Connect with us

Πολιτισμός

Παύλου Μάτεσι «Η μητέρα του Σκύλου» από την ομάδα Male Di Luna στο θέατρο «Τ»

Παύλου-Μάτεσι-«Η-μητέρα-του-Σκύλου»-από-την-ομάδα-male-di-luna-στο-θέατρο-«Τ»

Πρόλογος

Στη μεταπολεμική λογοτεχνία, τόσο ο Ταχτσής με το “Τρίτο Στεφάνι” όσο και ο Μάτεσις με τη “Μητέρα του Σκύλου”, έδωσαν τον λόγο στη γυναίκα. Αυτό για μένα ονομάζεται γλωσσικός ρεαλισμός.

Η μητέρα του σκύλου είναι βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1990 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και από τότε έχει επανεκδοθεί δεκάδες φορές. Μεταφράστηκε αρχικά στα γαλλικά το 1993 από τον Ζακ Μπουσάρ και σε άλλες γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο της κοινότητας Ελληνοφώνων της Νότιας Ιταλίας το 1998, με το μεγάλο βραβείο των κριτικών το 2000 και το βραβείο Acerbi στην Ιταλία το 2002.

«Η μητέρα του σκύλου» έχει παιχτεί στο θέατρο ως δραματοποιημένο μυθιστόρημα το 2011 στο Εθνικό Θέατρο και στο «Σύγχρονο Θέατρο» το 2014 , ενώ το 2008 παίχτηκε με επιτυχία στην Τσεχία ένας θεατρικός μονόλογος βασισμένος στη «Μητέρα του σκύλου», που έγραψε ο Πάβελ Κόχοουτ.

Υπόθεση

Η ζωή της Ραραού, «μεγάλης φίρμας της επιθεώρησης» όπως η ίδια αυτοσυστήνεται, ζωντανεύει στη σκηνή μέσα από την αναδρομή παρελθοντολογικών εικόνων, μιας κοινωνίας που προσπαθεί να τα «βολέψει» σε συνθήκες ανέχειας. Ο αγώνας της είναι αδιάκοπος κι εκείνη θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να βγει αλώβητη από αυτόν. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αποδράσει σε μια δική της πραγματικότητα.

Από την αρχή γίνεται φανερή η ιδιαίτερη σχέση με τη μητέρα της Ασημίνα, καθώς και ο τρόπος που της καθόρισε την πορεία που χάραξε στη μετέπειτα ζωή της. Εκείνη, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τα τρία της παιδιά συνάπτει σχέση με τον εχθρό, έναν Ιταλό, ο οποίος σε αντάλλαγμα παρέχει τρόφιμα για όλη την οικογένεια.

Δίνεται έμφαση στις πληγές της Ελλάδας από τη Γερμανοϊταλική κατοχή, ενώ ταυτόχρονα περιγράφονται σκηνές από ήθη και νοοτροπίες της εποχής: η πείνα, η έφοδος στην αποθήκη με τις πατάτες, η συμπαράσταση στα δύσκολα, τα σπίτια με τις αυλές και τ’ ανοιχτά παράθυρα και η άμεση επικοινωνία μεταξύ τους. Ακόμα, η μικρή Αφροδίτη που πάσχει από φυματίωση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις γυναίκες να την κουβαλήσουν στα χέρια πάνω σε μια καρέκλα για χιλιόμετρα, μόνο και μόνο για να αντικρίσει για τελευταία φορά τη θάλασσα.

Όταν έρχεται η απελευθέρωση, η Ασημίνα καλείται να πληρώσει το ακριβό τίμημα μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες «δωσίλογους». Την κουρεύουν και τη φορτώνουν σε ένα καμιόνι, διαπομπεύοντάς τη σε ολόκληρη την πόλη. Μετακομίζουν στην Αθήνα όπου η Ραραού παίρνει τη ζωή στα χέρια της, αλλάζει, γίνεται πιο σκληρή, διεκδικητική, επιθετική, αντιδραστική. Μάλιστα, όταν μετά από δεκαετίες ολόκληρες συναντά τον πατέρα της ο οποίος τελικά είχε λιποτακτήσει κι επιζήσει, του απαγορεύει να εμφανιστεί ξανά για να μην χάσει τη σύνταξη. Στην πρωτεύουσα λοιπόν θα κυνηγήσει το όνειρό της να γίνει ηθοποιός. Ονειρεύεται ρόλους πρωταγωνίστριας, αλλά εργάζεται ως κομπάρσα. Μέσα στη φαντασία της, όμως, είναι επιτυχημένη κι ευτυχισμένη.

Ο Παύλος Μάτεσις «ξαναγράφει» σε θεατρική μορφή το αριστουργηματικό του μυθιστόρημα και καταθέτει με το δικό του μοναδικό τρόπο, πότε δηκτικό και πότε χιουμοριστικό, πότε δραματικό και πότε σουρεαλιστικό, την οπτική του, για ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η εμβληματική Ραραού γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που δε θα σταματήσει ποτέ να παλεύει στον καθημερινό στίβο της ζωής.

Η ιστορία της Ραραού, έτσι όπως η ίδια την αφηγείται, είναι ταυτόχρονα η ιστορία της κατοχικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Της Ελλάδας που ποτέ δεν πεθαίνει αλλά και ποτέ δεν ανασταίνεται.

Ο Π. Μάτεσις, στην τελευταία του «απολογία» το 2009, η οποία δημοσιεύτηκε το 2013 στο «ΒΗΜΑ», λέγει χαρακτηριστικά: «Το έργο θέλει τον θεατή κοντά στη σκηνή, αμήχανα κοντά στον ηθοποιό. Ορισμένα κενά στη δράση, επίτηδες αφημένα από τον συγγραφέα, τα συμπληρώνει ο θεατής και γίνεται έτσι συμμέτοχος, συνένοχος στη σύνθεση του έργου. Το βάρος του το φέρει το δρών γεγονός, η δράση, ο μύθος του έργου. Πιστεύω, ως πρωτοπόρα, τα έργα αυτής της χρονικής φάσης προηγήθηκαν της εποχής τους και μάλλον μια νέα συνάντησή τους σήμερα με τον θεατή θα είναι ευπρόσδεκτη αλλά θα μπορούσαν και να επανακριθούν. Προσωπικά τα κρίνω ως δημιουργήματα με υψηλή πνευματικότητα και θεατρικότητα, από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Έχουν καθιερώσει μέσα στο πραγματικό, και το ονειρικό και το φαντασιακό. Στοιχεία που ο θεατής δέχεται πλέον ως μέρος του πραγματικού. Να μην ξεχνάμε ότι στον θεατρικό λόγο μόνιμα εποπτεύει και ενεδρεύει η μουσική, επειδή ο ήχος είναι η πρώτη ύλη για τον σχηματισμό της λέξης και ο ρυθμός είναι η βακτηρία της. Όσο για τη βιωσιμότητά τους, βλέπω τα πρόσωπα κάθε έργου να λοξοκοιτάζουν τον συγγραφέα τους λέγοντας «άσ’ τον αυτόν, ίσως εμείς να ζήσουμε περισσότερο».

Ο συγγραφέας

Ο Παύλος Μάτεσις είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς. Διακρίθηκε επίσης ως πεζογράφος και μεταφραστής. «Με ύφος βιτριολικό και γλώσσα ευφάνταστη και οξεία μελέτησε τη μικροαστική νοοτροπία και τη βλακεία των ανθρώπινων καταναλωτικών επιδιώξεων. Μελέτησε τους θεσμούς, τις τελετές, τις διαδικασίες – των πάσης φύσεως εξουσιών και απογύμνωσε πολλές συνήθειες από τη γοητεία τού μύθου τους», σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.

Γεννήθηκε στη Δίβρη της Ηλείας στις 12 Ιανουαρίου 1933. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη, μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στο θέατρο και τη λογοτεχνία.
Ως ηθοποιός εμφανίστηκε παίζοντας τον Υιό στη «Φαύστα» του Μποστ και τον Αϊνστάιν στην κωμωδία «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσελρινγκ. Δίδαξε υποκριτική (1963-1964) στη σχολή Σταυράκου και διετέλεσε βοηθός – δραματουργός στο Εθνικό θέατρο(1971-1973).

Στα ελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Ο σταθμός», που διακρίθηκε στο διαγωνισμού του θιάσου «Δωδέκατη Αυλαία». Το 1967 ανέβηκε στο θέατρο «Νέας Ιωνίας» του Γιώργου Μιχαηλίδη το έργο του «Τελετή», το οποίο τον προηγούμενο χρόνο είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Το ίδιο έργο ανέβηκε και στο Εθνικό Θέατρο το 1969, όπως και τα περισσότερα από τα έργα του.

Ακολούθησαν τα έργα: «Βιοχημεία» (1971, Πειραματικό Θέατρο), «Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Ναβάρο» (1973, Εθνικό Θέατρο), «Η ποδοσφαιρική βραδιά της μεγαλειοτάτης» (1973, Θέατρο Διονύσια), «Μικροαστικό δίκαιο» (1983, Θέατρο τού Πειραιά), «Εξορία» (1983, Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο και, 1986, Εθνικό Θέατρο), «Περιποιητής φυτών» (1989, Εθνικό Θέατρο), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Καρόλου Κουν από τον Δήμο Αθηναίων, και «Προς Ελευσίνα» (1995, Εθνικό Θέατρο).

Στην πρώτη φάση της θεατρικής του δημιουργίας, ο Παύλος Μάτεσις κινήθηκε στο χώρο της σκληρής απομυθοποίησης του ελληνικού μικροαστισμού και στη συνέχεια – με οριακή δημιουργία το «Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» – στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο λεγόμενο θέατρο του παραλόγου με σαφείς αναφορές στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ.

Στο μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνονται θεατρικά έργα των Σέξπιρ, Μπεν Τζόνσον, Αριστοφάνη, Μπομαρσέ, Μολιέρου, Ίψεν, Μπρεχτ, Αρτό, Μρόζεκ, Βιτράκ, Πίντερ, Άρντεν, Ιονέσκο, Αραμπάλ, Όρτον κ.ά.

Στην πεζογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1978 με την συλλογή διηγημάτων «Διηγήματα» και ακολούθησε η νουβέλα «Αφροδίτη» (1988). Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1990 με το μυθιστόρημα «Η Μητέρα του Σκύλου», στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωτικήςΡαραού. Το έργο αυτό μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου QuintetPublishing με τα «1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του».

Την ίδια προβληματική συνέχισε ο Μάτεσις με τη συλλογή διηγημάτων του «Ύλη Δάσους» και το μυθιστόρημα «Ο παλαιός των Ημερών». Ανατρεπτικής γραφής ήταν και το μυθιστόρημά του «Πάντα καλά», το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε αισθηματικό μυθιστόρημα, καθώς και τα «Σκοτεινός οδηγός», «Μύρτος», «Αλδεβαράν» και το παρωδιακό «Graffito»

Ο Παύλος Μάτεσις είχε, επίσης, σημαντικό στιχουργικό έργο, τόσο
σε επίπεδο μετάφρασης και απόδοσης ξένων ποιημάτων, όσο και σε επίπεδο
πρωτότυπων δημιουργιών. Έγραψε περισσότερα από εκατό τραγούδια. Γνωστότερα αυτών είναι τα «Κουρσάρος» και «Φυλακαί Κερκύρας», σε μουσική Λάκη Παπαδόπουλου και τα «Κόκκινα τριαντάφυλλα», «Πουλημένοι», «Αγόρι αφίλητο», σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου).

Τον Δεκέμβριο του 2010, ο Παύλος Μάτεσις υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο θέατρο Τέχνης. Το πρωί της 20ης Ιανουαρίου 2013, άφησε την τελευταία του πνοή σε ιδιωτικό θεραπευτήριο των Αθηνών, όπου νοσηλευόταν.

Η ανάγνωση

Μια συναρπαστική αφήγηση από μία ακόμα πιο συναρπαστική, αν και ίσως όχι τόσο αξιόπιστη, αφηγήτρια. Η ιστορία της Ραραού, μιας ξεπεσμένης θεατρίνας, από τα παιδικά της χρόνια υπό ιταλική κατοχή, έως και τη μεταπολεμική Αθήνα. Μία ιστορία ειπωμένη άλλοτε με πάθος, άλλοτε αποστασιοποιημένα, αλλά πάντα με ένα γλυκόπικρο χιούμορ και μία αφελή αθωότητα. Ο λόγος της ιστορίας, ωστόσο, συνδιαλέγεται με τον λόγο της τρέλας, σε ένα κωμικοτραγικό ξετύλιγμα της ζωής της ηρωίδας, βάζοντας στο κέντρο της την Ελλάδα στην εποχή της κατοχής.

Προς το τέλος ο συγγραφέας μπάζει στην μυθοπλασία από το φαινομενικώς πουθενά της μετεμφυλιακής Ελλάδας, έναν μη κατονομαζόμενο με σαφήνεια ζητιάνο και σακάτη άνδρα, ηττημένη και καταλυτική περσόνα στην ιστορία κι αφηγούμενος πια τριτοπρόσωπα το κομμάτι αλληγορίας που του αναλογεί, φέρνει την Ραραού-Ρουμπίνη αντιμέτωπη με τους δαίμονές της, ολότελα στην κρίση των αναγνωστών – θεατών.

Η παράσταση

Η συγκεκριμένη δεν είναι εξομολόγηση, ούτε αφήγηση σελίδα τη σελίδα. Δεν είναι ένα παιχνίδι-θέατρο, ούτε θέατρο μέσα στο θέατρο. Είναι μια διαθλασμένη παρακολούθηση της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται το «ταραγμένο μυαλό» της ηρωίδας. Η Ραραού, απόμαχη ηθοποιός περιοδευόντων θιάσων, είναι μια γυναίκα – σύμβολο του ανθρώπου που δεν σταματά ποτέ να μάχεται.

«Έπρεπε να κολακεύω για να επιζήσω, και επέζησα», είναι το μότο της, και το σχέδιό της για τη ζωή. Ο Μέγας χρόνος συναντά το παρόν και το παρελθόν σαν μια ενιαία οντότητα, όπως μπορούν να τη συλλάβουν οι τρελοί και τα παιδιά.

Στη σκηνή υπάρχουν ένα βεστιάριο πολύχρωμο, μερικές καρέκλες, ένα «μπουντουάρ» φορτωμένο καλλυντικά, ένα τραπέζι κι ένα μικρόφωνο τοτέμ λατρεμένο της θεατρίνας. Μέσα σε κάθε ελεύθερο χώρο της αίθουσας , ακόμη κι έξω από αυτήν, εκτυλίσσεται ένα λαϊκό παραμύθι που μιλάει για αισθήματα, για απορρίψεις, για άκυρες ζωές. Μέσα από την προσχηματική μουσική, τα αντικείμενα, το χώμα των δρόμων, προβάλλει η Αγιοσύνη των παρεξηγημένων ανθρώπων και των απόβλητων από την κοινωνική ανοχή. Η ιερότητα της μυστικής ζωής των ασήμαντων.

Αφθονία τα σκηνοθετικά ευρήματα. Από τη λεκτική σκυταλοδρομία, έως την καταλυτική αφήγηση του προτζέκτορα κι από το ευφάνταστο παιγνίδι με το φτερό της πουλακίδας, έως τον καπνό του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Σε γρήγορους ρυθμούς η σπουδαία ομάδα νέων ηθοποιών, ταξιδεύει τους θεατές σε μια εποχή που δε ζήσανε, αφηγείται γεγονότα, ερμηνεύει δραματοποιημένες εικόνες, καταθέτει ταλέντο και ψυχή και αφήνει το κομμάτι «μηνύματα» ανοικτό, ώστε η πληρότητά του να αποτελέσει προσωπική υπόθεση του καθενός.

Υπάρχουν εξαιρετικά επιτυχημένες σκηνές, άλλοτε χιουμοριστικές κι άλλοτε συγκινητικές, αλλά και μια ιδιαιτέρως εμπνευσμένη στο τελευταίο μέρος, αυτή της διαπόμπευσης της «δωσίλογης» και «πόρνης» μητέρας της Ραραού «Ασημίνας» που, πραγματικά, είναι από τις ευφυέστερες που έχουμε δει σε διασκευασμένο θεατρικά μυθιστόρημα, ώστε μένει στο θυμικό και μετά την αυλαία. Θεωρώ ότι περικλείει όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής τους, όταν ο «κόσμος» τους καταρρέει.

Θα ήθελα να έβλεπα δραματοποιημένη και τη σκηνή με τις πεσμένες πατάτες από τα σακιά του μαυραγορίτη που άρπαξαν οι Γερμανοί, αλλά ο σκηνοθέτης προτίμησε να την παραλείψει. Θα αρκεστώ στο κείμενο.

“ …Από ένα τσουβάλι κύλησαν τρεις πατάτες. Εμείς, μάζα στον τοίχο, βογκήξαμε. Μην κουνηθεί καμιά σας… και ξεκόβει τότε ο Φανούλης, το καημένο μου, κι όταν τις πήρε στη χούφτα του, σαλτάρει ο Γερμανός με το μυδράλιο και του βαράει με τον υποκόπανο το χέρι…και ούτε με ταράζει πια που άρχισα να λησμονάω τη ματιά της μητέρας μου. Ξέχασα και ποιο χεράκι του Φάνη μας είναι το χαλασμένο. Ούτε και τι χρώμα μαλλιά είχε ο Φάνης μας θυμάμαι. Ξεχνάω και να λυπηθώ. Αυτό, λιγάκι με μελαγχολεί. Που ξεβάφουνε οι λύπες μου.
Τι να κάνουμε…”

Ο συγγραφέας έκανε μια αριστοτεχνική δουλειά αποτυπώνοντας στο χαρτί μια εξαιρετική καταγραφή γεγονότων καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια ηρωϊδα αληθινή, άκρως παραστατική αλλά και ρεαλιστική.

Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Ρουμελιώτης διασκεύασε ιδιοφυώς για το θέατρο το μυθιστόρημα του Μάτεσι και μας δίνει μια γυναίκα Ραραού, που υποστηρίζει πως, καλώς ή κακώς, αυτή είναι η ζωή της, πως κάποια πράγματα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν και κάποια άλλα όχι, σίγουρα όμως τα έζησε όλα στον υπερθετικό βαθμό.

Στη σφιχτή, απρόσμενα ευφραντική παράσταση, οι θεατές βιώνουμε όλα όσα βίωσε η ηρωίδα, αισθανόμαστε τον πόνο, την απόγνωση, αλλά και τη συνεχή προσπάθεια για επιβίωση μέσα από άγριες συνθήκες. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορία της είναι παράδειγμα δύναμης σωματικής και πνευματικής, σε μια εποχή που τίποτα δεν θεωρείτο δεδομένο και όλα άλλαζαν με αστραπιαίους, σχεδόν, ρυθμούς.

Στη «Μητέρα του Σκύλου» της ομάδας Male Di Luna, σε μια σκηνοθεσία συνόλου, διαμορφώνεται σπονδυλωτή πλοκή , παιγνιώδης, μα και ατμοσφαιρική, με έμφαση στη γενικότερη ελλαδική εικόνα της μιζέριας, παρά στη σειρά των γεγονότων. Οι πέντε νεαροί ηθοποιοί ξοδεύουν θετική ενέργεια, στηρίζουν άριστα τη σκηνοθετική άποψη, συνεργάζονται άψογα στη σκηνή, κερδίζουν την προσοχή και την επευφημία μας. Ισότιμοι και ταλαντούχοι όλοι τους.

Λίγο πριν το τέλος, όλη η βαθιά ευαισθησία αυτής της ψυχής και η συμφιλίωσή της με τον θάνατο συμπυκνώνονται σε μια συγκινητική ποιητική εικόνα: «λέω, μετά από δύο, τρεις αιώνες, όταν η πουλακίδα μου κι εγώ θα έχουμε γίνει δυο σκόνες αμέριμνες, μπορεί να μας ανασηκώσει μια μέρα το ίδιο αεράκι και να μας ενώσει για λίγο στον αέρα. Δυο στιγμές παρέα…»

Επίλογος

Ο Παύλος Μάτεσις, πολυγραφότατος τω όντι, όχι αριθμητικώς αλλά σε αρμονική αναλογία με την ποιότητα των έργων του, θεατρικός όσο λίγοι, παραδειγματικά ταλαντούχος, μεστός μάστορας της γλώσσας, αμέριμνα ενδιαφέρων, πνευματώδης, ευρηματικός, πανάξιος εργάτης της Τέχνης, στη “Μητέρα του Σκύλου”, με γλώσσα καταιγιστικά αφοπλιστική, διηγείται εξήντα χρόνια πικρής κι αμφίδρομης εθνικής αλήθειας και δραματικής νεοελληνικής ιστορίας βυθίζοντας βαθιά το μαχαίρι αυτής της Αλήθειας σε καρδιά και συνείδηση.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Δραματουργία – Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Σκηνικός χώρος: Χρήστος Παπαδημητρίου

Ενδυματολογική επιμέλεια: Μάγδα Δήμου

Πρωτότυπη μουσική & ηχητικό περιβάλλον: Γιώργος Χρυσικός

Ψιμυθιολόγος: Κώστας Δάφτσιος

Γραφιστική επιμέλεια: Χριστίνα Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Χρύσα Γούτου

Οργάνωση παραγωγής: ΝικολίναΤσιμίνου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Χριστίνα Δαγκάκη
Πάνος Κεφαλούρος
Γιάννης Μονοκρούσος
Ανδρομάχη Μπάρδη
Δέσπω Πύρτσιου

Πληροφορίες

Θέατρο Τ
Αλεξάνδρου Φλέμιγκ 16, Θεσσαλονίκη

Θέατρο: Η Μητέρα του Σκύλου του Παύλου Μάτεσι
Πρεμιέρα Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021 στις 21:30
Ημέρες και ώρες παραστάσεων : Παρασκευή & Σάββατο στις 21:30 – Κυριακή στις 19:00
(εκτός από την Παραμονή των Χριστουγέννων και την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς)
Παραστάσεις έως Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022
Διάρκεια 90 λεπτά

Εισιτήρια
Τιμές εισιτηρίων: 12€ κανονικό | 10€ μειωμένο (φοιτητών, ανέργων, ΑΜΕΑ, πολυτέκνων & άνω των 65) | Ατέλειες κάθε Παρασκευή, με σειρά προτεραιότητας
Προπώληση εισιτηρίων: Viva.gr

Πληροφορίες / Κρατήσεις: 2310 854 333
Ιδιωτικός χώρος parking ακριβώς δίπλα από το θέατρο. Τιμές: 3€ οι πρώτες 2 ώρες | +1€ για κάθε επόμενη ώρα

Ενημέρωση:
Μέτρα προστασίας: Ακολουθώντας τις οδηγίες υγειονομικής προστασίας, η είσοδος στο Θέατρο Τ επιτρέπεται με την επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού ή νόσησης. Η μάσκα είναι υποχρεωτική καθόλη τη διάρκεια παραμονής των θεατών μέσα στο θέατρο.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

 

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα