε δική του μετάφραση, ο σκηνοθέτης Νικορέστης Χανιωτάκης, προσπαθεί με ευρηματικές μεθόδους αλλά και με σεβασμό στο έργο, να καταστήσει ενδιαφέρουσα την αλληγορία του Μίλερ. Αναζητώντας τρόπους μεταμόρφωσης του επίκαιρου στην εποχή του κειμένου σε διαχρονικό, διάλεξε την οδό του εικαστικού – φωτιστικού μπαρόκ και της υπογράμμισης του μελοδραματικού ιστού της υπόθεσης, ώστε να οικειώσει τον σύγχρονο θεατή συναισθηματικά, εφόσον ιδεολογικά δε θέλει κόπο σε μια τωρινή εποχή ελεύθερης έκφρασης, με υλικό μινιμαλιστικής εικαστικής εγκατάστασης, διανθισμένης με την αντίληψη Χορού αρχαίου δράματος, για τις μάγισσες.

Καθώς η πρώτη πράξη διογκώνεται, αλλάζει, η ενέργεια στη σκηνή αυξάνεται, η παραγωγή μάς δίνει μια ισχυρή αίσθηση του χωριού πέρα ​​από αυτό το δωμάτιο δράσης, που έρχεται είτε για να κατασκοπεύσει είτε για να προσευχηθεί στο κρεβάτι της άρρωστης Μπέτυ. Η σκηνοθεσία είναι σφιχτή στους ρυθμούς κι εδώ, με κινήσεις σωμάτων διατεταγμένων αποτελεσματικά στη σκηνή.

Το δεύτερο μέρος προσεγγίζει περιστασιακά το μελόδραμα που τροφοδοτεί τον όγκο, μετά την καθαρή ένταση του πρώτου και υπάρχουν αισθητά περισσότερες στιγμές που το συμπυκνωμένο καστ των ηθοποιών ( από είκοσι ένας χαρακτήρες στο κείμενο μένουν δεκατρείς) παραδίδει δυνάμεις υπερβολής και οιμωγών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μίλερ συνθέτει ένα θέατρο ψυχογραφικό και συνάμα κοινωνικό, ενίοτε δε, πολιτικό.

Η διασκευασμένη παράσταση του Χανιωτάκη δεν κατορθώνει απόλυτα αυτή τη θεία μείξη. Στο έδαφός της κυκλοφορούν πρόσωπα υπερτονισμένα, που πρέπει, συχνά ερήμην του κειμένου, να οργανώσουν πειστικά τις έννοιες του δογματισμού, του φανατισμού, της ερωτικής εκδίκησης, της κατασκευής ενόχων και της εκβιασμένης ομολογίας. Δραματουργικά, όλα αυτά αφορούν ουσιαστικά τρία πρόσωπα: Τον ηρωικό Πρόκτορ, που τελικά αποκηρύσσει την αλήθεια και χάνει τη ζωή του, την αδίκως κατηγορούμενη γυναίκα του και τη δαιμονική μικρή Αμπιγκέϊλ.

Η διανομή αφήνει τον θεατή με έντονα συναισθήματα. Τα θετικότερα πιστεύω πως επιφυλάσσονται αφενός μεν για τις τραγικές παρυφές και την αγωνιούσα συνείδηση που εκφράζει ο Πρόκτορ του εξαίρετου Άκη Σακελλαρίου κι αφετέρου για το γνήσιο κράμα ανυπεράσπιστης αδυναμίας και βαθιάς ποιητικότητας που προσφέρει η Ρένια Λουϊζίδου, ως σύζυγος Ελισάβετ, ενώ η Ιωάννα Παππά (τι πληθωρικό ταλέντο αυτή η γυναίκα) κινείται αριστοτεχνικά σε σωστή γραμμή τραγικού μεν, φθονερού δε προσώπου, σε συναρπαστικούς ρυθμούς. Ήρεμη δύναμη ο Δημήτρης Πετρόπουλος, ως δικαστής. Εντυπωσιακή η Ρεβέκκα της σπουδαίας Μελίνας Βαμβακά. Πολύ, πάρα πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που συμπληρώνουν τις μάγισσες του Σάλεμ, όπως και ο υπόλοιπος θίασος.

Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, όπως και το σκηνικό της Αρετής Μουστάκα (ένας ευμεγέθης σταυρός στο κέντρο της σκηνής και γύρω του γυμνά κλαριά δένδρων που συνθέτουν μία απόκοσμη, φοβική ατμόσφαιρα), οργανώνουν εξπρεσιονιστικές φωτοσκιάσεις γύρω και μέσα στους δραματουργικούς πυρήνες, ώστε οι αρμοί του Μίλερ να θεμελιώνουν σκηνικά τα επιχειρήματά του και τα μηνύματα να περνούν στην πλατεία. Τα κοστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου είναι καθαροί υπαινιγμοί του κόσμου του Σάλεμ του 17ου αιώνα, που δεν επιβάλλουν μιαν άλλη ανάγνωση στα γεγονότα του έργου, αλλά μας τοποθετούν σταθερά σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου η μαγεία θεωρούνταν πραγματική απειλή.

Ο Γιάννης Μαθές έγραψε δραματική μουσική για να ερμηνεύσει επί σκηνής καταστάσεις στην εξέλιξη της ιστορίας.

Επίλογος

Έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια από την πρώτη παράσταση και πολύ πάνω από τρεις αιώνες στέκονται μεταξύ του θεατή και των «δοκιμών» μαγείας του Σαλέμ του 1692. Ωστόσο, το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ εξακολουθεί να χτυπά το κώδωνα κινδύνου. Ένας διαλογισμός σχετικά με την εκμετάλλευση του φόβου και τη διάλυση της αλήθειας για την προώθηση των προσωπικών στόχων κάποιου, το έργο παραμένει βαθιά επίκαιρο στον κόσμο της μετα-αλήθειας μας. Μάλιστα, όταν πέφτει η αυλαία, η παράσταση προσφέρει μια σαφώς βαθύτερη σκέψη στους θεατές, όχι ως παρατηρητές της ιστορίας και των πολιτικών γεγονότων τα εποχής, αλλά ως ενσυνείδητα συμμετέχοντες είτε ως δικαστές είτε ως ένορκοι και, γιατί όχι, ως υπερασπιστές των κρυφών , ανομολόγητων επιθυμιών του καθενός.

Συντελεστές:

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης,

Σκηνικά: Αρετή Μουστάκα,

Κοστούμια: Χριστίνα Πανοπούλου,

Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Μαθές,

Επιμέλεια κίνησης: Αντιγόνη Γύρα,

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα,

Βοηθός Σκηνογράφου: Φραντζέσκα Μπούτση,Έμιλυ Ονησιφόρου,

Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Φέξη,

Συνεργάτις θεατρολόγος: Χριστιάννα Μαντζουράνη,

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Μπενοβία,

Οργάνωση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου,

Διανομή:

Δικαστής Ντάνφορθ: Νικήτας Τσακίρογλου – Δημήτρης Πετρόπουλος

Τζον Πρόκτορ: Άκης Σακελλαρίου

Ελισάβετ Πρόκτορ: Ρένια Λουιζίδου

Άμπιγκεϊλ Γουίλλιαμς: Ιωάννα Παππά

Σαμουήλ Πάρις: Γιάννης Καλατζόπουλος

Ρεβέκκα Κόρει: Μελίνα Βαμβακά

Τζον Χέηλ: Γεράσιμος Σκαφίδας

Τόμας Πάτναμ: Θωμάς Γκαγκάς

Άννα Πάτναμ: Κατερίνα Νικολοπούλου

Μαίρη Γουόρεν: Ισιδώρα Δωροπούλου

Μπέτυ Πάρις: Μαρία Μοσχούρη

Μέρση Λιούις: Αντουανέτα Παπαδοπούλου

Τιτούμπα: Δανάη Ομορεγκιέ Νεάνθη

Διάρκεια έργου:

130 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα