Connect with us

Πολιτισμός

«Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» των Ειρήνη Λαμπρινοπούλου & Δανάη-Αρσενία Φιλίδου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Τρεις-Αδελφές-(θα-έρθουν-καλύτερες-μέρες)»-των-Ειρήνη-Λαμπρινοπούλου-&-Δανάη-Αρσενία-Φιλίδου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο Τσέχωφ, στις «Τρεις αδερφές», δεν έγραψε απλώς για τη ρωσική επαρχία του 1900. Έγραψε για την υπαρξιακή στασιμότητα. Στην Ελλάδα, αυτό το «πότε θα πάμε στη Μόσχα;» μεταφράζεται με τρομακτική ευκολία σε οικεία κοινωνικά και ψυχολογικά αδιέξοδα.

Το έργο Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες) αποτελεί μια σύγχρονη ελληνική μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού έργου, που φωτίζει με καυστικό χιούμορ και ευαισθησία τις ρωγμές της ελληνικής οικογένειας.

Με αφορμή ένα κληρονομικό ζήτημα, αναδύονται ερωτήματα γύρω από τη μνήμη, την απώλεια και τον αποχωρισμό του πρώτου σπιτιού. Τι σημαίνει οικογένεια; Πώς διαχειριζόμαστε τα ανεκπλήρωτα όνειρα; Και ποια είναι η «Μόσχα» που συνεχίζουμε να αναζητούμε σήμερα;

Έχει πλάκα, πάντως. Το πώς περνάει ο χρόνος. Σα σήμερα, πριν ένα χρόνο ακριβώς, πέθανε ο πατέρας. Και τώρα να είμαστε εδώ. Ένα χρόνο μετά. Ακριβώς στο ίδιο σπίτι.

Η Όλγα, η Μαρία και η Ειρήνη επιστρέφουν στην Κεφαλονιά, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η απόφαση να πουλήσουν το πατρικό τους σπίτι — έναν χώρο γεμάτο μνήμη, παιδικά ίχνη και οικογενειακές χίμαιρες — τις φέρνει ξανά μαζί, έπειτα από οκτώ χρόνια που η καθεμία έχει ακολουθήσει μία διαφορετική πορεία ζωής στην Αθήνα.

Περιμένοντας τους υποψήφιους αγοραστές, αναγκάζονται να συνυπάρξουν σε ένα σπίτι που λειτουργεί σαν ζωντανό αρχείο: οι παλιές συγκρούσεις αναβιώνουν, οι συζητήσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ επιστρέφουν, οι προσωπικές επιλογές τίθενται εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Οι ισορροπίες τους δοκιμάζονται και οι βεβαιότητες καταρρέουν, καθώς κάθε μία καλείται να επαναπροσδιορίσει τι άφησε πίσω και τι διεκδικεί ακόμη.

Στην καλλιτεχνική ομάδα της παράστασης συμμετέχουν τρεις γυναίκες δημιουργοί με καταγωγή από την Καβάλα και τη Θάσο: η Καβαλιώτισσα ηθοποιός Δανάη-Αρσενία Φιλίδου και η Θασίτισσα Υψιπύλη Σοφιά, που ενσαρκώνουν δύο από τις Αδερφές, καθώς και η Άννα Φιλίδου, ως συνεργάτρια σκηνοθέτρια.

Στην παράσταση η γραφή και η σκηνοθεσία εστιάζουν στο Σύνδρομο της «Αναμονής».

Η Όλγα, η Μάσα και η Ειρήνη περιμένουν μια ζωή που δεν έρχεται ποτέ. Στην ελληνική διασκευή αυτό καθρεφτίζει τη γενιά που εγκλωβίστηκε στην επαρχία που αργοπεθαίνει, την αίσθηση ότι η «πραγματική ζωή» συμβαίνει κάπου αλλού, εν προκειμένω, όχι στην Κεφαλονιά!

Ακόμη, είναι ορατή η φθορά της καθημερινότητας. Ο Τσέχωφ, άλλωστε, καταδεικνύει το πώς ο χρόνος «τρώει» τους ανθρώπους, μέσα από μικροπρέπειες και ανούσιες συζητήσεις.

Ο καιρός περνάει και αυτές συνεχίζουν να διαμένουν στη μικρή επαρχιακή πόλη της Κεφαλονιάς, όπου ένας άλλος τρόπος ζωής, πολύ μακρινός και ξένος −σχεδόν χυδαίος− στοιχειώνει την καθημερινότητά τους και σταδιακά τους αλλοτριώνει. Το μέλλον πλησιάζει και επιφυλάσσει νέες ματαιωμένες προσδοκίες.

Οι τρεις αδελφές, αφήνοντας τον χρόνο να εξαντλείται σε όνειρα και φλυαρίες, δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη της ίδιας τους της ζωής, βουλιάζουν στον συμβιβασμό και αδυνατούν να μετατρέψουνε τις επιθυμίες τους σε πράξη. Το αλλού και το μετά απομένουν για αυτές οι μόνοι φαντασιακοί τόποι διαφυγής.

Το έργο διερευνά μια σειρά από διαχρονικά θέματα και ζητήματα, όπως τι είναι ευτυχία, αν η γνώση είναι καλύτερη από την άγνοια, πόσους συμβιβασμούς χρειάζεται να κάνει κανείς στη ζωή του. Ο Τσέχωφ επιτυγχάνει μια ισορροπία μεταξύ της «υποκειμενικά οδυνηρής» και «αντικειμενικά κωμικής» προοπτικής για τη ζωή, για να συνδέσει την καταστροφή με το ασήμαντο, σε αυτό το έργο χαρακτήρων, θολώνοντας τα όρια μεταξύ κωμωδίας και δράματος, για να σφυρηλατήσει την τραγική προσέγγιση με τη φάρσα, η οποία συχνά μπερδεύει κοινό και κριτικούς.

Μια σύγχρονη ελληνική ματιά, όπως αυτή των Ειρήνης Λαμπρινοπούλου και Δανάης Αρσενίας Φιλίδου, αντικαθιστά, θα λέγαμε, το σαμοβάρι με το κεφαλλονίτικο κρασί, τα ακριβά έπιπλα με πλαστικές καρέκλες, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: η φυγή από την πραγματικότητα, μέσω της ονειροπόλησης.

 Η τεχνολογία μεγεθύνει τους ήχους, τα ακουστικά απομονώνουν τον περίγυρο όταν το επιτάσσει η λογική και η επιθυμία μιας εκ των αδερφών, σαν παροδική αποστασιοποίηση από τα κοινά προβλήματα.

 Επίσης, η σύγχρονη διασκευή αφαιρεί τον στόμφο του 19ου αιώνα. Οι ηρωίδες μιλούν κοφτά, νευρικά, όπως εμείς σήμερα. Η τραγωδία δεν κρύβεται σε μεγάλους λόγους, αλλά στις δακρύβρεκτές παύσεις και στην αδυναμία επικοινωνίας.

Μια τέτοια διασκευή δεν είναι απλώς «εκσυγχρονισμός», αλλά επανανοηματοδότηση.

Όταν ο Τσέχοφ λέει «Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια η ζωή στη γη θα είναι αφάνταστα ωραία», στην Ελλάδα του σήμερα αυτό ακούγεται σαν μια πικρή ειρωνεία που μας αφορά άμεσα. Η σύγχρονη ματιά έγκειται στο να δείξει ότι η «Μόσχα» δεν είναι πόλη, αλλά μια ουτοπία που χρησιμοποιούμε για να αντέξουμε το παρόν.

Πολλές πρόσφατες ελληνικές παραστάσεις (π.χ. από τον Δημήτρη Καραντζά ή παλαιότερα από τον Μαρμαρινό) έχουν αποδείξει ότι ο Τσέχωφ είναι πιο «Έλληνας» και πιο «σύγχρονος» από πολλούς δικούς μας συγγραφείς, ακριβώς επειδή αποθεώνει τη μελαγχολία της αδράνειας.

Η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου αναμετριέται για πρώτη φορά με τη συγγραφή και, μαζί με την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, ερευνά το γυναικείο βίωμα, τις οικογενειακές συγκρούσεις και τη διαδικασία ενηλικίωσης μιας σύγχρονης γυναίκας στην ελληνική επαρχία.

Η παρένθεση στον τίτλο του έργου (θα έρθουν καλύτερες μέρες), δηλώνει τη χαρακτηριστική απόκλιση από το έργο του Άντον Τσέχωφ. Για εκείνον δεν υπάρχουν καλύτερες μέρες.

 Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, διατηρώντας τη βασική δομή του Ρώσου συγγραφέα, βαδίζει με σταθερότητα και συνέπεια σε ένα τέλος που ανοίγει τον ορίζοντα αντί να τον κλείνει.

Η σκηνοθετική της άποψη είναι άξια λόγου, όχι μόνο για την τεχνική αρτιότητα της έκφρασής της, αλλά, κυρίως, για τη συγκίνηση που αβίαστα προκαλεί.

Η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, έχοντας στο ενεργητικό της – παρά το νεαρό της ηλικίας της – αξιόλογες σκηνοθετικές προσεγγίσεις σε έργα όπως: «Οι Μελλοθάνατοι ή Zoochosis Under Panopticon» (Ωδείο Αθηνών, 2021), «Το Διαβατήριο» (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2023), «Η Λυγερή» του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Εθνικό Θέατρο 2024), «Πνεύμονες» (Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα 2025), τώρα καταπιάνεται με τον Ρώσο θεατρικό συγγραφέα, για να ξεκλειδώσει τους γρίφους του εμβληματικού αυτού έργου, που παραμένει – περισσότερο από έναν αιώνα- η πιο εύστοχη μεταφορά για να μιλήσει κανείς για τον χρόνο.

 Οι Τρεις αδελφές είναι ένα ψυχικό «μωσαϊκό» για το νόημα που διαρκώς μας διαφεύγει, όπως οι στιγμές της ζωής μας που δεν καταφέραμε να ζήσουμε ένδοξα, αποτελεσματικά, λυτρωτικά. Αλλά είναι και ταυτόχρονα μια αξεπέραστη παρακαταθήκη της αγάπης του Τσέχωφ για τον ίδιο τον άνθρωπο.

 Η ίδια δηλώνει σε συνέντευξή της: «Οι «Τρεις Αδελφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παραμένουν με τα ίδια ονόματα κουβαλώντας, όπως και οι ηρωίδες του Τσέχωφ παγιδευμένες σε επιθυμίες, όνειρα ανεκπλήρωτα και μια εσωτερική πληγή για τη μεταξύ τους σχέση. Στο έργο δε συμβαίνουν θεαματικά γεγονότα.

Ο Τσέχωφ φωτίζει τις μικρές απογοητεύσεις, τις ματαιώσεις και την αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς να εκπληρώνεται. Η περίφημη «Μόσχα» λειτουργεί τελικά λιγότερο ως πραγματικός προορισμός και περισσότερο ως σύμβολο μιας ζωής, που θα μπορούσε να είχε υπάρξει, μιας διαρκούς προσδοκίας για «κάτι καλύτερο» που συνεχώς αναβάλλεται».

 Η «Μόσχα» της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου είναι το Αργοστόλι, όπου και το πατρικό τους σπίτι που θέλουν να πουληθεί.

Στη σύγχρονη εκδοχή τους, οι τρεις αδελφές διατηρούν τον πυρήνα των τσεχοφικών ηρωίδων, αλλά αποκτούν μια σαφώς σύγχρονη ταυτότητα.

Η Όλγα (Υψιπύλη Σοφιά), παραμένει δασκάλα, μια φιγούρα υπεύθυνη, που κουβαλά το βάρος της οικογένειας ήδη από την παιδική της ηλικία. Η απώλεια της εγκυμοσύνης της λειτουργεί ως ένα ακόμα τραύμα που έρχεται να προστεθεί σε μια ζωή καθήκοντος και ματαίωσης, ενώ οι αναφορές στο σώμα της μέσα από ηχητικά ντοκουμέντα του πατέρα αναδεικνύουν ένα υπόγειο, διαρκές βίωμα υποτίμησης.

Η Μαρία (Μαριαλένα Ηλία), αντίθετα, εμφανίζεται ως η πιο παθιασμένη και ατίθαση από τις τρεις. Ζει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, εργάζεται σε μια δουλειά που δεν την εκφράζει και εκκινεί από μια θέση έντονου θυμού απέναντι σε όλα. Σταδιακά, όμως, η ένταση αυτή μειώνεται και δίνει τη θέση της σε μια πιο ήρεμη, σχεδόν συμφιλιωμένη στάση απέναντι στην πραγματικότητα.

Η Ειρήνη (Δανάη – Αρσενία Φιλίδου), η μικρότερη, λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας, εκείνη που επιθυμεί περισσότερο από όλες την επιστροφή σε μια χαμένη ενότητα. Με όνειρο να γίνει σκηνοθέτις μετακινείται σε μεγαλούπολη, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όμως, όπως και στον κόσμο του Άντον Τσέχωφ, τα όνειρα αυτά σταδιακά διαψεύδονται. Η πορεία της αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τη διάψευση μιας γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της πραγματικότητας.

Και οι τρείς νεαρές ηθοποιοί, αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο τα εκφραστικά τους μέσα, ακολουθούν πιστά τις σκηνοθετικές οδηγίες, σαφώς αυτοσχεδιάζουν, και έχουν μια απίστευτη χημεία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να κερδίζουν το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Το λιτό σκηνικό του Βασίλη Αποστολάτου εξυπηρετεί τις ανάγκες της δραματοποίησης, όπως και τα σύγχρονα κοστούμια της Ουρανίας Φραγγέα, ενώ η πρωτότυπη μουσική είναι του Δημήτρη Λώλη. Η πρωτότυπη μουσική σε μια θεατρική παράσταση δεν είναι απλώς ένα «χαλί» που γεμίζει τη σιωπή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που αλληλεπιδρά με το κείμενο, τους ηθοποιούς και το κοινό. Είναι, ουσιαστικά, ένας επιπλέον χαρακτήρας επί σκηνής.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες σ’ αυτή τη διασκευή, εκείνο όμως που κυριαρχεί είναι η πλήξη, η στασιμότητα, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της επαρχίας, η απογοήτευση.

 Οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες, τα όνειρα βγαίνουν πλάνες, όπως και το όνειρο της αντιμετώπισης όλων αυτών με την επιστροφή στη γενέθλια πόλη, εκεί όπου υπάρχει ζωή, κοσμική κίνηση, πολιτισμός, διασκέδαση, πιθανότητες για μια καλύτερη τύχη.

Το κυριότερο όμως, όσο και βασικό θέμα του έργου, είναι το να περιμένεις κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί (πρόδρομος του «Περιμένοντας τον Godot»).

«Ίσως και να φταις εσύ γιατί σου λείπει η τόλμη που θα σου επέτρεπε να σχίσεις τη θολή γραμμή των οριζόντων, τώρα όμως που τη ζωή σου χάλασες στην κόχη εκείνη τη μικρή, σε όλη τη γη τη χάλασες», όπως έλεγε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής.

Η παράσταση «Τρεις Αδερφές (θα έρθουν καλύτερες μέρες)» παρουσιάστηκε υπό την αιγίδα του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά, αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις στο κοινό.

 Συντελεστές

Κείμενο: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Σκηνοθεσία: Ειρήνη Λαμπρινοπούλου

Σκηνικό: Βασίλης Αποστολάτος

Φωτισμοί: Βασίλης Αποστολάτος, Σωτήρης Ρουμελιώτης

Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα

Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Λώλης

Επιμέλεια Κίνησης: Θωμαΐς Σταυριανού-Ζυμαρίτου

Σύμβουλος Δραματουργίας: Εύα Φρακτοπούλου

Συνεργάτρια Σκηνοθέτρια: Άννα Φιλίδου

Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη

Trailer: Άννα Φιλίδου

Γραφιστικά: Βάγια Κεκέ

Παραγωγή: ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ GRASSHOPER

Ερμηνεύουν: Μαριαλένα Ηλία, Υψιπύλη Σοφιά, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Ακούγονται οι φωνές των: Γιάννη Κόραβου, Βασίλη Καραμπούλα

Διάρκεια: 85′

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

4 τρόποι για να βγάλεις τις τέλειες φωτογραφίες στη Σαντορίνη

4-τρόποι-για-να-βγάλεις-τις-τέλειες-φωτογραφίες-στη-Σαντορίνη

Η Σαντορίνη είναι από τους πιο φωτογενείς προορισμούς στον κόσμο, αλλά για να πετύχεις το τέλειο φωτογραφικό αποτέλεσμα χρειάζεται και λίγη στρατηγική. Στο άρθρο αυτό λοιπόν θα δεις τέσσερις τρόπους που θα σε βοηθήσουν να βγάλεις εντυπωσιακές φωτογραφίες χωρίς άγχος.

Αν έχεις πάει ή αν σκοπεύεις να πας στη Σαντορίνη σύντομα, μάλλον έχεις ήδη δει τις “τέλειες” φωτογραφίες στο Instagram. Τις αψεγάδιαστες φωτογραφίες, γεμάτες λευκό και μπλε. Αυτό που δεν έχεις δει όμως είναι ότι πίσω από αυτές υπάρχει ένα συγκεκριμένο timing, μία έξυπνη επιλογή σημείου και λίγη καθοδήγηση.

Ένας έμπειρος santorini photographer μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά, ειδικά για εσένα που θέλεις κάτι πιο επαγγελματικό ή οργανωμένο. Ένα σωστά σχεδιασμένο experience photoshoot μπορεί να σε βοηθήσει να απολαύσεις τη διαδικασία χωρίς να αγχώνεσαι για το αποτέλεσμα.

Ας δούμε πώς μπορείς να βγάλεις φωτογραφίες που ξεχωρίζουν!

1. Διάλεξε τη σωστή ώρα (όχι απλά το ηλιοβασίλεμα)

Το ηλιοβασίλεμα είναι εντυπωσιακό, αλλά δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή. Εκείνη την ώρα υπάρχει πολύς κόσμος και θα ζοριστείς να βρεις χώρο.

Οι καλύτερες ώρες είναι:

  • νωρίς το πρωί (για ηρεμία και καθαρό φως)
  • λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα (golden hour)

Το πρωί ειδικά μπορεί να σου δώσει πιο αυθεντικές φωτογραφίες χωρίς κόσμο στο background.

2. Μην πας μόνο στα “διάσημα” σημεία

Τα σημεία όπως η Οία είναι πανέμορφα, αλλά συνήθως γεμάτα κόσμο. Αυτό κάνει τη φωτογράφιση πιο δύσκολη και λιγότερο αυθόρμητη.

Ένας επαγγελματίας του χώρου, όπως ένας proposal photographer, γνωρίζει πιο ήσυχες τοποθεσίες με εξίσου εντυπωσιακή θέα.

Αν θέλεις κάτι πιο ιδιαίτερο, αξίζει να εξερευνήσεις λιγότερο γνωστά spots. Εκεί θα έχεις περισσότερο χώρο και καλύτερο αποτέλεσμα.

3. Δώσε σημασία στο styling (ναι, παίζει ρόλο)

Το τι φοράς επηρεάζει πολύ τη φωτογραφία.

Προτίμησε:

  • ανοιχτά ή παστέλ χρώματα
  • ρούχα που “κινούνται” με τον αέρα
  • απλά σύνολα χωρίς πολλά patterns

Το φως της Σαντορίνης “γράφει” διαφορετικά πάνω στα χρώματα, οπότε μια σωστή επιλογή μπορεί να απογειώσει το αποτέλεσμα. Επίσης, μην έχεις πολύ βαρύ μακιγιάζ, για να μη φαίνεται “σκληρό” κάτω από τον ήλιο.

4. Χαλάρωσε και απόλαυσε τη στιγμή

Το πιο σημαντικό tip είναι και το πιο απλό. Αν είσαι αγχωμένος, αυτό θα φανεί στη φωτογραφία.

Δεν χρειάζεται να ποζάρεις συνεχώς. Οι πιο ωραίες φωτογραφίες είναι συχνά οι πιο φυσικές.

Μίλα, περπάτα, γέλα. Όταν χαλαρώνεις, ο φωτογράφος μπορεί να “πιάσει” αυθεντικές στιγμές που δεν στήνονται.

Αυτό κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια απλή φωτογραφία και μια εικόνα που θυμάσαι για χρόνια.

Τι να θυμάσαι πριν βγάλεις φωτογραφίες στη Σαντορίνη

Οι τέλειες φωτογραφίες δεν είναι θέμα τύχης. Είναι συνδυασμός σωστής ώρας, καλής τοποθεσίας και ακόμα καλύτερης διάθεσης.

Δεν χρειάζεται να είσαι μοντέλο ή να ξέρεις από φωτογραφία. Με σωστή καθοδήγηση και προσέγγιση, μπορείς να έχεις αποτέλεσμα που μοιάζει επαγγελματικό.

Συχνές ερωτήσεις

Ποια είναι η καλύτερη ώρα για φωτογραφίες στη Σαντορίνη;

Νωρίς το πρωί ή κατά τη διάρκεια του golden hour για καλύτερο φως και λιγότερο κόσμο.

Χρειάζομαι επαγγελματία φωτογράφο;

Όχι απαραίτητα, αλλά μπορεί να βελτιώσει σημαντικά το αποτέλεσμα.

Πού να βγάλω φωτογραφίες εκτός από την Οία;

Υπάρχουν πολλά λιγότερο γνωστά σημεία με εξαιρετική θέα που αξίζει να εξερευνήσεις.

Τι να φορέσω για φωτογράφιση;

Απλά ρούχα σε ανοιχτά χρώματα που ταιριάζουν με το τοπίο.

Πώς να φαίνομαι πιο φυσικός στις φωτογραφίες;

Χαλάρωσε και απόλαυσε τη στιγμή αντί να προσπαθείς να ποζάρεις συνεχώς.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

9 άνθρωποι του πολιτισμού διαβάζουν 9 ιστορίες από το παράθυρο του Τάσου Βιζικίδη

9-άνθρωποι-του-πολιτισμού-διαβάζουν-9-ιστορίες-από-το-παράθυρο-του-Τάσου-Βιζικίδη

Την Τετάρτη 13 Μαΐου 2026, στις 19:00, στον πεζόδρομο της οδού Κασσάνδρου, μπροστά από το κτίριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», θα πραγματοποιηθεί δημόσια ανάγνωση μικρών ιστοριών από τη συλλογή διηγημάτων του Τάσου Βιζικίδη Μια βόλτα, ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης, που κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική.

Πρόκειται για μια ανοιχτή εκδήλωση λόγου και δημόσιας ανάγνωσης, όπου εννέα άνθρωποι του πολιτισμού της πόλης θα δώσουν φωνή σε ισάριθμες ιστορίες της συλλογής, μεταφέροντας τη λογοτεχνία στον δημόσιο χώρο και δημιουργώντας μια άμεση, ζωντανή επαφή με το κοινό.

Το βιβλίο αποτελεί την πρώτη εκδοτική παρουσία του Τάσου Βιζικίδη και συγκεντρώνει μικρές ιστορίες που ισορροπούν ανάμεσα στη μνήμη, τη βιωμένη εμπειρία, την καθημερινότητα και την ανθρώπινη ευαισθησία. Την επιλογή των ιστοριών και την επιμέλεια του βιβλίου είχε ο Θανάσης Τσιρταβής, ενώ την έκδοση προλογίζει η συγγραφέας και δημοσιογράφος Μανίνα Ζουμπουλάκη.

Ο Τάσος Βιζικίδης γεννήθηκε το 1966 στο Ανόβερο της Γερμανίας από γονείς μετανάστες και από το 1971 ζει μόνιμα στην Καβάλα, στην περιοχή του Καρνάγιου. Υπήρξε εργαζόμενος στον Δήμο Καβάλας και παραμένει ενεργός εδώ και δεκαετίες στον χώρο της διεκδίκησης δικαιωμάτων για τα Άτομα με Αναπηρία. Από το 2019 ξεκίνησε να δημοσιοποιεί μικρές ιστορίες στην εφημερίδα Πρωινή της Καβάλας, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία του πρώτου του βιβλίου.

Θα διαβάσουν (αλφαβητικά) οι:

Χριστίνα Βαμβούρη, φιλόλογος, διευθύντρια Ε’ Γυμνασίου Καβάλας
Ναταλία-Άννα Βασιλέκα, ηθοποιός, σκηνοθέτρια
Μπάμπης Γαμβρέλης, αγιογράφος
Γιώργος Καρατζιώτης, ηθοποιός, σκηνοθέτης
Μαρία Κολτσακίδου, σκηνοθέτρια
Μάγκυ Κριθαρέλλη, συγγραφέας
Ζαφειρία Μολ, ποιήτρια
Άννα Μονογυιού, πρόεδρος ΣΦΓΤ Καβάλας
Σεραφείμ Σανσαρίδης, δικηγόρος, εκδότης και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Καμάρες»

Την παρουσίαση της εκδήλωσης θα πραγματοποιήσει ο επιμελητής της έκδοσης Θανάσης Τσιρταβής.

Η εκδήλωση είναι ανοιχτή για το κοινό.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Γιάννη Παλαμιώτη: «Θεατροπληξία»

Γιάννη-Παλαμιώτη:-«Θεατροπληξία»

Του Παύλου Λεμοντζή

Κυκλοφόρησε από την Κάπα Εκδοτική ένα βιβλίο του λεξιλάγνου, επομένως και λεξιπλάστη Θεσσαλονικέα συγγραφέα και φέροντα στη σκευή του και την ιδιότητα του ηθοποιού, Γιάννη Παλαμιώτη, με τίτλο «Θεατροπληξία», που στοχοποιεί την υποκριτική Τέχνη και τους υπηρέτες της στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο.

Πιθανώς, να φαντάζει θέμα για περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, αλλά πιστέψτε με, αφορά μια ευρεία γκάμα πολιτών που αγαπούν τις Τέχνες, που αγνοούν αρκετές παραμέτρους από τη σύνθεσή τους και που αρέσκονται να ταξιδεύουν σε αχαρτογράφητα νερά, όπου η τρικυμία εναλλάσσεται με τη νηνεμία.

 Το σπουδαίο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η γραφή που αποτυπώνεται στο χαρτί, από έναν σπάνιας ικανότητας χειριστή της, ο οποίος βούτηξε στον θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας, ανέσυρε στο φως όλα τα καλολογικά στοιχεία της, πλημμύρισε τις αράδες με εκπληκτικής ομορφιάς μεταφορές, παρομοιώσεις, επίθετα, επιρρήματα, απαρέμφατα , σύνθετες λέξεις δικής του επινόησης και τα έστρωσε με έναν ζηλευτό, προκλητικό, αυθάδη, αλλά έντιμο Παρατατικό Χρόνο, ώστε ο αναγνώστης αλυσοδένεται ετσιθελικά με τις σελίδες της «Θεατροπληξίας» και ταξιδεύει σε μια άλλη «Οδύσσεια», με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, με Συμπληγάδες Πέτρες και προκλητικές Νύμφες, χωρίς ποτέ να βρει ο δημιουργός της την «Ιθάκη» του. Αλλά, όπως μάθαμε, το ταξίδι μετράει. Το δικό του και, εξ αντανακλάσεως, του αναγνώστη.

Βασικά συστατικά αυτού του έντυπου ντοκιμαντέρ είναι η τόλμη και η αλήθεια με τα μάτια του συγγραφέα. Η τόλμη να λες την αλήθεια χωρίς να φοβάσαι τις συνέπειες είναι μια στάση ζωής που συνδέεται άμεσα με την ακεραιότητα, την αυθεντικότητα και την προσωπική ελευθερία. Αν και θεωρείται ριψοκίνδυνη, η απόλυτη ειλικρίνεια λειτουργεί ως εργαλείο ενδυνάμωσης και βαθιάς αυτογνωσίας.

 Ασφαλώς και θα αμφισβητηθούν οι προθέσεις του Γιάννη Παλαμιώτη, αλλά «ο έχων τη μύγα μυγιάζεται» αφενός, κι αφετέρου, η γοητεία που ασκεί η αμφισβήτηση ενός έργου οποιασδήποτε μορφής τέχνης, λειτουργεί υπέρ του. Εξακριβωμένο.

Στο εισαγωγικό του σημείωμα, ο αναγνώστης θα «κοινωνήσει» ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, σαν αυτά που διάσημες πένες κατέγραψαν την πραγματικότητα με τη διεισδυτική ματιά ενός παρατηρητή, όπως ο Τρούμαν Καπότε στο «Εν Ψυχρώ» ή ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στο « Η αφήγηση ενός ναυαγού», χωρίς υπερβολή.

Ο Γιάννης Παλαμιώτης τολμά και καταθέτει «σπονδές» στην κομπορρημοσύνη, την κάθε είδους οίηση είτε αφορά πρόσωπο είτε συλλογικότητα, δηλαδή θιάσους. Τολμά και ξηλώνει «ταπετσαρίες» αμφιβόλου ή ευτελούς ποιότητας που έντυσε κάποιες παραστάσεις του ο κρατικός φορέας του Βορρά, και όχι μόνο αυτός. Παράλληλα, αποτίνει φόρο τιμής σε σημαντικούς θεατρανθρώπους της Θεσσαλονίκης , ενώ αυτοκατακρίνεται, όταν παραθέτει σημαντικό μερίδιο από τη δική του πορεία στο σανίδι, την κάθε άλλο, παρά λαμπερή.

 Όντας επαγγελματίας άνθρωπος του Παρασκήνιου, εφόσον εργάστηκε επί μακρόν ως οδηγός σκηνής και φροντιστής στο ΚΘΒΕ, έβλεπε τις προετοιμασίες κάθε παράστασης, αφουγκραζόταν τις αγωνίες των ηθοποιών, συμμεριζόταν καταστάσεις που βίωναν όπως: άγχος, ανησυχία, αδημονία, δυσφροσύνη, απελπισία, φόβο, ψυχοφθόρα αναμονή, ψυχική πίεση και οδύνη, τρελό καρδιοχτύπι και σε μεγάλο μέρος του βιβλίου τεκμηρίωσης και όχι μυθοπλασίας, στεφανώνει τους εργάτες του θέατρου, όπως το δικαιούνται, με τα ρόδα που τους πρέπουν.

 Από την άλλη, δε διατάζει να καταφέρει ισχυρό ράπισμα στον ωχαδερφισμό που δέρνει τεχνικούς και ηθοποιούς, συντελεστές κάθε είδους, περιγράφοντας τις παθογένειες του συγκεκριμένου εργασιακού χώρου. Η παρουσία «κηφήνων» ή ανεύθυνων επαγγελματιών στο θέατρο δημιουργεί μια αλυσιδωτή αντίδραση προβλημάτων: η αδικαιολόγητη απουσία συντελεστή μιας παράστασης, δεν κλέβει απλώς χρόνο από την παραγωγή, αλλά προσβάλλει τους συναδέρφους του, το έργο και ειδικά στον τομέα των τεχνικών, η ανευθυνότητα δεν είναι απλώς εκνευριστική, είναι επικίνδυνη.

Ο αναγνώστης εκπλήσσεται, απορεί, εξίσταται, αλλά μαθαίνει ότι το θέατρο απαιτεί στρατιωτική πειθαρχία για να παραχθεί το «μαγικό» αποτέλεσμα. Όταν κάποιος λειτουργεί ως παράσιτο, η «μηχανή» χωλαίνει, οι ευσυνείδητοι σηκώνουν το βάρος της απουσίας και το αποτέλεσμα περνάει στην πλατεία. Οι επικρίσεις, αναπόφευκτες.

 Ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι αυτό που απεικονίζει τις συμπεριφορές κάτοχων διευθυντικών θέσεων. Η διάβρωση χαρακτήρων από την άσκηση εξουσίας είναι θέμα που απασχολεί χρόνια τα στελέχη του κρατικού φορέα πολιτισμού του Βορρά.

 Το “Ενός Ανδρός Αρχή”, με τις ευλογίες του Κράτους, είναι μάστιγα, καθώς το θέατρο είναι χώρος όπου η διοικητική ιεραρχία συναντά την καλλιτεχνική ευαισθησία. Όταν αυτή η ισορροπία χαθεί, η εξουσία μπορεί να γίνει από δημιουργική δύναμη, καταπιεστικός μηχανισμός.

Συχνά, η ιδιότητα του «οραματιστή» ή του «μεγάλου καλλιτέχνη» χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού για αυταρχικές συμπεριφορές. Όταν δεν υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί, η εξουσία αυτή μπορεί να μετατραπεί σε ευνοιοκρατία, οπότε η επιλογή συνεργατών γίνεται με βάση την «υποταγή» ή τις προσωπικές σχέσεις και όχι το ταλέντο ή την επαγγελματική επάρκεια. Και, επί της ουσίας, σε μια τέτοια περίπτωση δε διακυβεύεται η προβολή ενός επαγγελματία ηθοποιού σε μια- έτσι κι αλλιώς- θνησιγενή παράσταση, αλλά ο βιοπορισμός του. Σε έναν χώρο με υψηλή ανεργία, η απειλή της μη ανανέωσης μιας σύμβασης είναι το ισχυρότερο όπλο ενός διευθυντή, που τον καθιστά « Padre padrone».

 Γλαφυρά παραθέτει ο συγγραφέας παραδείγματα αυτής της μορφής άσκησης καθηκόντων Διευθυντών και, βεβαίως, φωτογραφίζει αρκετούς. Ο αναγνώστης με ευρύτητα πνεύματος αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι αναφορές δε στοιχειοθετούν εσκεμμένη μομφή ούτε εκδικητικό όψιμο μένος, που του επιτρέπει η ελευθερία του λόγου. Ένας άνθρωπος με τεράστια εμπειρία στον χώρο του θέατρου, με τα μάτια και τα αυτιά ανοικτά στα χρόνια της εργασίας του, μπορεί να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα που συνέλεξε κι αποθήκευσε στη μνήμη και στην ψυχή του, όσο και να επαινέσει τους άξιους επιδοκιμασίας και στήριξης.

 Η «Θεατροπληξία» είναι βιβλίο τεκμηρίωσης γραμμένο με γνώση και με σαγηνευτική γλώσσα. Τέτοιες εκδόσεις συχνά παρεξηγούνται ως μια δραστηριότητα με πρόθεση κακόβουλη ή ως κάτι αποκλειστικά στεγνό και πληροφοριακό. Στην πραγματικότητα, όμως, προσφέρει εμπειρίες που η μυθοπλασία —παρά τη μαγεία της— δεν μπορεί να ανταγωνιστεί.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη απόλαυση στο να βυθίζεσαι σε ένα θέμα που δεν ήξερες καν ότι σε ενδιαφέρει. Η τεκμηρίωση σού επιτρέπει να γίνεις, έστω και για λίγο, κοινωνός της γνώσης ενός ειδικού που αφιέρωσε χρόνια στην έρευνά του.

Ο Γιάννης Παλαμιώτης γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέατρο, υπήρξε και ραδιοφωνικός παραγωγός, ενώ εργάστηκε ως οδηγός σκηνής στο ΚΘΒΕ. Κείμενά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορα περιοδικά. Έχει δημοσιεύσει το μυθιστόρημα “Οι φίλοι ή Παραχάραξη ηθικής” (Εξάντας,1984/Πολύχρωμος Πλανήτης, 2010), τη νουβέλα “Μητροκτονία” (Μπιλιέτο, 1996/ Τύρφη, 2018) το “Από το πάρκο στο κενό” (Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008), ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΩΝ (Τύρφη, 2015) Έπαιξε στις παραστάσεις ‘Travestie’s’, ‘Σκοτεινά εγκλήματα’, ‘πολυΜπέκετ’, ‘’Εντα Γκάμπλερ’ (Ρ. Πατεράκη), ‘Εφεύρεση του Μορέλ’ (Ν. Διαμαντής), ‘Στρίντμπεργκ- Στρίντμπεργκ’ (Μ. Μαρμαρινός) και στις παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής της ”Τέχνης” (‘Νόρα’, ‘Οδύσσεια’, ‘Το μεγάλο ταξίδι’, ‘Το τέλος των Ατρειδών’), καθώς και στην κινηματογραφική ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του Τάκη Σπετσιώτη.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα