Connect with us

Πολιτισμός

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» του Ντάριο Φο στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων!

«Ο-τυχαίος-θάνατος-ενός-αναρχικού»-του-Ντάριο-Φο-στο-αρχαίο-θέατρο-Φιλίππων!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόλογος

«Πώς μας ήρθε η ιδέα να ετοιμάσουμε μια παράσταση με θέμα τις κρατικές δολοφονίες; Στην περίπτωση, μας ώθησε η ανάγκη. Ένα μεγάλο μέρος του κοινού των παραστάσεών μας – εργάτες, φοιτητές, προοδευτικοί δημοκράτες- μάς προέτρεπε να γράψουμε ένα θεατρικό έργο για τη σφαγή στην Αγροτική Τράπεζα του Μιλάνου και τη δολοφονία του Πινέλι, ένα έργο που θα πραγματευόταν τα αίτια και τις πολιτικές επιπτώσεις αυτών των γεγονότων. Ο λόγος πίσω από το αίτημα αυτό ήταν η τρομακτική έλλειψη πληροφόρησης γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα. Αφού πέρασε το αρχικό σοκ, τα ΜΜΕ σιωπούσαν.

Οι δημοσιογράφοι της επίσημης Αριστεράς, με πρώτη την εφημερίδα “Ουνιτά” (L’Unita), παρέμεναν εξαιρετικά προσεκτικοί και δεν προχωρούσαν πέρα από σποραδικά σχόλια του τύπου, όπως: «Το γεγονός είναι ανησυχητικό», «Πόσο μυστηριώδης είναι ο θάνατος του Πινέλι», «Θα παραμείνει τυλιγμένη στο μυστήριο η σφαγή στις τράπεζες;». Όλοι περίμεναν να «χυθεί άπλετο φως». Περίμεναν, αρκεί να μη γινόταν φασαρία. […] (Από τον πρόλογο των Ντάριο Φο – Φράνκα Ράμε)

Η παραγωγή δηλώνει ότι μετά από δύο «σε εντυπωσιακό βαθμό» sold out σεζόν και πολλά θεατρικά βραβεία, η παράσταση – για την οποία συζητάνε δύο χρόνια τώρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη – κάνει μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία.

Οπότε ο θίασος ταξιδεύει, ώστε να έχουν την ευκαιρία οι απανταχού θεατρόφιλοι να απολαύσουν μια παράσταση με δαιμονική ενέργεια, τραγούδια, ζωντανή μουσική και καυστικό χιούμορ, από μια καλοκουρδισμένη ομάδα ηθοποιών που παίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, διακωμωδώντας βιωματικά το δικό τους σήμερα μέσα από την ιστορία του έργου.

Η παράσταση έφτασε και στην Καβάλα και σήκωσε αυλαία στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων.

Υπόθεση

Μια εκπληκτική κωμωδία του μεγάλου Ιταλού Νομπελίστα συγγραφέα-ηθοποιού Ντάριο Φο, μια ανελέητη σάτιρα κατά της εξουσίας με το γνωστό τρελό χιούμορ του, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο!
«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», βασίζεται στα αληθινά περιστατικά γύρω από το μυστηριώδη θάνατο του Giuseppe Pinelli, ενός Ιταλού αναρχικού, που κατηγορήθηκε για την τοποθέτηση βόμβας στην αγροτική τράπεζα. Ο θάνατος του Pinelli προκλήθηκε, σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, έπειτα από πτώση από το παράθυρο του αστυνομικού τμήματος. Πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη υπόθεση που ταλάνισε την ιταλική κοινή γνώμη.

Ένας τρελός για δέσιμο, ειδικός στις μεταμφιέσεις, διεισδύει στα γραφεία της κεντρικής Ασφάλειας μεταμφιεσμένος σε ανώτατο ανακριτή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για να διαλευκάνει την υπόθεση της «αυτοκτονίας» του αναρχικού που έπεσε από τον 4ο όροφο της Ασφάλειας κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Κι από δω αρχίζει ένα φανταστικό γελαστικό παιχνίδι!

Τρομοκρατημένοι οι μπάτσοι γίνονται έρμαια στην εξυπνάδα και στη φαντασία του τρελού, πέφτουν σε όλες τις παγίδες που τους στήνει, οι αντιφάσεις και τα ψέματα κάνουν παρέλαση και από άγριοι και βλοσυροί μεταμορφώνονται σιγά-σιγά σε κάτι αξιοθρήνητα ανθρωπάκια, που δέρνονται μεταξύ τους. Είναι έτοιμοι να πηδήξουν κι αυτοί απ’ το παράθυρο, τραγουδάνε, εκλιπαρούν τον τρελό για έλεος και η κατηφόρα δεν έχει τέλος! Μέσα σε δύο ώρες η κεντρική Ασφάλεια γίνεται μπάχαλο!

Ανάγνωση

Το 1970 ο νομπελίστας συγγραφέας και η σύζυγός του γράφουν ένα πολιτικό έργο – σταθμό. Πρόκειται για το «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού». Το γράφουν μετά από μια τρομοκρατική επίθεση στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα στο Μιλάνο, με σκοπό να ασκήσουν κριτική στην κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης της Ιταλίας και της κυβερνητικής διαφθοράς.

Μπροστά στην εμφάνιση του επαναστατικού κινήματος, παρόλες τις προσπάθειες των συνδικάτων και των γραφειοκρατών της παλιάς και της νέας αριστεράς να το επαναφομοιώσουν, η εξουσία οδηγείται μοιραία να παίξει αυτή τη φορά το ψεύτικο χαρτί της τρομοκρατίας.

Η ιταλική αστική τάξη του 1969 δεν έχει πια ανάγκη από τα σφάλματα των παλιών αναρχικών, για να βρει μια πρόφαση και να υλοποιήσει την ολοκληρωτική της φύση, παγιδεύοντας τους νέους αναρχικούς με μια αστυνομική σκευωρία. Η βόμβα του Μιλάνου έσκασε εναντίον του προλεταριάτου. Προορισμός της ήταν να χτυπήσει τα λιγότερα σκληροπυρηνικά στρώματα του πληθυσμού, ώστε να τα κάνει να συμμαχήσουν με την εξουσία και να καλέσει σε συσπείρωση την αστική τάξη.

Κάπως έτσι μετατρέπει τις πάσης φύσεως αντίξοες συνθήκες σε απολαυστική διασκέδαση ο “τυχαίος” σχιζοφρενής, πρωταγωνιστής που εξαπατά τον κόσμο παριστάνοντας διάφορους κοινωνικούς ρόλους και, συνεπώς, μπαινοβγαίνει στα αστυνομικά τμήματα, έχοντας όμως την ασφάλεια του ακαταλόγιστου. Του αρέσει να παίζει θέατρο, κι επειδή το θέατρό του είναι το θέατρο της πραγματικότητας, θέλει οι “συνάδελφοι ηθοποιοί” να είναι πραγματικοί άνθρωποι, να παίζουν στα έργα του αλλά χωρίς να το ξέρουν. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο, όπου αναμένεται η ανάκριση για τον “τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού”. 

Επομένως, το μήνυμα πρέπει να είναι αναγκαστικά ισχυρό και προκλητικό. Σε έναν κόσμο ψεύτικης αξιοπρέπειας και απόκρυψης της αλήθειας, υπάρχει ανάγκη για κάτι που «καίει» αλλά, ταυτόχρονα, γεννά το γέλιο. Αυτή η λειτουργία οδηγεί στην πραγματοποίηση ενός είδους κάθαρσης και κοινωνικής αναγέννησης. Χάρη σ’ αυτό (το γέλιο) καταρρέουν οι μάσκες των χαρακτήρων και, ταυτόχρονα, οι ρόλοι τους στην κοινωνία.

 Η παράσταση

Στην εποχή μας, θεωρίες τείνουν να συσχετίσουν το πολιτικό θέατρο με το βαρύγδουπο και το παράλογο. Αλλά «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» του Ντάριο Φο, το οποίο περιοδεύει τη χώρα έτσι όπως το έχτισε ο εμπνευσμένος «αρχιτέκτονας» Γιάννης Κακλέας, είναι ένας μεθυστικός συνδυασμός βοντβίλ και πολιτικής, που υποδηλώνει ότι οι αδελφοί Marx, Karl και Groucho εργάστηκαν από κοινού γι’ αυτόν. Στο τέλος, το έργο συντηρεί τους ιδεολογικούς φράχτες του, αλλά παραδεχόμαστε ότι πρόκειται για μια ισχυρή υπενθύμιση ότι το θέατρο που ευαγγελίζεται η αριστερά, μπορεί να είναι μια επιβεβαίωση ικανοποίησης, παρά μια συνεχιζόμενη γκρίνια, έστω κι αν ο σκηνοθέτης μπόλιασε στο αρχικό κείμενο επίκαιρες καταστάσεις, που αφορούν στη συμπεριφορά κατασταλτικών δυνάμεων, ένστολων βεβαίως, ακόμα και θεατρανθρώπων, τα γνωστά δηλαδή που μας απασχολούν σήμερα, εντός συνόρων.

Βέβαια, θα πρέπει να επισημάνω ότι η έναρξη απασχόλησε για είκοσι λεπτά το κοίλο σε ένα αριστερό παραλήρημα του γελωτοποιού -Πάνου Βλάχου, το οποίο κέρασε σποραδικά γέλια, ενώ λίγο αργότερα το πολυπληθές κοινό λύθηκε και θύμισε δόξες καλοκαιρινές «Δελφιναρίου» κι ας ήταν σε αρχαίο θέατρο.

Στον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού», λοιπόν, ο Ντάριο Φο προσφέρει μια μικρογραφία των κωμικών πηγών, που χρησιμοποιεί είτε πρόκειται για μονόλογο τύπου «γελωτοποιού», όπως για παράδειγμα «Mistero buffo», είτε για φάρσα. Ο συγγραφέας εκτελεί μια επιδέξια δοσολογία και ανάμιξη διαφορετικών μορφών της λαϊκής κωμικής παράδοσης: φάρσα, βαριετέ , τεχνικές αφήγησης προφορικών παραμυθιών, κοροϊδία, όλες τις τεχνικές που συνδυάζονται για να δημιουργήσουν ένα έργο αφιερωμένο στην απομυθοποίηση. Η σκηνοθεσία μεγιστοποιεί αυτή τη μικρογραφία σε σύγχρονη μουσική επιθεώρηση.Αρχή φόρμας

Ωστόσο, αυτό το θέαμα – ακρόαμα σε αποχαιρετά με το στομάχι ανακατεμένο, κι ας είναι πειστικό, κι ας αποτελεί τέλειο δείγμα μιας σκληρής εποχής. Πρόκειται για παράσταση που αφήνει απορίες (μεγεθύνοντας έναν, ούτως ή άλλως, καθημερινό προβληματισμό), ενώ «καρφώνει» ύπουλα το ερώτημα: «πόσο πιο άδικη μπορεί να γίνει η Δικαιοσύνη;»

 Όλα όσα είδαμε στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων σχηματοποιούν με τον καλύτερο τρόπο μια εξωφρενική κωμωδία που, όμως, μαρμαρώνει το γέλιο στα χείλη. Ρίχνει σαν πολυβόλο τις σπαρταριστές ατάκες, αλλά ο θεατής παραδέχεται ότι αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν. Άρα, τι είναι το σωστό; Τρελό γέλιο ή προβληματισμός; Η απάντηση στο ερώτημα, προσωπική υπόθεση.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας «τρέχει» την παράστασή του με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κρατώντας το κοινό σχεδόν εξίσου μπερδεμένο με τους διεφθαρμένους αξιωματικούς, που προσπαθούν να βγάλουν νόημα από τον «ανόητο αξιόπιστο», ανάμεσά τους. Ο γνωστός μόνο ως ο Maniac, είναι ένας απατεώνας που μεταμφιέζεται σε αρχιδικαστή, επιλέγοντας τις λεπτομέρειες της υπόθεσης ενός υποτιθέμενου αναρχικού που έπεσε από ένα παράθυρο του τέταρτου ορόφου, ενώ βρισκόταν υπό καθεστώς ανάκρισης.

 Όσο περισσότερο παίρνει το μέρος τους ο πρωταγωνιστής – τρελός , τόσο λιγότερο αξιόπιστοι φαίνονται οι της εξουσίας. Ουσιαστικά, ανατινάζει την αλήθεια σε μια φαντασμαγορική επίδειξη πυροτεχνημάτων, όπου κάθε καταγγελτική σπίθα φωτίζει τις υπερβολές μιας κοινωνίας σε ελεύθερη πτώση.

Είναι μια τεχνική που χρησιμοποιεί στην παρούσα συνθήκη τόσο αποτελεσματικά ο σκηνοθέτης και την αξιοποιεί τόσο εξαιρετικά ο θίασος με μπροστάρη τον πολυτάλαντο Πάνο Βλάχο, ο οποίος τραγουδάει, χορεύει, παίζει μουσική μαζί με τον εξαιρετικό μουσικό επί σκηνής, τον Βάϊο Πράπα, ώστε όλοι οι συντελεστές μετατρέπουν μια φάρσα σε πολιτικό έργο μεν, αλλά λαϊκό θέατρο, με στοιχεία Commedia dell’Arte, μιούζικαλ, παρωδίας, σάτιρας, επιθεώρησης και σπαρταριστής κωμωδίας: Φοίβος Ριμένας, Στέλιος Πέτσος, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Παναγιώτης Κατσώλης και Ιφιγένεια Αστεριάδη, διαθέτουν άριστη τεχνική, ωραία φωνή, εξαιρετική κίνηση. Άξιοι επαίνων.

Οι στίχοι των τραγουδιών εκπορεύονται και αυτοί από τον πυρήνα του έργου και της ιστορίας, χωρίς να παραλείψουν να συνομιλήσουν καυστικά και με τόλμη και με γεγονότα δικά μας, οικεία, εδώ της ευρύτερης περιοχής μας.

 Ο Πάνος Βλάχος, ένα πολυεργαλείο, είναι η απόλυτα εύστοχη επιλογή του Γιάννη Κακλέα, επειδή απογειώνει την παράσταση, μεγεθύνει τον ρόλο πολύ μακρύτερα από μια ανθρώπινη τρέλα, ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στο γκροτέσκο, στο ρεαλιστικό, στο εξπρεσιονιστικό, στο μουσικό, στο μπουφόνικο είδος θέατρου, καταθέτει στη σκηνή εξαιρετικές ικανότητες γητευτή και εξουδετερώνει την όποια επιφυλακτικότητα θεατών, που τυχόν κρατούσαν πριν από την αυλαία.

Ο σκηνοθέτης τοποθέτησε την ιστορία σε έναν αόριστο σκηνικό χώρο, τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος με την Ηλένια Δουλαδίρη. Άλλοτε μεταμορφώνεται σε ένα γκρίζο αστυνομικό τμήμα του Μιλάνο και άλλοτε σε ένα καμπαρέ όπου ακούγονται τα απολαυστικά θεατρικά τραγούδια του Βάιου Πράπα, σε στίχους του Πάνου Βλάχου, ερμηνευμένα από τους ηθοποιούς.

Το τραγούδι του Υπαστυνόμου «Μπερτότσο» από τον Φοίβο Ριμένα είναι, σίγουρα, μια έξοχη στιγμή της παράστασης. Ο ηθοποιός- περφόρμερ κερδίζει επάξια θερμότατο χειροκρότημα.

Σαφώς, πρόκειται για μια επισκόπηση της σχέσης του θεάτρου με την Αριστερά, νοούμενης ως ενός συγκεκριμένου ιστορικά πολιτικού σχηματισμού, που εκφράζει αυθεντικά και προωθεί την αριστερή ιδεολογία, όμως ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε- στιγματισμένοι κομμουνιστές – βασίστηκαν σε πραγματικά γεγονότα για να γράψουν το έργο, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μιλάνο το 1970, στο θέατρο της Κομούνας.

Επίλογος

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» δεν ανασυνθέτει τα γεγονότα, αλλά λαμβάνει χώρα αμέσως μετά το θάνατο του Ιταλού μετανάστη Πινέλι, στα ίδια γραφεία του αστυνομικού τμήματος, όπου ένας τρελός και μυθομανής τύπος προσποιείται ότι είναι επιθεωρητής υπουργείου που ερευνά το γεγονότα, λέγοντας ότι είναι έτοιμος να καλύψει την ευθύνη της αστυνομίας, αλλά, στο μεταξύ, γελοιοποιεί τη στήριξη που παρείχε ο Επίτροπος.

Βρισκόμαστε οι θεατές ενώπιον μιας εκφραστικής πληρότητας του πιο ορθά πολιτικού θεάτρου του Φο, σ’ αυτή την πρόταση της θεατρικής φόρμας, ως χρονικό και ως ανασκόπηση, χωρίς ποτέ να παραβλέπουμε τη σκηνική παρουσίαση, τη διασκευή στα καθ’ υμάς και, μάλιστα, στη σκηνοθεσία με μπρεχτικό τρόπο.

Η κωμωδία αντιπροσωπεύει ένα μνημείο νεωτερισμού στη σκηνή. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, ξεκάθαρο παράδειγμα της οποίας είναι η επιλογή να τοποθετηθεί ένας «τρελός» ως πρωταγωνιστής του έργου, στα χρόνια που φούντωσε η συζήτηση για το κλείσιμο των ασύλων. Ο «παλαβός» είναι το έμβλημα της δικαιοσύνης, τόσο επειδή αναλαμβάνει κυριολεκτικά τον ρόλο του αληθινού δικαστή, όσο και επειδή είναι το μέσο για να κατανοήσουμε την αμφιλεγόμενη πραγματικότητα, με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, «In the case of» έχουμε απροκατάληπτο βλέμμα.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία/Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Κακλέας
Σκηνικά: Ηλένια Δουλαδίρη/Γιάννης Κακλέας
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Μουσική σύνθεση: Βάϊος Πράπας
Στίχοι τραγουδιών: Πάνος Βλάχος
Χορογραφίες: Αγγελική Τρομπούκη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λητώ Τριανταφυλλίδου, Ρέα Σαμαροπούλου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ιωάννα Καλαβρού
Βοηθός φωτίστριας: Στέβη Κουτσοθανάση
Γραφείο Τύπου – Επικοινωνία: Μαρία Τσολάκη
Διαφήμιση – Social Media: Renegade Media / Βασίλης Ζαρκαδούλας
Παραγωγή: ΤΕΧΝΗΧΩΡΟΣ

Παίζουν:

Γελωτοποιός / τρελός: Πάνος Βλάχος

Υπαστυνόμος Μπερτότσο: Φοίβος Ριμένας

Αστυφύλακας: Στέλιος Πέτσος

Αστυνόμος Πιζάνι: Κωνσταντίνος Μαγκλάρας

Διοικητής: Παναγιώτης Κατσώλης

Δημοσιογράφος Μαρία Φελέτσι: Ιφιγένεια Αστεριάδη

Μουσικός επί σκηνής: Βάιος Πράπας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα