Πολιτισμός
66ο Φεστιβάλ Φιλίππων: «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου (βασισμένοι στο έργο του Αριστοφάνη)
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Πρόλογος
Ναι, δεν είναι οι Αριστοφανικοί «Σφήκες» αυτό το έργο της Κιτσοπούλου, αλλά μου δίνει την ευκαιρία να γράψω αυτά που θα έγραφα, αν ήταν το πραγματικό έργο του ποιητή.
Οι κανονικοί «Σφήκες» δεν είναι από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη που ανεβαίνουν συχνά στη σύγχρονη σκηνή. Στο νεοελληνικό θέατρο, από την πρώτη παράσταση του Αλέξη Σολομού (1963) μέχρι σήμερα, καταγράφονται μόλις επτά παραστάσεις αυτής της κωμωδίας.
Οι “Σφήκες” είναι το έκτο κατά σειρά έργο του Αριστοφάνη και τέταρτο από τα σωζόμενα.
Γραμμένο κάτω από την επήρεια σοβαρών πολιτικών γεγονότων: αποτυχίες του αθηναϊκού στρατού στον Πόντο, στο Δήλιο, στην Αμφίπολη, συνθηκολόγηση Αθηναίων και Σπαρτιατών την άνοιξη του 423 π.Χ., εκφράζει σύγκαιρα κι έναν προσωπικό καημό του ποιητή, για την αποτυχία που είχαν οι “Νεφέλες” του -έναν χρόνο πριν- στο θέατρο του Διονύσου (423 π.Χ.).
Η συσχέτιση ενός καθαρά προσωπικού θέματος με μια εθνική υπόθεση θα ήταν άστοχη σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, όχι όμως στου ποιητή μας, που σκοπός του είναι η εξυγίανση και βελτίωση των πολιτικών ηθών κι όχι η επίδειξη πολιτικού ταλέντου. Γι’ αυτό, από την αρχή ο Αριστοφάνης προετοιμάζει ψυχικά τον θεατή, τονίζοντας πως το έργο του έχει ποιότητα και δεν είναι μια φτηνή κωμωδία, από τις τόσες που παρουσίαζαν συνήθως οι συνάδελφοί του.
Και όπως τα πράγματα έδειξαν, ο Αριστοφάνης όχι μόνο δούλεψε με κέφι το θέμα του, αλλά πρωτοτύπησε κιόλας. Η πρωτοτυπία του συνίσταται σε δύο κυρίως σημεία: α) στο ότι εμφανίζει ζωόμορφο Χορό – αργότερα θα γράψει τους «Όρνιθες», τους «Πελαργούς» (χαμένο πια έργο) και τους «Βατράχους» και β) στο ότι σατιρίζει έναν ιερό θεσμό που δε σηκώνει σάτιρα: Πρόκειται για το δικαστικό θεσμό.
Υπόθεση
Οι αληθινοί «Σφήκες» του Αριστοφάνη είναι η ιστορία ενός πατέρα κι ενός γιου με περίεργα ονόματα: Φιλοκλέων και Βδελυκλέων, αντιστοίχως. Ο Φιλοκλέων είναι μανιακός με τα δικαστήρια και ως εκ τούτου φανατικός οπαδός του Κλέωνα, αφού ο δημαγωγός του δίνει συνεχώς τροφή για το πάθος του. Από το δικαστικό του λειτούργημα ο Φιλοκλέων αποκομίζει μια αίσθηση αξίας και εξουσίας. Τον βολεύει, όμως, και το ημερήσιο αντιμίσθιο των τριών οβολών, που του παρέχει τη δυνατότητα να μην είναι εξαρτημένος από τον γιο του.
Ο Βδελυκλέων φέρει βαρέως την «ασθένεια» του πατέρα του και τον κλειδώνει στο σπίτι. Ούτε οι εφευρετικές προσπάθειες του γέροντα να αποδράσει ούτε η επιδρομή των συνδικαστών του (μισών ανθρώπων, μισών σφηκών) καταφέρνουν να απελευθερώσουν τον γέροντα. Έτσι, πατέρας και γιος καταφεύγουν σε «αγώνα δικαιολογιών». Ο Φιλοκλέων εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αγαπά τόσο το δικαστιλίκι, ο Βδελυκλέων επιχειρεί να του εξηγήσει πως στην πραγματικότητα έχει γίνει το υποχείριο επιτηδείων, ώστε να πλουτίζουν σε βάρος του.
Η «ιδιαίτερη» Λένα Κιτσοπούλου βυθίζεται στα πλούσια νερά της Αριστοφανικής γραφής, αλιεύει μαργαριτάρια, τα καθαρίζει ή τα βρωμίζει (ανάλογα με την αντίληψη του θεατή), τα επεξεργάζεται κατά πώς της κατεβαίνει, συμπληρώνει τις ιδέες της ως πλαίσιο- κόσμημα δικής της επινόησης και πλάθει ένα επιθεωρησιακής δομής καινούργιο έργο, με τον ίδιο τίτλο.
Ανάγνωση
Το κανονικό έργο μιλάει για το δικαστικό σύστημα την εποχή της διακυβέρνησης του Μέγα οπορτουνιστή Κλέωνα, ο οποίος διόριζε δικαστές απλούς πολίτες. Μια τεράστια δικαστική μηχανή εξυπηρετούσε τα δικά του συμφέροντα, ενώ του εξασφάλιζε ψήφους. Επίσης, το έργο μιλάει για τα λαϊκά δικαστήρια, τη διαφθορά της εξουσίας, αυτά τα διαχρονικά που συναντάμε και σήμερα, παράμετροι που εμπεριέχονται και στο τσιρκολαγνικό έργο της Λένας Κιτσοπούλου.
Άλλωστε, τα social media έχουν ήδη δώσει στον καθένα το δικαίωμα να κρίνει, να καταδικάζει να αυτοδιορίζεται δικηγόρος, εισαγγελέας, ψυχίατρος, μηχανικός. Η εποχή επιτάσσει την άποψη επί παντός επιστητού να δημοσιοποιείται ανώνυμα ή επώνυμα κι όσοι την αποκηρύσσουν στιγματίζονται ένοχοι, συνένοχοι.
Ο Χορός των Σφηκών ανταποκρίνεται πλήρως στην πιο πάνω συνταγή. Ως προς την ταυτότητά του, είναι η προέκταση του Φιλοκλέωνα, άρα αποτελεί τον φυσικό σύμμαχο του συγκεκριμένου χαρακτήρα, ο οποίος στο εν λόγω έργο, όπως και ο Βδελυκλέων, είναι ταυτόχρονα και Κωμικός Ήρωας και Ανταγωνιστής. Ο Χορός των Σφηκών αποτελείται από γέροντες Αθηναίους πολίτες που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σιτίζονται (κυριολεκτικά), ως δικαστές. Ως εκ τούτου είναι και αυτοί, όπως ο Φιλοκλέων, φανατικοί οπαδοί του Κλέωνα.
Σε αντίθεση με τον Φιλοκλέωνα, όμως, ο Χορός είναι διεσφηκωμένος. Η φύση του, δηλαδή, κινείται ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, αφού από τη μέση και κάτω είναι Σφήκας διαθέτοντας, μάλιστα, αντί του δερμάτινου φαλλού, τον οποίο διατηρεί και χρησιμοποιεί ποικιλοτρόπως ο Φιλοκλέων, κεντρί! Με άλλα λόγια, ο Χορός των Σφηκών αποτελεί ιδιότυπη σύμφυρση των ανθρώπινων και των ζωικών χορών του Αριστοφάνη.
Ο Χορός επιδίδεται στην Παράβαση, στην οποία σχολιάζει την κακή συμπεριφορά των Αθηναίων θεατών έναντι του Αριστοφάνη (εννοεί την αποτυχία των Νεφελών στα Μεγάλα Διονύσια της προηγούμενης χρονιάς) και ερμηνεύει τη διττή του ταυτότητα, ως Αθηναίου της γενιάς των Μαραθωνομάχων και ως «Σφήκας».
Η παράσταση
Ρηξικέλευθος σημαίνει: επαναστατικός, καινοτόμος, πρωτοποριακός, ριζοσπαστικός. Όλα αυτά τα επίθετα συνοδεύουν τη δουλειά της συγγραφέως, σκηνοθέτριας και πρωταγωνίστριας Λένας Κιτσοπούλου, της οποίας τα πρότερα κείμενα, άρθρα, θεατρικά, δοκίμια, χρονογραφήματα, όπου κι αν τα πέτυχα, τα διάβασα και τα χάρηκα.
Επίσης, εκτιμώ το οξυδερκές πνεύμα της. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι δε δικαιούται να σκοντάψει, πάντα στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης, και να σακατέψει ένα αποτέλεσμα δημιουργική της ενασχόλησης.
Για την παράσταση με τίτλο «Σφήκες», εμφανώς ο ποιητής Αριστοφάνης σνομπαρίστηκε, αν όχι αγνοήθηκε, αλλά αυτό δε θεωρήθηκε διόλου μειονεκτικό από τους συμπαραγωγούς – κρατικούς χρηματοδότες, μήτε από τους συναδέρφους της Λένας Κιτσοπούλου ή από τους «οπαδούς- θαυμαστές» της εναλλακτικής της εργασίας είτε στο θέατρο είτε στη συγγραφή.
Πάντως, αν το «φάντασμα» του Αριστοφάνη κοινώνησε το όλο πόνημα κατά τη διάρκεια προετοιμασίας του και μετέπειτα παρουσίασής του, πιθανώς να αναρωτήθηκε «άραγε, τι είδους νέοι θεατές θα μεγαλώνουν μέσα από παραστάσεις ρηξικέλευθων απόψεων; Θα έχουν κανονικό αριθμό δαχτύλων στο χειροκρότημα της υπόκλισης; Η τέρψη τους θα είναι αρκετά θερμή; Η φαντασία τους θα είναι γόνιμη ή άκαρπη; Η ψυχή τους θα έχει την κανονική σχέση που πρέπει να έχει με το φυσικό σύμπαν ή θα ανάγεται – κάθε φορά – στον πάτο του “δοκιμαστικού σωλήνα”, χάριν πρωτοτυπίας, χάριν της μετά- μεταμοντέρνας διασκευής των έργων μου;»
Το πρόβλημα ξεκινά από το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, εφόσον προσπεράσουμε το προφανές στο «τι ήθελε να πει ο ποιητής» κι αυτό, όχι με τον κατασκευαστή της ιδέας: «θυσιάζουμε το οτιδήποτε στον βωμό της καινοτόμου άποψης», αλλά με τους καλλιτέχνες που έλκονται απ’ αυτήν, που αρπάζονται απ’ αυτήν, μέχρι να σπάσει και το τελευταίο τους νύχι. Συνήθως, δεν έχουν την κατάλληλη ευλυγισία, την εμπνευσμένη αίσθηση του χιούμορ να τη διατηρήσουν στο πνεύμα με το οποίο κυοφορήθηκε. Οι ιδέες γεννιούνται από δασκάλους, τα δόγματα από τους μαθητές κι ο συγγραφέας «σκοτώνεται» στον δρόμο.
Όλοι οι υπόλοιποι, ηθοποιοί κρατικών σκηνών και εγνωσμένης αξίας καλλιτέχνες – συντελεστές της παράστασης, ως πειθήνιοι εργάτες του θέατρου, ακολούθησαν ενσυνείδητα το όραμα της σκηνοθέτριας. Το αποτέλεσμα συζητείται κατά το δοκούν, που σημαίνει ότι οι πληρωμένες καταχωρήσεις το επευφημούν, ενώ πολλοί, απλοί ή μυημένοι στην Αττική κωμωδία θεατές, το αποδοκιμάζουν.
Στη συγκεκριμένη παράσταση δεν έχει καμία σημασία για το κοινό πώς είναι τα σκηνικά και τα κοστούμια, αν φιλοξενεί τραπεζαρίες, μπασκέτα ή πλαστικές καρέκλες η σκηνή, αν η μουσική του σημαντικού συνθέτη Νίκου Κυπουργού δένει ή ξηλώνει χορικά, μονολόγους, διαλόγους, αν υπάρχουν χορογραφίες ή άτσαλα βήματα. Το ποτάμι λέξεων που ρέει από τα στόματα των ηθοποιών μετράει. Είναι βατό αυτό το κείμενο- ποταμός που απλώνεται στην ορχήστρα; Μπορεί κανείς να το διαβεί; Μπορεί να κολυμπήσει ή πρέπει να ψάξει για μια σανίδα σωτήρια για να φτάσει ως τις εκβολές του; Μήπως είναι προτιμότερο να σηκωθεί και να φύγει για να γλυτώσει την αντάρα ή έστω, το μουσκίδι; Δύσκολη απάντηση. Η ανάγνωση μιας σειράς ή μιας εικόνας από ομάδα θεατών – αναγνωστών, δε συνεπάγεται αυτονόητο συμπέρασμα. Ο καθείς εισπράττει αυτό που του επιτρέπουν οι γνώσεις του, οι εμπειρίες του, οι προσδοκίες του.
Εγώ προτιμώ να σας πω ότι διάβασα στην «POPAGANDA» μια δήλωση της «αιρετικής» Λένας Κιτσοπούλου. Την παραθέτω αυτούσια:
«….. μιλάμε για μία δημοκρατία ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει πολίτης σε αυτή τη χώρα να έχει βιώσει μία δημοκρατική μέρα στη ζωή του. Ποια είναι η δημοκρατία; Είναι δημοκρατικό να έχεις δημόσια παιδεία χωρίς υποδομές; Είναι δημοκρατικό να πετάς αυτόν που δεν έχει χρήματα σε κάτι διαδρόμους νοσοκομείων μόνο του να πεθαίνει; Είναι δημοκρατικό το φακελάκι; Ο πληρωμένος δημοσιογράφος; Είναι δημοκρατικό να ψάχνουν το δίκιο τους οι άνθρωποι από την τραγωδία στο Μάτι, ή στα Τέμπη και να μην βρίσκουν άκρη; Να μην τους δίνει σημασία κανείς; Είναι δημοκρατικό να μην τηρείται πουθενά και ποτέ το τεκμήριο αθωότητας; Τι δημοκρατικό υπάρχει σε αυτή τη χώρα; Πότε ζήσαμε κάτι δημοκρατικό εδώ πέρα, κάτι δίκαιο; Εδώ προσπαθείς να είσαι δίκαιος και σε σπρώχνουν οι παράνομοι να περάσουνε. Εδώ δεν ξέρει κανείς ούτε πώς να μπει στο μετρό. Σπρώχνει απλώς για να περάσει μπροστά και εσύ που περιμένεις στη σειρά σου, του φαίνεσαι απλώς μαλάκας. Αυτή είναι η δημοκρατία της Ελλάδας.»
Δίκιο έχει, αλλά ξέχασε κάτι πολύ σημαντικό. Ότι η ίδια βιώνει – εδώ και χρόνια – σ’ αυτή τη χώρα που αναθεματίζει τόσο καυστικά, την απόλυτη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, εφόσον μπορεί τόσο πολύ συχνά να λέει και να κάνει ό,τι θέλει κι όπως το θέλει ανενόχλητη και, μάλιστα, να αμείβεται αδρά γι’ αυτό. Το γράφω, για να μην αφήνουμε μισές τις αλήθειες, επειδή στον μονόλογό της -παράβαση της παράστασης, μας είπε θυμωμένη σε ραπ εκτέλεση, ότι έχει δεμένο συμβόλαιο με το Εθνικό, ότι όποιος την κρίνει να βάλει την κριτική του στον κ@λο του, ότι γενικώς και ειδικώς γ@μεί και δέρνει, διότι έτσι γουστάρει ως αντικομφορμίστρια, ως αντι…οτιδήποτε, ότι έτσι είναι η γαμοζωή και παρόμοια γαμοσταυρίδια.
Κι εδώ ξέχασε η α(ν)θηρόστομη και αθυρόστομη καλλιτέχνιδα, ότι ο τελικός αποδέκτης ενός έργου τέχνης, ας πούμε, είναι ο θεατής κι αυτός έχει το δικαίωμα να κρίνει, συν του ότι όλοι κρινόμαστε. Ασυζητητί. Είτε της αρέσει είτε όχι.
Επίσης, συχνά – πυκνά επικαλούμαστε ρήσεις αρχαίων φιλοσόφων, ως επιχειρήματα, για να στηρίξουμε απόψεις. Θα το κάνω κι εγώ: «Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία». (Ισοκράτης, 436-338π.χ. )
Θέλω και θα μείνω στον κ. Χρονόπουλο, επειδή το δελτίο τύπου τον κατονομάζει ως μεταφραστή του έργου της Λένας Κιτσοπούλου, έστω κι αν έλλειπε ο λόγος του στην παράσταση. Ο κ. Στυλιανός Χρονόπουλος είναι ειδήμων στη μετάφραση Αττικής κωμωδίας. Άλλωστε, το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι πνευματικά ένα κατόρθωμα, μια ανακάλυψη του αττικού δαιμονίου και η αποτύπωση σε κώδικα καλλιτεχνικό των μεγίστων πολιτικών, κοινωνικών, ηθικών, θεολογικών και ψυχολογικών προβλημάτων του ανθρώπου, όπως αυτά έγιναν συνειδητή αναζήτηση σε μια συγκεκριμένη εποχή. Η ελληνική τραγωδία και κωμωδία, ως θεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας, είναι μια πνευματική επικοινωνία συνειδητών πολιτών. Το αρχαίο δράμα είναι εν πυκνώ η πόλις, οι θεσμοί της, η ιστορία της, το μέλλον και οι προοπτικές της, οι αποτυχίες της, τα αδιέξοδά της, οι δόκιμες εκφράσεις της, η κατασταλαγμένη πείρα της, ο βαθύς της λόγος.
Η μετάφραση είναι ένα γλωσσικό στοίχημα και ο κ. Χρονόπουλος στο παρόν έργο -πνευματικής ιδιοκτησίας Λένας Κιτσοπούλου – ούτε καν το έβαλε.
Βεβαίως και χειροκρότησα όλους τους ηθοποιούς στο φινάλε, τους μουσικούς, την υπέροχη Νεφέλη Μαϊστράλη. Η έκπληξη ήρθε από το κοίλο. Δυνατά χειροκροτήματα και επευφημίες. Η Λένα Κιτσοπούλου, όπως φάνηκε, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και αγαπητή στο κοινό των Φιλίππων. Μάλιστα, θυμάμαι πόσο καλή ήταν στην κατά Μαρμαρινού «Λυσιστράτη», που έφερε το 2016 στο Φεστιβάλ Φιλίππων το Εθνικό Θέατρο. Ποιος ξέρει τι μεσολάβησε από τότε έως σήμερα και τον Μαρμαρινό τον «μάδησε» στην παράβαση – παραλήρημά της.
Επίλογος
Η δική μου «υπογραφή» στην κριτική μιας θεατρικής παράστασης είναι η δομή του άρθρου: «Ο πρόλογος», «η υπόθεση», «η ανάγνωση – ερμηνεία μου», «η παράσταση» και «ο επίλογος».
Και εδώ, λοιπόν, ακολούθησα αυτό που με χαρακτηρίζει. Σεβασμός στους εργάτες του θέατρου. Παράθεση ενστάσεων. Ενημέρωση για το έργο αναγνωστών – δυνάμει θεατών, αλλά και άποψη γι’ αυτό που είδα. Είτε είναι Αριστοφάνης ή έμπνευση από έργο του Αριστοφάνη ή κάτι εντελώς διαφορετικό που, εν προκειμένω, το είπανε «φτηνό πανηγυράκι», «ιεροσυλία», «μεγάλο φαγοπότι κρατικού χρήματος», «όνειδος ελληνικού αρχαίου δράματος», «αλαζονική, υπερφίαλη και αήθης συμπεριφορά σκηνοθέτιδας απέναντι στο κοινό», αλλά το είπανε και σουρεάλ «τέχνη». Κρατήστε ελεύθερα όποιο σας αντιπροσωπεύει.
Και κάτι ακόμα. Για μένα το αρχαίο θέατρο Φιλίππων έχει την ίδια «ιερότητα» με αυτό της Επιδαύρου. Από παιδί μέχρι σήμερα κάθομαι στα ίδια διαζώματα και νιώθω το αυτό δέος στην κάθε επίσκεψή μου. Πριν από την παράσταση. Μετά, παίρνω μαζί μου ό,τι αυτή με κέρασε. Ευφροσύνη, ικανοποίηση, τίποτα ή απογοήτευση, οργή, πίκρα, αηδία.
Συντελεστές
Μετάφραση: Στέλιος Χρονόπουλος
Ελεύθερη διασκευή-Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Χορογραφία: Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Λώλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Ασπασία Μαρία Αλεξίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου
Βοηθός σκηνοθέτη Β΄: Σαβίνα Τσάφα
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματόλογου: Τζίνα Ηλιοπούλου
Βοηθός μουσικού: Αλέξης Κωτσόπουλος
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Φωτογραφίες και video παράστασης: Χρήστος Συμεωνίδης
Διανομή αλφαβητικά
Δάφνη Δαυίδ, Αλέξανδρος Ζουριδάκης, Κωνσταντίνος Καπελλίδης, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννης Κότσιφας, Νίκος Κουσούλης, Αλέξης Κωτσόπουλος, Νεφέλη Μαϊστράλη, Σωτήρης Μανίκας, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Θάνος Μπίρκος, Δημήτρης Ναζίρης, Πάνος Παπαδόπουλος, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Μαριάννα Πουρέγκα, Θοδωρής Σκυφτούλης
Μουσικοί επί σκηνής:
Σοφία Ευκλείδου, Βαγγέλης Καρίπης, Εύη Κανέλλου
Η παράσταση προτείνεται σε θεατές από 15 ετών και άνω.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ
22/07 21:00 Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
25/07 21:00 Θέατρο Δάσους
26/07 21:00 Θέατρο Δάσους
30/07 21:00 Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης
05/08 21:0 Αρχαίο Θέατρο ΔΙΟΝ
29/08 21:00 Δημοτικό θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής»
06/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
07/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
08/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
09/09 21:00 ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Ειρήνη Παπά
16/09 21:00 Κηποθέατρο Παπάγου
22/09 21:00 Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.
Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;
Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.
Νίκος Νικολάου
Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».
Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.
Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.
Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.
Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».
Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.
Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.
Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.
Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;
Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.
Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.
Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).
Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».
Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.
Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.
Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.
Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.
Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.
Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου
Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου
Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
Φωτογραφίες: Mike Rafail
Διανομή
Νίκος Νικολάου (Στάθης)
Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login