Connect with us

Πολιτισμός

«Τα Αγάλματα Περιμένουν» του Ανδρέα Φλουράκη σε σκηνοθεσία Κυριακής Σπανού στους Φιλίππους

«Τα-Αγάλματα-Περιμένουν»-του-Ανδρέα-Φλουράκη-σε-σκηνοθεσία-Κυριακής-Σπανού-στους-Φιλίππους

Πρόλογος

Απρίλιος του 1941. Οι Ναζί εισβάλλουν στην Αθήνα. Λίγο αργότερα τα στρατεύματα κατοχής μπαίνουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Έκπληκτοι οι Γερμανοί διαπιστώνουν πως οι προθήκες με τα ανεκτίμητα εκθέματα είναι άδειες. Το Μουσείο έχει ερημώσει! Ακόμα και τα ογκώδη πανέμορφα αγάλματα έχουν, ως διά μαγείας, εξαφανιστεί.

Έξι μήνες νωρίτερα, μια γιγαντιαία επιχείρηση είχε στηθεί. Εν όψει των ενδεχόμενων αεροπορικών βομβαρδισμών, αλλά και της πιθανολογούμενης εισβολής των Γερμανών στην Ελλάδα, ο μηχανισμός κινητοποιήθηκε με θαυμαστό τρόπο σε μια κολοσσιαία επιχείρηση απόκρυψης των αρχαίων θησαυρών, που εντυπωσίασε κι αυτούς ακόμα τους Γερμανούς.

Το Θεσσαλικό Θέατρο σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας, στο πλαίσιο του 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων, μας χαρίζει την παράσταση «Τα Αγάλματα Περιμένουν», βασισμένη στο κείμενο του Ανδρέα Φλουράκη, η οποία διαπραγματεύεται το ερώτημα «τι θα σώζαμε σήμερα σε περίοδο κινδύνου».

Ήδη, από την αρχαιότητα η πεποίθηση ότι οι Περσικοί Πόλεμοι συνιστούν σημαντική σελίδα της Ιστορίας, εδραιώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων. Αυτό ήταν άλλωστε το κίνητρο του Ηρόδοτου, που θεώρησε χρέος του να καταγράψει τα γεγονότα, ώστε να μην ξεχαστούν στον χρόνο. Παράλληλα, εκτός από την ιστορική τους σημασία, τα Μηδικά απέκτησαν συμβολική αξία, έδωσαν έμπνευση στη σκέψη και την τέχνη, προσέφεραν αφορμή για ποικίλους παραλληλισμούς, με αλληγορική συχνά διάσταση.

Ανάλογη έμπνευση στον Ανδρέα Φλουράκη στάθηκε η επιχείρηση απόκρυψης των αρχαιοτήτων όλων των Μουσείων της χώρας, το 1940.

Το έργο

Η θεατρική σκηνή αποβάλλει τη φιλολογία και βαριέται την ιστορία. Πώς να μιλήσεις για ένα θέμα τόσο φορτωμένο με ιδεολογίες, ιδεοληψίες και ερμηνείες; Με ποιον τρόπο να περάσει στη σύγχρονη σκηνή; Ο πολυγραφότατος Ανδρέας Φλουράκης έγραψε μια πικρή κωμωδία επιστημονικής φαντασίας επιχειρώντας να βρει μια γλώσσα για ένα τέτοιο θέμα. Ο συγγραφέας πήρε την αντίθετη κατεύθυνση από τη φιλολογία και επέλεξε λέξεις από τη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη, λούμπεν, new age και ψηφιακή κουλτούρα και τις έφερε σε «συνάφεια» με τον κόσμο των αγαλμάτων. Σήμερα μας απειλούν με την αρπαγή κάθε στοιχείου που μας συνέχει με την αρχαία κληρονομιά. Αυτή η απειλή είναι η μυθιστορηματική αφετηρία του έργου. Τι κάνουμε σε έναν τέτοιο κίνδυνο;

Ο Συγγραφέας

Με σπουδές στο θέατρο και τον κινηματογράφο ο συγγραφέας Ανδρέας Φλουράκης είναι από τους πιο δραστήριους δημιουργούς της γενιάς του. Έχει συμμετάσχει σε διεθνείς διοργανώσεις και έχει αποσπάσει πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε κινηματογράφο και θέατρο στην Αγγλία (MA Writing for the Theatre and Broadcast Media). Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ρουμάνικα, Πολωνικά, Αλβανικά, Ινδικά και Φινλανδικά και έχουν παρασταθεί – παρουσιαστεί στα Royal Court Theatre, Gate Theatre, West Yorkshire Playhouse και Tristan Bates στη Μ. Βρετανία, στο φεστιβάλ Oyun Yaz στην Κωνσταντινούπολη, στο Φεστιβάλ του Ελσίνκι, στα Comparative Drama Conference, φεστιβάλ HotINK, φεστιβάλ GI60, Lincoln Centre Theatre στις Η.Π.Α., στο Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας, στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης κ.ά.

Ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα: «Η ιστορία έχει πηγές, δεδομένα, αφηγήσεις, πολλές από τις οποίες έχει ενσωματώσει η σκηνοθέτρια στην παράσταση. Η Κυριακή Σπανού έχει μια μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση του λεγόμενου documentary υλικού. Δε θα ξεχάσω ποτέ την παράστασή της «Dance me to the end of Greece» στο Μουσείο Μπενάκη το 2012, μια δική της σύνθεση σε κείμενα ξένων περιηγητών. Σε εκείνη την παράσταση, όπως και στα «Αγάλματα Περιμένουν», γίνεται εμφανές πως, όσο κι αν το θέμα ενός έργου σχετίζεται με την ιστορία, πάντα παρουσιάζονται κάποιες εκδοχές της μόνο. Ο στόχος δεν είναι -ούτε και πρέπει να είναι- να αποδοθεί μία και μοναδική απόλυτη αλήθεια».

Η παράσταση

Μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Μικρές αλλόκοτες ιστορίες. Μικρά ανθρώπινα εγκλήματα πίσω από τα μεγάλα, όπως ο πόλεμος. Τυμβωρυχία, αρπαγή ξένης περιουσίας, ασέβεια στον αρχαίο πολιτισμό, αλλά και ανηλεής σάτιρα στην υπέρτατη δύναμη οποιουδήποτε δόγματος. Και φόβος και τρόμος, ως ανθρώπινα ακραία συναισθήματα και γενετικές αδυναμίες του γένους μας, ως κατώτερα ένστικτα και επιθυμίες. Μπροστά από τα αγάλματα, που είναι ιστορίες, κατάστιχα του χρόνου και καταγράφουν δράσεις και δοκιμασίες κατακτημένων λαών, κατακτητών εθνών και σπίθες φωτός από το υπερπέραν, από ένα άγνωστο σύμπαν που βλέπει, στιγματίζει, κοροϊδεύει και σαρκάζει τα των ανθρώπων έργα.

Η παράσταση, μέσα από ένα πλούσιο, συναρπαστικό υλικό, συνδυάζει το αφηγηματικό στοιχείο από ντοκουμέντα της εποχής της Απόκρυψης του 1940 με τη μυθοπλασία: εικόνες ενός σύγχρονου κόσμου σε περίοδο αποσύνθεσης, φθοράς, εικόνες ανθρώπων χαμένων στην άγνοια και την εικονική πραγματικότητα, ανθρώπων που ερμηνεύουν τη ζωή με όρους τηλεοπτικούς. Αυτοί οι διασκορπισμένοι άνθρωποι, οι μοναχικοί και απελπισμένοι – τα «μελλοντικά αγάλματα» – δίπλα στα απομεινάρια του Ελληνικού Πολιτισμού αποκτούν έναν χαρακτήρα ανησυχητικό, μελαγχολικό, απόκοσμα επικίνδυνο.

Τι είναι τα αγάλματα για τα αγόρια των γυμναστηρίων, για τις καθαρίστριες των μουσείων, για τα παιδιά των κλαμπ και των μπαρ της παραλίας, για όλα τα πρόσωπα που περπατούν σήμερα μπροστά από τα μνημεία και τα αρχαία θέατρα;

Αυτός ο ανοίκειος συνδυασμός ντοκουμέντου, χιούμορ, λαϊκής κουλτούρας, επιστημονικής φαντασίας μέσα στον χώρο του Αρχαίου Θεάτρου είναι μια τολμηρή και ερευνητική καλλιτεχνική παρέμβαση στην ανίχνευση της δικής μας σχέσης με τον πολιτισμό του τόπου μας.

Σε έναν μελλοντικό κίνδυνο, το κράτος ζητάει από τους πολίτες να κρύψουν από ένα άγαλμα ο καθένας σε μέρος που θα ξέρουν μόνο οι ίδιοι και, όταν περάσει ο κίνδυνος, να το επιστρέψουν στα μουσεία. Οι άνθρωποι όμως, όταν βρίσκονται μόνοι τους με τα αγάλματα, κατά τη διαδικασία της απόκρυψής τους μέσα στη γη, παίρνουν μια σειρά από απρόσμενες κωμικοτραγικές αποφάσεις. Αποφάσεις που καθρεπτίζουν το πώς νιώθουμε απέναντι στην αρχαιότητα αλλά και απέναντι στους εαυτούς μας.

Ένα κλασικό γλυπτό αποτυπώνει την εντελέστερη στιγμή του ανθρώπου. Αποδίδει το απόλυτο πρότυπο της ακμής του που συνδυάζει ισορροπία, αρτιότητα και οικουμενικότητα, λειτουργώντας ως πρότυπο. Με βάση τις αρχές του κλασικισμού, το αρχαίο ελληνικό άγαλμα είναι το απόλυτο σημείο όπου μπορεί να φτάσει ένας καλλιτέχνης, οπότε βάζοντάς του φωνή, βάζοντάς του λόγο, όπως γίνεται στο έργο, απορρυθμίζεται αυτή η απόλυτη και σταθερή αξία, γιατί η θεατρική φωνή με κάποιο τρόπο το επικαιροποιεί, το υποτάσσει σε ένα «τώρα». Πρέπει να υπάρχει σοβαρός λόγος για να «πείσεις» ένα άγαλμα να μιλήσει και να το να βγάλεις από την αιωνιότητά του, οπότε ό,τι κι είναι αυτό που έχουν να μας πουν τα αγάλματα, καλό είναι να το ακούσουμε με προσοχή.

Η ‘Αση Δημητρολοπούλου δημιούργησε έναν γήινο κόσμο, σύγχρονο και μελλοντικό, φέροντα κι αποτυπώματα του παρελθόντος, που συνομιλεί και συνδιαλέγεται τόσο με τον εαυτό του, όσο και με το κοινό, έναν κόσμο σε πλήρη εναρμόνιση με τον φωτισμό του Γιώργου Τέλλου και τα κοστούμια της Ολυμπίας Σιδερίδου. Ευχάριστη έκπληξη είναι η κίνηση των ηθοποιών, διδαγμένη από την Αναστασία Μπρουζιώτη στην μπιτάτη μουσική της «Δεσποινίδος Τρίχρωμης», σε ρυθμούς μακριά από τα κινησιολογικά θεατρικά στερεότυπα. Οι ηθοποιοί, ταλαντούχοι, πειθαρχημένοι στη σκηνοθετική γραμμή, κινούνται ακατάπαυστα, παίζουν, τραγουδούν, αλλάζουν κοστούμια, ιδρώνουν και κερδίζουν δίκαιο χειροκρότημα.

Το όλο εγχείρημα ανοίγει πολλούς διαλόγους: με την Ιστορία, με τα μνημεία, με το μέλλον, με τον κίνδυνο, με την ανοησία. Η επίδραση της Ιστορίας είναι και η πρόσληψή της. Η τόλμη του είναι ότι πρώτη φορά διαπραγματεύεται επί σκηνής ένα θέμα -τη σχέση με την αρχαιότητα- που είναι φορτωμένο ιδεολογικά, από μια εντελώς απρόβλεπτη οπτική γωνία. Πρόκειται για μια γλυκόπικρη κωμωδία επιστημονικής φαντασίας. Βασικό στοιχείο του διαλόγου είναι η ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στα μνημεία και τους αντι-ηρωικούς και αλλοπρόσαλλους ήρωες του έργου.

Τα κλεμμένα της Κατοχής

Η μόνη γραπτή πηγή που έχουμε σήμερα για τις απώλειες σε αρχαία αντικείμενα στην περίοδο της Κατοχής είναι το «ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής», ένας τόμος 165 σελίδων του 1946, γεμάτος ιστορίες κλοπών παράνομων ανασκαφών και ζημιών σε ολόκληρη την Ελλάδα και από τις τρεις δυνάμεις κατοχής, γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής. «Το έργον δεν είναι πλήρες», όπως σημειώνει στον πρόλογο ο τότε υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων του 1946, με εντολή του οποίου οι μεγαλύτεροι αρχαιολόγοι της εποχής έκαναν αυτή την καταγραφή. Με την Ελλάδα στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, άλλωστε, κάθε ημέρα έφταναν νέα δεδομένα, ενώ για πολλές πόλεις δεν υπάρχει καν καταγραφή γιατί το αρχαιολογικό προσωπικό ήταν «ελλιπέστατον».

Η επιχείρηση «απόκρυψη» είχε ξεκινήσει επίσημα στις 11 Νοεμβρίου του 1940. Εκείνη την ημέρα οι διευθύνσεις όλων των μουσείων είχαν παραλάβει αναλυτικές οδηγίες φύλαξης για να προστατευτούν τα αρχαία. Έτσι και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μια επίλεκτη ομάδα αρχαιολόγων, τεχνιτών και εθελοντών ξεκινούσε ένα έργο που διήρκεσε έξι ολόκληρους μήνες.

Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Δεν ήξεραν πόσο χρόνο είχαν στη διάθεσή τους και ήταν εκατοντάδες γλυπτά. Τα αγγεία και τα μικρότερα αγάλματα μπήκαν σε κούτες και κρύφτηκαν στα υπόγεια, τα χρυσά κοσμήματα μεταφέρθηκαν σε θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ενώ για τα μεγαλύτερα αγάλματα έσκαψαν ορύγματα. Μαρμάρινα αγάλματα, Την ίδια στιγμή, παρόμοιες επιχειρήσεις απόκρυψης πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την Ελλάδα: σε σπήλαια, όπως στην Ακρόπολη, σε αρχαίους τάφους, όπως στους Δελφούς, στον κήπο του μουσείου της Θεσσαλονίκης, όπου και εκεί είχαν ορύγματα για να κρυφτούν τα μαρμάρινα αγάλματα της συλλογής, ή στα Ιωάννινα, όπου οι εργαζόμενοι του μουσείου σφράγισαν σε κρύπτη κάτω από τον μιναρέ του τζαμιού την πολύτιμη συλλογή με χάλκινα αντικείμενα. Κάποια αγάλματα μεταφέρθηκαν χιλιόμετρα μακριά για να προστατευτούν, όπως ο ηνίοχος των Δελφών που φιλοξενήθηκε στις κρυψώνες του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Τα ευρετήρια όλων των θησαυρών των μουσείων ασφαλίστηκαν σε θυρίδες της Τραπέζης της Ελλάδος.

Έτσι, όταν από τις πρώτες ημέρες τους στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί κατακτητές άρχισαν να επισκέπτονται τα μουσεία, έβρισκαν το ένα μετά το άλλο κλειστά ή άδεια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, η γερμανική στρατιωτική υπηρεσία για την προστασία της τέχνης ασκούσε έντονες πιέσεις για την επαναλειτουργία τους. Μοναδική περίπτωση που η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε το επίμονο αίτημα ήταν η περίπτωση του αρχαιολογικού μουσείου του Κεραμεικού, με την αιτιολογία ότι είχε ανεγερθεί με γερμανική δωρεά. Αποτέλεσμα ήταν σε ξενάγηση Γερμανών αξιωματούχων, στις 9 Νοεμβρίου του 1941, να κλαπεί μελανόμορφος πίνακας με παράσταση νεκρού, η οποία μέχρι και σήμερα αγνοείται, όπως κι ο τρίμετρος Κούρος του Σουνίου.

(πηγή: Μαριάννα Κακαουνάκη, «Καθημερινή» 2014)

Επίλογος

Η παράσταση του Θεσσαλικού Θεάτρου είναι μια ιστορία για την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και τη βιωμένη ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μια ιστορία που έχει φόντο την πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αγαλμάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Θεατρικό έργο: Ανδρέας Φλουράκης

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Κυριακή Σπανού

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Παπουτσή

Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου

Κοστούμια: Ολυμπία Σιδερίδου

Κίνηση: Αναστασία Μπρουζιώτη

Πρωτότυπη μουσική: Δεσποινίς Τρίχρωμη

Σχεδιαστής φωτισμών: Γιώργος Τέλλος

Βοηθός σχεδιαστή φωτισμών: Φωτεινή Ματζόγλου

Υπεύθυνος Παραγωγής: Νίκος Γεωργάκης

Επιμέλεια ήχου: Γρηγόρης Καραφέρης

Κατασκευή σκηνικού: Φρέντυ Γκίζας, Αχιλλέας Τζάνακας, Χρήστος Καράκης, Νίκος Ανδριανόπουλος

Κατασκευή κοστουμιών: Νικολέττα Καΐση

Ηχογράφηση μίξη: Γιώτης Παρασκευαΐδης – Studio Aux

Φωτογραφίες παράστασης: Γιάννης Χατζηαντωνίου

Αφίσα: Μουτζούρα

Βίντεο/trailer: Life of film Productions

Παίζουν οι ηθοποιοί: Θανάσης Ζέρβας, Χρήστος Κορδελάς, Μαρσέλα Λένα, Ανδρομάχη Μακρίδου, Αθηνά Σακαλή, Βάνα Σλέιμαν, Ηρακλής Τζαφέτας, Παναγιώτης Τόλιας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

67ο-Φεστιβάλ-Κινηματογράφου-Θεσσαλονίκης

 Όπως κάθε χρόνο  οι κινηματογραφιστές, οι  ντόπιοι φίλοι του Φεστιβάλ, οι διοργανωτές, οι επισκέπτες, οι προσκεκλημένοι, οι εθελοντές  είναι έτοιμοι για τη μεγάλη γιορτή  του κινηματογράφου στην πόλη της Θεσσαλονίκης.  Ήδη γνωρίζουμε το πρόγραμμα όσοι αγαπάμε τον θεσμό και δίνουμε το παρών εκεί  χρόνια τώρα. Ταυτόχρονα, ο θεσμός είναι και μια αφορμή για να περιπλανηθούν οι επισκέπτες στα σοκάκια της πόλης, στις μεγάλες λεωφόρους, στις αγορές, στα νυχτερινά μαγαζιά, στην υπέροχη τεράστια παραλία, οπουδήποτε μπορεί κανείς να γευτεί τις μυρωδιές της συμπρωτεύουσας και να νιώσει τις ιδιαιτερότητες που συγκεντρώνει η  Θεσσαλονίκη , όπως το γοητευτικό  δισυπόστατο χαρακτήρα της. Αυτόν της «επαρχίας»  δεμένο  άρρηκτα με εκείνον της μεγαλούπολης.

  Αίθουσες στο λιμάνι και στο «Ολύμπιον», περίπτερα στην Αριστοτέλους και στις αποθήκες, ασφυκτικά γεμάτα, αγαπημένες εικόνες κι είναι σίγουρο ότι ο αριθμός των επισκεπτών θα γίνει φέτος ακόμη  μεγαλύτερος. Έτσι συμβαίνει. Κάθε που ανεβαίνει ο αριθμός του Φεστιβάλ στο πέρασμα των χρόνων, ανεβαίνει αντίστοιχα και ο αριθμός των σινεφίλ.

 Φέτος είναι η ευκαιρία να ανακαλύψουμε ανατρεπτικούς δημιουργούς, πρωτότυπα αφιερώματα, τις καλύτερες ταινίες του ανεξάρτητου σινεμά, σχεδόν όλες τις ελληνικές παραγωγές της χρονιάς, νέες δράσεις στην Αγορά, παράλληλες εκδηλώσεις.

Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου 2026) υποδέχεται με μεγάλη χαρά τον πολυβραβευμένο Γαλικιανό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και ηθοποιό Όλιβερ Λάσε, δημιουργό της ταινίας Sirãt, η οποία λατρεύτηκε από κοινό και κριτικούς και ήταν η πιο καθηλωτική κινηματογραφική εμπειρία των τελευταίων ετών. Το Φεστιβάλ διοργανώνει ένα μεγάλο αφιέρωμα με τίτλο Καλωσήλθατε στην έρημο, και προσκάλεσε τον Λάσε να επιλέξει ως guest curator 17 ταινίες για ένα σκηνικό που μας έχει χαρίσει αξέχαστα κινηματογραφικά αριστουργήματα.

Oliver Laxe

Επίσης, το Φεστιβάλ παρουσιάζει, σε συνεργασία με τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS, μία πολυμεσική εγκατάσταση, η οποία θα φιλοξενηθεί στο MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, με curator τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστη Ανδρεαδάκη και σε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της Ειρήνης Σάπκα. Το Φεστιβάλ προσκαλεί το κοινό να περιηγηθεί σε ένα περιβάλλον ερήμου, μέσα στο οποίο κεντρικό ρόλο έχει ένα οπτικοακουστικό installation του Όλιβερ Λάσε, σε παραγωγή του Μουσείου Reina Sofia της Μαδρίτης.

Παράλληλα, ο Όλιβερ Λάσε θα δώσει ένα συναρπαστικό open talk, το οποίο θα φωτίσει την καλλιτεχνική του πορεία και τη δημιουργική διαδικασία πίσω από τις ταινίες του, ενώ το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει και μια ειδική δίγλωσση έκδοση για το αφιέρωμα.

Η έρημος δεν είναι μόνο ένας τόπος, αλλά αποτελεί επίσης και μία μεταφορά για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Ένα τοπίο αχανές, σχεδόν αχαρτογράφητο και γι’ αυτό γοητευτικό, η έρημος καθρεφτίζει τις εσωτερικές αναζητήσεις του ανθρώπου, την απεραντοσύνη του χρόνου, το μεγαλείο της φύσης, τον αγώνα για επιβίωση. Οι ταινίες του αφιερώματος, αγαπημένες δημιουργίες σπουδαίων σκηνοθετών, αλλά και ελάχιστα προβεβλημένα διαμάντια, θα μας αποκαλύψουν μυστικά που κρύβονται στην άμμο και θα μας μεταφέρουν σε απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη, όπου συναντάμε κινηματογραφικούς ήρωες που κινούνται σε ακραία όρια.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που συμμετέχω στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης φέτος, ένα Φεστιβάλ που έχει στηρίξει τη δουλειά μου από τις πρώτες μου ταινίες. Το Φεστιβάλ αποτελεί σίγουρα ένα από τα φεστιβάλ – σημεία αναφοράς στην Ευρώπη για την αρτιότητα και την ποιότητα του προγραμματισμού του. Με μεγάλη χαρά θα μοιραστώ τις νέες μου περιπέτειες με το ελληνικό κοινό» σημειώνει ο Όλιβερ Λάσε.

«Ο Όλιβερ Λάσε είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς νέους σκηνοθέτες και το Φεστιβάλ παρακολουθεί την κινηματογραφική του πορεία από την αρχή με μεγάλη χαρά. Φέτος, με αφορμή το έργο του Λάσε, θα περιπλανηθούμε στην έρημο, σε έναν τόπο που έχει υπάρξει εμβληματικό σκηνικό σε ταινίες, συμβολίζοντας την εσωτερική αναζήτηση, την ανθρώπινη επιβίωση αλλά και το άγνωστο» αναφέρει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστης Ανδρεαδάκης.

Ο Λάσε έρχεται ως guest curator σε συνέχεια του Κάρλο Σατριάν, πρώην Καλλιτεχνικού Διευθυντή των Φεστιβάλ Βερολίνου και Λοκάρνο, της Μύριαμ Μπεν Σαλά, επιμελήτριας τέχνης και διευθύντριας του The Renaissance Society στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και του Ντένις Λιμ, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης.

Ο Όλιβερ Λάσε είναι παλιός και αγαπημένος γνώριμος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Στην επετειακή 60ή διοργάνωση κέρδισε Χρυσό Αλέξανδρο στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα με την ταινία Θα ’ρθει η φωτιά (Fire Will Come) που κέρδισε στις Κάννες το Βραβείο της Επιτροπής στο Ένα Κάποιο Βλέμμα. Όλες οι μεγάλου μήκους ταινίες του έχουν βραβευτεί στις Κάννες, με αφετηρία το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τίτλο You All Are Captains (2010), το οποίο συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, κερδίζοντας το Βραβείο της FIPRESCI. Τη σκυτάλη πήρε το Mimosas (2016), το οποίο απέσπασε το μεγάλο βραβείο στην Εβδομάδα της Κριτικής. Το εντυπωσιακό σερί συνεχίστηκε με το Sirãt (2025), το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας και Καλύτερου Ήχου.

Οι ταινίες

Στο αφιέρωμα θα προβληθούν κλασικές ταινίες σπουδαίων δημιουργών, αλλά και λιγότερο γνωστά κινηματογραφικά διαμάντια που εκτείνονται από το 1930 έως σήμερα. Μεταξύ άλλων θα προβληθούν:

Το οπτικά εντυπωσιακό Το γυμνό νησί / The Naked Island (Ιαπωνία, 1960) του πρωτοποριακού σκηνοθέτη Κανέτο Σίντο.

The Naked Island

Το αριστούργημα των επτά βραβείων Όσκαρ Ο Λόρενς της Αραβίας / Lawrence of Arabia (Ηνωμένο Βασίλειο, 1962) του Ντέιβιντ Λιν με τον συγκλονιστικό Πήτερ Ο’ Τουλ.

Lawrence of Arabia

Το σουρεαλιστικό Ο Σιμών της Ερήμου / Simon of the Desert (Μεξικό, 1965) του Λουί Μπουνιουέλ που γυρίστηκε στα τέλη της μεξικανικής περιόδου του σκηνοθέτη, μια βιτριολική σάτιρα κατά της θρησκοληψίας.

Simon of the Desert

Ο Ξέγνοιαστος καβαλάρης / Easy Rider (ΗΠΑ, 1969) του Ντένις Χόπερ, η ταινία που επανακαθόρισε το αμερικανικό σινεμά της δεκαετίας του 1970 με τους κινηματογραφικούς θρύλους Ντένις Χόπερ, Πήτερ Φόντα και Τζακ Νίκολσον στους κεντρικούς ρόλους.

Easy Rider

Το υβριδικό ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτσογκ Fata Morgana (Δυτική Γερμανία, 1971), μια παραισθησιογόνα περιπλάνηση στην έρημο Σαχάρα.

Fata Morgana

Το σπάνια προβεβλημένο Wake in Fright (Αυστραλία, 1971) του Τεντ Κότσεφ (σκηνοθέτη του Ράμπο: το πρώτο αίμα), μια οδύσσεια γυρισμένη στις άνυδρες, απομονωμένες εκτάσεις της Αυστραλίας.

Wake in Fright

Η εντυπωσιακή και υπνωτιστική Περιπλάνηση / Walkabout (Βρετανία-Αυστραλία-ΗΠΑ, 1970) του Νίκολας Ρεγκ, μία ταινία-στοχασμό πάνω στον πολιτισμό και τον χρόνο.

Walkabout

Το ποιητικό Στάλκερ (Σοβιετική Ένωση, 1979) του Αντρέι Ταρκόφσκι, μία ταινία για την ανθρώπινη ύπαρξη και την πίστη που ενέπνευσε νέους κινηματογραφιστές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Stalker

Το υπέροχο Beau Travail (Γαλλία, 1999) της Κλαιρ Ντενί, μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, μια ταινία υπόγειας έντασης και εντυπωσιακής ομορφιάς.

Beau Travail

Το ντοκιμαντέρ Highway (Καζακστάν, 1999) του Σεργκέι Ντβορτσεβόι μάς ταξιδεύει σε έναν χωμάτινο αυτοκινητόδρομο στο Καζακστάν. Μια ρεαλιστική καταγραφή του αγώνα μιας οικογένειας για επιβίωση και της σχέσης τους με τη φύση.

Highway

Το μυστικιστικό Mimosas (Ισπανία-Μαρόκο-Γαλλία-Κατάρ, 2016) του Όλιβερ Λάσε, ένα υπέροχα κινηματογραφημένο road movie γυρισμένο με μη επαγγελματίες ηθοποιούς.

Mimosas

Το εσωτερικής έντασης 143 Rue de desert (Αλγερία-Γαλλία-Κατάρ, 2019) του Χασέν Φερχανί, ένα ντοκιμαντέρ για ένα απομονωμένο καφέ στην Αλγερία.

143 Rue de désert

Το εκστατικό, υπερβατικό Sirât (Ισπανία-Γαλλία, 2025) του Όλιβερ Λάσε, ένα αγωνιώδες οδοιπορικό στην έρημο.

Sirāt

Σύντομα θα ανακοινωθούν περισσότεροι συναρπαστικοί τίτλοι στο πλαίσιο του αφιερώματος.

Πολυμεσική εγκατάσταση

Στο πλαίσιο του αφιερώματος, το MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών στην Αποθήκη Β1, στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης, μεταμορφώνεται σε ένα περιβάλλον ερήμου. Η πολυμεσική εγκατάσταση που θα παρουσιάσει το Φεστιβάλ θα εκτείνεται σε όλο τον χώρο του MOMUS-Πειραματικού Κέντρου Τεχνών, μεταφέροντάς μας στην έρημο μέσα από αναπάντεχες εικόνες και αντικείμενα.

Στο κέντρο του χώρου θα τοποθετηθεί μια τρικάναλη βίντεο-εγκατάσταση, παραγωγή του Μουσείου Reina Sofia της Μαδρίτης, με υλικό που έχει τραβήξει από την έρημο ο Όλιβερ Λάσε.

Oliver Laxe Multimedia Installation

Στη Θεσσαλονίκη θα έρθει και ο Τσέμα Γκονθάλεθ, επικεφαλής κινηματογράφου και νέων μέσων του Μουσείου Reina Sofia, co-curator της τρικάναλης βίντεο-εγκατάστασης, ο οποίος θα συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος Immersive.

Η εγκατάσταση αυτή, σε σύλληψη του Όλιβερ Λάσε, με co-curators τους Χούλια Μορανδέιρα Αριθαμπαλάγα και Τσέμα Γκονθάλεθ θα συνοδεύεται από ειδικά σχεδιασμένο ηχοτοπίο από τον βραβευμένο συνθέτη και δημιουργό του soundtrack του Sirāt, Κανγκντίνγκ Ρέι. Η εγκατάσταση HU/هُوَ. Dance as if no one were watching you προέκυψε από την έρευνα και το οπτικό υλικό της ταινίας Sirāt. Η τρικάναλη προβολή παρουσιάζει ερημικά τοπία που κυριαρχούνται από έναν αμείλικτο ήλιο και κατοικούνται από τις αυστηρές σιλουέτες ναών και ηχείων, ανάμεσα στις οποίες ανθρώπινες μορφές χορεύουν. Γυρισμένες από τον Λάσε πριν από μία δεκαετία στο Ιράν, αυτές οι αρχιτεκτονικές μορφές παραπέμπουν στις αναζητήσεις των μοναχών-αρχιτεκτόνων που επιδίωκαν να καταστήσουν αντιληπτή την ιερή γεωμετρία μέσω των μορφών και των αναλογιών, ακριβώς εκεί όπου γίνεται αισθητό το όριο ανάμεσα στον υλικό και τον άυλο κόσμο. Η ηχητική σύνθεση του Κανγκντίνγκ Ρέι προσεγγίζει, μέσα από τη δομική υλικότητα του ήχου, το μυστήριό του και την εγγενή άυλη διάστασή του.

Oliver Laxe Multimedia Installation 1

Ο όρος sirāt δηλώνει τη γέφυρα που διασχίζει την κόλαση οδηγώντας στον παράδεισο, ενώ στα αραβικά το HU/هُوَ αναφέρεται στην πρωταρχική ηχητική εκδήλωση της θεότητας: τη θεϊκή πνοή και την πρώτη εκφορά του λόγου που εγκαινιάζει τη δημιουργία. Ο υπότιτλος του έργου προέρχεται από έναν στίχο του Ρουμί (1207–1273), του Πέρση μυστικιστή και λογίου, του οποίου το έργο και η πνευματική πρακτική διερεύνησαν την υπέρβαση και τη διάλυση του εγώ μέσα στο θείο, μέσω της μουσικής, του χορού, της ποίησης και της προσευχής.

Ειδική έκδοση

Τέλος, το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει μια ειδική δίγλωσση έκδοση αφιερωμένη στην έρημο, με τίτλο Welcome to the Desert. Σχεδιασμένο με αφαιρετικότητα και ποιητική διάθεση, το βιβλίο διευρύνει τον ορισμό της ερήμου καθώς τη φαντάζεται να εκτείνεται στο χαρτί και να δημιουργεί τους δικούς της αντικατοπτρισμούς μέσω της τυπογραφίας. Η έκδοση περιλαμβάνει πρωτότυπες αναλύσεις για τη σχέση της κινούμενης εικόνας με την έρημο, καθώς και παλαιότερα εμβληματικά κείμενα που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα