Connect with us

Πολιτισμός

Οιδίπους Τύραννος, του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα στους Φιλίππους!

Οιδίπους-Τύραννος,-του-Σοφοκλή-σε-σκηνοθεσία-Σίμου-Κακάλα-στους-Φιλίππους!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το κοίλο πλήρες. Η ορχήστρα φιλοξενεί ένα τεράστιο ξύλινο Πι. Γύρω, το φυσικό σκηνικό του θέατρου: αρχαία ερείπια, ανάμεσά τους τρία μεγαλοπρεπή δένδρα σαν Ολύμπια θεϊκή δύναμη στον «ιερό» χώρο, στο βάθος ο κάμπος των Φιλίππων. Η θυμέλη στο κέντρο προκαλεί. Τα ανάκτορα, τα τείχη, οι κοιλότητες του τοπίου, όπου και συντελείται το δράμα του Οιδίποδα Τυράννου, αντικαθίστανται από τα ίδια τα σώματα των ανδρών του Χορού, που εισέρχονται εν χορδαίς και οργάνοις ( βιολί – κιθάρα), συσπειρώνονται, κυκλώνουν κι απλώνονται στο σκηνικό. Φορούν μάσκες – παραμορφωμένα προσωπεία χαρακτήρων. Τελετουργικά κάθονται, αν όχι θύματα του λοιμού, μάρτυρες, ίσως, της ώρας που άφησε στον Κιθαιρώνα ο βοσκός το βρέφος με δεμένα τα πόδια, τον γιο του Λάιου και της Ιοκάστης, το φέροντα την κατάρα – χρησμό ότι θα φονεύσει τον πατέρα του και θα κοιμηθεί με τη μάνα του.

 Η σκηνή χαμηλόφεγγη. Ταφική σιωπή στον χώρο. Στη μυσταγωγική ατμόσφαιρα του αρχαίου θέατρου σκίζει τον αέρα το κρώξιμο κουκουβάγιας. Κακός οιωνός, σκέφτομαι. Από παλιά το λάλημά της θεωρούνταν προμήνυμα κακοτυχίας. Προϊδέαση, υπαινιγμός, προετοιμασία. Αυτός ο μύθος στάζει πόνο κι αλήθεια. Πονάει η αλήθεια.

Υπόθεση

Ο Λάιος, βασιλιάς της Θήβας, είχε πάρει χρησμό πως το παιδί που θα γεννούσε με την Ιοκάστη θα σκότωνε τον πατέρα του και θα παντρευόταν τη μητέρα του. Έτσι, όταν ο γιος τους γεννήθηκε, τρύπησαν τα πόδια του και τον άφησαν έκθετο στον Κιθαιρώνα. Κάποιος βοσκός βρήκε το βρέφος, το έσωσε και το έδωσε σε άλλο βοσκό, που το παρέδωσε στον αφέντη του, τον βασιλιά της Κορίνθου. Αυτός το μεγάλωσε σαν παιδί του.

Όταν ο Οιδίπους μεγάλωσε, αμφιβάλλοντας για την καταγωγή του, πήγε στο μαντείο των Δελφών, όπου πληροφορήθηκε πως υπήρχε χρησμός σύμφωνα με τον οποίο έμελλε να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί τη μητέρα του. Θέλοντας να αποφύγει την πραγματοποίηση του φοβερού αυτού χρησμού, δεν επέστρεψε στην Κόρινθο και σ’ εκείνους που θεωρούσε γονείς του. Στον δρόμο του όμως συνάντησε και αμυνόμενος σκότωσε τον Λάιο, αγνοώντας πως είναι πατέρας του.

 Όταν έφτασε στη Θήβα, έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας και κέρδισε τη βασιλεία της πόλεως, παίρνοντας την Ιοκάστη για γυναίκα του και αποκτώντας μαζί της τέσσερα παιδιά. Τη Θήβα έπληξε όμως φοβερός λοιμός, υπεύθυνος για τον οποίο είναι ο δολοφόνος του Λαΐου. Ο Οιδίπους αναλαμβάνει να τον βρει και να σώσει την πόλη.

 Στην πορεία αναζήτησης του δολοφόνου, ο ήρωας ανακαλύπτει ποιος είναι πραγματικά ο ίδιος. Όχι μόνο είναι ο φονέας του προηγούμενου βασιλιά της Θήβας, αλλά και δολοφόνος του πατέρα του και σύζυγος της μητέρας του. Ύστερα από την αποκάλυψη της τραγικής αλήθειας, η Ιοκάστη απαγχονίζεται και ο Οιδίπους αυτοτυφλώνεται, εκλιπαρώντας για εξορία και ανησυχώντας για την τύχη των παιδιών του.

Ανάγνωση

Για τον μοναδικό ήρωα της αρχαίας τραγωδίας που ορίζεται με βάση τη διάνοιά του, το μυαλό του, η «ματιά» Σίμου Κακάλα είναι μια σκηνοθετική προσέγγιση εξαιρετικά ερεθιστική. Να μην ξεχνάμε ότι ο Οιδίπους διακρίνεται για τη φοβερή οξυδέρκεια, τον φωτεινό νου, χάρη στον οποίο καταφέρνει να λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας και, μάλιστα, χωρίς τη βοήθεια θεού ή οιωνού. Το επίτευγμα αυτό τον χρήζει βασιλιά της Θήβας (κι όχι η καταγωγή του, όσο ειρωνικό κι αν είναι αυτό), οδηγώντας τον σταδιακά στην αποκάλυψη της πιο ανήκουστης αλήθειας, αυτής που συνδέεται με την ίδια την ταυτότητά του.

 Ο «Οιδίπους Τύραννος» είχε ξεχωρίσει από την εποχή του Αριστοτέλη σαν το αρτιότερο δημιούργημα της ελληνικής δραματικής τέχνης. Την επίζηλη θέση του εξασφάλισε η καλλιτεχνική του μονολιθικότητα , η αδιακόσμητη λειτουργικότητά του. Πρόκειται για ένα έργο στοιχειώδες και οικουμενικό σαν αλγεβρική εξίσωση. Στη μορφή του Οιδίποδα η ελληνική μυθολογία είχε συσσωρεύσει υλικό εξαιρετικά πλούσιων δυνατοτήτων. Αυτός ο περήφανος ήρωας, που προσπαθεί λυσσαλέα, όσο και μάταια, ν’ αποφύγει τη μοίρα πατροκτόνου και αιμομίχτη που του είχαν προσάψει αναίτια οι θεοί στη γέννησή του, ήταν ήδη ένα ολοκληρωμένο αρχέτυπο τραγικού ανθρώπου. Το κατόρθωμα του Σοφοκλή εντοπίζεται στο γεγονός ότι πήρε τη μυθολογική μορφή και την εγκατέστησε ως κεντρικό άξονα της αρτιότερης θεατρικής μηχανής που επινοήθηκε ποτέ.

 Ο ποιητής διάλεξε με αλάνθαστο ένστικτο, ανάμεσα στα πολλά και περίπλοκα επεισόδια της σταδιοδρομίας του Οιδίποδα, να δραματοποιήσει ένα μόνο, το αποφασιστικότερο. Δεν παρασύρθηκε από τα γεμάτα δράση γεγονότα στο τρίστρατο της Φωκίδας (θάνατος Λάιου) ή στον βράχο της Σφίγγας. Δεν ενδιαφέρθηκε για τις νεανικές του περιπέτειες στην Κόρινθο και στους Δελφούς. Άρχισε το έργο του λίγες μόνο ώρες πριν την αποκάλυψη της ταυτότητας του Λάιου και περιόρισε τη δράση στην αγωνιώδη αναζήτηση αυτού του φονιά. Η μεγαλοφυής ιδέα του ήταν να βάλει τον ίδιο τον εγκληματία ν’ αναζητά ανυποψίαστος τον ένοχο για να τον τιμωρήσει. Απ’ τη στιγμή που ξεκινά η αναζήτηση, τα γεγονότα κυλούν με ορμή χιονοστιβάδας.

Η παράσταση

Στη σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα δεν υπάρχει μια σκηνή περιττή, μια ανάπαυλα, ένας στίχος από την εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, που να μην προωθεί τη μοιραία καταστροφή.

Η παράσταση εκκινεί από τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, για ν’ αποκτήσει τη δική της οντότητα. Να δημιουργήσει τον δικό της αινιγματικό κόσμο. Να μιλήσει μέσα από την ποίηση του κειμένου, σε νεοελληνικά και αρχαία ελληνικά, μέσα από εναργείς εικόνες που καλούν σε αποκωδικοποίηση μηνυμάτων για τη διάψευση της ταυτότητας και την κατάκτηση του φωτός και μέσα από μια επώδυνη διαδικασία αυτογνωσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Πρόκειται για σπουδή πάνω στο σοφόκλειο έργο, για μια ανοιχτή σε αναγνώσεις συνεργασία ικανών συντελεστών, που εισπράττεται ως θεατρική αναπαράσταση – αφήγηση και ως εικαστική μινιμαλιστική εγκατάσταση.

 Σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα του ρυθμού χρωστά την εξαιρετική ερμηνεία που απέσπασε ο σκηνοθέτης από τον Γιάννη Στάνκογλου. Ασφαλώς και στις γενετικές και επίκτητες ικανότητές του. Επειδή, ο καλός ηθοποιός έχει όλο το υπόβαθρο – γνωστικό και ερμηνευτικό – για να αναδείξει τη μετάφραση και να την υπερασπιστεί κατά πώς της αξίζει.

Ο Στάνκογλου υλοποιεί στον ρόλο του τον άνθρωπο που νίκησε με τη σκέψη και μόνο. Είναι φιλόπολις, προσιτός όταν βρίσκεται ανάμεσα στον λαό και στον Χορό. Κρατάει το «μαθαίνω», το «ζητώ», το «αποκαλύπτω», το «βρίσκω», με μια ένταση φωνής ανακριτή που φερμάρει σα γεράκι το θύμα του. Μας δίνει ευδιάκριτα τα νοήματα, που άλλα είναι καθάρια κι άλλα υπαινικτικά. Με τις πρώτες υποψίες της Ιοκάστης ταλαντεύεται, αναταράσσεται, δε γνωρίζει. Από δω και πέρα σηκώνει στις πλάτες του το έργο.

Κορύφωση του άθλου του η σκηνή με τους βοσκούς. Από τη στιγμή που νιώθει το χτύπημα της μοίρας είναι ακέραιος. Χειρίζεται τις τραγικές στιγμές με ηχόχρωμα φωνής, που υποβάλλει το μέγεθος των παθημάτων του. Στην αποκάλυψη της αλήθειας γονατίζει, σέρνεται στο χώμα και σπαράζει. Θρηνεί με οιμωγές και φάλτσους γόους. Παράτονες κραυγές , γεμάτες αλήθεια και πόνο. Συμπαρασύρει τους θεατές στο δράμα του. Πάλλεται η ατμόσφαιρα από τον κλαυθμό του και από την ενσυναίσθηση που προκαλεί στο κοινό. Δέος και θαυμασμός. Αυτός είναι ο Οιδίποδάς του.

Η νεοφώτιστη στο αρχαίο δράμα συμπαθής ηθοποιός Μαριλίτα Λαμπροπούλου, προσπαθεί φιλότιμα να πλάσει μια Ιοκάστη, μητριαρχική φιγούρα σωστής απόδοσης, μα και αισθητικής. Προσπαθεί να παραστήσει μια γυναίκα αρχοντική, ως ευθεία αναφορά στην αρχέγονη Θεά των Όφεων της Μινωικής εποχής. Το προσπαθεί, αλλά μάταια. Δεν μπορεί να το πέτυχει. Ούτε στο ελάχιστο. Ευτυχώς, μικρή η συμμετοχή της στη δράση.

Ο Τειρεσίας του Χρήστου Μαλάκη , όπως και ο Κρέοντας του Γιάννη Νταλιάνη έχουν και τραγικό μέγεθος και σκηνικό όγκο. Εξαιρετικοί και οι δύο, αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις συναισθηματικών κραδασμών, περιγράφοντας το βάρος και την ελαφρότητα της ύπαρξης που θα συντριβεί εξ αιτίας της ουσίας της. Αναδεικνύουν τρωτές και ευάλωτες πλευρές, την τάση ενός ανθρώπου που εξουσιάζει, κατανοεί, εκφράζοντας με μια αίσθηση ήρεμης δύναμης και ανήσυχης θυμικής δυναμικής, ειρωνεία, προφητική έκλαμψη και λαϊκότητα, αποτροπιασμό, άρνηση, παραδοχή, συμπόνια.

Θετικό πρόσημο στον νεαρό και ταλαντούχο ηθοποιό Γιώργου Αμούτζα, αλλά και στον Κωνσταντίνου Μωραΐτη, στους ρόλους του Αγγελιοφόρου και του Εξάγγελου αντίστοιχα, οι οποίοι διαθέτουν όλον τον σπαραγμό του κομιστή τραγικών ειδήσεων.

Χορός και ρόλοι κινούνται σε τροχιά μελισσών, θαρρείς ένα ανθρωπόμορφο σμάρι εργατριών κυψέλης, ως σύμβολο αέναης πορείας μέσα στον χρόνο και στον κόσμο. Εξαίρεση η κάθετη πορεία του Οιδίποδα στο κέντρο της σκηνής , ενώ ο Τειρεσίας εξουδετερώνει το σκοτάδι του μ’ ένα θορυβώδες νήμα – βέλος, στοχεύοντας νοητά τον Οιδίποδα και πληγώνοντάς τον με το φαρμάκι των λόγων του.

Λειτουργικό το σκηνικό του Γιάννη Κατρανίτσα, ενδιαφέρουσα σκηνογραφική λύση οι μάσκες, θύματα εκδικητικής θεϊκής μανίας αλλά και μαρμαρωμένων ανθρώπων, επιβάλλουν και την εικόνα του «καταραμένου» Οιδίποδα, ανθρώπου που μας «μιλά» μέσα από τα βάθη των αιώνων. Τα μαύρα σύγχρονα κοστούμια πιστοποιούν το ανθρώπινο πένθος στην όποια εποχή.

Θεσπέσια η μουσική του Φώτη Σιώτα, με παραδοσιακό ηχόχρωμα, συνοδεύοντας τα δρόμενα. Ο Χορός κινείται συντονισμένα πάνω στις γραμμές που δίδαξε η Σοφία Πάσχου, με ήχους ακατέργαστους και εκλεπτυσμένους και με ρυθμικές ανάσες που διευκολύνουν την απαγγελία των θαυμάσιων χορικών και των διαλογικών μερών της τραγωδίας.

Πολλά μπράβο στον Χορό των ανδρών με τις εξαιρετικές φωνητικές και υποκριτικές ικανότητες, ο οποίος πρωτοστατεί στη δράση, όπως ακριβώς ορίζει η τραγωδία.

Οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου ακολουθούν τις αντιθέσεις του έργου και τη σκηνοθετική γραμμή σε μια λιτή, ανεπιτήδευτη, έντιμη παράσταση, μακριά από μοντερνισμούς και πρωτοποριακά πειράματα.

 Οι μάσκες της Μάρθας Φωκά, σταθερή συνεργάτιδα του Σίμου Κακάλα από το θρυλικό «Λιωμένο Βούτυρο» και μετά, συνιστούν ζωτικό στοιχείο του χαρακτήρα, είναι ο μισός ήρωας, είναι κομμάτι της υποκριτικής τέχνης, είναι μέσα στο «λεξιλόγιο» του σκηνοθέτη και επιβάλει έναν πιο σύνθετο και πιο ερευνητικό τρόπο ερμηνείας.

Άλλωστε, η μάσκα, τόσο στη θρησκευτική τελετουργία όσο και στο θέατρο, μεταμφιέζει, μεταμορφώνει, αποδίδει στον φέροντα ιδιότητες άλλες ή και πολύ μεγαλύτερες από τον ίδιο. Κρύβει και αποκαλύπτει, απελευθερώνει και αναδεικνύει. Είναι ο οδηγός σε μια πορεία εσωτερικής μεταμόρφωσης, καθώς αυτός που τη φοράει δανείζεται τις ποιότητες της μάσκας, κι αυτή είναι μια εμπειρία που μένει στο σώμα ακόμη κι όταν η μάσκα δεν είναι πια εκεί.

Επίλογος

Ο τόπος των δρώμενων, των συγκλονιστικών δραματικών εξελίξεων , έτσι όπως καταθέτει η σκηνοθετική άποψη, είναι το ίδιο το μυαλό του Οιδίποδα. Του πατροκτόνου και αιμομίκτη Οιδίποδα, που γνωρίζει την αλήθεια φέροντας συνειδητά όλη την αμφισημία του ίδιου τού ονόματος: οἶδα (γνωρίζω) , σκόπιμα αλλάζω «οίδημα», και ποῦς (πόδι), που συμβολίζει τον αποδιωγμό του ως παιδί από τους γονείς του, αλλά και την εξορία του ως μιαρός άνθρωπος. Του αθώου βρέφους Οιδίποδα, που από τιμημένος γίνεται εξόριστος. Από κυνηγός θήραμα και από σωτήρας της πόλης του, ένα νοσηρό μίασμα που πρέπει να απομακρυνθεί. Όσα ακούει, όσα θυμάται, όσα «βλέπει», όσα συνθέτουν το υλικό των ονείρων του συγκροτούν το ψαχνό της παράστασης.

Διαβάζουμε στο σκηνοθετικό σημείωμα: «Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχουμε «δει» τόσο μακριά μέσα στο σύμπαν και τόσο βαθιά μέσα στον άνθρωπο. Πολύ συχνά στο χείλος μιας καταστροφής διαπιστώνουμε ότι το κακό που πολεμάμε είμαστε οι ίδιοι. Το πρόσωπο του Οιδίποδα είναι η ίδια η ανθρωπότητα στον καθρέφτη. Έχοντας βρει τον υπαίτιο, βρίσκεται στο σημείο να πρέπει επιτακτικά να κάνει μια επιλογή έστω την τελευταία στιγμή, έστω έχοντας ήδη κάνει το μεγαλύτερο σφάλμα.

Σ’ αυτή την παράσταση, ιδωμένη ως τελετουργικό εξαγνισμού, μια ομάδα με μάσκες γερόντων αποτελεί τον χορό συστρέφεται, θρηνεί και αγωνιά. Μέσα από αυτόν τον χορό αποκαλύπτονται τα τραγικά πρόσωπα: Οιδίποδας, Ιοκάστη, Τειρεσίας και Κρέοντας».

Αυτός ο ευσεβής, δραστήριος, αποφασιστικός, υψηλόφρων και τραγικός ήρωας του Σοφοκλή «Οιδίπους», που μελετημένα σκηνοθέτησε ο Σίμος Κακάλας, είναι μια συμμετοχή στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων, από μια παραγωγή (Θεατρικά Δρώμενα Ίασμος) που, φέτος, κάνει την έκπληξη!

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας
Δραματουργική επεξεργασία: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Κατρανίτσας
Μουσική: Φώτης Σιώτας
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Παύλου
Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Θεοδωράκη
Μακιγιάζ: Σίσσυ Πετροπούλου
Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας
Social media: Ιdeation
Γραφίστας: Γιάννης Σταματόπουλος
Trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Υπεύθυνη περιοδείας: Ελένη Σπετσιώτη
Διεύθυνση παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη
Εκτέλεση παραγωγής: Kart Productions – Μαρία Ξανθοπουλίδου
Παραγωγή: Θεατρικά Δρώμενα Ίασμος

ΔΙΑΝΟΜΗ
Οιδίπους: Γιάννης Στάνκογλου
Ιοκάστη: Μαριλίτα Λαμπροπούλου
Κρέων: Γιάννης Νταλιάνης
Τειρεσίας: Χρήστος Μαλάκης
Αγγελιοφόρος: Γιώργος Αμούτζας
Εξάγγελος: Κωνσταντίνος Μωραΐτης
Υπηρέτης: Πανάγος Ιωακείμ

Χορός (αλφαβητικά): Γιώργος Αμούτζας, Μάρκος Γέττος, Πανάγος Ιωακείμ, Σίμος Κακάλας, Απόστολος Καμιτσάκης, Αυγουστίνος Κούμουλος, Γιώργος Λόξας, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Παύλος Παυλίδης

Μουσικός επί σκηνής: Φώτης Σιώτας

*Οι φωτογραφίες είναι του Λάσκαρη Τσούτσα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα