Connect with us

Πολιτισμός

«Τα Αγάλματα Περιμένουν» του Ανδρέα Φλουράκη σε σκηνοθεσία Κυριακής Σπανού στους Φιλίππους

«Τα-Αγάλματα-Περιμένουν»-του-Ανδρέα-Φλουράκη-σε-σκηνοθεσία-Κυριακής-Σπανού-στους-Φιλίππους

Πρόλογος

Απρίλιος του 1941. Οι Ναζί εισβάλλουν στην Αθήνα. Λίγο αργότερα τα στρατεύματα κατοχής μπαίνουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Έκπληκτοι οι Γερμανοί διαπιστώνουν πως οι προθήκες με τα ανεκτίμητα εκθέματα είναι άδειες. Το Μουσείο έχει ερημώσει! Ακόμα και τα ογκώδη πανέμορφα αγάλματα έχουν, ως διά μαγείας, εξαφανιστεί.

Έξι μήνες νωρίτερα, μια γιγαντιαία επιχείρηση είχε στηθεί. Εν όψει των ενδεχόμενων αεροπορικών βομβαρδισμών, αλλά και της πιθανολογούμενης εισβολής των Γερμανών στην Ελλάδα, ο μηχανισμός κινητοποιήθηκε με θαυμαστό τρόπο σε μια κολοσσιαία επιχείρηση απόκρυψης των αρχαίων θησαυρών, που εντυπωσίασε κι αυτούς ακόμα τους Γερμανούς.

Το Θεσσαλικό Θέατρο σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας, στο πλαίσιο του 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων, μας χαρίζει την παράσταση «Τα Αγάλματα Περιμένουν», βασισμένη στο κείμενο του Ανδρέα Φλουράκη, η οποία διαπραγματεύεται το ερώτημα «τι θα σώζαμε σήμερα σε περίοδο κινδύνου».

Ήδη, από την αρχαιότητα η πεποίθηση ότι οι Περσικοί Πόλεμοι συνιστούν σημαντική σελίδα της Ιστορίας, εδραιώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων. Αυτό ήταν άλλωστε το κίνητρο του Ηρόδοτου, που θεώρησε χρέος του να καταγράψει τα γεγονότα, ώστε να μην ξεχαστούν στον χρόνο. Παράλληλα, εκτός από την ιστορική τους σημασία, τα Μηδικά απέκτησαν συμβολική αξία, έδωσαν έμπνευση στη σκέψη και την τέχνη, προσέφεραν αφορμή για ποικίλους παραλληλισμούς, με αλληγορική συχνά διάσταση.

Ανάλογη έμπνευση στον Ανδρέα Φλουράκη στάθηκε η επιχείρηση απόκρυψης των αρχαιοτήτων όλων των Μουσείων της χώρας, το 1940.

Το έργο

Η θεατρική σκηνή αποβάλλει τη φιλολογία και βαριέται την ιστορία. Πώς να μιλήσεις για ένα θέμα τόσο φορτωμένο με ιδεολογίες, ιδεοληψίες και ερμηνείες; Με ποιον τρόπο να περάσει στη σύγχρονη σκηνή; Ο πολυγραφότατος Ανδρέας Φλουράκης έγραψε μια πικρή κωμωδία επιστημονικής φαντασίας επιχειρώντας να βρει μια γλώσσα για ένα τέτοιο θέμα. Ο συγγραφέας πήρε την αντίθετη κατεύθυνση από τη φιλολογία και επέλεξε λέξεις από τη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη, λούμπεν, new age και ψηφιακή κουλτούρα και τις έφερε σε «συνάφεια» με τον κόσμο των αγαλμάτων. Σήμερα μας απειλούν με την αρπαγή κάθε στοιχείου που μας συνέχει με την αρχαία κληρονομιά. Αυτή η απειλή είναι η μυθιστορηματική αφετηρία του έργου. Τι κάνουμε σε έναν τέτοιο κίνδυνο;

Ο Συγγραφέας

Με σπουδές στο θέατρο και τον κινηματογράφο ο συγγραφέας Ανδρέας Φλουράκης είναι από τους πιο δραστήριους δημιουργούς της γενιάς του. Έχει συμμετάσχει σε διεθνείς διοργανώσεις και έχει αποσπάσει πλήθος βραβείων και διακρίσεων. Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε κινηματογράφο και θέατρο στην Αγγλία (MA Writing for the Theatre and Broadcast Media). Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ρουμάνικα, Πολωνικά, Αλβανικά, Ινδικά και Φινλανδικά και έχουν παρασταθεί – παρουσιαστεί στα Royal Court Theatre, Gate Theatre, West Yorkshire Playhouse και Tristan Bates στη Μ. Βρετανία, στο φεστιβάλ Oyun Yaz στην Κωνσταντινούπολη, στο Φεστιβάλ του Ελσίνκι, στα Comparative Drama Conference, φεστιβάλ HotINK, φεστιβάλ GI60, Lincoln Centre Theatre στις Η.Π.Α., στο Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας, στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης κ.ά.

Ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα: «Η ιστορία έχει πηγές, δεδομένα, αφηγήσεις, πολλές από τις οποίες έχει ενσωματώσει η σκηνοθέτρια στην παράσταση. Η Κυριακή Σπανού έχει μια μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση του λεγόμενου documentary υλικού. Δε θα ξεχάσω ποτέ την παράστασή της «Dance me to the end of Greece» στο Μουσείο Μπενάκη το 2012, μια δική της σύνθεση σε κείμενα ξένων περιηγητών. Σε εκείνη την παράσταση, όπως και στα «Αγάλματα Περιμένουν», γίνεται εμφανές πως, όσο κι αν το θέμα ενός έργου σχετίζεται με την ιστορία, πάντα παρουσιάζονται κάποιες εκδοχές της μόνο. Ο στόχος δεν είναι -ούτε και πρέπει να είναι- να αποδοθεί μία και μοναδική απόλυτη αλήθεια».

Η παράσταση

Μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Μικρές αλλόκοτες ιστορίες. Μικρά ανθρώπινα εγκλήματα πίσω από τα μεγάλα, όπως ο πόλεμος. Τυμβωρυχία, αρπαγή ξένης περιουσίας, ασέβεια στον αρχαίο πολιτισμό, αλλά και ανηλεής σάτιρα στην υπέρτατη δύναμη οποιουδήποτε δόγματος. Και φόβος και τρόμος, ως ανθρώπινα ακραία συναισθήματα και γενετικές αδυναμίες του γένους μας, ως κατώτερα ένστικτα και επιθυμίες. Μπροστά από τα αγάλματα, που είναι ιστορίες, κατάστιχα του χρόνου και καταγράφουν δράσεις και δοκιμασίες κατακτημένων λαών, κατακτητών εθνών και σπίθες φωτός από το υπερπέραν, από ένα άγνωστο σύμπαν που βλέπει, στιγματίζει, κοροϊδεύει και σαρκάζει τα των ανθρώπων έργα.

Η παράσταση, μέσα από ένα πλούσιο, συναρπαστικό υλικό, συνδυάζει το αφηγηματικό στοιχείο από ντοκουμέντα της εποχής της Απόκρυψης του 1940 με τη μυθοπλασία: εικόνες ενός σύγχρονου κόσμου σε περίοδο αποσύνθεσης, φθοράς, εικόνες ανθρώπων χαμένων στην άγνοια και την εικονική πραγματικότητα, ανθρώπων που ερμηνεύουν τη ζωή με όρους τηλεοπτικούς. Αυτοί οι διασκορπισμένοι άνθρωποι, οι μοναχικοί και απελπισμένοι – τα «μελλοντικά αγάλματα» – δίπλα στα απομεινάρια του Ελληνικού Πολιτισμού αποκτούν έναν χαρακτήρα ανησυχητικό, μελαγχολικό, απόκοσμα επικίνδυνο.

Τι είναι τα αγάλματα για τα αγόρια των γυμναστηρίων, για τις καθαρίστριες των μουσείων, για τα παιδιά των κλαμπ και των μπαρ της παραλίας, για όλα τα πρόσωπα που περπατούν σήμερα μπροστά από τα μνημεία και τα αρχαία θέατρα;

Αυτός ο ανοίκειος συνδυασμός ντοκουμέντου, χιούμορ, λαϊκής κουλτούρας, επιστημονικής φαντασίας μέσα στον χώρο του Αρχαίου Θεάτρου είναι μια τολμηρή και ερευνητική καλλιτεχνική παρέμβαση στην ανίχνευση της δικής μας σχέσης με τον πολιτισμό του τόπου μας.

Σε έναν μελλοντικό κίνδυνο, το κράτος ζητάει από τους πολίτες να κρύψουν από ένα άγαλμα ο καθένας σε μέρος που θα ξέρουν μόνο οι ίδιοι και, όταν περάσει ο κίνδυνος, να το επιστρέψουν στα μουσεία. Οι άνθρωποι όμως, όταν βρίσκονται μόνοι τους με τα αγάλματα, κατά τη διαδικασία της απόκρυψής τους μέσα στη γη, παίρνουν μια σειρά από απρόσμενες κωμικοτραγικές αποφάσεις. Αποφάσεις που καθρεπτίζουν το πώς νιώθουμε απέναντι στην αρχαιότητα αλλά και απέναντι στους εαυτούς μας.

Ένα κλασικό γλυπτό αποτυπώνει την εντελέστερη στιγμή του ανθρώπου. Αποδίδει το απόλυτο πρότυπο της ακμής του που συνδυάζει ισορροπία, αρτιότητα και οικουμενικότητα, λειτουργώντας ως πρότυπο. Με βάση τις αρχές του κλασικισμού, το αρχαίο ελληνικό άγαλμα είναι το απόλυτο σημείο όπου μπορεί να φτάσει ένας καλλιτέχνης, οπότε βάζοντάς του φωνή, βάζοντάς του λόγο, όπως γίνεται στο έργο, απορρυθμίζεται αυτή η απόλυτη και σταθερή αξία, γιατί η θεατρική φωνή με κάποιο τρόπο το επικαιροποιεί, το υποτάσσει σε ένα «τώρα». Πρέπει να υπάρχει σοβαρός λόγος για να «πείσεις» ένα άγαλμα να μιλήσει και να το να βγάλεις από την αιωνιότητά του, οπότε ό,τι κι είναι αυτό που έχουν να μας πουν τα αγάλματα, καλό είναι να το ακούσουμε με προσοχή.

Η ‘Αση Δημητρολοπούλου δημιούργησε έναν γήινο κόσμο, σύγχρονο και μελλοντικό, φέροντα κι αποτυπώματα του παρελθόντος, που συνομιλεί και συνδιαλέγεται τόσο με τον εαυτό του, όσο και με το κοινό, έναν κόσμο σε πλήρη εναρμόνιση με τον φωτισμό του Γιώργου Τέλλου και τα κοστούμια της Ολυμπίας Σιδερίδου. Ευχάριστη έκπληξη είναι η κίνηση των ηθοποιών, διδαγμένη από την Αναστασία Μπρουζιώτη στην μπιτάτη μουσική της «Δεσποινίδος Τρίχρωμης», σε ρυθμούς μακριά από τα κινησιολογικά θεατρικά στερεότυπα. Οι ηθοποιοί, ταλαντούχοι, πειθαρχημένοι στη σκηνοθετική γραμμή, κινούνται ακατάπαυστα, παίζουν, τραγουδούν, αλλάζουν κοστούμια, ιδρώνουν και κερδίζουν δίκαιο χειροκρότημα.

Το όλο εγχείρημα ανοίγει πολλούς διαλόγους: με την Ιστορία, με τα μνημεία, με το μέλλον, με τον κίνδυνο, με την ανοησία. Η επίδραση της Ιστορίας είναι και η πρόσληψή της. Η τόλμη του είναι ότι πρώτη φορά διαπραγματεύεται επί σκηνής ένα θέμα -τη σχέση με την αρχαιότητα- που είναι φορτωμένο ιδεολογικά, από μια εντελώς απρόβλεπτη οπτική γωνία. Πρόκειται για μια γλυκόπικρη κωμωδία επιστημονικής φαντασίας. Βασικό στοιχείο του διαλόγου είναι η ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στα μνημεία και τους αντι-ηρωικούς και αλλοπρόσαλλους ήρωες του έργου.

Τα κλεμμένα της Κατοχής

Η μόνη γραπτή πηγή που έχουμε σήμερα για τις απώλειες σε αρχαία αντικείμενα στην περίοδο της Κατοχής είναι το «ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής», ένας τόμος 165 σελίδων του 1946, γεμάτος ιστορίες κλοπών παράνομων ανασκαφών και ζημιών σε ολόκληρη την Ελλάδα και από τις τρεις δυνάμεις κατοχής, γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής. «Το έργον δεν είναι πλήρες», όπως σημειώνει στον πρόλογο ο τότε υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων του 1946, με εντολή του οποίου οι μεγαλύτεροι αρχαιολόγοι της εποχής έκαναν αυτή την καταγραφή. Με την Ελλάδα στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, άλλωστε, κάθε ημέρα έφταναν νέα δεδομένα, ενώ για πολλές πόλεις δεν υπάρχει καν καταγραφή γιατί το αρχαιολογικό προσωπικό ήταν «ελλιπέστατον».

Η επιχείρηση «απόκρυψη» είχε ξεκινήσει επίσημα στις 11 Νοεμβρίου του 1940. Εκείνη την ημέρα οι διευθύνσεις όλων των μουσείων είχαν παραλάβει αναλυτικές οδηγίες φύλαξης για να προστατευτούν τα αρχαία. Έτσι και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μια επίλεκτη ομάδα αρχαιολόγων, τεχνιτών και εθελοντών ξεκινούσε ένα έργο που διήρκεσε έξι ολόκληρους μήνες.

Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Δεν ήξεραν πόσο χρόνο είχαν στη διάθεσή τους και ήταν εκατοντάδες γλυπτά. Τα αγγεία και τα μικρότερα αγάλματα μπήκαν σε κούτες και κρύφτηκαν στα υπόγεια, τα χρυσά κοσμήματα μεταφέρθηκαν σε θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ενώ για τα μεγαλύτερα αγάλματα έσκαψαν ορύγματα. Μαρμάρινα αγάλματα, Την ίδια στιγμή, παρόμοιες επιχειρήσεις απόκρυψης πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την Ελλάδα: σε σπήλαια, όπως στην Ακρόπολη, σε αρχαίους τάφους, όπως στους Δελφούς, στον κήπο του μουσείου της Θεσσαλονίκης, όπου και εκεί είχαν ορύγματα για να κρυφτούν τα μαρμάρινα αγάλματα της συλλογής, ή στα Ιωάννινα, όπου οι εργαζόμενοι του μουσείου σφράγισαν σε κρύπτη κάτω από τον μιναρέ του τζαμιού την πολύτιμη συλλογή με χάλκινα αντικείμενα. Κάποια αγάλματα μεταφέρθηκαν χιλιόμετρα μακριά για να προστατευτούν, όπως ο ηνίοχος των Δελφών που φιλοξενήθηκε στις κρυψώνες του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Τα ευρετήρια όλων των θησαυρών των μουσείων ασφαλίστηκαν σε θυρίδες της Τραπέζης της Ελλάδος.

Έτσι, όταν από τις πρώτες ημέρες τους στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί κατακτητές άρχισαν να επισκέπτονται τα μουσεία, έβρισκαν το ένα μετά το άλλο κλειστά ή άδεια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, η γερμανική στρατιωτική υπηρεσία για την προστασία της τέχνης ασκούσε έντονες πιέσεις για την επαναλειτουργία τους. Μοναδική περίπτωση που η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε το επίμονο αίτημα ήταν η περίπτωση του αρχαιολογικού μουσείου του Κεραμεικού, με την αιτιολογία ότι είχε ανεγερθεί με γερμανική δωρεά. Αποτέλεσμα ήταν σε ξενάγηση Γερμανών αξιωματούχων, στις 9 Νοεμβρίου του 1941, να κλαπεί μελανόμορφος πίνακας με παράσταση νεκρού, η οποία μέχρι και σήμερα αγνοείται, όπως κι ο τρίμετρος Κούρος του Σουνίου.

(πηγή: Μαριάννα Κακαουνάκη, «Καθημερινή» 2014)

Επίλογος

Η παράσταση του Θεσσαλικού Θεάτρου είναι μια ιστορία για την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και τη βιωμένη ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μια ιστορία που έχει φόντο την πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αγαλμάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Θεατρικό έργο: Ανδρέας Φλουράκης

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Κυριακή Σπανού

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Παπουτσή

Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου

Κοστούμια: Ολυμπία Σιδερίδου

Κίνηση: Αναστασία Μπρουζιώτη

Πρωτότυπη μουσική: Δεσποινίς Τρίχρωμη

Σχεδιαστής φωτισμών: Γιώργος Τέλλος

Βοηθός σχεδιαστή φωτισμών: Φωτεινή Ματζόγλου

Υπεύθυνος Παραγωγής: Νίκος Γεωργάκης

Επιμέλεια ήχου: Γρηγόρης Καραφέρης

Κατασκευή σκηνικού: Φρέντυ Γκίζας, Αχιλλέας Τζάνακας, Χρήστος Καράκης, Νίκος Ανδριανόπουλος

Κατασκευή κοστουμιών: Νικολέττα Καΐση

Ηχογράφηση μίξη: Γιώτης Παρασκευαΐδης – Studio Aux

Φωτογραφίες παράστασης: Γιάννης Χατζηαντωνίου

Αφίσα: Μουτζούρα

Βίντεο/trailer: Life of film Productions

Παίζουν οι ηθοποιοί: Θανάσης Ζέρβας, Χρήστος Κορδελάς, Μαρσέλα Λένα, Ανδρομάχη Μακρίδου, Αθηνά Σακαλή, Βάνα Σλέιμαν, Ηρακλής Τζαφέτας, Παναγιώτης Τόλιας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη

Αισχύλου-«Πέρσες»-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-σε-σκηνοθεσία-Χρήστου-Θεοδωρίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.

Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).

Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.

Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.

Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.

Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.

Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.

Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.

Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.

Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.

Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.

Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.

Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.

 Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.

 Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.

Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).

Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.

Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.

Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.

Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.

 Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν

μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.

Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.

Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;

Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».

Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.

Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.

Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.

Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.

Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.

Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.

Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.

Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.

Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που

διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.

Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.

Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.

Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση

πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.

Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

 Παραγωγή: Marossoulis Productions

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):

Αλεξανδρόπουλος Πάρης

Δεληθανάση Αγγελική

Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος

Εξακοΐδης Γιώργος 

Θεμελή Ξένια

Κισσανδράκης Γιώργος

Κωνσταντινίδης Γιώργος

Μακρής Ντένης

Μανδρινός Δημήτρης

Μανωλάς Νίκος

Παντερμαλή Αγγελική

Πίττα Τατιάνα- Άννα

Σακελλαριάδη Πέννυ

Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης

Τσαλίκης Βασίλης

Φύτρος Σαμψών

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Βάκχες»-με-τους-the-tiger-lillies-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ,  με την ειδική συμμετοχή  του διεθνούς φήμης βρετανικού  συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον  υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής,  συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση  του έργου.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του  Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι  και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου  και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.

ΒΑΚΧΕΣ

Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ

Βάκχες του Ευριπίδη

Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση  στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι):  Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη  και Javor Gardev

Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing

Misery Guts Music Ltd., 2026)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Uršula Teržan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου

Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova

Δραματουργία:  Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova

Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski

Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova

Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson

Stage Manager: Bogdan Dimitrov

Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Διαφήμιση: Renegade Media

Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova

Make up: Όλγα Φαλέι

Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου

Οργάνωση  – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Διανομή

Διόνυσος — Leonid Yovchev

Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς

Τειρεσίας — Samuel Finzi

Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου

Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης

Υπηρέτης — Ivan Nikolov

Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov

Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov

Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια

Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,

Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya

Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova

 VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU

Φωτογραφικό υλικό  https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link

ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’

Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους

Ώρα έναρξης : 9.00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/bakxes

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Γη-της-Επαγγελίας»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.

Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη

Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου

Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση

Μουσική: Χάρης Νείλας

Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου

Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου

Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης

Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ

Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης

Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς

Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς

Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου

Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος

Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

Γη της Επαγγελίας

Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el

Προπώληση

Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090

*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.

**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.

Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.

Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα