Connect with us

Πολιτισμός

Η ανατρεπτική «Μήδεια» του Μποστ στο Φρούριο Καβάλας

Η-ανατρεπτική-«Μήδεια»-του-Μποστ-στο-Φρούριο-Καβάλας

Από το 1987, συνέχεια λέγανε ο Θανάσης Παπαγεωργίου και η Λήδα Πρωτοψάλτη στον Μποστ: “γράψε κάτι καινούργιο Μέντη” κι εκείνος ζητούσε να του δώσουνε θέματα και ιδέες. Το ένα το εύρισκε ανούσιο, το άλλο χιλιοειπωμένο, το τρίτο δεν του φαινότανε αστείο. Μέχρι που έπεσε η ιδέα για μια τραγωδία. Έτσι απλά του είπανε: πάρε το θέμα σου από μια τραγωδία. Ήτανε και η περίοδος που στην Επίδαυρο ο κάθε “ημέτερος” κακοποιούσε με πάθος τα ιερά και όσια κείμενα, μια συνήθεια που ευδοκιμεί ιδιαίτερα στο ελληνικό θέατρο. Αλλά απ’ όσες τραγωδίες του προτείνανε, καμιά δεν του έκανε εκείνο το γνωστό “κλικ” που θα τον ερέθιζε. Μέχρι που έπεσε η ιδέα της Μήδειας του Ευριπίδη. “Αυτή μάλιστα, έχει και φόνους”, είπε μ’ εκείνο το πονηρό και πολλά υποσχόμενο μισοχαμόγελό του. Και στο μυαλό του γεννήθηκε η “Μήδεια”.

Ο Μποστ πήρε την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη και την ξαναγέννησε όπως ήθελε αυτός. Και από ό,τι φαίνεται, όλο αυτό πρέπει να το έκανε με τρελό κέφι. Η παλιά Μήδεια, μπορεί να έφτυσε αίμα στα χέρια του, αλλά βγήκε ολοκαίνουργια, κεφάτη, σέξι, ποπ και κυρίως εκρηκτική και απροσδόκητη, από το ευφάνταστο extreme makeover που της επεφύλαξε!

«ΜΗΔΕΙΑ – ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
ΤΡΟΦΟΣ
Κυρία, κάποιος σας ζητεί που μοιάζει ευπατρίδης
και αν τον ήκουσα καλά, λέγεται Ευριπίδης…

ΜΗΔΕΙΑ
Αχ, θα ’ν ’ αυτός ο συγγραφεύς που γράφει τραγωδίας
δράματα πάσης φύσεως καθώς και κωμωδίας.
Είμαι σχεδόν ημίγυμνος, αλλά και δεν με μέλει
πες του να μπει να τον δεχθώ, να δούμε τί με θέλει.»

Απ’ το πρώτο ανέβασμα του έργου το 1993 στο θέατρο «ΣΤΟΑ», το χιούμορ του Μποστ, ο οποίος ήθελε «οι θεατές περισσότερο να χαμογελάνε και λιγότερο να χαχανίζουν», πέτυχε τον στόχο του και δημιούργησε μια μοναδική σάτιρα, βασισμένη στις πιο τραγικές ιστορίες της αρχαίας δραματουργίας. Με την μοναδικότητα της γραφής του, μετέτρεψε την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη σε μια -μέχρι δακρύων από τα γέλια- κωμικοτραγική φιγούρα και παράλληλα, με αριστοφανικές μεταφορές και συνεχείς παρερμηνείες, καυτηρίασε τη νεοελληνική πραγματικότητα.

Όπως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά: «Πρόκειται για ένα έργο που επικρίνει τους επικριτάς, προβληματίζει τους κριτάς και ελευθερώνει τους θεατάς»

Υπόθεση:

Όπως και στη Φαύστα του, έτσι και εδώ ο Μποστ, μας δίνει την υπόθεση του έργου δια μέσου του Προλόγου, ο οποίος λέγεται από τον Τροφό:

«Είμαι τροφός των δυο παιδιών, του Ιάσων και της Μήδειας, και ηλικίας και των δυο απάνω κάτω ίδιας. Στα δεκατρία δηλαδή, είναι το ένα το παιδί και όσο για το άλλο, γύρω στα δεκατέσσερα και όχι πιο μεγάλο. Δουλειά μου είναι το πρωί, στον ήλιο να τα βγάζω, κι’ όταν βραδιάζει αρκετά στο σπίτι να τα βάζω. Σε μία κρίση έρωτος η άσπλαχνη μητέρα θέλων να δώση μάθημα στον άπιστο πατέρα, σφάζει τα δύο της παιδιά λόγω ζηλοφθονίας προβαίνων εις την διάπραξιν φρικτής δολοφονίας. Πράγμα φρικτόν ο έρωτας. Τον άνθρωπο τρελαίνει και μαρασμόν μάς προκαλεί και ο θνητός πεθαίνει.»

Και πραγματικά, αυτή είναι η υπόθεση της Μήδειας. Έπειτα, συνεχίζοντας ο Τροφός απαγγέλλει ένα ηθικό δίδαγμα, αναφορικά με τον Έρωτα και τα δεινά που προκαλεί σε θνητούς, νέους και γέρους.

O Μποστ κατάφερε να δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό και αναγνωρίσιμο σατιρικό ύφος, ως σκιτσογράφος, κειμενογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος. Η ανορθόδοξη χρήση της γλώσσας και τα σκοπίμως ανορθόγραφα κείμενά του είχαν στόχο να αποδομήσουν την καθαρεύουσα και να καθιερώσουν τη δημοτική γλώσσα. Η σάτιρα του Μποστ έβαζε στο στόχαστρό της τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την ημιμάθεια, τον νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, καθώς και την ελληνική πολιτική ζωή.

Ο συγγραφέας

Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου του Κλεόβουλου και της Ουρανίας (γνωστός ως Μέντης Μποσταντζόγλου ή Μποστ) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1920 η οικογένειά του κατέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και το 1926 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Από παιδί έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τις ξένες γλώσσες και τη ζωγραφική. Το παρατσούκλι Μέντης τον συνόδευε από τα γυμνασιακά του χρόνια. Το 1939 έδωσε εξετάσεις στην Σχολή Καλών Τεχνών, σταμάτησε όμως να παρακολουθεί μαθήματα έξι μήνες αργότερα, καθώς ήθελε να ακολουθήσει προσωπικό δρόμο. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίστηκε ως εικονογράφος, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με την έκδοση του βιβλίου Ο Άγιος Φανούριος. Θέμα για δούλεμα. Βοήθημα διά την κατανόησιν των κινέζων κλασικών του 20ου αιώνος, ήτοι των συγγραφέων Γκά-τσου και Βου-σβου-νι, με εμφανή ήδη στοιχεία, τις επιρροές που δέχτηκε από το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού αλλά και του ιδιότυπου σατιρικού λόγου του. Το 1948 παντρεύτηκε τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου με την οποία απέκτησε δύο γιους. Πέθανε στην Αθήνα. Πολύπλευρη και ανήσυχη προσωπικότητα, ο Μποστ ασχολήθηκε τόσο με τις εικαστικές τέχνες όσο και με την τέχνη του λόγου. Σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, χαρτογράφος και ζωγράφος, συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οίκους, πραγματοποίησε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και εξέδωσε λευκώματα με τη δουλειά του, από τα οποία σημειώνουμε ενδεικτικά την ιδιαίτερα επιτυχημένη έκδοση Σκίτσα του Μποστ με πρόλογο του Ηλία Πετρόπουλου (1959). Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, σε συνεργασία με τον οποίο ο Μποστ έγραψε και τα κείμενα για την παράσταση Όμορφη Πόλη που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στο θέατρο Παρκ το καλοκαίρι του 1962. Είχε προηγηθεί το πρώτο θεατρικό έργο του με τίτλο Δον Κιχώτης (1961). Σταθμός ωστόσο στην πορεία του ως θεατρικού συγγραφέα υπήρξε η Φαύστα ή Η απολεσθείς κόρη (1964). Ο θεατρικός λόγος του Μποστ εκφράζει την αγωνία του για τη σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τη δίοδο της ευφυούς σάτιρας και αποτελεί καρπό δημιουργικής αφομοίωσης των διαβασμάτων του συγγραφέα αλλά και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης. Έγραψε επίσης πεζά κείμενα και ευθυμογραφήματα. Παράλληλα ασχολήθηκε για χρόνια με το πολιτικό χρονογράφημα, ενώ για την αγωνιστική του δράση στο χώρο της Αριστεράς γνώρισε διώξεις ήδη από την περίοδο της γερμανικής κατοχής αλλά και στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μέντη Μποσταντζόγλου βλ. Πεφάνης Γιώργος Π., «Χρονολόγιο Χρύσανθου (Μποστ) Βοσταντζόγλου», στο πρόγραμμα της παράστασης της Φαύστας από τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, θεατρική περίοδος 1996-1997.

Η παράσταση

Η εκδοχή που παρουσιάζει ο Νικορέστης Χανιωτάκης περιέχει αρκετά στοιχεία που μετατρέπουν το αρχικό κείμενο σε μια ακόμα πιο ξέφρενη κωμωδία, που εξακολουθεί να στηρίζεται στο μοναδικό σπινθηροβόλο πνεύμα του συγγραφέα, βασισμένη στις πιο τραγικές ιστορίες της αρχαίας δραματουργίας. Είναι, όμως, τόσες πολλές οι προσθήκες, οι παρεμβάσεις, τα μπόλια ό,τι να’ ναι, ώστε θα τη χαρακτήριζε κανείς άνετα, έμμετρη σύγχρονη επιθεώρηση με όλες τις απαραίτητες σάλτσες από «γαμοσταυρίδια» και άλλα τραγανιστά εδέσματα, που αρέσκονται να καταναλώνουν οι θεατές και να ξεσπούν σε ακράτητα γέλια.

Αναφορές στα πρόσφατα σκάνδαλα αλλά και σε άλλα σύγχρονα στοιχεία της εποχής μας (εμβόλια AstraZeneca, γερά καρφιά στην κυβέρνηση , ιδίως στην υπουργό Μενδώνη, κλπ), προσαρμόζονται στην κωμωδία του Μπόστ και μεταφέρουν τη σάτιρά του στο σήμερα, για να αποδείξουν, ας πούμε, την διαχρονικότητα του κειμένου του.

Πρόκειται για μια, σίγουρα, ευφρόσυνη παράσταση, όπου το πνευματώδες, πανούργο έργο του Μποστ, πλήρους σκανδαλώδους χιούμορ και ευφάνταστων δεκαπεντασύλλαβων στίχων προκαλεί αβίαστα γέλιο. Ενώ στο κείμενο καυτηριάζεται η υποκρισία της κοινωνίας και υψηλών θεσμών, παράλληλα δικαιολογείται η παιδοκτονία της Μήδειας και δίνεται η ευκαιρία στον τυφλό Οιδίποδα να δείξει στο κοινό την κοινωνική και ταξική του πτώση. Με αδιάκοπη ειρωνεία τονίζεται η «εντιμότητα» και η «ηθική ανωτερότητα» των Ελλήνων έναντι άλλων λαών, ενώ κορυφαία σκηνή της παράστασης είναι η συνάντηση και ο διάλογος της ίδιας της Μήδειας με τον συγγραφέα της ομώνυμης τραγωδίας, Ευριπίδη. Ο ευφυής Μποστ σκαρφίζεται μια ευρηματική συνομιλία μεταξύ τους για να δώσει δήθεν στο κοινό πληροφορίες, για το πως ο μεγάλος τραγωδός αποφάσισε να κάνει τη βασική του ηρωίδα φόνισσα των παιδιών της, ενώ η Μήδεια χωρίς να το καλοκαταλαβαίνει του δίνει ιδέες για να προχωρήσει την υπόθεση του έργου του!

Καθηλωτικός ο πρωταγωνιστής Μάκης Παπαδημητρίου στον ρόλο της Μήδειας, ο οποίος ισορροπεί ολόκληρη την παράσταση με την τεχνική του ικανότητα. Ο ηθοποιός, έχοντας το έμφυτο ταλέντο της κωμωδίας, αποδίδει με αρτιότητα τον δεκαπεντασύλλαβο ρυθμό και ερμηνεύει με άνεση και, κάποιες φορές, με υπερβάλλοντα ζήλο τον απαιτούμενο κωμικό χαρακτήρα. Απόδειξη, πως έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε ό,τι του ζητηθεί με ευκολία, αλλά και με πολλή δουλειά. Ενσαρκώνει σπαρταριστά τη Μήδεια, ως σύγχρονη Ελληνίδα μάνα που, απηυδισμένη, αποφασίζει να σκοτώσει τα «παραστρατημένα» παιδιά της.

Ο καλός ηθοποιός Γεράσιμος Σκαφίδας, με τα πρόσθετα μεγάλα οπίσθια και στήθη φέρνει στο προσκήνιο τον Αριστοφάνη αλλά στον σημερινό θεατή ρίχνει στα μάτια του και την αγαπημένη «MRS. DOUBTFIRE». Μεταμορφώνεται σε Τροφό που συμμερίζεται τα άγχη μιας μητέρας, είναι πιστή στην Κυρία της και δίνει πάντα λύσεις σε ό,τι αφορά στα παιδιά.

Ο έμπειρος Γιάννης Καλατζόπουλος δωρίζει το ταλέντο του στους θεατές, προξενώντας αυθόρμητα γέλια ως Οιδίποδας, ενώ ο Γιάννης Δρακόπουλος δίνει σάρκα και οστά στον Ευριπίδη, τον γεμάτο αβεβαιότητα για τη συγγραφική του πορεία.

Η Αντιγόνη της Άννας Φιλιππάκη μιλάει με κωμικότατο στόμφο και θρήνο αρχαίου δράματος, για την κατάντια του πατέρα της και τη δική της. Η Άννα Κλάδη, ερμηνεύει με αξιοπρέπεια τους ρόλους του εξάγγελου και του ψαρά, που τα οικονομικά του δεν του επιτρέπουν να ανοίξει μαγαζί και τριγυρίζει διαλαλώντας την πραμάτεια του.

Τέλος, η Μαρία Διακοπαναγιώτου σκορπά γενναιόδωρα το γέλιο, ως καλόγρια Πόλυ, γκροτέσκα φιγούρα από μόνη της και, σαφέστατα, δεινό υποκριτικό ταλέντο.

Να σημειώσω ότι όλοι είναι καλλίφωνοι και αποδίδουν πολυφωνικά τα χορικά που πρόσθεσε ο σκηνοθέτης με τον ευφυή συνθέτη Γιάννη Μαθέ. Μάλιστα, η έναρξη της παράστασης με το δάνειο από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου, προϊδεάζει θετικά για την αξιόλογη περαιτέρω δουλειά του συνθέτη.

Τα κοστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου ιδιαιτέρως έξυπνα, ενδεικτικά των διαφορετικών εποχών τις οποίες διένυσε και συνεχίζει να διανύει η Ελλάδα, έχουν σκελετό παραδοσιακών φορεσιών αλλά με πολλά σύγχρονα στοιχεία. Διαφέρει ο δούλος που θα συνομιλήσει με τον Οιδίποδα και στο τέλος θα περιγράψει τον φόνο που έγινε μέσα στο παλάτι από την παιδοκτόνο Μήδεια, ο οποίος είναι ντυμένος σαν σύγχρονος Μπάτλερ με γκρι κοστούμι και άσπρα γάντια. Επίσης, διαφέρει και η Μήδεια που εμφανίζεται στον θρόνο της με μαύρο κοντό νυχτικό, μαύρες γυναικείες κάλτσες, φιλέ στο κεφάλι, πασούμια – παντόφλες, μια λευκή ρόμπα και μια μαύρη βεντάλια.

Το σκηνικό της Αρετής Μουστάκα στο πατάρι του Φρουρίου Καβάλας, εντελώς αφαιρετικό. Πέραν της πολυθρόνας – μύδι και τα σκόρπια μύδια με κέλυφος κυκλικά, ένα σταντ με ρούχα. Ασφαλώς, παράσταση μπορεί να γίνει και σε παντελώς έρημη σκηνή, οπότε δε μένουμε στα σκηνικά.

Η πρωτότυπη μουσική φέρει την υπογραφή της ταλαντούχας Monika, ενώ η μουσική διδασκαλία των ηθοποιών, η προσαρμογή των παλαιότερων μελωδιών και η εκτέλεση των μουσικών θεμάτων γίνεται και ζωντανά, από τον εξαιρετικό πιανίστα Γιάννη Μαθέ.

Την κινησιολογία των ηθοποιών επιμελήθηκε η Ειρήνη-Ερωφίλη Κλέπκου.

Η «Μήδεια» του Μποστ, συν τις κάμποσες προσθήκες, σε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη, είναι μια διασκεδαστική παράσταση, μια σύγχρονη επιθεώρηση, χωρίς βαρύγδουπες αναλύσεις και μεγαλοστομίες.

Ο κόσμος που την είδε στο θέατρο Φρουρίου γέλασε, πέρασε καλά και γι’ αυτό ανηφόρησε τα σοκάκια της Παναγίας, πλήρωσε 18 ευρώ εισιτήριο και χάρηκε ένα δροσιστικό δίωρο.

Η καλλιτεχνική́ εταιρεία Μυθωδία, σε συνεργασία με την People Entertainment Group την παρουσιάζουν για δεύτερη χρονιά́, σε μεγάλη καλοκαιρινή́ περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Αυτήν την «Μήδεια» έχουν ήδη παρακολουθήσει χιλιάδες θεατές και η Καβάλα δεν είναι σίγουρα, ο τελευταίος της σταθμός.

Συντελεστές

Διασκευή – Απόδοση στίχων – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική*: Monika
Σκηνικά: Αρετή Μουστάκα
Βοηθός Σκηνογράφου: Έμιλυ Ονησιφόρου
Κοστούμια: Χριστίνα Πανοπούλου
Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Φέξη
Χορογραφίες-Επιμέλεια κίνησης: Ειρήνη – Ερωφίλη Κλέπκου
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάννα Παπασάββα
Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ
* Η μουσική παίζεται ζωντανά από τους ηθοποιούς

Διανομή:
Μήδεια: Μάκης Παπαδημητρίου
Οιδίπους: Γιάννης Καλατζόπουλος
Ευριπίδης: Γιάννης Δρακόπουλος
Καλόγρια Πόλυ: Μαρία Διακοπαναγιώτου
Ιάσων: Νικορέστης Χανιωτάκης
Τροφός: Γεράσιμος Σκαφίδας
Αντιγόνη: Άννα Φιλιππάκη
Ψαράς /Εξάγγελος: Άννα Κλάδη

Μουσική διδασκαλία, προσαρμογή και ζωντανή απόδοση μουσικών θεμάτων στο πιάνο: Γιάννης Μαθές.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη

Αισχύλου-«Πέρσες»-στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων-σε-σκηνοθεσία-Χρήστου-Θεοδωρίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.

Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).

Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.

Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.

Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.

Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.

Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.

Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.

Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.

Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.

Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.

Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.

Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.

 Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.

 Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.

Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).

Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.

Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.

Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.

Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.

 Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν

μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.

Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.

Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;

Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».

Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.

Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.

Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.

Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.

Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.

Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.

Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.

Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.

Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που

διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.

Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.

Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.

Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση

πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.

Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία

Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

 Παραγωγή: Marossoulis Productions

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):

Αλεξανδρόπουλος Πάρης

Δεληθανάση Αγγελική

Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος

Εξακοΐδης Γιώργος 

Θεμελή Ξένια

Κισσανδράκης Γιώργος

Κωνσταντινίδης Γιώργος

Μακρής Ντένης

Μανδρινός Δημήτρης

Μανωλάς Νίκος

Παντερμαλή Αγγελική

Πίττα Τατιάνα- Άννα

Σακελλαριάδη Πέννυ

Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης

Τσαλίκης Βασίλης

Φύτρος Σαμψών

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Βάκχες»-με-τους-the-tiger-lillies-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ,  με την ειδική συμμετοχή  του διεθνούς φήμης βρετανικού  συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον  υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής,  συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση  του έργου.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του  Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι  και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.

Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου  και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.

ΒΑΚΧΕΣ

Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ

Βάκχες του Ευριπίδη

Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση  στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι):  Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη  και Javor Gardev

Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing

Misery Guts Music Ltd., 2026)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Uršula Teržan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου

Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova

Δραματουργία:  Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova

Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski

Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova

Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson

Stage Manager: Bogdan Dimitrov

Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Διαφήμιση: Renegade Media

Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova

Make up: Όλγα Φαλέι

Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου

Οργάνωση  – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Διανομή

Διόνυσος — Leonid Yovchev

Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς

Τειρεσίας — Samuel Finzi

Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου

Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης

Υπηρέτης — Ivan Nikolov

Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov

Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov

Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια

Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,

Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya

Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova

 VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU

Φωτογραφικό υλικό  https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link

ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’

Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους

Ώρα έναρξης : 9.00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/bakxes

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Γη-της-Επαγγελίας»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.

Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.

Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη

Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου

Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση

Μουσική: Χάρης Νείλας

Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου

Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου

Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά

Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου

Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς

Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης

Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ

Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης

Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς

Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς

Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου

Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος

Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος

Γη της Επαγγελίας

Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el

Προπώληση

Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.

Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090

*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.

**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.

Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.

Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα