Connect with us

Πολιτισμός

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» του Ντάριο Φο στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων!

«Ο-τυχαίος-θάνατος-ενός-αναρχικού»-του-Ντάριο-Φο-στο-αρχαίο-θέατρο-Φιλίππων!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόλογος

«Πώς μας ήρθε η ιδέα να ετοιμάσουμε μια παράσταση με θέμα τις κρατικές δολοφονίες; Στην περίπτωση, μας ώθησε η ανάγκη. Ένα μεγάλο μέρος του κοινού των παραστάσεών μας – εργάτες, φοιτητές, προοδευτικοί δημοκράτες- μάς προέτρεπε να γράψουμε ένα θεατρικό έργο για τη σφαγή στην Αγροτική Τράπεζα του Μιλάνου και τη δολοφονία του Πινέλι, ένα έργο που θα πραγματευόταν τα αίτια και τις πολιτικές επιπτώσεις αυτών των γεγονότων. Ο λόγος πίσω από το αίτημα αυτό ήταν η τρομακτική έλλειψη πληροφόρησης γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα. Αφού πέρασε το αρχικό σοκ, τα ΜΜΕ σιωπούσαν.

Οι δημοσιογράφοι της επίσημης Αριστεράς, με πρώτη την εφημερίδα “Ουνιτά” (L’Unita), παρέμεναν εξαιρετικά προσεκτικοί και δεν προχωρούσαν πέρα από σποραδικά σχόλια του τύπου, όπως: «Το γεγονός είναι ανησυχητικό», «Πόσο μυστηριώδης είναι ο θάνατος του Πινέλι», «Θα παραμείνει τυλιγμένη στο μυστήριο η σφαγή στις τράπεζες;». Όλοι περίμεναν να «χυθεί άπλετο φως». Περίμεναν, αρκεί να μη γινόταν φασαρία. […] (Από τον πρόλογο των Ντάριο Φο – Φράνκα Ράμε)

Η παραγωγή δηλώνει ότι μετά από δύο «σε εντυπωσιακό βαθμό» sold out σεζόν και πολλά θεατρικά βραβεία, η παράσταση – για την οποία συζητάνε δύο χρόνια τώρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη – κάνει μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία.

Οπότε ο θίασος ταξιδεύει, ώστε να έχουν την ευκαιρία οι απανταχού θεατρόφιλοι να απολαύσουν μια παράσταση με δαιμονική ενέργεια, τραγούδια, ζωντανή μουσική και καυστικό χιούμορ, από μια καλοκουρδισμένη ομάδα ηθοποιών που παίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, διακωμωδώντας βιωματικά το δικό τους σήμερα μέσα από την ιστορία του έργου.

Η παράσταση έφτασε και στην Καβάλα και σήκωσε αυλαία στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων.

Υπόθεση

Μια εκπληκτική κωμωδία του μεγάλου Ιταλού Νομπελίστα συγγραφέα-ηθοποιού Ντάριο Φο, μια ανελέητη σάτιρα κατά της εξουσίας με το γνωστό τρελό χιούμορ του, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο!
«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», βασίζεται στα αληθινά περιστατικά γύρω από το μυστηριώδη θάνατο του Giuseppe Pinelli, ενός Ιταλού αναρχικού, που κατηγορήθηκε για την τοποθέτηση βόμβας στην αγροτική τράπεζα. Ο θάνατος του Pinelli προκλήθηκε, σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, έπειτα από πτώση από το παράθυρο του αστυνομικού τμήματος. Πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη υπόθεση που ταλάνισε την ιταλική κοινή γνώμη.

Ένας τρελός για δέσιμο, ειδικός στις μεταμφιέσεις, διεισδύει στα γραφεία της κεντρικής Ασφάλειας μεταμφιεσμένος σε ανώτατο ανακριτή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για να διαλευκάνει την υπόθεση της «αυτοκτονίας» του αναρχικού που έπεσε από τον 4ο όροφο της Ασφάλειας κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Κι από δω αρχίζει ένα φανταστικό γελαστικό παιχνίδι!

Τρομοκρατημένοι οι μπάτσοι γίνονται έρμαια στην εξυπνάδα και στη φαντασία του τρελού, πέφτουν σε όλες τις παγίδες που τους στήνει, οι αντιφάσεις και τα ψέματα κάνουν παρέλαση και από άγριοι και βλοσυροί μεταμορφώνονται σιγά-σιγά σε κάτι αξιοθρήνητα ανθρωπάκια, που δέρνονται μεταξύ τους. Είναι έτοιμοι να πηδήξουν κι αυτοί απ’ το παράθυρο, τραγουδάνε, εκλιπαρούν τον τρελό για έλεος και η κατηφόρα δεν έχει τέλος! Μέσα σε δύο ώρες η κεντρική Ασφάλεια γίνεται μπάχαλο!

Ανάγνωση

Το 1970 ο νομπελίστας συγγραφέας και η σύζυγός του γράφουν ένα πολιτικό έργο – σταθμό. Πρόκειται για το «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού». Το γράφουν μετά από μια τρομοκρατική επίθεση στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα στο Μιλάνο, με σκοπό να ασκήσουν κριτική στην κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης της Ιταλίας και της κυβερνητικής διαφθοράς.

Μπροστά στην εμφάνιση του επαναστατικού κινήματος, παρόλες τις προσπάθειες των συνδικάτων και των γραφειοκρατών της παλιάς και της νέας αριστεράς να το επαναφομοιώσουν, η εξουσία οδηγείται μοιραία να παίξει αυτή τη φορά το ψεύτικο χαρτί της τρομοκρατίας.

Η ιταλική αστική τάξη του 1969 δεν έχει πια ανάγκη από τα σφάλματα των παλιών αναρχικών, για να βρει μια πρόφαση και να υλοποιήσει την ολοκληρωτική της φύση, παγιδεύοντας τους νέους αναρχικούς με μια αστυνομική σκευωρία. Η βόμβα του Μιλάνου έσκασε εναντίον του προλεταριάτου. Προορισμός της ήταν να χτυπήσει τα λιγότερα σκληροπυρηνικά στρώματα του πληθυσμού, ώστε να τα κάνει να συμμαχήσουν με την εξουσία και να καλέσει σε συσπείρωση την αστική τάξη.

Κάπως έτσι μετατρέπει τις πάσης φύσεως αντίξοες συνθήκες σε απολαυστική διασκέδαση ο “τυχαίος” σχιζοφρενής, πρωταγωνιστής που εξαπατά τον κόσμο παριστάνοντας διάφορους κοινωνικούς ρόλους και, συνεπώς, μπαινοβγαίνει στα αστυνομικά τμήματα, έχοντας όμως την ασφάλεια του ακαταλόγιστου. Του αρέσει να παίζει θέατρο, κι επειδή το θέατρό του είναι το θέατρο της πραγματικότητας, θέλει οι “συνάδελφοι ηθοποιοί” να είναι πραγματικοί άνθρωποι, να παίζουν στα έργα του αλλά χωρίς να το ξέρουν. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο, όπου αναμένεται η ανάκριση για τον “τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού”. 

Επομένως, το μήνυμα πρέπει να είναι αναγκαστικά ισχυρό και προκλητικό. Σε έναν κόσμο ψεύτικης αξιοπρέπειας και απόκρυψης της αλήθειας, υπάρχει ανάγκη για κάτι που «καίει» αλλά, ταυτόχρονα, γεννά το γέλιο. Αυτή η λειτουργία οδηγεί στην πραγματοποίηση ενός είδους κάθαρσης και κοινωνικής αναγέννησης. Χάρη σ’ αυτό (το γέλιο) καταρρέουν οι μάσκες των χαρακτήρων και, ταυτόχρονα, οι ρόλοι τους στην κοινωνία.

 Η παράσταση

Στην εποχή μας, θεωρίες τείνουν να συσχετίσουν το πολιτικό θέατρο με το βαρύγδουπο και το παράλογο. Αλλά «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» του Ντάριο Φο, το οποίο περιοδεύει τη χώρα έτσι όπως το έχτισε ο εμπνευσμένος «αρχιτέκτονας» Γιάννης Κακλέας, είναι ένας μεθυστικός συνδυασμός βοντβίλ και πολιτικής, που υποδηλώνει ότι οι αδελφοί Marx, Karl και Groucho εργάστηκαν από κοινού γι’ αυτόν. Στο τέλος, το έργο συντηρεί τους ιδεολογικούς φράχτες του, αλλά παραδεχόμαστε ότι πρόκειται για μια ισχυρή υπενθύμιση ότι το θέατρο που ευαγγελίζεται η αριστερά, μπορεί να είναι μια επιβεβαίωση ικανοποίησης, παρά μια συνεχιζόμενη γκρίνια, έστω κι αν ο σκηνοθέτης μπόλιασε στο αρχικό κείμενο επίκαιρες καταστάσεις, που αφορούν στη συμπεριφορά κατασταλτικών δυνάμεων, ένστολων βεβαίως, ακόμα και θεατρανθρώπων, τα γνωστά δηλαδή που μας απασχολούν σήμερα, εντός συνόρων.

Βέβαια, θα πρέπει να επισημάνω ότι η έναρξη απασχόλησε για είκοσι λεπτά το κοίλο σε ένα αριστερό παραλήρημα του γελωτοποιού -Πάνου Βλάχου, το οποίο κέρασε σποραδικά γέλια, ενώ λίγο αργότερα το πολυπληθές κοινό λύθηκε και θύμισε δόξες καλοκαιρινές «Δελφιναρίου» κι ας ήταν σε αρχαίο θέατρο.

Στον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού», λοιπόν, ο Ντάριο Φο προσφέρει μια μικρογραφία των κωμικών πηγών, που χρησιμοποιεί είτε πρόκειται για μονόλογο τύπου «γελωτοποιού», όπως για παράδειγμα «Mistero buffo», είτε για φάρσα. Ο συγγραφέας εκτελεί μια επιδέξια δοσολογία και ανάμιξη διαφορετικών μορφών της λαϊκής κωμικής παράδοσης: φάρσα, βαριετέ , τεχνικές αφήγησης προφορικών παραμυθιών, κοροϊδία, όλες τις τεχνικές που συνδυάζονται για να δημιουργήσουν ένα έργο αφιερωμένο στην απομυθοποίηση. Η σκηνοθεσία μεγιστοποιεί αυτή τη μικρογραφία σε σύγχρονη μουσική επιθεώρηση.Αρχή φόρμας

Ωστόσο, αυτό το θέαμα – ακρόαμα σε αποχαιρετά με το στομάχι ανακατεμένο, κι ας είναι πειστικό, κι ας αποτελεί τέλειο δείγμα μιας σκληρής εποχής. Πρόκειται για παράσταση που αφήνει απορίες (μεγεθύνοντας έναν, ούτως ή άλλως, καθημερινό προβληματισμό), ενώ «καρφώνει» ύπουλα το ερώτημα: «πόσο πιο άδικη μπορεί να γίνει η Δικαιοσύνη;»

 Όλα όσα είδαμε στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων σχηματοποιούν με τον καλύτερο τρόπο μια εξωφρενική κωμωδία που, όμως, μαρμαρώνει το γέλιο στα χείλη. Ρίχνει σαν πολυβόλο τις σπαρταριστές ατάκες, αλλά ο θεατής παραδέχεται ότι αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν. Άρα, τι είναι το σωστό; Τρελό γέλιο ή προβληματισμός; Η απάντηση στο ερώτημα, προσωπική υπόθεση.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας «τρέχει» την παράστασή του με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κρατώντας το κοινό σχεδόν εξίσου μπερδεμένο με τους διεφθαρμένους αξιωματικούς, που προσπαθούν να βγάλουν νόημα από τον «ανόητο αξιόπιστο», ανάμεσά τους. Ο γνωστός μόνο ως ο Maniac, είναι ένας απατεώνας που μεταμφιέζεται σε αρχιδικαστή, επιλέγοντας τις λεπτομέρειες της υπόθεσης ενός υποτιθέμενου αναρχικού που έπεσε από ένα παράθυρο του τέταρτου ορόφου, ενώ βρισκόταν υπό καθεστώς ανάκρισης.

 Όσο περισσότερο παίρνει το μέρος τους ο πρωταγωνιστής – τρελός , τόσο λιγότερο αξιόπιστοι φαίνονται οι της εξουσίας. Ουσιαστικά, ανατινάζει την αλήθεια σε μια φαντασμαγορική επίδειξη πυροτεχνημάτων, όπου κάθε καταγγελτική σπίθα φωτίζει τις υπερβολές μιας κοινωνίας σε ελεύθερη πτώση.

Είναι μια τεχνική που χρησιμοποιεί στην παρούσα συνθήκη τόσο αποτελεσματικά ο σκηνοθέτης και την αξιοποιεί τόσο εξαιρετικά ο θίασος με μπροστάρη τον πολυτάλαντο Πάνο Βλάχο, ο οποίος τραγουδάει, χορεύει, παίζει μουσική μαζί με τον εξαιρετικό μουσικό επί σκηνής, τον Βάϊο Πράπα, ώστε όλοι οι συντελεστές μετατρέπουν μια φάρσα σε πολιτικό έργο μεν, αλλά λαϊκό θέατρο, με στοιχεία Commedia dell’Arte, μιούζικαλ, παρωδίας, σάτιρας, επιθεώρησης και σπαρταριστής κωμωδίας: Φοίβος Ριμένας, Στέλιος Πέτσος, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Παναγιώτης Κατσώλης και Ιφιγένεια Αστεριάδη, διαθέτουν άριστη τεχνική, ωραία φωνή, εξαιρετική κίνηση. Άξιοι επαίνων.

Οι στίχοι των τραγουδιών εκπορεύονται και αυτοί από τον πυρήνα του έργου και της ιστορίας, χωρίς να παραλείψουν να συνομιλήσουν καυστικά και με τόλμη και με γεγονότα δικά μας, οικεία, εδώ της ευρύτερης περιοχής μας.

 Ο Πάνος Βλάχος, ένα πολυεργαλείο, είναι η απόλυτα εύστοχη επιλογή του Γιάννη Κακλέα, επειδή απογειώνει την παράσταση, μεγεθύνει τον ρόλο πολύ μακρύτερα από μια ανθρώπινη τρέλα, ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στο γκροτέσκο, στο ρεαλιστικό, στο εξπρεσιονιστικό, στο μουσικό, στο μπουφόνικο είδος θέατρου, καταθέτει στη σκηνή εξαιρετικές ικανότητες γητευτή και εξουδετερώνει την όποια επιφυλακτικότητα θεατών, που τυχόν κρατούσαν πριν από την αυλαία.

Ο σκηνοθέτης τοποθέτησε την ιστορία σε έναν αόριστο σκηνικό χώρο, τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος με την Ηλένια Δουλαδίρη. Άλλοτε μεταμορφώνεται σε ένα γκρίζο αστυνομικό τμήμα του Μιλάνο και άλλοτε σε ένα καμπαρέ όπου ακούγονται τα απολαυστικά θεατρικά τραγούδια του Βάιου Πράπα, σε στίχους του Πάνου Βλάχου, ερμηνευμένα από τους ηθοποιούς.

Το τραγούδι του Υπαστυνόμου «Μπερτότσο» από τον Φοίβο Ριμένα είναι, σίγουρα, μια έξοχη στιγμή της παράστασης. Ο ηθοποιός- περφόρμερ κερδίζει επάξια θερμότατο χειροκρότημα.

Σαφώς, πρόκειται για μια επισκόπηση της σχέσης του θεάτρου με την Αριστερά, νοούμενης ως ενός συγκεκριμένου ιστορικά πολιτικού σχηματισμού, που εκφράζει αυθεντικά και προωθεί την αριστερή ιδεολογία, όμως ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε- στιγματισμένοι κομμουνιστές – βασίστηκαν σε πραγματικά γεγονότα για να γράψουν το έργο, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μιλάνο το 1970, στο θέατρο της Κομούνας.

Επίλογος

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» δεν ανασυνθέτει τα γεγονότα, αλλά λαμβάνει χώρα αμέσως μετά το θάνατο του Ιταλού μετανάστη Πινέλι, στα ίδια γραφεία του αστυνομικού τμήματος, όπου ένας τρελός και μυθομανής τύπος προσποιείται ότι είναι επιθεωρητής υπουργείου που ερευνά το γεγονότα, λέγοντας ότι είναι έτοιμος να καλύψει την ευθύνη της αστυνομίας, αλλά, στο μεταξύ, γελοιοποιεί τη στήριξη που παρείχε ο Επίτροπος.

Βρισκόμαστε οι θεατές ενώπιον μιας εκφραστικής πληρότητας του πιο ορθά πολιτικού θεάτρου του Φο, σ’ αυτή την πρόταση της θεατρικής φόρμας, ως χρονικό και ως ανασκόπηση, χωρίς ποτέ να παραβλέπουμε τη σκηνική παρουσίαση, τη διασκευή στα καθ’ υμάς και, μάλιστα, στη σκηνοθεσία με μπρεχτικό τρόπο.

Η κωμωδία αντιπροσωπεύει ένα μνημείο νεωτερισμού στη σκηνή. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, ξεκάθαρο παράδειγμα της οποίας είναι η επιλογή να τοποθετηθεί ένας «τρελός» ως πρωταγωνιστής του έργου, στα χρόνια που φούντωσε η συζήτηση για το κλείσιμο των ασύλων. Ο «παλαβός» είναι το έμβλημα της δικαιοσύνης, τόσο επειδή αναλαμβάνει κυριολεκτικά τον ρόλο του αληθινού δικαστή, όσο και επειδή είναι το μέσο για να κατανοήσουμε την αμφιλεγόμενη πραγματικότητα, με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, «In the case of» έχουμε απροκατάληπτο βλέμμα.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία/Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Κακλέας
Σκηνικά: Ηλένια Δουλαδίρη/Γιάννης Κακλέας
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Μουσική σύνθεση: Βάϊος Πράπας
Στίχοι τραγουδιών: Πάνος Βλάχος
Χορογραφίες: Αγγελική Τρομπούκη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λητώ Τριανταφυλλίδου, Ρέα Σαμαροπούλου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ιωάννα Καλαβρού
Βοηθός φωτίστριας: Στέβη Κουτσοθανάση
Γραφείο Τύπου – Επικοινωνία: Μαρία Τσολάκη
Διαφήμιση – Social Media: Renegade Media / Βασίλης Ζαρκαδούλας
Παραγωγή: ΤΕΧΝΗΧΩΡΟΣ

Παίζουν:

Γελωτοποιός / τρελός: Πάνος Βλάχος

Υπαστυνόμος Μπερτότσο: Φοίβος Ριμένας

Αστυφύλακας: Στέλιος Πέτσος

Αστυνόμος Πιζάνι: Κωνσταντίνος Μαγκλάρας

Διοικητής: Παναγιώτης Κατσώλης

Δημοσιογράφος Μαρία Φελέτσι: Ιφιγένεια Αστεριάδη

Μουσικός επί σκηνής: Βάιος Πράπας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Μέθοδος Gronholm» του Jordi Galceran στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Μέθοδος-gronholm»-του-jordi-galceran-στο «Αντιγόνη-Βαλάκου»

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Καλησπέρα και καλώς ήρθατε. Όπως σας έχουμε ήδη ενημερώσει, αυτή είναι η τελική φάση της διαδικασίας επιλογής για τη θέση του εμπορικού διευθυντή της ΔΕΚΙΑ. Είστε οι τελευταίοι υποψήφιοι. Η διαδικασία δεν είναι η συνήθης. Η πόρτα είναι ανοιχτή. Σας είπαμε ότι είστε οι τελευταίοι υποψήφιοι. Αλλά δεν είστε τέσσερις οι τελευταίοι υποψήφιοι.» *

 Οι τελευταίοι τέσσερις υποψήφιοι για τη θέση υψηλόβαθμου στελέχους σε μια πολυεθνική εταιρεία συμμετέχουν στην καθοριστική κοινή φάση της διαδικασίας επιλογής. Οι παράξενες δοκιμασίες, που επιβάλλουν οι ψυχολόγοι της εταιρείας στους υποψήφιους, σύντομα εξελίσσονται σε πραγματική μάχη, της οποίας η σκληρότητα και η έλλειψη ενδοιασμών φαίνονται να μην έχουν όριο. Ως ποιο σημείο είναι ικανοί να φτάσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση εργασίας που πάντα ονειρεύονταν;

Αυτό που δεν ξέρουν είναι ότι η συνέντευξη άρχισε πριν ακόμα μπουν στην αίθουσα. Οι τέσσερίς τους πρέπει να ανταγωνιστούν μέσα από μία σειρά ψυχολογικών τεστ, γνωστών ως «μέθοδος Gronholm». Στα διαλείμματα νέες οδηγίες και κανόνες εντείνουν, σκληραίνουν, δυναμιτίζουν τα παιχνίδια του μυαλού (Mind Games).

Αν το βραβευμένο έργο θυμίζει κάτι από reality τηλεπαιχνίδι, δεν είναι σύμπτωση. Κάθε νέο «mind game» ανεβάζει τον πήχη της έντασης και κάθε καινούργιο αθώο αστείο αποκαλύπτει τη σκληρή πραγματικότητα των οικονομικών εταιρειών. Είναι στην ουσία ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, που με αστραπιαίο ρυθμό μετατρέπεται από κωμωδία σε ψυχολογικό θρίλερ και από μιούζικαλ σε δραματικό έργο δωματίου. 

Ο Καταλανός συγγραφέας εμπνεύστηκε το έργο από πραγματικά αρχεία εταιρειών που είχε βρει πεταμένα. Σ’ έναν κάδο απορριμμάτων στην Βαρκελώνη, πράγματι, βρέθηκαν έγγραφα μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ, στα οποία ο υπεύθυνος προσωπικού είχε αποτυπώσει σκληρά, σεξιστικά, ξενοφοβικά, συμπλεγματικά σχόλια, για τους υποψήφιους μίας θέσης στο ταμείο.

Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία που είναι, θα έλεγα, μια τομή ανάμεσα στο Survivor και στο «Βωβό Σερβιτόρο» του Πίντερ. Είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στη Βαρκελώνη το 2003 κι από τότε έχει ανεβεί σε 60 χώρες κι έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες σε όλο τον κόσμο.

«Η μέθοδος Γκρόνχολμ» έχει αποσπάσει περισσότερα από είκοσι βραβεία. Έχει επίσης γυριστεί σε ταινία, το 2003, τη διασκευή της οποίας υπογράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, με τίτλο «El Metodo». Η ταινία απέσπασε δύο βραβεία Goya, το ένα εκ των οποίων ήταν του καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου.

Ο νέος σκηνοθέτης Θεοδόσης Σκαρβέλης (απόφοιτος της διακεκριμένης ρωσικής σχολής GITIS) καθοδηγεί μια δυναμική ομάδα ηθοποιών και όλοι μαζί μάς αφηγούνται την ιστορία του Φερνάντο, του Ενρίκε, της Μερσέδες και του Κάρλος – ή αλλιώς τεσσάρων από εμάς – στον αγώνα τους να βρουν μια θέση σε μια αδυσώπητη εργασιακή πραγματικότητα. Με δοκιμασίες που μας πηγαίνουν συνεχώς από την κωμωδία στο δράμα, και με διαλόγους που θυμίζουν τις δικές μας καθημερινές συζητήσεις, αναδεικνύουν μια πλευρά της πραγματικότητας που τείνει να γίνει κανόνας.

Η μέθοδος Γκρόνχολμ είναι στην ουσία η μέθοδος του μέγιστου κέρδους, η μέθοδος του καπιταλισμού, που δε θέλει αδύναμα ανθρωπάκια να υποκρίνονται τα καθάρματα, αλλά πραγματικά καθάρματα που να υποδύονται τους ανθρώπους, με κανονικά συναισθήματα και ευαισθησίες για τους υπαλλήλους και τις ιδιαιτερότητές τους: την οικογενειακή τους κατάσταση, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις ή τον θάνατο κάποιου δικού τους προσώπου.

 Το μινιμαλιστικό σκληρό σκηνικό της Μιχαήλας Πλιαπλιά, διαρθρώνεται κλιμακωτά σε επάλληλα επίπεδα, με έναν εντυπωσιακό τρόπο στη σκηνή του θεάτρου, ενώ τα ηχοτοπία του Νίκου Σωτηρέλη και οι φωτισμοί της Εβίνας Βασιλακοπούλου, δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του ρεαλιστικού θεάτρου.

Ο σκηνοθέτης Θεοδόσης Σκαρβέλης, με οδηγό την ενδιαφέρουσα μετάφραση των Μαρίας Τσατσαρώνη και Γιώργου Καραμίχου, μας παραδίδει μια παράσταση σε σωστό ρυθμό και με ακριβείς σκηνικούς χρόνους, καθώς εικονοποιεί ευθύβολα τις βάναυσες διαδικασίες επιλογής ανθρώπινου δυναμικού, έτσι ώστε να φωτιστεί ο παραλογισμός αυτής της στρατηγικής. Ο λόγος πυκνός και εύστροφος υπηρετεί τις κατευθύνσεις του προβληματισμού του συγγραφέα.

Οι τέσσερις υποψήφιοί μας είναι επιφανειακά στερεοτυπικοί, αλλά εξαιρετικά παραστατικοί, ως δυνάμει στελέχη της αδηφάγας καπιταλιστικής αγοράς, από το κουαρτέτο των ερμηνευτών.

Είναι όλοι αναγνωρίσιμοι άνθρωποι της καθημερινότητάς μας: ο κυνικός, άγριος ανταγωνιστής Φερνάντο (Τρύφωνας Ζάχαρης), ο λαλίστατος μεσήλικας οικογενειάρχης Ενρίκε (Θανάσης Χαλκιάς), ένας νεαρός, ο Κάρλος, που υποβάλλεται στην ταπεινωτική διαδικασία της φυλομετάβασης (Αντώνης Αντωνιάδης) και μια γυναίκα, η Μερσέδες ( Πάολα Καλλιγά), που ξέρει να παλεύει δύο φορές πιο σκληρά στον κόσμο των ανδρών.

Τέσσερις ηθοποιοί, τέσσερις υποκρίσεις με ικανοποιητικό επίπεδο θεατρικής εντιμότητας, αλλά επιτρέψτε μου να ξεχωρίσω τον Θανάση Χαλκιά. Εξαιρετικός. Έχει μεστή θεατρικότητα, έχει υπέροχες μεταπτώσεις, διαθέτει εξαίσια ηχοχρώματα στη φωνή του, ελίσσεται θαυμάσια σωματικά και φωνητικά και, σαφώς, η εμπειρία του, έναντι των συνάδελφων του, ευθύνεται για όλα αυτά τα προσόντα.

Οι θεατές παρατηρούμε συντονισμό στον στόχο, ευελιξία και ευεργετική διαχείριση του χειμαρρώδους ρυθμού της ιστορίας. Ο καθένας, δυνατός στον ρόλο του, ανταποκρίνεται στο καταιγιστικό γαϊτανάκι των συνεχών εκπλήξεων και του αναπάντεχου. Αυτά, με τη σειρά τους, συνηγορούν στο χαοτικό ψυχισμό των προσώπων, που αδυνατούν να αντισταθούν στην επικίνδυνα ενορχηστρωμένη , από πριν, δοκιμασία.

Συναντάμε τον κάθε υποψήφιο να αξιολογεί τον ανταγωνισμό, σε κάποιο διασκεδαστικό παράπλευρο παιχνίδι. Όμως, συμβαίνουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται στην επιφάνεια, γιατί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδεικνύεται μία από αυτές τις «φωτισμένες» εταιρείες, που ωθούν τους «μνηστήρες» στα άκρα, σε μια σειρά από ακροβατικά και ψυχολογικά τεστ για να ελέγξουνε τις δυνάμεις τους.

Ένα ηλεκτρονικό συρτάρι συνεχίζει να ανοίγει, το περιεχόμενό του λάμπει όπως ο χαρτοφύλακας στο “Pulp Fiction”, με φακέλους που περιέχουν δοκιμασίες – προκλήσεις, τις οποίες οι υποψήφιοι πρέπει να εκτελέσουν με επιτυχία ή να τις εκκινήσουν από την αίθουσα συνεδριάσεων. Παράδειγμα, η τετράδα υποψηφίων πρέπει να φορέσει ένα σετ από εκκεντρικά καπέλα, για ένα αστείο μεν, αγχωτικό δε, παιχνίδι ρόλων.

Θα ήταν ανεπίτρεπτο spoiler να πω περισσότερα για όσα συμβαίνουν στην εξέλιξη του έργου επί σκηνής, αλλά σας διαβεβαιώ ότι σ’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι, με ανατροπές που εκπλήσσουν το μυαλό, συναντάμε ένα από τα πιο δυνατά φινάλε που έχουμε δει στο σύγχρονο θέατρο.

Ωστόσο, όσο συναρπαστικό κι αν είναι το ανθρώπινο δράμα, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον πραγματικό στόχο, ένα εδραιωμένο σύστημα εξουσίας που λειτουργεί κρυφά για να παίζει τους μισθωτούς σαν μαριονέτες. Όπως το «God of Carnage», το «Gronholm» είναι – στη μεγάλη πορεία τού ευρωπαϊκού θεατρικού συγγραφέα – μια πολιτική αλληγορία πολύ ευκρινής, κάτω από την κωμική επιφάνεια της ιστορίας.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Jordi Galcerán
Μετάφραση: Μαρία Τσατσαρώνη – Γιώργος Καραμίχος
Σκηνοθεσία: Θεοδόσης Σκαρβέλης
Σκηνογραφία / Κοστούμια: Μιχαήλα Πλιαπλιά
Σχεδιασμός φωτισμών: Εβίνα Βασιλακοπούλου
Σχεδιασμός ηχοτοπίου – Σύνθεση πρωτότυπης μουσικής: Νίκος Σωτηρέλης
Κατασκευαστές σκηνικού: Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κόκκας

Παίζουν οι Ηθοποιοί
Φερνάντο: Τρύφωνας Ζάχαρης
Ενρίκε: Θανάσης Χαλκιάς
Μερσέδες: Πάολα Καλλιγά
Κάρλος: Αντώνης Αντωνιάδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Ο-καλός-άνθρωπος-του-Σε-Τσουάν»-του-Μπέρτολτ-Μπρεχτ-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Θα μπορούσε να είναι Αριστοφάνης δηκτικός, καταγγελτικός κι αθυρόστομος, αλλά είναι ο Μπρεχτ, ο ανοιχτός- εκ πεποιθήσεως – σε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Θα μπορούσε ν΄ αλώνιζε τη σκηνή ένας Μνησίλοχος μασκαρεμένος με πρόθεση, αλλά είναι η Σεν Τε, μια, ας πούμε δυναμική φιγούρα, ταιριασμένη στο σκαρί της Ιωάννας Δεμερτζίδου που, αν ήθελε ο σκηνοθέτης, θα είχε την ικανότητα να οργώσει αυτή η ηθοποιός τη σκηνή, να φέρνει τα πάνω –κάτω, να επιβάλλει αναγκαστικές ανατροπές, αλλά είναι αρκετά φρόνιμη και ήπια -σκηνοθετική αδεία – κι ωστόσο, επιζεί σ’ έναν κόσμο άδικο, σκληρό, ανάλγητο, διπρόσωπο.

Αυτό συμβαίνει αργά- αργά, στην παράσταση που ανέβασε στο «Βασιλικό Θέατρο» το Κ.Θ.Β.Ε.

«Πώς μπορεί να είναι κανείς καλός, όταν τα πάντα είναι τόσο ακριβά;» Ο τελευταίος καλός άνθρωπος στη Γη, σύμφωνα με την ιστορία μας, ήταν μια πόρνη στην Κίνα, στο μακρινό Σε τσουάν. Ακόμα κι αυτή, η καλόπιστη κι αφελής Σεν Τε, χρειάστηκε να επινοήσει το κακό alter ego της για να επιβιώσει.

Στη σκιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μεταξύ 1938-1940, ο Μπρεχτ, ήδη εξόριστος στη Σουηδία, γράφει ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Ο διδακτισμός υποχωρεί, η ανθρώπινη φύση με τις αντινομίες της και τα ηθικά διλήμματα προσεγγίζονται με ποιητική διάθεση, οι λύσεις δεν είναι προφανείς, ενώ –σκωπτικά μπορούμε να πούμε – ο Σωκράτης με τον Κομφούκιο «ενώνουν» το ελληνικό πνεύμα με το κινέζικο, δανείζουν το μείγμα στον Γερμανό Μαρξιστή πρωτοπόρο του «επικού θεάτρου» Μπρεχτ κι εκείνος «σερβίρει» στην ανθρωπότητα την πνευματική τροφή της αλληγορίας, μέσα από τη φιλοσοφία και τη διανόηση.

«Ο καλός άνθρωπος του Σε τσουάν» πασχίζει εδώ και χρόνια να δώσει απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα που τον κατατρύχει: πώς να συνταιριάσει τη φυσική του καλοσύνη με τη σκληρή πραγματικότητα, την προσωπική του ευτυχία με κείνη των άλλων, το ήθος με την ιδιοτελή ηθική τού κέρδους;

Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1943. Η δραματική του φόρμα ακολουθεί τους κανόνες του «μη αριστοτελικού δράματος» και του μπρεχτικού «επικού θεάτρου». Με το εξαιρετικό εύρημα του «διχασμού», ο Μπρεχτ δραματοποιεί τη διπλή υπόσταση του κόσμου, το αιώνιο χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τις κοινωνικές δομές που δημιουργεί, ανάμεσα στην υπαρξιακή ανάγκη και την οικονομική αναγκαιότητα, ανάμεσα στις ηθικές αξίες και την αδυσώπητη πραγματικότητα.

Η παραβολική δράση τοποθετείται στην Ανατολή. Τρεις θεοί έρχονται στη γη προς αναζήτηση, έστω, ενός καλού ανθρώπου, ώστε να δικαιολογείται η συνέχεια του κόσμου. Εντοπίζουν την καλόκαρδη Σεν Τε και ξεπληρώνουν με χρήματα τη φιλοξενία της. Εκείνη, ανήμπορη να συγκρατήσει – την καταστροφική για την ίδια – πλημμυρίδα της μεγαλοψυχίας της προς τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες της, επινοεί έναν δεύτερο εαυτό, τον «ξάδελφο» Σουί Τα. Αυτός την απαλλάσσει απ’ όσους παρασιτούν σε βάρος της κι υπερασπίζεται, όποτε χρειαστεί, τα συμφέροντά της. Τούτη η απελπιστική λύση που υιοθετεί η Σεν Τε, τη διασώζει μεν κοινωνικά, τη συντρίβει δε, ψυχικά.

Τίποτα δεν απλουστεύεται. Αντίθετα, μια ιδιοφυής ύπαρξη με αντιφατικά χαρακτηριστικά αναδύεται, για ν’ αποδείξει πως στις οργανωμένες ταξικές κοινωνίες το Καλό δεν μπορεί να έχει φύση αμιγή και πως οι λύσεις δεν έρχονται, επ’ ουδενί, εξ’ ουρανού. Όπως σε όλη τη δραματουργία του Μπρεχτ, το τέλος παραμένει ανοιχτό και η φαινομενική αφηγηματική καθαρότητα εγείρει σύνθετα ερωτήματα, που στόχο έχουν ν’ αφυπνίσουν την κριτική συνείδηση του κοινού.

Στα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο που γράφτηκε (1930 – 1941) το έργο, τα ιστορικά γεγονότα που μεσολάβησαν πριμοδότησαν την θεατρική τέχνη με πολλές ιδέες και απόψεις, ενώ σκηνοθέτες σ΄ όλον τον κόσμο τις διαπραγματεύθηκαν ή επεξεργάστηκαν, στο πλαίσιο του μεταπολεμικού προβληματισμού, για το τι είναι και σε τι μπορεί να στοχεύει, το πολιτικό, αριστερής ιδεολογίας, θέατρο. Τα ίδια τα έργα του Μπρεχτ, ωστόσο, παραμένουν πιο ενδιαφέροντα από ποτέ, σύγχρονα μετά τον μεταμοντερνισμό, θησαυροί για σκηνικούς πειραματισμούς, για πολυεπίπεδο στοχασμό και ψυχαγωγία υψηλών αξιώσεων.

Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. η σκηνοθεσία του κ. Δημήτρη Καραντζά φέρνει μια πρόταση στα μέτρα του «θεάτρου μαριονέτας». Θεωρεί ότι έτσι σταθμίζει αποτελεσματικά την ελκυστική μυθοπλασία με την μπρεχτική προβληματική, θέτοντας αμφότερες στην υπηρεσία ενός φιλικού θεάματος προς τον θεατή, ακόμη κι από την προσχολική ηλικία, εφόσον και το σκηνικό είναι ένας μεγάλος γκρίζος τοίχος ψυχρού δωματίου, που πέφτει και δημιουργείται ένα άνοιγμα όμοιο με αυτό του κουκλοθέατρου και υπαινίσσεται μ’ αυτόν τον , μάλλον ανέμπνευστο τρόπο, τη χειραγώγηση ανθρώπων από χειριστικούς τύπους της αρπαγής, της μπαγαμποντιάς, της μαφιόζικης στρατηγικής.

Οι ηθοποιοί κινούνται σαν μαριονέτες, τρόπον τινά, σηκώνονται από τις καρέκλες τους, λένε τα λόγια τους και ξανακάθονται. Ακόμα κι ο μπερντές που σκαρώθηκε σε μια γωνιά για τις ανάγκες της αφήγησης, θυμίζει το σπίτι του Καραγκιόζη.

Όλοι τους, ασφαλώς, εξαιρετικοί ερμηνευτές, εδώ είναι πειθαρχημένοι εργάτες της σκηνής, ακολουθούν πειθήνια τις σκηνοθετικές οδηγίες και υπηρετούν το όραμα του κ. Καραντζά.

 Επίσης, η σκηνοθεσία τονίζει το στοιχείο της αποστασιοποίησης, ακυρώνοντας επιδεικτικά τη σύμβαση κοινού – σκηνής, ως τρόπου αφήγησης που δεν ταράσσει στο παραμικρό την ησυχία της πλατείας.

 Ίσως, δεν άρεσε σε αρκετούς θεατές αυτή η διαλεκτική σχέση ηθοποιών –θεατών, αλλά οι εκτιμήσεις όλων μας είναι υποκειμενικές. Θα πω, βέβαια,ότι το συγκεκριμένο ύφος της παρούσας παράστασης είναι πειραματικό, για να παρακολουθήσει το κοινό το πώς αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος σκηνοθέτης τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η θεατρική γλώσσα και στη χώρα μας.

Οι μουσικές επί σκηνής από όργανα που οι μουσικοί: Δάνης Κουμαρτζής (κιθάρα), Αμαλία Σάνη (τσέλο), Κατερίνα Ταβλαδωράκη (κλαρινέτο),

παίζουν με δεινότητα, είναι μεν εύρημα σκηνοθετικό, αλλά δεν αποτελεί το κέντρο του κόσμου της. Ουσιωδώς η μουσική συνεργάζεται αρμονικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της αφήγησης και λειτουργεί υποκινητικά, για ν΄ αναδείξει, ας πούμε, τους θεατρικούς χαρακτήρες και να αιτιολογήσει τα κίνητρα των πράξεών τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Άλλωστε, η μουσική που έγραψε ο Δημήτρης Καμαρωτός μεγεθύνει την ησυχία της πλατείας.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα τολμηρό φορμαλιστικό εγχείρημα που προκαλεί τον θεατή σ’ έναν παθητικό τρόπο θέασης. Συμπράττουν σ’ αυτό όλοι οι συντελεστές: Ηθοποιοί, σκηνικά, κοστούμια, πρωτότυπη μουσική και, κυρίως, σκηνοθετική άποψη που πιστεύει ότι «εξαργυρώνει» τις επιταγές του Μπρεχτικού ρεαλισμού.

Ο κ. Δημήτρης Καραντζάς, υποθέτω, ότι μελέτησε στη λεπτομέρεια το κείμενο και τη μπρεχτική ρητορική, ανακατεύτηκε με τη λογική του κουκλοθέατρου, επέβαλε αργούς ρυθμούς, συνεργάστηκε με ευφυείς ανθρώπους, ικανότατους επαγγελματίες που τον ακολούθησαν πιστά και, τελικά, παρέδωσε στο κοινό μια συμβατική θεατρική εμπειρία.

Η ταλαντούχα ηθοποιός Ιωάννα Δεμερτζίδου αγωνίζεται να αποδώσει την εύθραυστη και αδυσώπητη δυαδικότητά της, κάθε φορά που απεκδύεται την καλοσύνη και ντύνεται την κακία, όπως της δίδαξε ο σκηνοθέτης.

Ο μυώδης και λεβεντόκορμος Νίκος Μήλιας, πείθει ως αεροπόρος, ως στιβαρό αρσενικό, για το ανάλγητο και τα πολλαπλά πρόσωπα ενός αιθεροβάμονα έρωτα, που ξέρει να ξεγελά ακόμη και αυτόν που πάει να σε γελάσει. 

O πολύ καλός ηθοποιός Χρίστος Στυλιανού, αναλαμβάνει τον μαραγκό «Λιν Το» κάνοντας το λίγο, πολύ!

Ο έμπειρος Ορέστης Παλιαδέλης εντυπωσιάζει στον ρόλο του νερουλά. Η Ελένη Θυμιοπούλου είναι πράγματι απολαυστική συμφεροντολόγα, ιδίως όταν ξεσπά σ’ ένα μακρόσυρτο γέλιο που, ευτυχώς, ταρακουνά κάπως την ηρεμία της αίθουσας, μα κι όλος ο θίασος κινείται σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες και συνεργάζεται με τους υπόλοιπους συντελεστές, ώστε να έρθει ένα ποθητό φινάλε στην μακροσκελή παράσταση.

Ακούμε στην αρχή: «Α, πολύ ωραίος μα την αλήθεια αυτός ο κόσμος!
Παντού δυστυχία, προστυχιά και απελπισία! Ακόμα και τα τοπία κατάντησαν αποκρουστικά: Τα όμορφα δέντρα είναι κουτσουρεμένα κι έχουν γίνει τηλεγραφόξυλα, και πέρα από τα βουνά, βαριά σύννεφα καπνού και βροντές από κανόνια! Πουθενά, πουθενά ούτε ένας καλός άνθρωπος!». Στον δε επίλογο, λέει ο ηθοποιός: «Το πώς θα πάψει αυτό το κακό, ψάχτε να το βρείτε μονάχοι σας. Πήγαινε, ψάξε, αγαπημένο μου κοινό. Μια κατάλληλη λύση πρέπει να υπάρχει. Όχι στο θέατρο, ψάξε τη στη ζωή!».

Ενδιαφέρουσα η μετάφραση της Άννυς Κολτσιδοπούλου, ενώ ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ο φωτισμός του Δημήτρη Κασιμάτη. Είναι «ακριβό» δώρο σ’ αυτή την «επίπεδη» παράσταση του κρατικού Βορειοελλαδίτικου φορέα.

Να σημειώσω ότι το έργο σκηνοθέτησε για το Κ.Θ.Β.Ε. ο Μίνως Βολανάκης το 1965 και ο Πέτρος Ζηβανός, το 2002. Επίσης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συμμετείχε στα 49α Δημήτρια με αυτό το έργο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη. Επρόκειτο για παραγωγή που αποτέλεσε Διπλωματική Εργασία Αποφοίτων Δραματικής Σχολής  του 2014.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου

 Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

 Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

 Επιμέλεια κίνησης: Αλέξης Τσιάμογλου

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

 Βοηθός σκηνοθέτις -Δραματολόγος: Κορίνα Βασιλειάδου

 Βοηθός σκηνογράφου: Μανώλης Ψωματάκης

 Βοηθός ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή

Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου

 Οδηγός σκηνής: Marleen Verschuuren,

Φωτογραφίες: Mike Rafail (ThatLong Black Cloud)
 
* βοηθός σκηνοθέτηστο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Ελίνα Τσιορμπατζή

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά: Μελίνα ΑποστολίδουΤζωρτζίνα ΔαλιάνηΙωάννα ΔεμερτζίδουΕλένη ΘυμιοπούλουΣτέλιος Καλαϊτζής, Γιάννης ΚαραμφίληςΆγγελος ΚαρανικόλαςΝίκος ΚουσούληςΝίκος Μήλιας, Χρυσή ΜπαχτσεβάνηΒασίλης ΜπεσίρηςΔημήτρης ΝαζίρηςΜπέττυ ΝικολέσηΙωάννα ΠαγιατάκηΟρέστης ΠαλιαδέληςΓιώργος Παπαδάκος, Βασίλης Παπαδόπουλος, Ιωάννα ΠιατάΧρίστος ΣτυλιανούΣτέργιος Τζαφέρης, Μαρία Χατζηιωαννίδου
 
*Έκτακτη αντικατάσταση: Λουκία ΒασιλείουΧρήστος Τσάβος, Γιάννης Τσεμπερλίδης

Μουσικοί επί σκηνής: Δάνης Κουμαρτζής (κιθάρα), Αμαλία Σάνη (τσέλο), Κατερίνα Ταβλαδωράκη (κλαρινέτο)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ» – μία παυσίλυπος κωμωδία  στον αγωγό τέχνης TRANSENDANCE

«ΠΡΟΣ-ΜΕΝΟΙΚΕΑ»-–-μία-παυσίλυπος-κωμωδία- στον-αγωγό-τέχνης-transendance

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Πρόκειται για τη νέα παραγωγή της Angelus Novus που τον Οκτώβριο του 2023 απέσπασε το Βραβείο Επιτελεστικού Έργου από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την παραγωγή της  «Λούνα- θέατρο στο λεωφορείο».

Υπάρχει άραγε ευτυχία; Παλιό όσο και ο άνθρωπος το ερώτημα. Το θέτει εκ νέου η παράσταση «Προς Μενοικέα» που σκηνοθέτησε  ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. Αφορά  το διάσημο εγχειρίδιο ευδαιμονίας του Επίκουρου, το οποίο  θεωρεί την ψυχική υγεία και ηρεμία, βασική προϋπόθεση για μια ευτυχισμένη ζωή.

Στην επιστολή αυτή αντιπαραβάλλονται μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που πέρασαν ψυχικές νόσους, καθώς και η προσωπική ματιά των ηθοποιών της παράστασης. Είναι η πρώτη φορά που το κείμενο ανεβαίνει στη σκηνή. 

«Η ιδέα να ανεβάσω τη συγκεκριμένη επιστολή στο θέατρο είναι παλιά και, μάλλον, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιηθεί. Διανύουμε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, αστάθειας, σύγχυσης και ανασφάλειας, οι ψυχικές αντοχές μας δοκιμάζονται συνεχώς και ποικιλοτρόπως. Ανάλογη ήταν και η περίοδος που γράφτηκε αυτή η επιστολή και στα άγχη της εποχής της ερχόταν, κατά κάποιο τρόπο, να απαντήσει και να τα απαλύνει. Ο Επίκουρος προσπαθεί με απλά λόγια να δείξει τον δρόμο για έναν ευδαίμονα βίο, δηλαδή μια ζωή που να διέπεται από έναν καλό δαίμονα, μια καλή γνώση, ικανή να εξασφαλίζει χαρά και ψυχική υγεία», λέει στο makthes.gr ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

Η δράση τοποθετείται σε ένα θεραπευτήριο για ψυχικά νοσούντες. Τα πρόσωπα του έργου έρχονται σε επαφή με την οντολογική αγωνία, καταφέρνουν όμως να απαλλαγούν από το ψυχικό άλγος και να βρουν μια διέξοδο. Για το κείμενο της παράστασης, πέρα από τη γνωστή επιστολή, αξιοποιήθηκαν κείμενα ηθοποιών της παράστασης, αλλά και αποσπάσματα από μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που ταλαιπωρήθηκαν  από ψυχικές νόσους.

Συγκεκριμένα: Έλενας Ακρίτα, Φώτη Θαλασσινού, Μαργαρίτας Καραπάνου και Φωτεινής Τσαλίκογλου, Νίκου Καρούζου, Λένας Κιτσοπούλου, Αύγουστου Κορτώ,  Βένης Παπαδημητρίου, Ντάντε Αλιγκέρι, Σάμουελ Μπέκετ, Στιγκ Ντάγκερμαν, Ντόροθι Πάρκερ, Σύλβια Πλαθ, Ουίλλιαμ Στάιρον, φύλλα οδηγιών χρήσης αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωτικών, αγχολυτικών και συναφών φαρμάκων.

Πιστεύω πως ο δημιουργός αυτής της παράστασης, Δαμιανός Κωνσταντινίδης, εμπνεύστηκε μεν από τον Επίκουρο την κεντρική  ιδέα, αλλά σίγουρα μελέτησε και σύγχρονους εκφραστές τεκμηριωμένων  τρόπων ευδαιμονίας, όπως, για παράδειγμα, ο κουβανός ψυχίατρος και συγγραφέας Χοσέ Κάρλος Σομόθα, ο οποίος  στο βιβλίο του «Η γυναίκα με το νούμερο 13» κάνει λόγο για την μεταμορφωτική δύναμη στίχων, κειμένων  και φράσεων,  διατρέχοντας έργα από την παγκόσμια λογοτεχνία, μεταξύ αυτών και του Σαίξπηρ και των Ελλήνων τραγικών, αλλά κι  ο Γάλλος ψυχίατρος Μπόρις Σιρούλνικ, στον «Ευαίσθητο εαυτό» εξηγεί το γιατί κάποιοι επέζησαν από τις «υποθηκευμένες» και τραυματικές ζωές τους και κάποιοι, όχι. Οπότε, συγκέντρωσε αποσπάσματα από έργα όσων αναφέρονται παραπάνω και μπόλιασε σε αυτά  μαρτυρίες ηθοποιών και ανωνύμων, πρώην ψυχασθενών. 

Όλα αυτά τα κείμενα, εγώ  τα θεωρώ τεκμήρια ζωής. Ιδίως,  αυτά που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα κι αυτά που  είναι λεκτικές συμπυκνώσεις ιστορικών εμπειριών. Η ανάλυσή τους µας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τις πρακτικές, στις οποίες δεν έχουμε πρόσβαση µε άλλον  τρόπο. Βέβαια, η ανασυγκρότηση του παρελθόντος, του ατομικού και του συλλογικού, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, περισσότερο σταθερούς αλλά και συγκυριακούς. Ιδιαίτερα ο αυτοβιογραφικός λόγος βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο του παρελθόντος και του μέλλοντος και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αναγκαιότητες του παρόντος.

Από αυτά τα τεκμήρια ζωής ανακύπτουν καίρια μεθοδολογικά ζητήματα, σχετικά µε την κοινωνική ταυτότητα και τη διαχείριση του πάσχοντος εαυτού, την περίοδο που το ασυλικό σύστημα στην Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και κρίση νομιμοποίησης, ακόμα και τώρα που διάγουμε τον 21ο αιώνα.

Στην πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη παράσταση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, η διαδικασία ενηλικίωσης, αλλά και γήρανσης,  ερμηνεύεται αναδρομικά, ως η πλέον ελπιδοφόρα περίοδος του βίου, η οποία δίνει τη θέση της στην ταραχώδη ζωή µε την αρρώστια. Οι ψυχιατρικές διαγνώσεις και οι επαναλαμβανόμενές νοσηλείες, οδηγούν σε μια βιογραφική ρήξη, η οποία εμπεριέχει υποκειμενικά στοιχεία, την αίσθηση ασυνέχειας της πορείας του βίου, αλλά και διαστάσεις που υπερβαίνουν το άτομο και σχετίζονται µε την απόδοση μιας νέας κοινωνικής ταυτότητας.

Πέντε εξαιρετικοί ηθοποιοί, με προεξάρχουσα τη σπουδαία Ελένη Μακίσογλου,  ένα δεμένο σύνολο, μία συμπαγής ομάδα, μία σκυτάλη, αλλά πέντε ποτάμια συναισθημάτων ρέουν στη σκηνή και παρασύρουν θεατές σ’ ένα ταξίδι με βάρκα την ελπίδα. Μήπως στα συρτάρια μας δεν ταξινομούμε καθημερινά τις ελπίδες που μας προσφέρουν, κάθε που ξημερώνει,  τα λογής- λογής κουτάκια, τα φέροντα οδηγίες κατανάλωσης περιεχομένου τους, ώστε να έρθει ήσυχα  το βράδυ και να παραδοθούμε στην αγκαλιά του Μορφέα, πληρώνοντας εισιτήριο στο φαρμακείο της γειτονιάς;

Αυτή είναι η ζωή μας, έτσι λειτουργεί η καθημερινότητά μας, αλλά οι μέρες προχωράνε. Με δεκανίκια, όμως, συντελείται μια «συνεδρία» μέσα μας, όπως ακριβώς συμβαίνει στη σκηνή: της καρδιάς και του μυαλού, με ψυχικές καταθέσεις, με  λογικές αντιρρήσεις, με αντιφάσεις και  παραλογισμούς, αλλά με το ίδιο συμπέρασμα κάθε φορά.

Δισυπόστατη φύση ο άνθρωπος. Το φθαρτό με το άφθαρτο συγκατοικούν στο σκαρί του. Μέσα κι έξω του. Η φρονιμάδα- λέγεται και ανάγκη επιβίωσης-  ωθεί ην κίνηση να περιφρουρήσουμε και τα δυο. Ζήτημα προσωπικής επιλογής η προτεραιότητα.

Η  αφηγηματική, λοιπόν,  αποτύπωση του εαυτού συνδέεται ποικιλοτρόπως, αφενός µε το μετασχηματισμό του ψυχιατρικού θεσμού και, αφετέρου, µε τις κοινωνικές εξελίξεις που μορφοποιούν το σύγχρονο άτομο, ως μια εξατομικευμένη κοινωνική ύπαρξη.

 Με πυξίδα την επικούρειο ηθική, ο σκηνοθέτης ασπάζεται ως ύψιστο αγαθό την «ηδονή», με την έννοια της ευδαιμονίας που πηγάζει από την αταραξία της ψυχής,  και συνθέτει μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που έδειξαν ότι «διάβηκαν τον Ρουβίκωνα» αλλά επέστρεψαν σε μια στοιχειώδη κανονικότητα, ώστε να κατανοήσουμε οι θεατές, με τον καλύτερο παραστατικό τρόπο, ότι  είναι ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε «αγκαλιά» τον κόσμο όλον, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε το οτιδήποτε  για να την γευτούμε, όντες νέοι αλλά και ώριμοι. Άρα, η υγεία της ψυχής είναι πρωταρχικός στόχος ανθρώπινου όντος.

Στην εξέλιξη του θέματος, συνάντησα εξαιρετικές σκηνές, ευρηματικά, έως συγκινητικά κομμάτια, ως διδακτικές σεκάνς στα κινηματογραφικής ροής μέρη. Για παράδειγμα, έξοχο το εύρημα της μοιρασιάς σε μια ομάδα κοινών στόχων, με το τσιγάρο από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα, ως μια υπογράμμιση της ανθρώπινης ανάγκης για μοίρασμα. Πόσο όμορφα ήρθε στο προσκήνιο το ρήμα «μοιράζομαι». Στις μέρες μας το θέσαμε στο περιθώριο, εξαιτίας συμφερόντων. Μοιράζομαι θα πει μετέχω στον πόνο, στην αγωνία, στη χαρά, στη λύπη του άλλου, αλλά και εξομολογούμαι τα εσώψυχά  μου σε κάποιον. Όπως συμβαίνει στις συνεδρίες των ηρώων στην αίθουσα ψυχοθεραπείας τους.

Παράλληλα, η παράσταση δίνει αφορμές για συλλογισμούς. Για παράδειγμα,  η επικούρειος  θεωρία είναι μια πολιτική θεωρία, έχει να κάνει με την αντίσταση στον κομφορμισμό, με το να βρίσκεις τρόπους να επιβιώσεις ενάντια στο κατεστημένο. Δεν είναι μόνο ένας επαγγελματικός ή  ένας  σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά και ένας μηχανισμός επιβίωσης, που πρέπει να βρεις μέσα στο σύστημα που δεν είναι φιλικό απέναντί σου.

Ο σκηνοθέτης, έχοντας ως συνοδοιπόρους  στην πορεία του την ομάδα ηθοποιών  που επέλεξε ή τον επέλεξαν, φέρνει στη σκηνή και αφήνει να ακουστούν ιστορίες ανθρώπων που  δεν έχουν ισορροπία μέσα τους, αλλά πάσης φύσεως στεγανά που τους  οδηγούν στη μερίδα των  ψυχασθενών.  Πρόκειται για μαρτυρίες ατόμων που υπέφεραν από την απαξιωτική συμπεριφορά  ενός κοινωνικού περιβάλλοντος , από περιστατικά  κάθε είδους βίας. Είτε λεκτικής είτε σωματικής.

Ο ένας κορμός της παράστασης αντλεί έμπνευση από την επιστολή «Προς Μενοικέα»  του Επίκουρου και ο έτερος από τα κείμενα των σημερινών ανθρώπων.  Είναι μια απόπειρα,  η πρώτη στο θέατρο για την ακρίβεια, να δημιουργηθεί μια αίσθηση (ψευδαίσθηση, έστω)  κοινότητας που δεν υπήρξε ποτέ. Εξαιρώ τη μυθοπλασία του Βασίλη Κατσικονούρη στο θεατρικό του έργο «Εντελώς αναξιοπρεπές», το οποίο είναι μεν εμπνευσμένο από  μια πραγματικότητα που υφίσταται σε όλον τον κόσμο, την ύπαρξη ψυχιατρείων, αλλά όχι από  βιωματικές ιστορίες. 

Πρόκειται για μια ηθικοπλαστική μεν παράσταση, με αιχμηρή  σάτιρα και χιούμορ, εξ ου και η αρχαιοελληνική λέξη «παυσίλυπος» στον τίτλο, αλλά και με  στημένο έναν «καθρέφτη» στη σκηνή, που τον σχηματοποιούν οι ηθοποιοί, τα λόγια, οι φωτισμοί του Σωτήρη Ρουμελιώτη, η μουσική του Γιώργου Χρυσικού, η κίνηση της Ιωάννας Μήτσικα, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Αποστολίδη και, φυσικά, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ώστε ο θεατής  να «βλέπει» το  «είδωλό»  του ως δυνάμει  ψυχασθενή, δεδομένου ότι στην εποχή μας  οι άνθρωποι νοσούν ψυχικά – κατά κάποιο τρόπο – είτε το γνωρίζουν είτε όχι.

Ταυτότητας παράστασης

Σύνθεση κειμένου παράστασης – Σκηνοθεσία Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Σκηνικά – Κοστούμια Απόστολος Αποστολίδης

Μουσική Γιώργος Χρυσικός

Κίνηση Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί Σωτήρης Ρουμελιώτης

Ηθοποιοί

Θάνος Διμηνάς, Ελένη Μακίσογλου, Γιάννης Μονοκρούσος, Αντιγόνη Μπάρμπα, Δανάη Τσιοπλή

Φωτογραφίες Buba Soso Gabedava

Γραφιστικά Nastyl

Stagemanager Αντωνία Γεωργιάδου

Διεύθυνση παραγωγής & Επικοινωνίας Στέλλα Τενεκετζή

Παραγωγή Angelus Novus

Οργάνωση παραγωγής Electra Social Company

Με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα