Πολιτισμός
Κ.Θ.Β.Ε. «Μαρίκα με είπανε – Μαρίκα με βγάλανε» Ιστορίες γυναικών του Λαϊκού Τραγουδιού
Συμπαραγωγή: ΚΘΒΕ – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Το έργο και η παράσταση
Πρόκειται για έναν φόρο τιμής στις αρχετυπικές γυναικείες μορφές, που επηρέασαν το Ελληνικό Λαϊκό και Ρεμπέτικο τραγούδι του περασμένου αιώνα. Οι γυναίκες του Τραγουδιού μας, ηρωίδες της σκηνής και της ζωής, με την τέχνη τους και την πίστη τους στο θαύμα, υψώθηκαν σε θαυμαστά πρόσωπα του Ελληνικού Πολιτισμού. Οι φωνές τους έχουν συντροφέψει και σημαδέψει την ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού. Τα τραγούδια που ερμήνευσαν αλλά και οι ζωές που έζησαν, αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία και πνευματική παρακαταθήκη.
Το έργο του Γιώργου Ανδρέου και του Οδυσσέα Ιωάννου αναφέρεται στην χρονική περίοδο ανάμεσα στο 1920 και το 1960. Σαράντα χρόνια που διαμόρφωσαν το Ελληνικό Λαϊκό τραγούδι σε όλες του τις εκδοχές – Σμυρνέϊκο, Ρεμπέτικο, Λαϊκό.
Σαράντα χρόνια αριστουργημάτων δίπλα σε θριάμβους και καταστροφές του Ελληνισμού.
Σαράντα χρόνια συναρπαστικά, συνταρακτικά, αλησμόνητα. Και χάρη στην εφεύρεση της ηχογράφησης, οι μαγικές φωνές είναι πάντα κοντά μας, ηχούν και συγκλονίζουν, γεννώντας την βιωματική διδαχή που μόνο η Παράδοση μπορεί να προσφέρει, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά.
Με αφορμή βιογραφικά και πραγματικά γεγονότα η παράσταση αφηγείται την Ιστορία, όχι όπως έγινε “στ’ αλήθεια”, αλλά “πειράζοντας” κάποιες παραμέτρους της κι αναρωτιέται πώς θα ήταν, αν είχαν γίνει τα πράγματα αλλιώς.
Περιέχει πρωτότυπα τραγούδια γραμμένα από τον Γιώργο Ανδρέου, αλλά και πολλά τραγούδια – ορόσημα από την πολύτιμη Ιστορία του Λαϊκού μας τραγουδιού: Σμυρνέικα, Παραδοσιακά, καθώς και τραγούδια σημαντικών ιστορικών δημιουργών της εποχής.
Μαρίκα είναι η Παπαγκίκα, Μαρίκα είναι η Νίνου, για το έργο, όμως, Μαρίκα είναι κάθε λαϊκή τραγουδίστρια του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα.
Ο Συνθέτης Γιωργος Ανδρέου λέει στο σημείωμά του:
«Οι γυναίκες ερμηνεύτριες του λαϊκού μας τραγουδιού, εκείνες που μάθαμε μέσα από ηχογραφήσεις των αρχών του εικοστού αιώνα σε κερί και οι πιο κοντινές μας, είναι όλες τους νικήτριες – πέρασαν μέσα από τα χρόνια όρθιες, αγέρωχες και συγκινητικές, αγνοώντας με τον συνταρακτικό τους τρόπο όλα τα εμπόδια, όλες τις προκαταλήψεις, όλες τις πίκρες και τα βάσανα. Απέναντι σε πρότυπα αρσενικής επικυριαρχίας και συμπεριφορές καθόλου συμπεριληπτικές, εκείνες σήκωσαν κεφάλι και τα είπαν. Όλα τα είπαν. Πρώτα ερμήνευσαν τα τραγούδια, με τρόπο ανεπανάληπτο. Ύστερα, μέσα από τα τραγούδια, εξομολογήθηκαν την προσωπική τους υπαρκτική περιπέτεια. Και τέλος, ακροβατώντας στο σκοινί του πάλκου, μας άφησαν κληρονομιά και παρακαταθήκη την αστείρευτη κι άδολη αγάπη τους για το μέγα θαύμα που είναι η σχέση εκείνου (εκείνης) που ερμηνεύει με εκείνες κι εκείνους που τον ακούν – θαύμα επειδή σε μια στιγμή μαγική ενώνονται οι πάνω και οι κάτω στο ίδιο λυτρωτικό σύμπαν».
Η μουσικοθεατρική παράσταση που σκηνοθέτησε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, είναι ένα λαϊκό πανηγύρι, με αναφορές στις ζωές της Μαρίκας Νίνου και της Μαρίκας Παπαγκίκα, δύο ρεμπετισσών που μεγαλούργησαν στις δεκαετίες που αναφέρεται το έργο, η πρώτη στην Ελλάδα και στην Αμερική και η δεύτερη μόνο στην Αμερική.
Δυο σπουδαίες τραγουδίστριες, πολλές ιστορίες γυναικών των μπουζουκομάγαζων, πολλά όνειρα εκπληρωμένα κι άλλα ανεκπλήρωτα, ερωτοχτυπημένες αλλά αδικημένες και από αρσενικά και από τον ίδιο τους τον εαυτό, μοιρολάτρισσες αλλά και δυναμικά «αντράκια», ένα πολύχρωμο υφαντό, τελικά, από λαχτάρα γι’ αγάπη, από φευγιό για την καλύτερη τύχη, από πατριδονοσταλγία, από πονεμένα τραγούδια, από «νερό κι αλάτι» κα μ’ ένα πρόωρο τέλος, από αυτά που σφραγίζει ο θάνατος κι όχι οι άνθρωποι. Μαζί με τις επιτυχίες τους, που ακούγονται μέχρι σήμερα, ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου έγραψε για το εγχείρημα νέα τραγούδια, σύγχρονα, μια αναγωγή, πες, στο σήμερα.
Η έναρξη, εντυπωσιακή. Επτά κούκλες μέσα σ’ ένα vintage τεράστιο μουσικό κουτί, από κείνες τις κουρδιστές που γυροβολάνε μπροστά στον καθρέφτη, μέχρι να σημάνει ο μηχανισμός την τελευταία του νότα. Ακριβώς αυτό είναι το σκηνικό της παράστασης κι όπου καθρέφτης, το βίντεο να φέρνει τη θάλασσα στα μάτια μας, στην ευφάνταστη σκηνή του ταξιδιού της Μαρίκας Νίνου στην Αμερική.
Τη Μαρίκα Νίνου τη μάθαμε οι νεότεροι μέσα από αφιερώματα είτε στα ερτζιανά κύματα, είτε στον τύπο ή στο σανίδι. Στην παράσταση την υποδύεται η εξαιρετική Κορίνα Λεγάκη. Γάργαρη φωνή, μελίρρυτη, με τεράστια ευρύτητα, κι όμορφη σκηνική παρουσία.
Μαρίκα Παπαγκίκα είναι η Ελένη Τσαλιγοπούλου. Έμπειρη, μεστή, γυμνασμένη φωνή, αποδίδει με τεχνική αρτιότητα αμανέδες, μοιρολόγια, ρεμπέτικα σουξέ, σύγχρονα έντεχνα. Η καλύτερη επιλογή για τον ρόλο.
Η Μαρίκα Παπαγκίκα ήταν η σπουδαιότερη ελληνική τραγουδίστρια στην Αμερική των αρχών του αιώνα (από όσες τουλάχιστον ηχογραφήθηκαν σε δίσκους), για την οποία ο ελληνοαμερικανικός Τύπος δεν αφιέρωσε ούτε μια λέξη.
Για όλους τους «συλλέκτες» η Μαρίκα Παπαγκίκα αποτελούσε ένα μυστήριο. Για την τραγουδίστρια με τους περισσότερους δίσκους στην Αμερική του Μεσοπολέμου, με το πιο πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο (δημοτικά, λαϊκά, σμυρνέικα, ελαφρά, οπερέτες, και τούρκικα) και με την υψηλή τεχνική, κατά πολύ μακράν όλων των άλλων, δεν είχαμε καμιά πληροφορία. Για τη σιωπή του Τύπου τώρα ξέρουμε, πως επειδή εργαζόταν σε καφέ αμάν της Νέας Υόρκης, δεν έπρεπε να περιμένει καμιά αναφορά. Αντίθετα, μάλιστα, ο ελληνικός Τύπος δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώνει την απέχθειά του σε κάθε τι που δεν διευκόλυνε την αμερικανοποίηση των μεταναστών είτε αυτό ήταν ένας αμφιλεγόμενος τρόπος διασκέδασης είτε ολόκληρη η ελληνική λαϊκή παράδοση.
Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω. Η οικογένειά της μετανάστευσε πριν το 1900 στην Αίγυπτο (πιθανώς στην Αλεξάνδρεια). Εκεί τραγουδούσε στα ελληνικά νυκτερινά κέντρα. Είναι άγνωστο αν τον σύζυγό της (τον Κώστα Παπαγκίκα που έπαιζε σαντούρι) τον γνώρισε στην Αμερική, στην Αλεξάνδρεια ή αλλού. Μετά το 1915 πάντως, βρίσκονται και οι δυο στη Νέα Υόρκη και εργάζονται σε νυκτερινά κέντρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 είχαν δικό τους κέντρο διασκεδάσεως (καφέ αμάν) στη Νέα Υόρκη.
Με την οικονομική κρίση του 1929, το ζεύγος Παπαγκίκα έχασε την επιχείρησή του. Στα χρόνια που ακολούθησαν δεν είναι γνωστό τίποτε άλλο εκτός από τη δισκογραφική δραστηριότητα που,όμως, κι αυτή διακόπηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1930.
Το 1998 το περιοδικό «Παράδοση και Τέχνη», που εκδίδεται από το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Οργάνωσης Λαϊκής Τέχνης, δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ελληνοαμερικανού συγγραφέα Στηβ Φράγκου, με θέμα την Παπαγκίκα το οποίο περιλαμβάνει πρόσθετα στοιχεία:
*Η δισκογραφική σταδιοδρομία της τραγουδίστριας αρχίζει το 1918 με δική της εταιρεία δίσκων, τη Victor Record Company.
*Το κέντρο της ήταν το πρώτο καφέ – αμάν που άνοιξε στην πόλη της Νέας Υόρκης, ένα υπερυψωμένο μονώροφο που βρισκόταν στην 34η οδό ανάμεσα στην 7η και 8η Λεωφόρο και λεγόταν «Της Μαρίκας». Για τη δημιουργία του (1925) οι Παπαγκίκα ξόδεψαν όσα είχαν κερδίσει από τις περιοδείες στην Αμερική και από τις πωλήσεις των δίσκων.
*Το 1925 ήταν ο πέμπτος χρόνος της περιόδου της ποτοαπαγόρευσης. Το κέντρο «Marica’s» δεν ήταν ένα απλό καφέ – αμάν αλλά ένα παράνομο ποτοπωλείο.
Μετά από κάποιες παρατηρήσεις για τη μουσική και τους μουσικούς της εποχής, ο συγγραφέας καταλήγει: Το πιστοποιητικό θανάτου της Παπαγκίκα στη θέση Επάγγελμα, αναφέρει «νοικοκυρά». Στις 2 Αυγούστου 1943 ένα ασθενοφόρο κατέβαινε αργά τη Lily Pond Lane ψάχνοντας τον αριθμό 198. Σ’ αυτή την ήσυχη γειτονιά του Staten Island ήξερε άραγε κανείς ποιον είχαν έρθει να πάρουν; Η Μαρίκα Κωνσταντίνα Παπαγκίκα, μια από τις σπουδαιότερες τραγουδίστριες του καφέ – αμάν, είχε μόλις πεθάνει.
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 02/08/2006
Η ιστορία της Μαρίκας Παπαγκίκα είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί πια με περισσότερα στοιχεία, αυτή είναι – όσο πιο λεπτομερώς είναι δυνατόν – ολόκληρη η πορεία της από την γέννησή της στην Κω, μέχρι το τέλος της στη Νέα Υόρκη.
Αντίθετα, η ιστορία της Αρμένισσας Μαρίκας Νίνου έγινε πολύ νωρίτερα γνωστή και τα αφιερώματα στη ζωή και την πορεία της, πολλά. Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του ’50”.
Ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε για τη Νίνου: “Όπως η σκληρή, βραχνή και ατημέλητη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη εικονίζει τον άντρα του ρεμπέτικου της εποχής του, έτσι και η φωνή της Νίνου υλοποιεί τον γυναικείο χαρακτήρα στα τραγούδια που τα χρόνια εκείνα έγραφαν ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης. Τραγουδώντας, ζωγραφίζει γνωστούς και οικείους στον ευρύτερο χώρο της αστικής λαϊκής κοινωνίας γυναικείους χαρακτήρες”.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχει πει μεταξύ άλλων για τη Νίνου: “Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένο για το πάλκο”.
Από τα 119 τραγούδια που ηχογράφησε η Μαρίκα Νίνου σε δίσκους 78 στροφών, τα 34 ηχογραφήθηκαν στην εταιρεία HisMastersVoice, 37 στην Columbia, 8 στην Odeon, 6 στην Parlophone, 12 στη Melody, 20 στην Liberty Αμερικής και 2 στην Apollo Αυστραλίας.
Αυτή η παράσταση που ετοίμασαν ο Γιώργος Ανδρέου, ο Οδυσσέας Ιωάννου και ο Αστέρης Πελτέκης είναι μεν ένας φόρος τιμής στις γνωστές και άγνωστες «Μαρίκες» του λαϊκού τραγουδιού στην εποχή του μεσοπολέμου και τη μεταπολεμική περίοδο, αλλά είναι και μια προσφορά στις νεότερες γενιές να γνωρίσουν πρόσωπα, τις γυναίκες ρεμπέτισσες, που μεσουράνησαν στο μουσικό στερέωμα εντός και εκτός Ελλάδος, αυτή τη χρονική περίοδο.
Όταν η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνίδων τελούσε υπό την απόλυτη κυριαρχία ενός άνδρα, πατέρα ή του συζύγου, αυτές μπαινόβγαιναν ελεύθερα στους τεκέδες, δε μασούσαν με τη ρετσινιά της «αμαρτωλής», τραγουδούσαν τις επιθυμίες τους και τσαλαπατούσαν τον κώδικα των απαγορεύσεων.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ, μάθαμε ότι το ρεμπέτικο τραγούδι εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε κυρίως στα λιμάνια των ελληνικών πόλεων όπου ζούσε η εργατική τάξη και χρωματίστηκε ιδιαίτερα από την έλευση των προσφύγων μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο. Αναπτύχθηκε κατά βάση στα Καφέ Αμάν, τα λαϊκά καφενεία της προπολεμικής Ελλάδας, τους τεκέδες και τις φυλακές και αφορούσε σε μια κοινότητα φτωχών ανθρώπων, κοινωνικά αδικημένων, απόκληρων ή παραβατικών που συγχρωτίστηκαν κάτω από την ταμπέλα του «περιθωρίου».
Ήταν μία κοινότητα που λειτουργούσε ως αντιπαράδειγμα στον κυρίαρχο τρόπο ζωής του συντηρητισμού, της στέρησης και του καθωσπρεπισμού. Αποστρεφόταν την εξουσία, επιβίωνε παράλληλα και ενάντια στο κανονιστικό πλαίσιο της εποχής, αποζητούσε την απόλαυση της ζωής και έπλαθε τα δικά της γλωσσικά και αισθητικά εργαλεία επικοινωνίας. Ήταν ο «χώρος της μαγκιάς», όπως κωδικοποιήθηκε μεταγενέστερα. Από κει ξεπήδησαν οι στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί, οι αμανέδες, τα μακροσκελή ταξίμια, οι βυζαντινού τύπου λαρυγγισμοί που διατρέχουν το ρεμπέτικο της πρώτης περιόδου.
Ήταν πρωτίστως ένας ανδροκρατούμενος κόσμος, στον οποίον όμως συμμετείχαν ενεργά και πολλές γυναίκες, κάποιες ως φίλες, συντρόφισσες ή απλές περαστικές, που γλεντούσαν στο μοναδικό μέρος που ξέφευγε από τον ασφυκτικό έλεγχο της Εκκλησίας και τα ραντάρ της σεμνοτυφίας, και άλλες ως τραγουδίστριες ή δημιουργοί.
Σήμερα λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε με σχετική βεβαιότητα ότι αυτές οι τύπισσες ήταν οι πιο ελεύθερες γυναικείες υπάρξεις της εποχής και ότι κουβαλούσαν, χωρίς απαραίτητα να έχουν αυτήν την επίγνωση ή αξίωση, το πρόταγμα της πρώιμης φεμινιστικής διεκδίκησης.
Γνωστές και άγνωστες μαζί, (Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Ισμήνη Διατσέντε, Κατίνα Χωματιανού, Κίτσα Κορίνα, Στέλλα Βογιατζή, Σοφία Καρίβαλη, Νταίζη Σταυροπούλου κ.α.) οι γυναίκες του ρεμπέτικου συνέθεσαν ένα ημιτελές πρελούδιο χειραφέτησης. Δεν τις οδήγησε η σκέψη ή η θεωρία εκεί, τις οδήγησε το ένστικτο και κυρίως η επιθυμία τους, σε μια εποχή που αυτές οι έννοιες ήταν εξοστρακισμένες από τη διευθέτηση της κοινωνικής ζωής.
Δεν ήταν η πολιτικοποίησή τους φεμινιστική, αλλά η βιωμένη τους πραγματικότητα εμπεριείχε νοήματα γυναικείας ανεξαρτησίας. Κάποιες από αυτές έθιξαν ζητήματα όπως η ερωτική απελευθέρωση και οι εναλλακτικές σεξουαλικότητες, που το φεμινιστικό κίνημα άρθρωσε συνεκτικά τη δεκαετία του ’60, άλλες αποποιήθηκαν οικογένειες και παιδιά, πράξεις που ακόμα και σήμερα θεωρούνται αιρετικές και βέβηλες για όσους ορκίζονται στην «αγία ελληνική οικογένεια».
Κάποιες τις κάνανε και τους χρωστάμε μία αναγνώριση, όπως αυτή που κάνει το Κ.Θ.Β.Ε, με αυτό το πανηγύρι – μνημόσυνο, θα έλεγα.
Όμως, τη δουλευμένη αυτή παράσταση στιγματίζει ένα μεγάλο μείον. Δεν υπάρχει η ανδρική φιγούρα. Μεγάλη απουσία. Στα κατώγια της εποχής, στα ρεμπετάδικα, πολύ περισσότερο στην Αμερική, θαμώνες ήταν κυρίως άνδρες κι οι γυναίκες στο πάλκο. Κάτι σκόρπια λογάκια, όπως «εμείς είμαστε οι άνδρες της ζωής μας» και «δουλεύουμε σαν άνδρες, ερωτευόμαστε και γυναίκες, κλπ» δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη λειψανδρία στην παράσταση. Δε χωνεύεται εύκολα το ζεϊμπέκικο στην πίστα εκείνης της εποχής, από γυναίκες μόνο. Σοκάρεται το αυτί όταν ακούει νταλγκάδες τύπου «ωωχ Παναγία μουυυυ» από γυναίκειο στόμα. Θα θέλαμε στα καπηλειά και στο «Marica’s club» να βλέπαμε άνδρες θαμώνες, να χορεύουν, να τραγουδάνε, να καπνίζουν, να μιλάνε μόρτικα, γιατί όχι, κι ας μην είχανε ρόλους. Η παρουσία τους θα γέμιζε τη σκηνή και θα έκανε το όλο εγχείρημα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πειστικό. Ο συγγραφέας δεν το ήθελε, αλλά ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να το προσθέσει, ως δικό του εύρημα, αλλά το άφησε να κυλήσει λειψό.
Ωστόσο, ο κόσμος διασκεδάζει, τραγουδάει, χειροκροτεί σε κάθε τραγούδι τις επτά κυρίες της σκηνής και τις αποθεώνει στο φινάλε.
Να σημειώσω ότι το έργο έχει γραφτεί από τον Οδυσσέα Ιωάννου για τρία γυναικεία πρόσωπα. Τη Μαρίκα 1 (που είναι και δεν είναι η Νίνου). Τη Μαρίκα 2 (που είναι και δεν είναι η Παπαγκίκα). Την κόρη της Νίνου (εντελώς επινοημένο πρόσωπο, η Νίνου είχε γιο). Και κάποια ακόμη γυναικεία πρόσωπα με σκηνική δράση.
Οι συντελεστές της, βεβαίως, δούλεψαν με σεβασμό απέναντι σ’ αυτές τις «Μαρίκες» και συμπύκνωσαν προσωπικές τους ιστορίες μέσα από χρονικές περιόδους ελληνικής ιστορίας, βοηθούντων των σκηνικών της Δανάης Πανά, των κοστουμιών του Νίκου Χαρλαύτη, των ατμοσφαιρικών φωτισμών του Στέλιου Τζολόπουλου, του βίντεο -αρτ, της χορογραφίας της Στέλλας Εμίνογλου, της ζωντανής μουσικής επί σκηνής, ενώ οι τρεις τσιγγάνες που τις ονόμασαν μοίρες, η χαρτορίχτρα και η αφήγηση, αποτέλεσαν – ως εύρημα – τον πυλώνα πάνω στον οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα της μουσικοθεατρικής συνάντησης όλων αυτών των δυνάμεων στη Σκηνή «Σωκράτης Καραντινός». Πολύ καλές οι νεαρές ηθοποιοί που παίζουν, τραγουδούν και χορεύουν.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης, Σκηνικά: Δανάη Πανά, Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης, Μουσική Σύνθεση- Ενορχήστρωση: Γιώργος Ανδρέου, Χορογραφίες: Στέλλα Εμίνογλου, Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος, Video&graphics: MikeRafail, Βοηθοί σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα, Εύη Σαρμή, Οργάνωση παραγωγής: Χριστόφορος Μαριάδης (έως 28/2/2024), Φιλοθέη Ελευθεριάδου (από 29/2/2024)
*Βοηθός φωτιστή, στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΤουλίνΟσμάν
Διανομή: Λίλη Αδρασκέλα (Κλωθώ), Παναγιώτα Βιτετζάκη (Κόρη), Ηρώ Δημητριάδου (Άτροπος), Εύη Σαρμή (Χαρτορίχτρα), Χρύσα Τουμανίδου (Λάχεσις)
Έκτακτη αντικατάσταση: Ελένη Γιαννούση, Χαρά Γιώτα, Εύη Κουταλιανού
Ερμηνεύουν: Ελένη Τσαλιγοπούλου, Κορίνα Λεγάκη
Αφηγήτρια: Παναγιώτα Βιτετζάκη
Μουσικοί επί σκηνής:
Τραϊανός Αλμπανούδης (κοντραμπάσο), Γιώργος Ανδρέου/ Σάκης Κοντονικόλας (πιάνο), Μαριάνθη Θεμελή (τρομπέτα), Βαγγέλης Καλαμάρας (τύμπανα), Χρήστος Μακρής (φλάουτο), Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι), Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν), Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου (κιθάρα), Κωνσταντίνος Σακαρέλης/ Γιώργος Πουλιανίτης (όμποε)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ευχαριστεί τους συντελεστές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων
Το 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων ολοκλήρωσε τη φετινή του διαδρομή, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στις καλοκαιρινές μας νύχτες. Έχοντας ως κεντρικό άξονα τη «Μεταμόρφωση», η φετινή διοργάνωση μετατράπηκε σε ένα ανοιχτό εργαστήριο ιδεών, συναισθημάτων και καλλιτεχνικής αναζήτησης, αποδεικνύοντας στην πράξη πως η δύναμη της τέχνης και της δημιουργίας μπορεί πραγματικά να μεταμορφώσει την καθημερινότητά μας.
Η επιτυχία αυτής της διαδρομής δεν θα ήταν δυνατή αν δίπλα μας, σε όλο το ταξίδι αυτής της μεταμόρφωσης, δεν είχαμε ανθρώπους που με τη συμβολή και τη στήριξή τους έδωσαν μορφή και πνοή στο όραμά μας.
Ο Πρόεδρος κ. Αρχέλαος Γρανάς, το Διοικητικό Συμβούλιο, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια κ. Εύα Οικονόμου – Βαμβακά και οι εργαζόμενοι του θεάτρου ευχαριστούμε θερμά όλο τον κόσμο που αγκάλιασε με τη συγκινητική παρουσία του το σύνολο των εκδηλώσεων. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, οφείλουμε ένα τεράστιο ευχαριστώ στους ανθρώπους που με την προσφορά τους κάνουν κάθε χρόνο δυνατή την ύπαρξη αυτού του ιστορικού θεσμού.
Αρχικά, ευχαριστούμε τους εθελοντές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων που για μια ακόμη χρονιά στάθηκαν συγκινητικά κοντά μας, προσφέροντάς μας την πολύτιμη βοήθεια αλλά και τον χρόνο τους.
Ευχαριστούμε επίσης τον Δήμο Καβάλας που χρηματοδότησε το σύνολο των δράσεων του Φεστιβάλ και το Υπουργείο Πολιτισμού, με την υποστήριξη του οποίου πραγματοποιήθηκε το 10ο Διεθνές Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος.
Ευχαριστούμε ακόμα την Αρχαιολογική Υπηρεσία Καβάλας και ιδιαίτερα τους αρχαιοφύλακες που ξενύχτησαν μαζί μας, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Καβάλας, το ΕΚΑΒ, την Αστυνομική Διεύθυνση και την Τροχαία Καβάλας, τον Αστυνομικό Σταθμό Κρηνίδων, το Περιφερειακό Τμήμα Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Καβάλας και τη γιατρό κ. Τεστέμπαση Κυριακή, που σε όλες τις παραστάσεις παρείχαν αφιλοκερδώς τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Παράλληλα, ευχαριστούμε τους χορηγούς μας: τη Βιομηχανία Σωλήνων Πολυαιθυλενίου ΒΕΗ, αλλά και τους χορηγούς επικοινωνίας μας ΕΡΤ3, ΕΡΤ Καβάλα, Cosmote TV, Εφημερίδα των Συντακτών, culturenow.gr, in2life.gr, INFOWOMAN, KOITAMAGAZINE, CUE, viewtag.gr, για την έμπρακτη υποστήριξή τους. Ευχαριστούμε, τέλος, συνολικά όλα τα ΜΜΕ και τον δημοσιογραφικό κόσμο, που συνέβαλαν ουσιαστικά με τον χρόνο και τον χώρο που μας διέθεσαν στη φετινή επιτυχία της μεγάλης αυτής διοργάνωσης.
Κι επειδή πίσω από κάθε παράσταση κρύβεται η ουσιαστική συμβολή ξεχωριστών ανθρώπων, ευχαριστούμε το διοικητικό (Τόνια Μανάλη, Έφη Πριμικυρλίδου, Βέρα Λαζαρίδου, Χρύσα Πουρτουλίδου, Χριστίνα Μπέζα, Στέισι Χίντρι, Ολυμπία Σουγκάρη, Γιώτα Δημητριάδη, Σταυρούλα Σαββίδου, Λιλή Νταλανίκα) και το τεχνικό (Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Παναγιώτης Λαζαρίδης, Δημήτρης Χατζόπουλος) προσωπικό του ΔΗΠΕΘΕ, που στήριξε με τις ιδέες και την ενέργειά του το σύνολο των δράσεων.
Ευχαριστούμε επίσης την εταιρεία Toucan Advertising Agency, η οποία διαχειρίστηκε φέτος την προβολή του Φεστιβάλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Studio Hervik, που κατάφερε να “μεταμορφώσει” τις ιδέες μας σε εικόνα, δίνοντας στο φετινό Φεστιβάλ μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα.
Και φυσικά, ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας όλους τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν στις παραγωγές μας και μεταμόρφωσαν τη σκηνή καταθέτοντας την ψυχή και το μυαλό τους. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτούς.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στην καινοτομία που εφαρμόστηκε για δεύτερη φορά φέτος στο Φεστιβάλ: την προσθήκη ελληνικών και αγγλικών υπερτίτλων στις παραστάσεις του Αρχαίου Θεάτρου Φιλίππων. Με αυτόν τον τρόπο, οι παραστάσεις έγιναν πιο προσιτές σε όλους, τόσο στους ξενόγλωσσους επισκέπτες όσο και στο ευρύτερο ελληνικό κοινό, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και την προσβασιμότητα του θεσμού. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την πολύτιμη συμβολή του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας και της προϊσταμένης της Σταυρούλας Δαδάκη, της αρχιτέκτονος μηχανικού Μιχαήλας Πλιαπλιά, καθώς και την άρτια συνεργασία με τους Αθανάσιο Βαλαβάνη, Βύζικας Σκαλωσιές και Supertitles.gr. Στο πλαίσιο αυτό, ευχαριστούμε επίσης τους Παναγιώτη Λαζαρίδη και Στέλα Δημητριάδη, που ανέλαβαν τη διαχείριση των υπερτίτλων.
Ευχαριστούμε θερμά τον Φωτογραφικό Όμιλο Καβάλας και τα μέλη του, που με τη δημιουργική τους ματιά συνέβαλαν στη σύνθεση της Εικαστικής & Ηχητικής εγκατάστασης με τίτλο «Μεταμορφώσεις: και δεν ξανακυνήγησα ποτέ μου», δίνοντας μια ξεχωριστή αισθητική διάσταση στη φετινή μας θεματική.
Η αυλαία του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων πέφτει, αφήνοντας τη διαδρομή της φετινής μεταμόρφωσης να αντηχεί ακόμα μέσα μας και να αφήνει ένα βαθύ, ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές μας. Γεμάτοι από τη μαγεία αυτού του ετήσιου ταξιδιού και με την εμπειρία αυτού του «μικρού θαύματος» ως πυξίδα, σας αποχαιρετάμε και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη χρονιά -έτοιμοι να ανακαλύψουμε μαζί νέους, ακόμα πιο μακρινούς ορίζοντες.
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Πολιτισμός
Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα
Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα
Η συναυλία «Μάρθα Φριντζήλα The Kubara Project + Kalogeraki Bros» που ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, ματαιώνεται για λόγους ανωτέρας βίας σύμφωνα με ανακοίνωση της παραγωγής, όπως αναφέρεται παρακάτω:
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Βρισκόμαστε στην δυσάρεστη θέση να ακυρώσουμε την προγραμματισμένη συναυλία της Μάρθας Φριτζίλα για την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου στο Αρχαίο θέατρο Φιλίππων για λόγους ανωτέρας βίας της παραγωγής.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί ηλεκτρονικά έχουν ήδη ακυρωθεί και θα επιστραφούν τα χρήματα στις κάρτες από τις οποίες αγοράστηκαν.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί από τα φυσικά σημεία προπώλησης θα επιστραφούν στα σημεία από όπου αγοράστηκαν.
Περισσότερες πληροφορίες στα info@flashlive.gr και στο τηλέφωνο 2610 223443
Ευχαριστούμε για την κατανόηση,
Flash live Events
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Πολιτισμός
Ελκυστικές οι «Βάκχες» του Ευριπίδη από τον Javor Gardev στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Στο πέρασμα των χρόνων, λίγο ως πολύ, τις σωζόμενες αρχαιοελληνικές τραγωδίες ο σύγχρονος θεατής μπορεί να τις καταλάβει. Αλλά αυτούς τους «ήρωες» των «Βακχών» του Ευριπίδη, αυτόν τον θεό Διόνυσο που έρχεται να επιβάλει τη λατρεία του, αυτόν το βασιλιά της Θήβας Πενθέα, που αντιτίθεται στη νέα λατρεία και διώκει τον «Προφήτη» και τους οπαδούς της, αυτή τη βασιλομήτορα Αγαύη, που λυσσομανάει με τις άλλες μαινάδες στον Κιθαιρώνα και, εντέλει, κατασπαράζει τον ίδιο της το γιο, τον Πενθέα, αυτά τα αλλόκοτα πρόσωπα μιας ανοίκειας ιστορίας -σε αντίθεση με τα «ανθρώπινα» θέματα των περισσότερων άλλων τραγωδιών- πώς τα αντιμετωπίζει ο σύγχρονος θεατής;
Με απλά λόγια, ποιο είναι το «νόημα» αυτού του μυστήριου έργου, που έβαλε τελεία και παύλα στην αρχαία ελληνική τραγωδία, κλείνοντας τόσο τη ζωή του δημιουργού της, του Ευριπίδη (406 π.Χ.) όσο και τον Χρυσό Αιώνα της ελληνικής αρχαιότητας;
Τι είναι οι «Βάκχες»; Απλώς, δραματική αξιοποίηση ενός μύθου; Ποιητική σύνοψη του βίαιου χρονικού της επέλασης κάθε νέας θρησκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας; Φιλοσοφική πραγματεία, εν είδει θεατρικού έργου, πάνω στη σχέση του ανθρώπου με το θείο; Καυστικό σχόλιο ενός αβόλευτου πνεύματος, όπως ο Ευριπίδης, πάνω στις ακραίες τάσεις της εποχής του; Στοχαστική καταβύθιση σε υπαρξιακά, ερωτήματα;
Ναι, στις «Βάκχες» πρέπει να σκάψει κανείς λιγάκι για να νιώσει, να έρθει σε στιγμιαία έστω επαφή με ένα « άλλο ρίγος ». Και πολύ σπάνια τον βοηθάει μια παράσταση. Διότι, απλούστατα, οι «Βάκχες» σπάνε κόκκαλα και πολύ δύσκολα πετυχαίνει μια παράσταση, μαγευτικό αποτέλεσμα.
Να όμως που το φετινό ανέβασμα των «Βακχών» προσφέρει μια ανάγνωση, η οποία όχι μόνο «διαβάζει» με καθαρότητα το έργο, κατορθώνοντας μάλιστα να διασώζει και την ποίησή του, αλλά κοσμείται και με άλλα επιτεύγματα.
Η σκηνοθεσία του Javor Gardev ακολουθώντας ένα «τελετουργικό» ύφος, συνέθεσε σε αρμονικό όλον τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, χορογραφία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς.
Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονός, την εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα.
Όταν έγραφε ο Ευριπίδης το έργο στη Μακεδονία, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν και μόνο η θύμησή του επιζούσε, σε μυθική μορφή.
Η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολύμπιων θεών, ενώ οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση, δρούσαν ακόμα με άλλες μορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη.
Οι Βάκχες είναι η κατεξοχήν τραγωδία για το συλλογικό ασυνείδητο του διονυσιακού κόσμου. Ο Ευριπίδης ενορχηστρώνει αριστοτεχνικά την έλευση ενός νέου Θεού, ο οποίος διεκδικεί την αποδοχή και την λατρεία σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει και να εξισορροπήσει την ζωώδη με την έλλογη φύση του ανθρώπου.
Ο Θεός Διόνυσος, γιος του Δία και της Σεμέλης, επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Θήβα, προκειμένου να διδάξει την ιερή βακχεία στην πόλη του. Βρίσκοντας αντίσταση από την Αρχή της πόλης, τον ξάδελφό του Πενθέα, ξεσηκώνει τις γυναίκες της πόλης σε μια ιερή τρέλα, την Βακχεία, προκειμένου να δείξει την δύναμή του.
Ο Πενθέας τον συλλαμβάνει, προσπαθώντας να επιβάλει τη δύναμή του και να φυλακίσει έναν θεό. Ο Θεός όμως έχει ήδη παρακινήσει τις Βάκχες του στον Κιθαιρώνα, όπου μέσα στην ιερή φύση εκείνες κάνουν θαύματα, αποδεχόμενες τη διάσταση της φύσης του ανθρώπου.
Η εκδίκηση του Θεού έρχεται σαν κεραυνός του Δία που είχε κατακάψει την μητέρα του Σεμέλη. Παρασυρμένος από τη δίψα του να μην αποδεχτεί τον θεό, ο Πενθέας μεταμφιεσμένος ανεβαίνει στον Κιθαιρώνα προκειμένου να δει με τα ίδια του τα μάτια το μελωδικό μεθύσι των Βακχών και τα θαύματα που κάνουν.
Εκεί, όμως, τον κατασπαράσσει ζωντανό η ίδια η μητέρα του, Αγαύη, νομίζοντας ότι είναι νεαρό λιοντάρι. Ο Διόνυσος, θριαμβευτής επιβάλλει τη δύναμή του στη Θήβα, η οποία τον λατρεύει σαν θεό και θεραπευτή.
Φέρνοντας για πολλοστή φορά τους συμπολίτες του αντιμέτωπους με τις ανθρώπινες συμπεριφορές που στηλίτευε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνθέτει μια τραγωδία – από τις λίγες που έχουν ως αντικείμενο τον θεό Διόνυσο – για τη σύγκρουση του θεού με τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη αρετή και αγριότητα, τη σύνεση και την πλάνη, το λογικό και το άλογο. Για τον Ευριπίδη, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τα κτηνώδη ένστικτά του, όταν η βαρβαρότητα ξυπνά μέσα του με λύσσα, κάθε κοινωνική συνύπαρξη ακυρώνεται, ακόμα κι αν πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνίας, τη σχέση μάνας-παιδιού.
Είναι η βία που σημαίνει το τέλος της πόλης-κράτους των Αθηνών. Και καθώς η τραγωδία καταπιάνεται με την ουσία της ανθρώπινης ταυτότητας, πολιτικής ή ατομικής, με το τέλος αυτής της τελευταίας, οι Βάκχες καθίστανται -από πολλές απόψεις- ένα δράμα για τον θάνατο της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας.
Οι Βάκχες, έρχονται στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος «The Tiger Lillies» , οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.
Σοφή επιλογή. Έχοντας το εκπληκτικό αγγλικό συγκρότημα, με τη διεθνή ακτινοβολία, στη σκεπή της σκηνής να επιβάλλουν τη δική τους θεατρικότητα, δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες, δεύτερης επιλογής συμπληρωματικές θεατρικότητες. Η μουσική δημιουργεί το τοπίο μέσα στην παράσταση, μας και ο λόγος χτίζει πνευματικές εικόνες που θα το κατοικήσουν.
Ο θίασος του Διόνυσου παραμένει κυρίαρχος στη σκηνή και τα μέλη του κρατούν με πίστη τον θύρσο της μαρτυρίας του.
Ο ίδιος ο Χορός, που με τη χορογραφία της Uršula Teržan αποκαλύπτει ένα θεατρικό όργανο εξαιρετικά δουλεμένο, με πειθαρχία, εσωτερικό ρυθμό και έντονη σωματικότητα, αποκαλύπτει επίσης κι έναν συλλογικό οργανισμό που αναπνέει με ελευθερία στον χώρο, έχει μεν διονυσιακά στοιχεία, αλλά εκπέμπει και μια εσωτερική, στατική ενέργεια.
Η παράσταση δεν περιορίστηκε στην ορχήστρα ούτε αντιμετώπισε το φυσικό τοπίο ως ένα όμορφο σκηνικό. Αντίθετα, αξιοποίησε κάθε στοιχείο του χώρου, μετατρέποντας το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων σε τόπο, όπου ο μύθος φαινόταν να επιστρέφει στη φυσική του κατοικία και αυτή η επιλογή της κίνησης των Βακχών δίπλα στο κοινό, στις σκάλες και στα διαζώματα, μεταφέρει την ατμόσφαιρα των μαινάδων στο κοίλο, ενώ εντάσσονται στο ίδιο αισθητικό σύμπαν, καθώς συνομιλούν οργανικά τόσο με τον βακχισμό όσο και με το σκοτεινό καμπαρέ των Tiger Lillies.
Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι εκθαμβωτικά, καθώς δίνουν μια αλλόκοτη μορφή στις Βάκχες, κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο ζωώδες.
Και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία της σκηνοθεσίας. Οι απότομες μεταβάσεις από τις θερμές στις ψυχρές τονικότητες, από το κίτρινο στο βαθύ κόκκινο, σηματοδοτούν τις συνεχείς μεταπτώσεις του έργου από τη γοητεία στην απειλή, από τη μέθη στη βία, από την απολλώνια διαύγεια στη διονυσιακή έκσταση.
Αδιευκρίνιστη παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης η πρόθεση ανάδειξης της τραγικότητας στην πρόταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Cardev (οι μεταμορφώσεις περιορίζονται σε ένα κλουβί που αλλάζει τα πρόσωπα που φιλοξενεί) και, εγκαταλείποντας την κανονικότητά μιας κλασσικής παράστασης, μένουμε στο θέαμα ενός μιούζικαλ, ενός σόου -υψηλών- προδιαγραφών.
Σ’ αυτή τη φιλοσοφία τον κύριο λόγο έχουν οι The Tiger Lillies, που χτίζουν το προφίλ του εγχειρήματος με τις προδιαγραφές δρώμενου σε καμπαρέ, σε τσίρκο, σε περφόρμανς με ήρωες-μαριονέτες ή θύτες και θηράματα. Δρουν σε ένα σκηνικό με κάγκελα, σε μια «μάχη» -προφανώς- με τη μοίρα, προσπαθώντας να την ανατρέψουν. Παράδειγμα, η εικόνα του «εγκλωβισμένου» Πενθέα στο κλουβί -εκεί που λίγο πριν είχε οδηγηθεί ο Διόνυσος- και οι ορεγόμενες Βάκχες που τον καρτερούν.
Στη συνθήκη αυτή ο Διόνυσος (Leonid Yovchev) καταφτάνει, για να συντονίσει την εξέλιξη από τις κερκίδες, αγέρωχος, επιβλητικός, εκθαμβωτικός. Και είναι καλός ως καθοδηγητής των Βακχών του, ως φαινομενικό θύμα του Πενθέα αρχικά, ως διαχειριστής του αργότερα, ως θεός που φέρει τη λύση, στο τέλος.
Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η εξαιρετική Λουκία Μιχαλοπούλου, ως Αγαύη, που, από στοργική μητέρα γίνεται μανιασμένη δολοφόνος του παιδιού της και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μια μάνα που θρηνεί για την τραγική απώλειά του.
Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά – πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών – εθών, των νόμων και της αυτοεικόνας μας.
Τον ρόλο του θεού Διόνυσου ερμηνεύει ο Βούλγαρος ηθοποιός Λεονίντ Γιόβτσεφ, ένας από τους πιο χαρισματικούς και τολμηρούς πρωταγωνιστές της γενιάς του, γνωστός για τις καθηλωτικές του ερμηνείες και συχνά αποκαλούμενος ως το «enfant terrible» του βουλγαρικού θεάτρου.
Τον ρόλο του Κάδμου ενσαρκώνει ο πολύ καλός Αλέξανδρος Μυλωνάς, με τη θαυμάσια του αγγλική προφορά.
Ο υπερταλαντούχος Μιχάλης Ταμπακάκης είναι ένας συγκλονιστικός Πενθέας και, μάλιστα, στην Αγγλική γλώσσα, ο οποίος από ισχυρός βασιλιάς και γενναίος άνδρας μετατρέπεται σε ευάλωτη προσωπικότητα και καταδικασμένη γυναίκα που καταλήγει θύμα. Η σκηνή με την αναμέτρηση Πενθέα- Διόνυσου, συναρπαστική.
Ο εντυπωσιακός δωδεκαμελής Χορός των Βακχών, που δρουν κυρίως υπό τους ήχους των Tiger Lillies, το πρόσημο είναι θετικότατο, επειδή είναι άριστα συντονισμένες ταλαντούχες γυναίκες, ρυθμικές, που χορεύουν, τραγουδούν -το προσκλητήριο θανάτου (come, come…) εκρηκτικό, σαν κάλεσμα σε λαϊκό πανηγύρι- μπλέκονται με τον ερωτιάρη Διόνυσο αλλά και με το κοινό, θυμίζουν περιφερόμενα ξωτικά, όπως στα παραμύθια και χειροκροτούνται από το κοινό επάξια.
Οι «The Tiger Lillies», υπογράφοντας και εκτελώντας ζωντανά τη μουσική, ενσωματώνονται στη δράση ως σκοτεινοί τροβαδούροι, με τις μορφές τους να αντλούν έμπνευση από το διονυσιακό σύμπαν. Αυτή η συνέργεια μεταξύ των θεατρικών οργανισμών, των ηθοποιών και της ζωντανής μουσικής δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που αμφισβητεί τις βεβαιότητες της λογικής. Επί της ουσίας, η παράσταση στήθηκε από αυτούς, για αυτούς και το κοινό απολαμβάνει το σχέδιο.
Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης: «Οι Βάκχες είναι εκείνη η τραγωδία που φτάνει πιο μακριά από κάθε άλλη στο ενδιαφέρον για τις ανορθολογικές παρορμήσεις και την παραφροσύνη. Τόσο μακριά, που αποδεικνύεται επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη και για τους θεατές, οι οποίοι καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τους βαθύτερους και ισχυρότερους φόβους τους».
Πρόκειται για μια δυνατή, ολοκληρωμένη προσπάθεια όλων των συντελεστών, με προσοχή σε λεπτομέρειες που δείχνουν σεβασμό και μελέτη πάνω στο έργο του Ευριπίδη και, εν γένει, στο αρχαίο θέατρο, όπως η τιμή του Διονύσου πάνω στη «θυμέλη», στον βωμό, στο κέντρο της ορχήστρας. Σκηνοθετικά, ο Γκάρντεφ υπηρέτησε την πρότασή του μέχρι το τέλος.
Πιστεύω ότι το πλήθος που συνέρρευσε στα ανοικτά θέατρα για αυτές τις «Βάκχες» είχε δυνατά κίνητρα. Τους Tiger Lillies, αλλά και τη σύμπραξη δυο κρατικών θεάτρων: του Εθνικού Θέατρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Κρατικού Θέατρου Βορείου Ελλάδος.
Οι παραστάσεις συνεχίζονται το καλοκαίρι και μέχρι τον Οκτώβριο, σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Ευριπίδης
Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson
Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova
Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev
Σκηνοθεσία: Javor Gardev
Μουσική: Martyn Jaques
Live επί σκηνής: The Tiger Lillies (Martyn Jaques, Adrian Stout, Budi Butenop)
Σκηνικά: Nikola Toromanov
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Ursula Terjan
Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Δραματουργική ανάλυση: Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Pavlina Dublekova
Βοηθός σκηνοθέτη: Liuba Todorova
Διεύθυνση σκηνής: Bogdan Dimitrov
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Ρίτα Σίσιου
Social Media: Άποψη, Δημήτρης Κοντογιάννης
Διανομή
Leonid Yovchev (Διόνυσος)
Samuel Finzi (Τειρεσίας)
Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κάδμος)
Λουκία Μιχαλοπούλου (Αγαύη)
Μιχαήλ Ταμπακάκης (Πενθέας)
Ivan Youroukov (Αγγελιαφόρος Α’)
Martin Dimitrov (Αγγελιαφόρος Β’)
Ivan Nikolov (Δούλος)
Ραψωδοί (The Tiger Lillies)
Μεσαίος — Martyn Jacques
Aιθέριος — Adrian Stout
Χθόνιος — Budi Butenop
Χορός των Βακχών:
Kremena Slavcheva
Ξένια Γραμματικού
Δανάη Σταματοπούλου
Αλεξάνδρα Γαϊδατζή
Nadya Keranova
Νεφέλη Ανθοπούλου
Ελένη Θυμιοπούλου
Alexandra Svilenova
Αγγελική Κιντώνη
Ζωή Ευθυμίου
Ευθυμία Δανιηλίδου
Πολυξένη Σπυροπούλου
Συμπαραγωγή του «Ιβάν Βάζοφ» Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ Πολιτιστική
Στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login