Πολιτισμός
«Όταν άνθρωπος ή…»: Μουσική παράσταση στην Ανακτορούπολη
Για έβδομη χρονιά συνεχίζεται ο θεσμός «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού. Η φετινή θεματολογία του θεσμού έχει ως σημείο εκκίνησης τον περίφημο στίχο του Μενάνδρου στον Δύσκολο — «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ» (Πόσο ωραίος-ώριμος- είναι ο άνθρωπος όταν πραγματικά είναι άνθρωπος) και επανατοποθετεί το ερώτημα του «ανθρώπινου» σε μια εποχή βαθιάς μετάβασης.
Στο πλαίσιο του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», παρουσιάζει στις 7 και 8 Αυγούστου 2026, στον Αρχαιολογικό Χώρο Ανακτορούπολης, τη μουσική παράσταση «Όταν άνθρωπος ή… – Λόγιοι σκοποί της Κωνσταντινούπολης – Μουσικές της συνύπαρξης».
Η παράσταση επιχειρεί ένα μουσικό ταξίδι στην πολυπολιτισμική Κωνσταντινούπολη, αναδεικνύοντας τη συνάντηση των μουσικών παραδόσεων που διαμορφώθηκαν επί αιώνες στην Πόλη. Μέσα από λόγιες οργανικές συνθέσεις και τραγούδια της ελληνικής και της οθωμανικής μουσικής παράδοσης, το πρόγραμμα φωτίζει τη δημιουργική συνύπαρξη λαών και πολιτισμών, προβάλλοντας τη μουσική ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας και έκφρασης.
Συμμετέχουν οι μουσικοί:
Χρήστος Τσιαμούλης (φωνή – ούτι)
Γεώργιος Ντόβολος (φωνή)
Γρηγόρης Κακούρης (φωνή)
Στέφανος Δορμπαράκης (κανονάκι)
Δημοσθένης Καραχριστοδούλου (λύρα)
Στρατής Σκουρκέας (κρουστά)
Νίκος Γύρας (μπάσο)
Αφήγηση: Σοφία Μανωλάκου
κοστούμια: CelebritySkin
κινησιολογία: Σοφία Μιχαήλ
φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
βοηθός σκηνοθέτη: Άντζελα Σπυροπούλου
7 και 8 Αυγούστου 2026
Ώρα έναρξης: 20:30
Χώρος: Αρχαιολογικός Χώρος Ανακτορούπολης
Η εκδήλωση πραγματοποιείται με ελεύθερη είσοδο για το κοινό
Με τη συνδρομή του Δήμου Παγγαίου
You may like
Πολιτισμός
«Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Σ’ αυτό το κορυφαίο δράμα του, όπου οι χαρακτήρες εξελίσσονται από επεισόδιο σε επεισόδιο, ο Ευριπίδης, βαθιά σοφός και ώριμος, αναδιευθετεί το επικό υλικό και, απευθυνόμενος στους διχασμένους Έλληνες της εποχής του, γίνεται ο κήρυκας της φιλοπατρίας.
Η τραγωδία του αποτυπώνει έναν κόσμο σε παρακμή, χωρίς διέξοδο και ηθικές αρχές, έτοιμο να μπει με οποιοδήποτε κόστος σε ένα μεγάλο πόλεμο. Σε αυτή την μεταβατική εποχή που τα πάντα καταρρέουν, μια ανθρωποθυσία είναι απαραίτητη για να ξεκινήσει ο παραλογισμός της πολεμικής εκστρατείας και να ικανοποιηθεί η διαρκής ανάγκη για αίμα, εξουσία και χρήμα.
Η άπνοια στην Αυλίδα, που επιβάλλει η Άρτεμις, συμβολίζει την εγκλωβισμένη βία. Οι θεοί δεν παρουσιάζονται ως δίκαιοι προστάτες, αλλά ως αμείλικτες δυνάμεις που απαιτούν αίμα, για να κινήσουν τους τροχούς του πολέμου.
Ο Ευριπίδης, γράφοντας το έργο στο τέλος του καταστροφικού Πελοποννησιακού Πολέμου, χρησιμοποιεί τη θυσία της Ιφιγένειας για να δείξει ότι η πρώτη και μεγαλύτερη παράπλευρη απώλεια κάθε πολέμου είναι η ανθρωπιά, η αλήθεια και η αθωότητα.
Μέσα από τη ματιά της ομάδας Σημείο Μηδέν, το έργο του Ευριπίδη αναδεικνύει τη βία του πολέμου και την ανθρώπινη ευθύνη, προσφέροντας μια σύγχρονη ανάγνωση για τη διαχρονική τραγωδία και την κρίση αξιών που ταλανίζει τη σημερινή κοινωνία.
Η Ιφιγένεια θυσιάζεται για έναν μάταιο και καταστροφικό επεκτατικό πόλεμο. Όμως η μεγαλύτερη θυσία είναι η βίαιη ωρίμανση της ηρωίδας, που αδυνατεί να κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν τον πατέρα της να την προσφέρει στο μαχαίρι του μάντη.
Έπειτα από είκοσι χρόνια Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Ευριπίδης μοιάζει να αναρωτιέται: «είναι δυνατή μια αλλαγή παραδείγματος»;
Δυόμιση χιλιάδες χρόνια αργότερα, και ενώ βιώνουμε τα πρώτα συμπτώματα ενός δυστοπικού μέλλοντος που εμείς απεργαστήκαμε, αναρωτιόμαστε ακόμη: «είναι άραγε δυνατή μια αλλαγή παραδείγματος»;
Σε ολόκληρο το έργο το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν, προμηνύοντας τα τρομερά μελλούμενα. Παρόν, παρελθόν και μέλλον συγχωνεύονται μέσα στο έργο, σε μια και μόνη ματωμένη πραγματικότητα.
Ο Ευριπίδης μέσα από αυτή την τραγωδία εκθέτει όλη την αλαζονεία, τον παραλογισμό, τον εγωισμό, τη ρηχότητα, τη δίψα για κυριαρχία, την αδηφαγία, των ανθρώπων που βρίσκονται σε θέση εξουσίας. Κάτι που βλέπουμε πολύ καθαρά να συμβαίνει και σήμερα.
Η Ιφιγένεια θυσιάστηκε για έναν καταστροφικό πόλεμο, και σήμερα δολοφονούνται αποτρόπαια ανθρώπινες ζωές, ολόκληροι πληθυσμοί στο βωμό του κέρδους και της εκμετάλλευσης.
Ο Αγαμέμνονας δε διστάζει να θυσιάσει την ίδια του την κόρη, για να εξυπηρετήσει τα στρατηγικά – εξουσιαστικά του συμφέροντα με την καταστροφή της Τροίας. Όπως και τότε, έτσι και τώρα βλέπουμε ανθρώπους, που για το κέρδος και την εξουσία είναι έτοιμοι να θυσιάσουν το οτιδήποτε ζωτικής σημασίας.
Διάβαζα από πολλές πηγές, ελληνικές και ξένες, λεπτομέρειες για την τραγωδία του Ευριπίδη, κάθε που επρόκειτο να δω μια εκδοχή της είτε κλασσική, είτε σύγχρονη με αναγωγή στο αρχαίο πρωτότυπο, οπότε, ξαναβλέπω στην παράσταση του Σάββα Στούμπου τη μεταπήδηση της Ιφιγένειας από την έσχατη απελπισία στην κατάφαση, από την άδικη θανάτωση στην εθελούσια θυσία.
Πιστεύω πως πρέπει εδώ να βρίσκεται ο μυστικός κόσμος αυτής της ιστορίας. Πρόκειται για την εναντίωση στην ανθρώπινη μοίρα και βρίσκεται μέσα στο θύμα και προχωρά πιο πέρα απ’ αυτό, δένεται με τη ζωή των άλλων, τη συνέχειά της, την αξία της. Αυτή είναι η κατάφαση του Ευριπίδη, η τελική κατάφαση, αυτή που πέρασε όλον τον δρόμο της απελπισίας και της άρνησης, ξαναγυρίζοντας στους ανθρώπους.
Και οι θεοί, γράφει ο Ευριπίδης, θα δώσουνε στους Αχαιούς τους ούριους ανέμους, τα πλοία τους θα κινήσουν πέρα απ’ την Αυλίδα αρμενίζοντας.
Θα φτάσουνε κάποτε σε κείνη την Τροία. Οι ανυπόμονοι της Αυλίδας —παλληκαράδες και μάντηδες και όχλοι— θα έχουνε πια τον πόλεμο που τόσο λαχτάρησαν.
Θα νικούνε και δε θα νικούνε, έτσι όπως γίνεται πάντα. Θα τσακώνονται και μεταξύ τους για πλιάτσικα και για γυναίκες, γι’ αρχηγιλίκια, για τ’ άρματα τα χρυσά, ποιος θα τα πάρει. Θ’ ατιμαστούν με τον δόλο, θα λερωθούνε με τη σφαγή που θα κάνουν και θα ’ναι αυτός ο ίδιος, ο συγγραφέας, που θα μιλήσει και για τη σφαγή στις «Τρωάδες» του.
Και θα γυρίσουνε κάποτε από κει οι Αχαιοί, αιώνιοι νικητές, αιώνια νικημένοι, μέσα στο προσωρινό πέρασμα της ανθρώπινης μοίρας, αυτής της μοίρας που δίνει το νόημα της τραγωδίας του.
Έτσι νομίζω τα σκέφτηκε ο ποιητής, είτε το τέλειωσε ο ίδιος το κομμάτι της εθελούσιας θυσίας, είτε όχι.
Όταν κοιτάζεις απ’ την κορφή της δικής σου ζωής τις ζωές των άλλων, ανάξια τη βλέπεις ολόκληρη. Μπορείς και να την αρνηθείς, επειδή όλα μικραίνουν, ξεφτίζουν. Όλα χάνονται.
Πλην, όμως, κάτι μένει. Μια Ιφιγένεια, εσαεί. Αθώα κι ανυποψίαστη, ασήμαντη, αδιάφορη, όσο θα βρίσκεται μέσα στους άλλους. Να την ξεκινάει αυτή – με την εθελούσια θυσία της – τη νικηφόρα εκστρατεία της Τροίας. Και να μένει.
Και θα συμβαίνουν εθελούσιες αυτοχειρίες, σε μια καινούργια πάντοτε «Αυλίδα» για μια νέα «αμαρτωλή» εκστρατεία.
Σημείωμα Σκηνοθέτη
«Πόσες Ιφιγένειες θα χρειαστεί να θυσιαστούν, με ή χωρίς το στοιχείο της εθελοθυσίας, ώστε η χειμαζόμενη ανθρωπότητα να πάψει να βλέπει τον εαυτό της στον σπασμένο καθρέφτη των αιματηρών πεδίων των μαχών; Και η δική μας, τραγικά μεταβατική εποχή, αυτά τα αγωνιώδη ερωτήματα δεν θέτει; Ο κόσμος όπως τον ξέρει ο Ευριπίδης τελειώνει με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Η τραγωδία “Ιφιγένεια η εν Αυλίδι” γράφεται μέσα στη δίνη του τέλους μιας εποχής.
Οι καλλιτέχνες, ευαίσθητοι δέκτες των δονήσεων των καιρών και των ψυχικών κλυδωνισμών των ανθρώπων, όταν ζουν σε περίοδο πολέμου, αναπόφευκτα, μεταμορφώνονται. Το εσωτερικό τοπίο ραγίζει, η σχέση με το υλικό γίνεται αγωνιώδης, η φαντασία κινείται σε δρόμους απρόβλεπτους και ταραγμένους, οι καταστροφές που συντελούνται αντανακλώνται στον εσωτερικό τους κόσμο, εμφανίζονται αισθήματα όπως η απόγνωση και ο θυμός, η αίσθηση μιας άνευ όρων και ορίων πνευματικής εξέγερσης απέναντι στο παράλογο της αιματοχυσίας και της ανθρωποθυσίας.
Το βίωμα του πολέμου ωθεί τους καλλιτέχνες να αντιμετωπίσουν το υλικό τους χωρίς υπεκφυγές, τους ωθεί να αναζητούν τα άκρα των άκρων στις μορφές και τους τρόπους έκφρασης. Επιχειρούν το έργο τους να εγγραφεί στη μνήμη όσων έρθουν σε επαφή μαζί του.
Ωστόσο, η φάση της παρακμής δε σηματοδοτεί το τέλος, αλλά την επώδυνη κυοφορία αυτού που δεν υπάρχει ακόμα. Το παλιό καταρρέει, δημιουργώντας τον απαραίτητο ζωτικό χώρο για να γεννηθεί κάτι εντελώς νέο. Ας μην το ξεχνάμε: η ελπίδα ανήκει σε αυτούς που δεν έχουν ελπίδα».
Σάββας Στρούμπος
Είναι ένα υλικό αυτή η τραγωδία πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο, με ποιότητες που κινούνται από το τραγικό αδιέξοδο, έως την κριτική στάση και τον σαρκασμό.
Ο Ευριπίδης ασκεί μέσα από το έργο του έντονη κριτική στην πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής του. Το έργο γράφτηκε την περίοδο 408- 406 π.Χ. λίγο πριν από το θάνατό του. Δηλαδή κατά τα τέλη του Πελοποννησιακού πολέμου. Την ίδια περίοδο έχουμε την ανάπτυξη της Σοφιστικής, παράλληλα όμως κυριαρχούσαν δημαγωγοί στην Εκκλησία του Δήμου. Αυτό το στοιχείο ο Ευριπίδης φαίνεται να το εντάσσει, ως στηλίτευση αυτής της κατάστασης: αντιφατικός λόγος, επιχειρήματα που εκπίπτουν, γνώμες που αλλάζουν διαρκώς.
Και ως προς τα γεγονότα της τραγωδίας, το πρόσχημα της εκστρατείας των Ελλήνων στην Τροία ήταν η αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη. Ήταν όμως αυτό; Τα καράβια μένουν ακίνητα στην Αυλίδα, δίνεται χρησμός από τον Κάλχα ότι θα κινήσουν μόνο αν θυσιαστεί η κόρη του Αγαμέμνονα, η Ιφιγένεια. Να θυσιαστεί, όμως γιατί; Στην πραγματικότητα για έναν κατακτητικό – καταστροφικό πόλεμο.
Η Κλυταιμνήστρα, γυναίκα του Αγαμέμνονα και μητέρα της Ιφιγένειας, στην εκδοχή του Ευριπίδη, ξετυλίγει όλη την παλέτα των αιτιών που την οδήγησαν αργότερα στην πλεκτάνη και τη δολοφονία -από την ίδια και τον Αίγισθο – του Αγαμέμνονα, με την επιστροφή του από την Τροία, όπως βλέπουμε να συμβαίνει στην «Ορέστεια» του Αισχύλου.
Τελικά, αποκαλύπτεται από τον Ευριπίδη ότι η ίδια η Κλυταιμνήστρα έχει υποστεί πολλά δεινά από τον Αγαμέμνονα. Εκτός από την επικείμενη θυσία της Ιφιγένειας, μας ιστορεί η ίδια ότι ο Αγαμέμνονας την πήρε με τη βία γυναίκα του, αφού σκότωσε ο ίδιος τον πρώτο της σύζυγο και το παιδί της. Βλέπουμε δηλαδή τους λόγους που την οδήγησαν στην εκδίκηση, χωρίς να ξεχνάμε βέβαια τη βαθιά επιθυμία της για εξουσία και δύναμη.
Η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα φέρνει τον σύγχρονο κόσμο μπροστά στην αμετροέπειά του. Σε δεδομένη στιγμή ο σπουδαίος ποιητής και συγγραφέας είχε δηλώσει: «Η «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» είχε κατηγορηθεί από τον κατεξοχήν κριτικό της εποχής, τον Αριστοτέλη, για «ανωμαλία ήθους». Ο αγώνας λόγου, που είναι το µμοτίβο όλων των τραγωδιών και όλης της αρχαίας σκέψης, εδώ έχει πολύ άμεσο αποτέλεσμα. Η συνεχής αυτοαµφισβήτηση των χαρακτήρων, όπως τους πλάθει ο Ευριπίδης, είναι ανεπίτρεπτη µε βάση την τραγωδία. Αυτή η «ανωμαλία ήθους», που λέει ο Αριστοτέλης για τον σημερινό αναγνώστη, είναι ακριβώς αυτό που εκσυγχρονίζει τον Ευριπίδη».
Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος, έχοντας τη μαθητεία πλάι στον Θόδωρο Τερζόπουλο στη σκευή του, δημιουργεί μια παράσταση ενταγμένη στο θέατρο της σκληρότητας που, ήδη, έχει ταράξει τα ήσυχα νερά της σκηνικής µετα-γραφής της ελληνικής τραγωδίας, καθώς το έργο το αντιμετώπισε όχι ως όμορφη ποιητική αναπαράσταση, όχι ως μια
αφηγηματική δραματουργία, αλλά ως τέτοια, που αποκαλύπτει διανοητικά και φυσιολογικά την ανθρώπινη μοίρα μέσα στην καθολική πραγματικότητα.
Η σκηνοθεσία προσεγγίζει το έργο, όχι ως ιστορική μαρτυρία, αλλά ως τελετουργία συλλογικού τραύματος. Η παράσταση χτίζεται πάνω στη διαρκή ένταση του σώματος και της φωνής. Οι ηθοποιοί λειτουργούν σαν εγκλωβισμένα σώματα μέσα σ’ έναν μηχανισμό αναπόφευκτης βίας και αυτή η αίσθηση μεταφέρεται με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η λειτουργία του Χορού, ο οποίος δεν περιορίζεται σε αφηγηματικό ρόλο αλλά δρα, ως συλλογικό σώμα μνήμης και αγωνίας.
Η εκφορά του λόγου χαρακτηρίζεται από έντονη μουσικότητα, παύσεις και εσωτερική ένταση, στοιχεία που ενισχύουν τη δραματικότητα του ευριπίδειου κειμένου.
Η σκηνοθεσία αποφεύγει τον συναισθηματικό μελοδραματισμό, προκρίνοντας μια αυστηρή τραγική γραμμή, όπου η σύγκρουση αποτυπώνεται περισσότερο στο σώμα, στην έκφραση, αλλά και στη σιωπή.
Η σκηνική σύνθεση της Κατερίνα Παπαγεωργίου είναι απλή, σχεδόν ασκητική, υπηρετώντας την αίσθηση της εσωτερικής ερήμωσης, αλλά και ιδιαιτέρως συμβολική, εφόσον τα αραδιασμένα σημαιάκια στην ορχήστρα σηματοδοτούν τον στόλο των Αχαιών ή κι ένα παιχνίδι, σαν αυτά που αφελώς παίζουν τα παιδιά, με κίνητρο την αντιπαλότητα, τον πόλεμο.
Τα κοστούμια της αποφεύγουν τον ιστορικό εντυπωσιασμό και λειτουργούν συμβολικά, τονίζοντας την ανθρώπινη γύμνια, απέναντι στη θυσία και στην εξουσία.
Η μουσική του Ζήση Σέγκλια λειτουργεί υπόγεια και τελετουργικά, χωρίς να επιβάλλεται συναισθηματικά, ενώ οι ισχνοί φωτισμοί του Κώστα Μπεθάνη δημιουργούν μια ατμόσφαιρα πνιγηρής αναμονής.
Η Έλλη Εγγλίζ, ως μνησίκακη Κλυταιμνήστρα, αναδεικνύει την απαραίτητη ορμή του ρόλου, ενώ με τις αναπνοές και τον ρυθμό της αποτύπωσε τη δραματική ένταση της μητέρας Κλυταιμνήστρας.
Η Άννα Κόπακα, ως κορυφαία του χορού και Α΄ Αγγελιοφόρος, δείχνει με τη σωματικότητά της και τις εντάσεις της το υποκριτικό τελετουργικό κομμάτι του αρχαίου χορικού.
Ο Νίκος Ντάσης, ως Αγαμέμνων, με συνεχή ένταση και διαβολική ενέργεια, αποδίδει συγκλονιστικά έναν Αγαμέμνονα, πατέρα και συνάμα βασιλιά των Αχαιών, που βρίσκεται εγκλωβισμένος στον διττό ρόλο.
Η Μυρτώ Ροζάκη, ως Ιφιγένεια, εισβάλλει στη σκηνή σαν ένα κοινωνικό ον γεμάτο ζωή, που χαρακτηρίζεται από τη διπολική και συνάμα ηρωική στάση της στην ερμηνεία της.
Ο Γιάννης Σανιδάς, ως Πρεσβύτης/Αχιλλέας/Β΄ Αγγελιοφόρος, με έντονη σωματικότητα και εξαιρετικές εντάσεις, επιτελεί έργο και στους τρεις ρόλους.
Ο Νίκος Ψυλάκης, ως Πρεσβύτης/Μενέλαος/Β΄ Αγγελιοφόρος, ερμηνεύει κι αυτός με έντονη σωματικότητα τους ρόλους, με τη θετική διαφορά πως, όταν υποκρίθηκε τον Μενέλαο εξέφρασε τον απαραίτητο στόμφο που απαιτούσε ο ρόλος.
Ο Ευριπίδης γράφει στο τέλος του κόσμου που γνώρισε.
Στο έργο του αποτυπώνεται αυτό το βίωμα ως αποδόμηση των κλασικών κατηγοριών της τραγωδίας όπως η τελετουργία, η ικεσία, ο θρήνος, το πάθος, το πένθος, το πεπρωμένο κ.α. και η αναδόμησή τους μέσα από την οπτική της ιστορίας. Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τις επιλογές και τις πράξεις τους. Από εκεί ξεκινά θεωρητικά και πρακτικά, η περιπέτεια του δημιουργικού προσανατολισμού της ομάδας «Σημείο Μηδέν» μέσα στο υλικό που την οδήγησε, μετά από έρευνα και προετοιμασία, στην παράσταση.
Στα τέλη Αυγούστου ο θίασος θα ταξιδέψει στην Αυστρία για να παρουσιάσει την «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» στο Ρωμαϊκό Αμφιθέατρο του Petronell-Carnuntum.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος
Σκηνικά/Κοστούμια: Κατερίνα Παπαγεωργίου
Μουσική: Ζήσης Σέγκλιας
Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης
Σύμβουλος δραματουργίας: Ιωάννα Ρεμεδιάκη
Σύμβουλος θεατρολόγος: Μαρία Σικιτάνο
Κατασκευή κοστουμιών: Ελένη Χασιώτη
Κατασκευή σκηνικού: Απόστολος Ζερδεβάς
Μακιγιάζ: Βιργινία Τσιχλάκη
Υπεύθυνοι επικοινωνίας: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας
Φωτογραφίες πρόβας: Άγγελος Χιλλ
ΔΙΑΝΟΜΗ
Ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Έλλη Ιγγλίζ: Κλυταιμνήστρα
Άννα Κόπακα: Κορυφαία του χορού / Α’ Αγγελιοφόρος
Νίκος Ντάσης: Αγαμέμνων
Μυρτώ Ροζάκη: Ιφιγένεια
Γιάννης Σανιδάς: Πρεσβύτης/ Αχιλλέας/ Β’ Αγγελιοφόρος
Νίκος Ψυλάκης: Πρεσβύτης/ Μενέλαος/ Β’ Αγγελιοφόρος
Η παράσταση «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Η Καρυάτιδα του Γιώργου Καπουτζίδη στο Αρχαίο Θέατρο
Η Καρυάτιδα!, η απολαυστική, ανελέητη κωμωδία του Γιώργου Καπουτζίδη που ξεσήκωσε το κοινό με το βιτριολικό της χιούμορ, το σπαρταριστό γέλιο και τη σαρωτική της ματιά στην ελληνική πραγματικότητα, μετά τη θερμή υποδοχή που γνώρισε για δύο συνεχόμενες χρονιές, πρώτα στο ΡΕΞ και στη συνέχεια στο Θέατρο ΚΑΠΠΑ, ετοιμάζει βαλίτσες και ξεκινά το μεγάλο καλοκαιρινό της ταξίδι, με σταθμό το Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων στην Καβάλα στις 12 Αυγούστου.
Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται.Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν. Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε ξεκαρδιστικό θέαμα.
Με αφορμήμια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα! γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.
Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό,ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.
Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.
Μετά από δύο χρόνια μεγάλης επιτυχίας, η Καρυάτιδα! συνεχίζει το φετινό καλοκαίρι με περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Και φέρνει μαζί της ό,τι ακριβώς την έκανε ακαταμάχητη: γέλιο, κοφτερή σάτιρα και την αφοπλιστικά αμήχανη υπενθύμιση ότι το εθνικό μας δράμα συχνά απέχει ελάχιστα από την κωμωδία.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β’ βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη
Ημέρα: Τετάρτη 12 Αυγούστου
Ώρα: 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
ΚΑΒΑΛΑ
Προπώληση Εισιτηρίων:
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/i-karyatida-tou-giorgou-kapoutzidi-periodeia
Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.
Πολιτισμός
Ευριπίδη «Άλκηστις» από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Μια ιστορία στο μεταίχμιο ανάμεσα στον θάνατο και στην επιστροφή, ανάμεσα στη λύτρωση και σε μια ανησυχητική εκκρεμότητα. Στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, τίποτα δεν αποκαθίσταται οριστικά. Η ανατροπή της τελικής έκβασης δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως μια νέα ανοιχτή πληγή, που αφήνει πίσω της το έργο. Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο. Ένα έργο ιδιοφυές. Μια διαρκής αιώρηση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στο παιχνίδι και στον εφιάλτη, στη συντριπτική τραγωδία και στην απροσδόκητη κωμικότητα.
Από τα πιο αμφίσημα κείμενα της αρχαίας δραματουργίας, η «Άλκηστις», μετατρέπει τη θυσία, την αγάπη και τη σωτηρία σε πεδία διαρκούς διαπραγμάτευσης. Το πένθος δε σταθεροποιείται ποτέ σε μία καθαρή μορφή, ενώ ακόμη και το θαύμα μοιάζει να απορροφάται από τη ροή της καθημερινότητας, σαν να υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά, όταν η σκηνή κλείνει.
Ο μύθος ξεκινά με τον βασιλιά της Θεσσαλίας, τον Άδμητο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του. Ο Απόλλωνας, που κατοικεί στο παλάτι του ως μορφή τιμωρίας που του έχει επιβάλει ο Δίας, παρεμβαίνει και τον σώζει. Η σωτηρία όμως έχει όρο: κάποιος άλλος πρέπει να πεθάνει στη θέση του.
Ο Άδμητος απευθύνεται σε όλους γύρω του ζητώντας έναν αντικαταστάτη. Ρωτά τους γονείς του, τους φίλους του, όμως κανείς δεν δέχεται να θυσιαστεί. Τελικά, τη θέση αυτή την παίρνει η Άλκηστις, η οποία αποφασίζει να πεθάνει για τον άντρα της.
Ακολουθεί μια περίοδος έντονου πένθους, ένα πένθος σχεδόν «του αγνώστου», καθώς η απουσία της Αλκήστιδος διατρέχει το παλάτι και τις σχέσεις των προσώπων.
Στο τέλος εμφανίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο ο Άδμητος φιλοξενεί χωρίς να του αποκαλύψει τον θάνατο της γυναίκας του. Όταν ο Ηρακλής μαθαίνει την αλήθεια, αποφασίζει να ανταποδώσει τη φιλοξενία κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο και φέρνοντας πίσω την Άλκηστη, και μάλιστα, χωρίς πέπλο!
Στο ανέβασμα του Δημήτρη Καραντζά, η δραματουργία φωτίζει το κομμάτι της γυναικείας παρουσίας με εμβόλιμα κείμενα- τραγούδια. Υπάρχουν γυναίκες στον Χορό, που αποτελείται και από άντρες, ενώ γυναίκα είναι κι αυτή που ερμηνεύει τον ρόλο της υπομονής, τον Θάνατο, η επιβλητική Θεοδώρα Τζήμου, η οποία βρίσκεται μπροστά από το ογκώδες σκηνικό, «θαμμένη» στους φανταχτερούς ελιγμούς ενός πλούσιου, μαύρου εντυπωσιακού φορέματος, από την έναρξη έως το τέλος της παράστασης. Τα χέρια της δεμένα με χορδές κινούνται άλλοτε ήπια και άλλοτε με αγριότητα, παράγοντας ήχους τρομακτικούς, που προκαλούν δέος.
Το έργο συνομιλεί με το σήμερα, καθώς τα δραματικά γεγονότα μπορούν να ανατραπούν ή να αλλάξουν μορφή. Ο Ευριπίδης σχολιάζει και τη διαφθορά αλλά και το πώς, έννοιες όπως ο θάνατος, μπορούν να μετατραπούν σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται και η φαιδρή πλευρά των πραγμάτων, ανάλογα με το πώς τα διαβάζουμε και τι βάρος τους αποδίδουμε, οπότε το χαρακτηρίζουμε «ιλαροτραγωδία».
Στην παράσταση, αρχικά, οι άντρες διαχειρίζονται τη ζωή της Αλκήστιδος σαν να είναι αντικείμενο. Οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της. Πρώτα από τον Απόλλωνα, έπειτα από τον Άδμητο. Η ίδια δεν έχει ουσιαστική φωνή μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
Ωστόσο, έχει σημασία ότι η Άλκηστις δεν παρουσιάζεται μόνο ως παθητικό πρόσωπο, επειδή εκείνη επιλέγει να πάρει τη θέση του Άδμητου. Πρόκειται για μια συνειδητή πράξη, μια απόφαση πάνω στη ζωή και στον θάνατο, και αυτό μπορεί να διαβαστεί ως ακραία, σχεδόν πολιτική χειρονομία.
Ο θάνατος, επομένως, λειτουργεί ως η μόνη διέξοδος από ένα περιβάλλον που δε μεταβάλλεται. Και η Άλκηστις, μέσα από αυτή την επιλογή επιχειρεί ν’ αφήσει ένα αποτύπωμα και να μετακινήσει τη συνείδηση των άλλων, αναγκάζοντάς τους να δουν τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.
Μπαίνοντας στον χώρο, η πρώτη εντύπωση γίνεται ακόμη πιο επιβλητική, αφού η κατασκευή του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δε μοιάζει με μια παράταιρη εξέδρα, όπως, ίσως, φαντάζεται κανείς από μακριά. Είναι μια τεράστια μεταλλική επικλινής επιφάνεια γλιστερή, φέρουσα τέσσερα κοιλώματα που λειτουργούν ως κρύπτες, θαρρείς, αλλά και ως είσοδοι και έξοδοι των προσώπων. Ενίοτε, τη βλέπεις σαν τεράστια χοάνη που καταπίνει τιμωρητικά ή λυτρωτικά τα ανομήματα ή την παρομοιάζεις με την ίδια τη γη που έχει λυγίσει και μετατόπισε σημεία εδάφους.
«Η κατασκευή του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν οι ηθοποιοί, θα σταθούν, θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί να ανέβει στην επιφάνειά της, χρειάζεται πρώτα να συμφιλιωθεί με τη βαρύτητα. Υπάρχει μια τραχύτητα. Δεν με ενδιέφερε να φτιάξουμε κάτι λείο ή εξωραϊσμένο. Θέλαμε ένα τοπίο που να κουβαλάει πάνω του τον χρόνο, τη φθορά, την αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί πολύ πριν εμφανιστούν οι άνθρωποι», δήλωσε ο σκηνοθέτης σε δεδομένη στιγμή.
Θα μπορούσα να πω, πως αυτή η εικαστική κατασκευή, μπορεί να εκληφθεί σαν ένα κοίλο κάτοπτρο που συλλέγει ηλιακό φως, ένα κεκλιμένο επίπεδο που συμβολίζει το μάτι ενός θεού, εν προκειμένω του Απόλλωνα, γιατί όχι και του Σύμπαντος, που παρακολουθεί τα πάντα.
Θα μπορούσε ακόμη, να αντικατοπτρίζει την ψυχολογία του ήρωα Άδμητου. Όπως το κάτοπτρο μαζεύει το φως σε ένα σημείο, έτσι και ο χαρακτήρας μπορεί να είναι απόλυτα προσηλωμένος σε έναν σκοπό, σε μια ιδέα ή σε μια εμμονή, αγνοώντας νόμους, κανόνες και συμπεριφορές γύρω του.
Ωστόσο, αυτή η συνέπεια του χώρου, που φτάνει στα όρια του τέλους και επιστρέφει αδιάκοπα μαζί με τους ήρωες της τραγωδίας, δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση γι’ αυτό που έρχεται: ο θάνατος της Αλκήστιδος. Και όσο εκείνη βρίσκεται στον Άδη, ο θαυμάσιος και άριστα εκπαιδευμένος Χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος), σε μια διαρκή κινητική συστράτευση, έρχεται και φεύγει, σαν να αναπνέει στον ίδιο θνησιγενή ρυθμό.
Η κίνησή τους γίνεται μέρος της αφήγησης, αποτυπώνοντας τη δυσκολία του ανθρώπου να ισορροπήσει απέναντι στην απώλεια. Ακόμη και η μουσική γεννιέται από τα ίδια τους τα σώματα, από τα χτυπήματα των ποδιών, από τις χορδές και τα δοξάρια, δημιουργώντας ένα συγκινητικά τελετουργικό ηχητικό τοπίο.
Ιλαροτραγωδία, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη δραματική πλευρά παρουσιάζει η άλλη παράμετρος του δράματος: η θυσία της Αλκήστιδος και οι χαρακτήρες της ίδιας και του Άδμητου.
Η Άλκηστις είναι, σίγουρα, μια έξοχη γυναίκα, σύζυγος και μητέρα. Καμμιά σκιά δεν αμαυρώνει αυτή την ηρωική αλλά και τόσο ανθρώπινη μορφή. Θυσιάζεται από αγάπη και χρέος, χωρίς δισταγμούς και χωρίς ρητορείες. Μόνη της έγνοια είναι τα παιδιά της, που θα μείνουν ορφανά.
Στην πλούσια πινακοθήκη της γυναικείας αυτοθυσίας, που έστησε ό «μισογύνης» Ευριπίδης, ή μορφή της Αλκήστιδος είναι μια απ’ τις πιο αγνές, τις πιο ευγενικές και τις πιο συγκινητικές.
Απέναντί της ό Άδμητος μοιάζει ολότελα αξιοθρήνητος. Βέβαια, έχει κι αυτός τις αρετές του. Είναι «άρχοντας», γενναιόδωρος, αισθηματίας, φιλόξενος και αγαπητός σέ όλους. Αλλά δέχεται να πεθάνει η γυναίκα του για λογαριασμό του και «μαλώνει» αυστηρά τον πατέρα του, επειδή δεν προσφέρθηκε εκείνος να θυσιαστεί. Πρόκειται για μια σκηνή από τις πιο «ρεαλιστικές» του Ευριπίδη, όπου πατέρας και γιος, αγκιστρωμένοι και οι δυο στη ζωή, φωτίζονται με ελάχιστα κολακευτικό φως.
Ό «ήρωας» δεν είναι διόλου ήρωας, αλλά ό Ποιητής νοιάζεται, πάνω από όλα, να είναι ανθρώπινοι οι χαρακτήρες του, έστω κι αν έτσι θυσιάζεται το «μεγαλείο» τους.
Πώς, λοιπόν, δικαιολογείται ή θυσία της Αλκήστιδος για έναν τέτοιον εγωιστή και μικρόψυχο άντρα;
Για τον κόσμο και την εποχή του Ευριπίδη, σημασία είχε ή διάσωση του γένους που εξασφαλίζεται από τον άντρα. Το κοινωνικό συμφέρον απαιτούσε, λοιπόν, να θυσιάζεται η γυναίκα στη θέση του άντρα, αν το καλούσε η ανάγκη.
Αλλά ό Άδμητος δε μένει ένας τυφλός εγωπαθής ως το τέλος. Όσο προχωρεί το έργο, όσο ολοκληρώνεται η θυσία της γυναίκας, όσο υψώνεται το ανάστημά της, ό Άδμητος, προχωρεί κι εκείνος σε αυτοανακάλυψη και αυτοκριτική.
Με τον θάνατό της, «άστραψε φως και γνώρισε τον εαυτό του». Γνώρισε τον εγωϊσμό και τη μικρότητά του μα, προπάντων, γνώρισε το μάταιο τού αγώνα να κρατηθεί στη ζωή, πατώντας σ’ ένα αντρικό προνόμιο και εκμεταλλευόμενος την αφοσίωση και την αγάπη μιας γυναίκας. Ο θάνατός της είναι περισσότερο δικός του θάνατος, αφού ή ζωή του από δω και μπρος δε θα’ ναι, παρά οδύνη και περιφρόνηση των άλλων για κείνον, και ακόμα πιο πολύ, περιφρόνηση του ίδιου για τον εαυτό του.
Έτσι, ή θυσία που ξεκινάει από έναν «κοινωνικό καταναγκασμό» μεταμορφώνεται πρώτα σε ψυχικό μεγαλείο της γυναίκας, κι έπειτα σε αυτογνωσία του άντρα. Η γυναίκα – το «ταπεινό» γένος – υψώνεται σε ηρωικές διαστάσεις, με οδηγό την αφοσίωση και τη στοργή της. Ό άντρας – το περήφανο, εγωιστικό γένος – ταπεινώνεται, με οδηγό τη θυσία της γυναίκας.
Οι δυο τους είναι τώρα άξιοι να ζήσουν την κοινή ζωή τους, όπου κανένας δε θα’ ναι εξάρτημα του άλλου, αλλά «δυο άνθρωποι που θα προστατεύουν και θα συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.
Το αρχαιότερο από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, συνδυάζει τη φόρμα και τα χαρακτηριστικά της τραγωδίας με κωμικά στοιχεία, ειρωνική ματιά και αίσια έκβαση.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά ανιχνεύει ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του αρχαίου θεάτρου, μια τραγικομωδία που καταργεί τη φυσική νομοτέλεια και αντιστέκεται στη βούληση του θανάτου.
Ο θάνατος είναι το επίκεντρο του έργου. Ο αναπόφευκτος και οριστικός θάνατος του καθενός μας. Κι όμως, διακαής επιθυμία του ανθρώπου ήταν ανέκαθεν η κατάργησή του, η ματαίωσή του, η παροδική -έστω- αναβολή του. Την ακατανίκητη αυτή ανθρώπινη ανάγκη ενσαρκώνει ο Άδμητος, ο οποίος αποδέχεται τη θυσία της γυναίκας του προκειμένου να ανατρέψει τη μοίρα του με οποιοδήποτε κόστος.
Πόσο βασανιστική μπορεί να είναι, όμως, αυτή η αποδοχή; Η ζωή που κερδήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να είναι ευχάριστη; Μετριάζεται κάποτε το συνειδησιακό βάρος που κουβαλά ο αποδέκτης;
Πλήθος θεμάτων συμπλέκονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα προβληματισμού. Αξίζει η ζωή χωρίς τιμή; Αρκεί η απλή επιβίωση χωρίς ηθική; Τιμωρείται η καταπάτηση όρκων; Η «νεκραναστημένη» Άλκηστις μένει σιωπηλή. Ούτε αποκαλύπτει το οτιδήποτε στην ολιγόωρη παραμονή της στον Άδη ούτε αποφαίνεται για το γεγονός. Η σύνθετη θεματική, όπως και η δομή του, καθιστούν το δρόμο αυτόν ιδιαιτέρως θελκτικό.
Ένα έργο, που ηθελημένα αφήνει αναπάντητα πολλά ερωτήματα για τα κίνητρα και τις επιλογές των ηρώων, τους οποίους ο σοφιστής συγγραφέας δε διστάζει να απομυθοποιήσει και να αμφισβητήσει.
Ωστόσο, αν τον προσεγγίσουμε με τους σημερινούς όρους, ο Καραντζάς δημιουργεί ένα σκηνικό σύμπαν γύρω από την ευτέλεια μιας πολυτελούς θυσίας. Εξάλλου, αυτός ο σκηνοθέτης, πάντοτε πετυχαίνει να αναδείξει, με την εικαστική προσέγγιση και τη φορμαλιστική του πρόταση, την κρυμμένη μαγεία, την ποιητικότητα και τον λυρισμό των επιμέρους σκηνών.
Στην «Άλκηστη», ο σκηνοθέτης ξεπέρασε τον σκόπελο της ρεαλιστικής αναπαράστασης του θανάτου, αλλά και της ανόητης συμπεριφοράς του Άδμητου με έναν άκρως πρωτότυπο τρόπο: παρουσίασε τους ήρωες κινούμενους σ’ ένα κωνικό, επικλινές σκηνικό, σαν να ήταν φιγούρες που ξεπήδησαν από αρχαία αιγυπτιακά ανάγλυφα ή οπό αρχαιοελληνικές επιτύμβιες στήλες, έστω με αλλόκοτα κοστούμια.
Στον ρόλο της Αλκήστιδος εμφανίζεται η Ηρώ Μπέζου σε μια αξιόλογη ερμηνεία.
Ο Γιάννης Νιάρρος, έξοχος ηθοποιός που σηκώνει τον βαρύ ρόλο του Άδμητου και συγκεντρώνει την προσοχή του κοινού στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης, ως ένας ισορροπιστής ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία.
Ο επιβλητικός Κώστας Νικούλι είναι ο Απόλλων, σε μια αξιέπαινη ανάγνωση του Θεού που αντιμετωπίζει το θεϊκό όχι ως σταθερή ισχύ, αλλά ως μορφή ρωγμής, ειρωνείας και αμφισημίας.
Ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης είναι απόλυτα πειστικός, ως Φέρης, πατέρας του Άδμητου. Από τη μία κομψευόμενος και ειρωνικός, από την άλλη εγωκεντρικός, βάζει στο «τραπέζι» όλες τις ευθύνες που αναλογούν στον ίδιο του τον γιο και στη δειλία του.
Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Ζυγούρης , ως Ηρακλής, φέρνει με εντυπωσιακή άνεση το απαραίτητο κωμικό στοιχείο στην παράσταση. Θυμίζει έναν τσιρκολάγνο, αποδίδει θαυμάσια τον χαζοχαρούμενο, ανδροπρεπή Ηρακλή, που μεθοκοπά και βακχεύει στο σπίτι του πένθους, εφόσον μέσα στην αστεία του φόρμα και στην αφέλειά του δεν έχει αντιληφθεί τον θάνατο της Αλκήστιδος.
Αντίστοιχα, στον ρόλο του πιστού υπηρέτη ο Αινείας Τσαμάτης, κατακτά τη σκηνή με την ερμηνευτική του δεινότητα και την άνεση στην κίνηση, καθώς θεσπίζει ένα αξιοθαύμαστο κωμικό ντουέτο με τον Ηρακλή – Ζυγούρη.
Σημαντικές συνιστώσες στο επιτυχημένο σύνολο, η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τα διαφορετικής χρονικής ταυτότητας κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου και, σαφώς, η δραματουργία της Έρις Κύργια.
Όλες οι σκηνές είναι συναρπαστικές. Από την πρώτη έως την τελευταία. Θα ξεχωρίσω μια σαγηνευτική, ως πραγματικά ευρηματική ιδέα και, γιατί όχι, επαναστατική. Αυτή, της σύνδεσης του Απόλλωνα με τον Θάνατο, μέσω των χορδών-αόρατων κλωστών. Ο ημίγυμνος Απόλλωνας, με λαμπερό γαλάζιο ένδυμα, κείτεται εξαρχής στο επάνω μέρος της εικαστικής εγκατάστασης, ανασηκώνεται αργά, αγγίζει τη χορδή του τόξου του και ένας βαθύς, υπόκωφος ήχος διαπερνά τον χώρο. Λίγο αργότερα, ο Θάνατος κινεί τις ίδιες χορδές. Οι δύο κόσμοι μοιάζουν να επικοινωνούν μέσα από έναν κοινό παλμό, σαν η ζωή και ο θάνατος να αποτελούν δύο όψεις της πραγματικότητας.
Η παράσταση επιχειρεί να αναδείξει τη συνύπαρξη των δύο Κόσμων του έργου. Του ρεαλισμού και της ποίησης, του πικρού σαρκαστικού χιούμορ και της αγωνίας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο.
Η « Άλκηστις» είναι για εμάς ένα αδυσώπητο, κυνικό δράμα που γελά σαρκαστικά και η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά μια ξεχωριστή εμπειρία, υπολογίζοντας ότι τα αρχαία ελληνικά δράματα είναι πέραν γεωγραφικού στίγματος και πέραν χρονολογικού προσδιορισμού. Είναι διαχρονικά και πανανθρώπινα. Άρα, υπάρχει μια βασική ηθική ομπρέλα που διέπει την ανθρωπότητα – την ίδια την ύπαρξη του θνητού ανθρώπου.
Σαν κατακλείδα, να θέσω το ερωτηματικό: Τι χωρίζει μια θεατρική καινοτομία από μια
σύγχρονη, μοντέρνα πρόταση; Μα, το ύψος του ρίσκου στο άλμα. Αρκεί να σταθεί συγκροτημένο και αρτιμελές. Αν είναι και γοητευτικό, ακόμα καλύτερα.
Είναι η περίπτωση της παράστασης του Δημήτρη Καραντζά με την παραγωγή του Εθνικού θεάτρου «Άλκηστις», όπου τίποτα δεν ήταν εύκολο ή τυχαίο.
Η σύνδεση του καινούργιου με το παραδοσιακό, ο σεβασμός του παλιού με την ελευθερία του νέου, το ήθος της αισθητικής και το ύφος του στυλιζαρίσματος, είναι τα υλικά πάνω
στα οποία δούλεψε ο σκηνοθέτης με το κλιμάκιο του Εθνικού θεάτρου.
Το αποτέλεσμα έχει φρεσκάδα και χάρη. Σαν να φύσηξε ένα αεράκι και μας δρόσισε. Όχι, φυσικά όλους. Υπήρξαν και αντιρρήσεις. Θεμιτό.
Συντελεστές
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Σύμβουλος δραματουργίας: Γκέλυ Καλαμπάκα
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική – Ηχητικές κατασκευές: Παναγιώτης Μανουηλίδης
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Κάλτσιου
Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου
Παίζουν (αλφαβητικά)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης: Φέρης
Δήμητρα Βλαγκοπούλου: Υπηρέτρια
Γιώργος Ζυγούρης: Ηρακλής
Ηρώ Μπέζου: Άλκηστις
Γιάννης Νιάρρος: Άδμητος
Κώστας Νικούλι: Απόλλων
Αινείας Τσαμάτης: Υπηρέτης
Θεοδώρα Τζήμου: Θάνατος
Χορός
Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login