Connect with us

Πολιτισμός

66ο Φεστιβάλ Φιλίππων: «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου (βασισμένοι στο έργο του Αριστοφάνη)

66ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων:-«Σφήκες»-της-Λένας-Κιτσοπούλου-(βασισμένοι-στο-έργο-του-Αριστοφάνη)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόλογος

Ναι, δεν είναι οι Αριστοφανικοί «Σφήκες» αυτό το έργο της Κιτσοπούλου, αλλά μου δίνει την ευκαιρία να γράψω αυτά που θα έγραφα, αν ήταν το πραγματικό έργο του ποιητή.

Οι κανονικοί «Σφήκες» δεν είναι από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη που ανεβαίνουν συχνά στη σύγχρονη σκηνή. Στο νεοελληνικό θέατρο, από την πρώτη παράσταση του Αλέξη Σολομού (1963) μέχρι σήμερα, καταγράφονται μόλις επτά παραστάσεις αυτής της κωμωδίας. 

Οι “Σφήκες” είναι το έκτο κατά σειρά έργο του Αριστοφάνη και τέταρτο από τα σωζόμενα.

Γραμμένο κάτω από την επήρεια σοβαρών πολιτικών γεγονότων: αποτυχίες του αθηναϊκού στρατού στον Πόντο, στο Δήλιο, στην Αμφίπολη, συνθηκολόγηση Αθηναίων και Σπαρτιατών την άνοιξη του 423 π.Χ., εκφράζει σύγκαιρα κι έναν προσωπικό καημό του ποιητή, για την αποτυχία που είχαν οι “Νεφέλες” του -έναν χρόνο πριν- στο θέατρο του Διονύσου (423 π.Χ.).

Η συσχέτιση ενός καθαρά προσωπικού θέματος με μια εθνική υπόθεση θα ήταν άστοχη σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, όχι όμως στου ποιητή μας, που σκοπός του είναι η εξυγίανση και βελτίωση των πολιτικών ηθών κι όχι η επίδειξη πολιτικού ταλέντου. Γι’ αυτό, από την αρχή ο Αριστοφάνης προετοιμάζει ψυχικά τον θεατή, τονίζοντας πως το έργο του έχει ποιότητα και δεν είναι μια φτηνή κωμωδία, από τις τόσες που παρουσίαζαν συνήθως οι συνάδελφοί του.

Και όπως τα πράγματα έδειξαν, ο Αριστοφάνης όχι μόνο δούλεψε με κέφι το θέμα του, αλλά πρωτοτύπησε κιόλας. Η πρωτοτυπία του συνίσταται σε δύο κυρίως σημεία: α) στο ότι εμφανίζει ζωόμορφο Χορό – αργότερα θα γράψει τους «Όρνιθες», τους «Πελαργούς» (χαμένο πια έργο) και τους «Βατράχους» και β) στο ότι σατιρίζει έναν ιερό θεσμό που δε σηκώνει σάτιρα: Πρόκειται για το δικαστικό θεσμό.

Υπόθεση

Οι αληθινοί «Σφήκες» του Αριστοφάνη είναι η ιστορία ενός πατέρα κι ενός γιου με περίεργα ονόματα: Φιλοκλέων και Βδελυκλέων, αντιστοίχως. Ο Φιλοκλέων είναι μανιακός με τα δικαστήρια και ως εκ τούτου φανατικός οπαδός του Κλέωνα, αφού ο δημαγωγός του δίνει συνεχώς τροφή για το πάθος του. Από το δικαστικό του λειτούργημα ο Φιλοκλέων αποκομίζει μια αίσθηση αξίας και εξουσίας. Τον βολεύει, όμως, και το ημερήσιο αντιμίσθιο των τριών οβολών, που του παρέχει τη δυνατότητα να μην είναι εξαρτημένος από τον γιο του. 

Ο Βδελυκλέων φέρει βαρέως την «ασθένεια» του πατέρα του και τον κλειδώνει στο σπίτι. Ούτε οι εφευρετικές προσπάθειες του γέροντα να αποδράσει ούτε η επιδρομή των συνδικαστών του (μισών ανθρώπων, μισών σφηκών) καταφέρνουν να απελευθερώσουν τον γέροντα. Έτσι, πατέρας και γιος καταφεύγουν σε «αγώνα δικαιολογιών». Ο Φιλοκλέων εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αγαπά τόσο το δικαστιλίκι, ο Βδελυκλέων επιχειρεί να του εξηγήσει πως στην πραγματικότητα έχει γίνει το υποχείριο επιτηδείων, ώστε να πλουτίζουν σε βάρος του

Η «ιδιαίτερη» Λένα Κιτσοπούλου βυθίζεται στα πλούσια νερά της Αριστοφανικής γραφής, αλιεύει μαργαριτάρια, τα καθαρίζει ή τα βρωμίζει (ανάλογα με την αντίληψη του θεατή), τα επεξεργάζεται κατά πώς της κατεβαίνει, συμπληρώνει τις ιδέες της ως πλαίσιο- κόσμημα δικής της επινόησης και πλάθει ένα επιθεωρησιακής δομής καινούργιο έργο, με τον ίδιο τίτλο.

 Ανάγνωση

Το κανονικό έργο μιλάει για το δικαστικό σύστημα την εποχή της διακυβέρνησης του Μέγα οπορτουνιστή Κλέωνα, ο οποίος διόριζε δικαστές απλούς πολίτες. Μια τεράστια δικαστική μηχανή εξυπηρετούσε τα δικά του συμφέροντα, ενώ του εξασφάλιζε ψήφους. Επίσης, το έργο μιλάει για τα λαϊκά δικαστήρια, τη διαφθορά της εξουσίας, αυτά τα διαχρονικά που συναντάμε και σήμερα, παράμετροι που εμπεριέχονται και στο τσιρκολαγνικό έργο της Λένας Κιτσοπούλου.

 Άλλωστε, τα social media έχουν ήδη δώσει στον καθένα το δικαίωμα να κρίνει, να καταδικάζει να αυτοδιορίζεται δικηγόρος, εισαγγελέας, ψυχίατρος, μηχανικός. Η εποχή επιτάσσει την άποψη επί παντός επιστητού να δημοσιοποιείται ανώνυμα ή επώνυμα κι όσοι την αποκηρύσσουν στιγματίζονται ένοχοι, συνένοχοι.

Ο Χορός των Σφηκών ανταποκρίνεται πλήρως στην πιο πάνω συνταγή. Ως προς την ταυτότητά του, είναι η προέκταση του Φιλοκλέωνα, άρα αποτελεί τον φυσικό σύμμαχο του συγκεκριμένου χαρακτήρα, ο οποίος στο εν λόγω έργο, όπως και ο Βδελυκλέων, είναι ταυτόχρονα και Κωμικός Ήρωας και Ανταγωνιστής. Ο Χορός των Σφηκών αποτελείται από γέροντες Αθηναίους πολίτες που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σιτίζονται (κυριολεκτικά), ως δικαστές. Ως εκ τούτου είναι και αυτοί, όπως ο Φιλοκλέων, φανατικοί οπαδοί του Κλέωνα. 

Σε αντίθεση με τον Φιλοκλέωνα, όμως, ο Χορός είναι διεσφηκωμένος. Η φύση του, δηλαδή, κινείται ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, αφού από τη μέση και κάτω είναι Σφήκας διαθέτοντας, μάλιστα, αντί του δερμάτινου φαλλού, τον οποίο διατηρεί και χρησιμοποιεί ποικιλοτρόπως ο Φιλοκλέων, κεντρί! Με άλλα λόγια, ο Χορός των Σφηκών αποτελεί ιδιότυπη σύμφυρση των ανθρώπινων και των ζωικών χορών του Αριστοφάνη. 

Ο Χορός επιδίδεται στην Παράβαση, στην οποία σχολιάζει την κακή συμπεριφορά των Αθηναίων θεατών έναντι του Αριστοφάνη (εννοεί την αποτυχία των Νεφελών στα Μεγάλα Διονύσια της προηγούμενης χρονιάς) και ερμηνεύει τη διττή του ταυτότητα, ως Αθηναίου της γενιάς των Μαραθωνομάχων και ως «Σφήκας».

Η παράσταση

Ρηξικέλευθος σημαίνει: επαναστατικός, καινοτόμος, πρωτοποριακός, ριζοσπαστικός. Όλα αυτά τα επίθετα συνοδεύουν τη δουλειά της συγγραφέως, σκηνοθέτριας και πρωταγωνίστριας Λένας Κιτσοπούλου, της οποίας τα πρότερα κείμενα, άρθρα, θεατρικά, δοκίμια, χρονογραφήματα, όπου κι αν τα πέτυχα, τα διάβασα και τα χάρηκα.

Επίσης, εκτιμώ το οξυδερκές πνεύμα της. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι δε δικαιούται να σκοντάψει, πάντα στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης, και να σακατέψει ένα αποτέλεσμα δημιουργική της ενασχόλησης.

Για την παράσταση με τίτλο «Σφήκες», εμφανώς ο ποιητής Αριστοφάνης σνομπαρίστηκε, αν όχι αγνοήθηκε, αλλά αυτό δε θεωρήθηκε διόλου μειονεκτικό από τους συμπαραγωγούς – κρατικούς χρηματοδότες, μήτε από τους συναδέρφους της Λένας Κιτσοπούλου ή από τους «οπαδούς- θαυμαστές» της εναλλακτικής της εργασίας είτε στο θέατρο είτε στη συγγραφή.

Πάντως, αν το «φάντασμα» του Αριστοφάνη κοινώνησε το όλο πόνημα κατά τη διάρκεια προετοιμασίας του και μετέπειτα παρουσίασής του, πιθανώς να αναρωτήθηκε «άραγε, τι είδους νέοι θεατές θα μεγαλώνουν μέσα από παραστάσεις ρηξικέλευθων απόψεων; Θα έχουν κανονικό αριθμό δαχτύλων στο χειροκρότημα της υπόκλισης; Η τέρψη τους θα είναι αρκετά θερμή; Η φαντασία τους θα είναι γόνιμη ή άκαρπη; Η ψυχή τους θα έχει την κανονική σχέση που πρέπει να έχει με το φυσικό σύμπαν ή θα ανάγεται – κάθε φορά – στον πάτο του “δοκιμαστικού σωλήνα”, χάριν πρωτοτυπίας, χάριν της μετά- μεταμοντέρνας διασκευής των έργων μου;»

Το πρόβλημα ξεκινά από το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, εφόσον προσπεράσουμε το προφανές στο «τι ήθελε να πει ο ποιητής» κι αυτό, όχι με τον κατασκευαστή της ιδέας: «θυσιάζουμε το οτιδήποτε στον βωμό της καινοτόμου άποψης», αλλά με τους καλλιτέχνες που έλκονται απ’ αυτήν, που αρπάζονται απ’ αυτήν, μέχρι να σπάσει και το τελευταίο τους νύχι. Συνήθως, δεν έχουν την κατάλληλη ευλυγισία, την εμπνευσμένη αίσθηση του χιούμορ να τη διατηρήσουν στο πνεύμα με το οποίο κυοφορήθηκε. Οι ιδέες γεννιούνται από δασκάλους, τα δόγματα από τους μαθητές κι ο συγγραφέας «σκοτώνεται» στον δρόμο.

 Όλοι οι υπόλοιποι, ηθοποιοί κρατικών σκηνών και εγνωσμένης αξίας καλλιτέχνες – συντελεστές της παράστασης, ως πειθήνιοι εργάτες του θέατρου, ακολούθησαν ενσυνείδητα το όραμα της σκηνοθέτριας. Το αποτέλεσμα συζητείται κατά το δοκούν, που σημαίνει ότι οι πληρωμένες καταχωρήσεις το επευφημούν, ενώ πολλοί, απλοί ή μυημένοι στην Αττική κωμωδία θεατές, το αποδοκιμάζουν.

 Στη συγκεκριμένη παράσταση δεν έχει καμία σημασία για το κοινό πώς είναι τα σκηνικά και τα κοστούμια, αν φιλοξενεί τραπεζαρίες, μπασκέτα ή πλαστικές καρέκλες η σκηνή, αν η μουσική του σημαντικού συνθέτη Νίκου Κυπουργού δένει ή ξηλώνει χορικά, μονολόγους, διαλόγους, αν υπάρχουν χορογραφίες ή άτσαλα βήματα. Το ποτάμι λέξεων που ρέει από τα στόματα των ηθοποιών μετράει. Είναι βατό αυτό το κείμενο- ποταμός που απλώνεται στην ορχήστρα; Μπορεί κανείς να το διαβεί; Μπορεί να κολυμπήσει ή πρέπει να ψάξει για μια σανίδα σωτήρια για να φτάσει ως τις εκβολές του; Μήπως είναι προτιμότερο να σηκωθεί και να φύγει για να γλυτώσει την αντάρα ή έστω, το μουσκίδι; Δύσκολη απάντηση. Η ανάγνωση μιας σειράς ή μιας εικόνας από ομάδα θεατών – αναγνωστών, δε συνεπάγεται αυτονόητο συμπέρασμα. Ο καθείς εισπράττει αυτό που του επιτρέπουν οι γνώσεις του, οι εμπειρίες του, οι προσδοκίες του.

Εγώ προτιμώ να σας πω ότι διάβασα στην «POPAGANDA» μια δήλωση της «αιρετικής» Λένας Κιτσοπούλου. Την παραθέτω αυτούσια:

«….. μιλάμε για μία δημοκρατία ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει πολίτης σε αυτή τη χώρα να έχει βιώσει μία δημοκρατική μέρα στη ζωή του. Ποια είναι η δημοκρατία; Είναι δημοκρατικό να έχεις δημόσια παιδεία χωρίς υποδομές; Είναι δημοκρατικό να πετάς αυτόν που δεν έχει χρήματα σε κάτι διαδρόμους νοσοκομείων μόνο του να πεθαίνει; Είναι δημοκρατικό το φακελάκι; Ο πληρωμένος δημοσιογράφος; Είναι δημοκρατικό να ψάχνουν το δίκιο τους οι άνθρωποι από την τραγωδία στο Μάτι, ή στα Τέμπη και να μην βρίσκουν άκρη; Να μην τους δίνει σημασία κανείς; Είναι δημοκρατικό να μην τηρείται πουθενά και ποτέ το τεκμήριο αθωότητας; Τι δημοκρατικό υπάρχει σε αυτή τη χώρα; Πότε ζήσαμε κάτι δημοκρατικό εδώ πέρα, κάτι δίκαιο; Εδώ προσπαθείς να είσαι δίκαιος και σε σπρώχνουν οι παράνομοι να περάσουνε. Εδώ δεν ξέρει κανείς ούτε πώς να μπει στο μετρό. Σπρώχνει απλώς για να περάσει μπροστά και εσύ που περιμένεις στη σειρά σου, του φαίνεσαι απλώς μαλάκας. Αυτή είναι η δημοκρατία της Ελλάδας.»

Δίκιο έχει, αλλά ξέχασε κάτι πολύ σημαντικό. Ότι η ίδια βιώνει – εδώ και χρόνια – σ’ αυτή τη χώρα που αναθεματίζει τόσο καυστικά, την απόλυτη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, εφόσον μπορεί τόσο πολύ συχνά να λέει και να κάνει ό,τι θέλει κι όπως το θέλει ανενόχλητη και, μάλιστα, να αμείβεται αδρά γι’ αυτό. Το γράφω, για να μην αφήνουμε μισές τις αλήθειες, επειδή στον μονόλογό της -παράβαση της παράστασης, μας είπε θυμωμένη σε ραπ εκτέλεση, ότι έχει δεμένο συμβόλαιο με το Εθνικό, ότι όποιος την κρίνει να βάλει την κριτική του στον κ@λο του, ότι γενικώς και ειδικώς γ@μεί και δέρνει, διότι έτσι γουστάρει ως αντικομφορμίστρια, ως αντι…οτιδήποτε, ότι έτσι είναι η γαμοζωή και παρόμοια γαμοσταυρίδια.

Κι εδώ ξέχασε η α(ν)θηρόστομη και αθυρόστομη καλλιτέχνιδα, ότι ο τελικός αποδέκτης ενός έργου τέχνης, ας πούμε, είναι ο θεατής κι αυτός έχει το δικαίωμα να κρίνει, συν του ότι όλοι κρινόμαστε. Ασυζητητί. Είτε της αρέσει είτε όχι.

Επίσης, συχνά – πυκνά επικαλούμαστε ρήσεις αρχαίων φιλοσόφων, ως επιχειρήματα, για να στηρίξουμε απόψεις. Θα το κάνω κι εγώ: «Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία». (Ισοκράτης, 436-338π.χ. )

Θέλω και θα μείνω στον κ. Χρονόπουλο, επειδή το δελτίο τύπου τον κατονομάζει ως μεταφραστή του έργου της Λένας Κιτσοπούλου, έστω κι αν έλλειπε ο λόγος του στην παράσταση. Ο κ. Στυλιανός Χρονόπουλος είναι ειδήμων στη μετάφραση Αττικής κωμωδίας. Άλλωστε, το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι πνευματικά ένα κατόρθωμα, μια ανακάλυψη του αττικού δαιμονίου και η αποτύπωση σε κώδικα καλλιτεχνικό των μεγίστων πολιτικών, κοινωνικών, ηθικών, θεολογικών και ψυχολογικών προβλημάτων του ανθρώπου, όπως αυτά έγιναν συνειδητή αναζήτηση σε μια συγκεκριμένη εποχή. Η ελληνική τραγωδία και κωμωδία, ως θεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας, είναι μια πνευματική επικοινωνία συνειδητών πολιτών. Το αρχαίο δράμα είναι εν πυκνώ η πόλις, οι θεσμοί της, η ιστορία της, το μέλλον και οι προοπτικές της, οι αποτυχίες της, τα αδιέξοδά της, οι δόκιμες εκφράσεις της, η κατασταλαγμένη πείρα της, ο βαθύς της λόγος.

Η μετάφραση είναι ένα γλωσσικό στοίχημα και ο κ. Χρονόπουλος στο παρόν έργο -πνευματικής ιδιοκτησίας Λένας Κιτσοπούλου – ούτε καν το έβαλε.

Βεβαίως και χειροκρότησα όλους τους ηθοποιούς στο φινάλε, τους μουσικούς, την υπέροχη Νεφέλη Μαϊστράλη. Η έκπληξη ήρθε από το κοίλο. Δυνατά χειροκροτήματα και επευφημίες. Η Λένα Κιτσοπούλου, όπως φάνηκε, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και αγαπητή στο κοινό των Φιλίππων. Μάλιστα, θυμάμαι πόσο καλή ήταν στην κατά Μαρμαρινού «Λυσιστράτη», που έφερε το 2016 στο Φεστιβάλ Φιλίππων το Εθνικό Θέατρο. Ποιος ξέρει τι μεσολάβησε από τότε έως σήμερα και τον Μαρμαρινό τον «μάδησε» στην παράβαση – παραλήρημά της.

 Επίλογος

Η δική μου «υπογραφή» στην κριτική μιας θεατρικής παράστασης είναι η δομή του άρθρου: «Ο πρόλογος», «η υπόθεση», «η ανάγνωση – ερμηνεία μου», «η παράσταση» και «ο επίλογος».

Και εδώ, λοιπόν, ακολούθησα αυτό που με χαρακτηρίζει. Σεβασμός στους εργάτες του θέατρου. Παράθεση ενστάσεων. Ενημέρωση για το έργο αναγνωστών – δυνάμει θεατών, αλλά και άποψη γι’ αυτό που είδα. Είτε είναι Αριστοφάνης ή έμπνευση από έργο του Αριστοφάνη ή κάτι εντελώς διαφορετικό που, εν προκειμένω, το είπανε «φτηνό πανηγυράκι», «ιεροσυλία», «μεγάλο φαγοπότι κρατικού χρήματος», «όνειδος ελληνικού αρχαίου δράματος», «αλαζονική, υπερφίαλη και αήθης συμπεριφορά σκηνοθέτιδας απέναντι στο κοινό», αλλά το είπανε και σουρεάλ «τέχνη». Κρατήστε ελεύθερα όποιο σας αντιπροσωπεύει.

Και κάτι ακόμα. Για μένα το αρχαίο θέατρο Φιλίππων έχει την ίδια «ιερότητα» με αυτό της Επιδαύρου. Από παιδί μέχρι σήμερα κάθομαι στα ίδια διαζώματα και νιώθω το αυτό δέος στην κάθε επίσκεψή μου. Πριν από την παράσταση. Μετά, παίρνω μαζί μου ό,τι αυτή με κέρασε. Ευφροσύνη, ικανοποίηση, τίποτα ή απογοήτευση, οργή, πίκρα, αηδία.

Συντελεστές

Μετάφραση: Στέλιος Χρονόπουλος
Ελεύθερη διασκευή-Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Χορογραφία: Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Λώλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Ασπασία Μαρία Αλεξίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου
Βοηθός σκηνοθέτη Β΄: Σαβίνα Τσάφα
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματόλογου: Τζίνα Ηλιοπούλου
Βοηθός μουσικού: Αλέξης Κωτσόπουλος
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Φωτογραφίες και video παράστασης: Χρήστος Συμεωνίδης

Διανομή αλφαβητικά

Δάφνη Δαυίδ, Αλέξανδρος Ζουριδάκης, Κωνσταντίνος Καπελλίδης, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννης Κότσιφας, Νίκος Κουσούλης, Αλέξης Κωτσόπουλος, Νεφέλη Μαϊστράλη, Σωτήρης Μανίκας, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Θάνος Μπίρκος, Δημήτρης Ναζίρης, Πάνος Παπαδόπουλος, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Μαριάννα Πουρέγκα, Θοδωρής Σκυφτούλης

Μουσικοί επί σκηνής:

Σοφία Ευκλείδου, Βαγγέλης Καρίπης, Εύη Κανέλλου

Η παράσταση προτείνεται σε θεατές από 15 ετών και άνω.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ

22/07 21:00 Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

25/07 21:00 Θέατρο Δάσους 

26/07 21:00 Θέατρο Δάσους 

30/07 21:00 Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης

05/08 21:0 Αρχαίο Θέατρο ΔΙΟΝ

29/08 21:00 Δημοτικό θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής»

06/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά

07/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά

08/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά

09/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά

16/09 21:00 Κηποθέατρο Παπάγου

22/09 21:00 Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα