Connect with us

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Ελένη» από το Κ.Θ.Β.Ε. στο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Ελένη»-από-το-ΚΘΒΕ.-στο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

«Ένα κόκκινο ποτάμι διασχίζει την επικράτεια της αγάπης και με τη ροή του υπηρετεί τον μέγα στόχο: Να γίνει νόημα το αίμα. Να ειπωθούν καθαρά και να ακουστούν δίχως παρερμηνείες ιστορίες κορυφωμένων αισθημάτων ακόμα και καταστροφικών ή αυτοκαταστροφικών. Τα υψηλά -και τί υψηλότερο από την αγάπη- θίγονται με τον τρόπο του απλού που έχει την ισχύ να καθιερώνει και τη φαινομενική υπερβολή εντάσσοντάς τη στον κόσμο της φυσικότητας»

Παντελής Μπουκάλας.

Η «Ελένη» του Ευριπίδη γράφτηκε το 412 π.Χ και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια εποχή δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η Σικελική εκστρατεία με την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου. Παράλληλα αναπτύχθηκε στην Αθήνα το σοφιστικό κίνημα που είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες και προκαλούσε με την κριτική των εκπροσώπων του κρίση στο δημοκρατικό πολίτευμα και φαινόμενα ασέβειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Ευριπίδης με την τραγωδία του «Ελένη» καταδικάζει τον πόλεμο ως πρόξενο όλων των κακών.

Υπόθεση

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο νησί Φάρος της Αιγύπτου όπου η ηρωίδα έχει μεταφερθεί από τον Ερμή. Έμενε στα ανάκτορα του βασιλιά Πρωτέα ενώ το είδωλό της ακολούθησε τον Μενέλαο στην Τροία. Μετά το θάνατο του Πρωτέα ο γιος του και διάδοχος Θεοκλύμενος επιμένει να την παντρευτεί. Η Ελένη αρνείται και παραμένει πιστή στον Μενέλαο. Φτάνει ο Τεύκρος (επικός ήρωας) και την πληροφορεί για την άλωση της Τροίας και για τον πιθανό θάνατο τού άνδρα της. Συντριμμένη εκείνη τον συμβουλεύει να κρυφτεί γιατί ο βάρβαρος βασιλιάς συνηθίζει να σκοτώνει όλους τους Έλληνες που φτάνουν στην Αίγυπτο. Έρχεται ο Χορός και της προτείνει να συμβουλευτεί τη μάντισσα Θεονόη (αδελφή του Θεοκλύμενου) για να εξακριβώσει την αλήθεια των πληροφοριών του Τεύκρου.

Εμφανίζεται εξαθλιωμένος ο Μενέλαος και διηγείται ότι περιπλανήθηκε στη θάλασσα και ναυάγησε σ’ αυτήν την άγνωστη χώρα φέρνοντας μαζί του τη γυναίκα του όπως πιστεύει. Από μια γερόντισσα θυρωρό του παλατιού μαθαίνει ότι η Ελένη βρίσκεται στον τόπο αυτόν από καιρό και εκπλήσσεται. Ακολουθεί η αναγνώριση και η χαρά των δύο συζύγων κορυφώνεται αλλά δεν διαρκεί πολύ αφού η Ελένη φοβάται τον Θεοκλύμενο και συμβουλεύει τον Μενέλαο να φύγει για να σωθεί. Η Θεονόη αναγνωρίζει τον βασιλιά της Σπάρτης αλλά τελικά πείθεται να μην τον αποκαλύψει στον αδελφό της. Η Ελένη ξεγελά τον Θεοκλύμενο ο οποίος της δίνει καράβι και ναύτες για να σκορπίσει – τάχα – την τέφρα του Μενέλαου στη θάλασσα σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα ταφής.

Ο σκληρός άρχοντας Θεοκλύμενος πληροφορείται από αγγελιαφόρο ότι το ζευγάρι δραπέτευσε. Έξαλλος θέλει να σκοτώσει την αδερφή του που τον πρόδωσε. Οι Διόσκουροι όμως εμφανίζονται σαν «από μηχανής Θεός» στο θεολογείο τον αποτρέπουν από τους σκοπούς του και το δράμα κλείνει ειρηνικά.

Ανάγνωση

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει μία τελείως διαφορετική εικόνα της Ελένης. Εμφανίζεται σε πολλά έργα του και ιδιαίτερα στις Τρωάδες και στον Ορέστη. Τη δείχνει σαν μία γυναίκα φιλάρεσκη και ερωτομανή με πολλά ελαττώματα και άπιστη. Ωστόσο τα λόγια αυτά δεν είναι οι κρίσεις του ποιητή αλλά των ηρώων και απηχούν μόνο τις απόψεις της εποχής του. Ο ίδιος φαίνεται να θεωρεί την ομηρική ηρωίδα ως μία γυναίκα που απλά ερωτεύτηκε τον ωραίο και κατά πολύ νεότερο τού Μενελάου Πάρη. Την αποδέχεται ως ένοχη μοιχείας αλλά εξαιτίας του έρωτα. Εξάλλου ο τραγικός ποιητής δεν μπορούσε να δεχτεί ότι στην φαλλοκρατική εκείνη εποχή ήταν δυνατόν να γίνει ένας πόλεμος μόνο και μόνο για μία γυναίκα όσο κι αν ετίθετο ζήτημα τιμής για το Μενέλαο. Οπωσδήποτε δε θα γινόταν ένας γενικευμένος δεκαετής πόλεμος.

Η παράσταση

Ο δοκιμασμένος εμπειρότατος Βασίλης Παπαβασιλείου κατέβασε τους ήρωες από το βάθρο του έπους και τους παρουσιάζει ρεαλιστικά ως ανθρώπους ζωντανούς και όχι τέλειους βαδίζοντας σ’ έναν σύγχρονο θεατρικό δρόμο και ίσως πιο ανώδυνο εφόσον τον στολίζει με κωμικά στοιχεία και με γερές δόσεις παρωδίας. Θα έλεγα εμπνέεται από την περίφημη ομάδα Monty Python ως προς τη φόρμα και δουλεύει μια παράδοξη σύνθεση. Μια δραματουργική τεχνική δηλαδή που ανατρέπει τη δραματική δομή με την παρεμβολή κωμικής κατάστασης ή αλλιώς μια υπόδειξη της ειρωνείας της τύχης του δραματικού προσώπου όπως ακριβώς το ήθελε κι ο Ευριπίδης.

Ο Μενέλαος αν και είναι ο ηγέτης απομυθοποιείται και εμφανίζεται ως ένας κοινός καθημερινός άνθρωπος: ναυαγός περιπλανώμενος σε άθλια κατάσταση με συνείδηση της δεινής του κατάστασης με μια σκελέα μόνος συγκρούεται σαν απλός άνθρωπος με τη γερόντισσα δέχεται απειλές και οδηγίες από αυτήν προσπαθεί να βρει μέσα στην σύγχυση μια λύση αλλά η αδιέξοδη κατάσταση τον κάνει επιπόλαιο και αντιφατικό. Όλα αυτά τα στοιχεία τον χρίζουν ένα τυπικό ευριπίδειο ήρωα. Επίσης ο σκηνοθέτης φανερώνει ευκρινώς τις δίσημες φράσεις αυτές που χαρακτηρίζουν το έργο τραγικωμωδία. Το διαπιστώνουμε στον διάλογο Ελένης – Θεοκλύμενου λίγο πριν το φινάλε όπου άλλα λέει η ηρωίδα άλλα καταλαβαίνει ο αφελής Βασιλιάς.

Ο σημαντικός σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου στήνει την παράσταση άλλοτε σε συνθήκη καμπαρέ κι άλλοτε σε συνθήκη λαϊκού πανηγυριού. Άλλωστε τα Λαϊκά Ελληνικά πανηγύρια με τα ήθη και τα έθιμά τους με τους μύθους την ιστορία τους το γιορταστικό τους τυπικό στεφανώνονται από μεγαλοπρέπεια. Τα πανηγύρια είναι ένα μέρος τοπικού πολιτισμού και αφορμή κοινωνικής συνοχής. Το ύφος η γραμμή της παράστασης έχει εννοιολογική σημασία και στιγματίζει μια σύγχρονη αντίληψη ιλαροτραγωδίας. Στόχος της σκηνοθεσίας να περάσουν αντιπολεμικά μηνύματα στο κοινό δια μέσου κωμικών καταστάσεων λαμπερών εικόνων και χαρίεσσας ατμόσφαιρας. Τον πέτυχαν πιστεύω.

Η μετάφραση ενός δραματικού κειμένου μοιάζει να υποχρεώνει τον μεταφραστή να αναλάβει ρόλο σκηνοθέτη στον εγκέφαλό του προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά από τον πολιτισμό εκκίνησης στον πολιτισμό προορισμού. Θα μπορούσε να θέσει κανείς δίλημμα: οι μεταφράσεις αποτελούν τμήμα της πρόσληψης του αρχαίου δράματος ως συνέχεια των πρωτοτύπων κειμένων ή είναι νέες πνευματικές δημιουργίες προϊόντα σύγχρονης λογοτεχνίας; Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας και ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου δούλεψαν στην τομή των δύο τεχνικών. Αποτέλεσμα τα ηθικά τα φιλοσοφικά ή τα κοινωνικά θέματα της τραγωδίας αναφύονται στη σκηνή και αποδεικνύουν ότι η ταραγμένη εποχή μας είναι γόνιμη περίοδος για την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Τα λιτά σκηνικά του Άγγελου Μέντη συμβολίζουν τη χώρα της Αιγύπτου με διάσπαρτα εμβληματικά της στοιχεία (πυραμίδες, φοίνικες) στην ορχήστρα. Τα κοστούμια του στις απαστράπτουσες αποχρώσεις του λαμέ υφάσματος. Όλα μαζί αγκαλιάζουν τον τάφο του Πρωτέα ενώ ο θίασος με συναίσθηση του σκηνικού χρόνου και κώδικες με ιδιαίτερο φορτίο ολοκληρώνουν έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης της τραγικής ποίησης ιδωμένης μέσα από έννοιες όπως μουσικότητα καθαρότητα ιλαρή «ανάγνωση».

Η λαμπερή καλλίφωνη Έμιλυ Κολιανδρή, ως ωραία Ελένη θα πω: «πολύ ωραία Ελένη» ακολουθεί τις σκηνοθετικές οδηγίες και μας χαρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με ψυχολογικές μεταπτώσεις: χαρούμενη, αισιόδοξη από τα νέα της Θεονόης, έκπληκτη, φοβισμένη, πανικοβλημένη καθώς αντικρίζει έναν άντρα στο παλάτι να την κοιτάζει ερευνητικά αλλά και με αγαλλίαση όταν τον αναγνωρίζει ή με στενοχώρια απογοήτευση όταν αυτός δεν την πιστεύει και ετοιμάζεται να φύγει.

Ο Μενέλαος του Θέμη Πάνου απολαυστικός σαν άλλος John Cleese ζωγραφίζει επιδέξια έναν απίθανο χαρακτήρα εγκλωβισμένο στην πλάνη του περιπλανιέται αδιάκοπα ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι». Έτσι μ’ αυτήν την αντίθεση εξυπηρετείται εξαιρετικά η οικονομία του έργου.

Η εμφάνιση του α’ αγγελιοφόρου (Δημήτρης Κολοβός) αποτελεί απρόοπτο σκηνικό επεισόδιο κάτι που κανείς δεν το περίμενε μήτε οι θεατές. Ο Ευριπίδης χρησιμοποίησε και πριν κάποια απρόοπτα: την εμφάνιση του Τεύκρου, την ξαφνική εμφάνιση του Μενέλαου, το γεγονός ότι μια γυναίκα άνοιξε στον Μενέλαο (Γερόντισσα) και όχι ένας άντρας. Και οι δύο αγγελιαφόροι (Δ. Κολοβός και Άγγελος Μπούρας) μέσα στο πνεύμα του ποιητή και στη σκηνοθετική άποψη, αν και ξένισε η γυμνή εμφάνιση του δεύτερου παρότι συμβόλιζε την ολοσχερή γύμνια του μοναδικού διασωθέντος από το καράβι της δραπέτευσης του πονηρού ζευγαριού.

Ο εξαιρετικός Δημήτρης Μορφακίδης ως Τεύκρος εδώ είναι παράδειγμα ανθρώπου που επάνω του φαίνονται όλα τα δεινά του πολέμου. Αν και τύποις νικητής είναι εξόριστος ταπεινωμένος και ανασφαλής. Μέσα από την ερμηνεία του φανερώνεται όλη η αντιηρωική διάσταση του πολέμου που μόνο να φθείρει ψυχικά ,ηθικά και σωματικά τους ανθρώπους μπορεί. Το φιλειρηνικό μήνυμά του είναι ολοφάνερο εφόσον απευθύνεται στους συμπολίτες του μετά από την πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία.

Η εμφάνιση της απαστράπτουσας περσόνας με λαμέ- υπερπαραγωγή ενδυμασία στην ορχήστρα θα μπορούσε να είναι το RuPaul αλλά είναι η δεινή καρατερίστα Αγορίτσα Οικονόμου ως μάντισσα Θεονόη η οποία «κλέβει» την παράσταση με την λεκτική της ευχέρεια την κίνησή της την έκφρασή της την ωραία «τρέλα» της.

Η πολύπειρη Έφη Σταμούλη ως γερόντισσα φέρνει στη σκηνή μια κόμικ φιγούρα και με το ισχυρό της ένστικτο την πολύχρονη θητεία της στο θέατρο επωμίζεται εύστροφα την ιλαρή διάθεση του ποιητή. Παράδειγμα η απορία της για το γεγονός ότι δε γνωρίζει τον Μενέλαο δημιουργεί ποικίλα συναισθήματα μιας και ο πόλεμος σε συνδυασμό με τις κακουχίες μπορεί να κάνει έναν βασιλιά να φαίνεται ζητιάνος.

Ο Γιώργος Καύκας πλάθει με πειθώ έναν αφελή Βασιλιά Θεοκλύμενο έναν άνθρωπο με μανδύα κακού αλλά ουσιαστικά έναν άνθρωπο που αφήνεται στα «έπεα πτερόεντα» και εύκολα τον εξαπατούν οι άλλοι.

Οι Διόσκουροι Νικόλας Μαραγκόπουλος και Ορέστης Παλιαδέλης εμφανίζονται στην τελευταία σκηνή με ασημένια τεφλόν φορεσιά κι από ένα συννεφάκι στα χέρια λικνίζονται χαριτωμένα και διασκεδάζουν εαυτούς και κοινό. Ο δε Παναγιώτης Παπαϊωάννου ως υπηρέτης συμπληρώνει στο αυτό ύφος τον θίασο- βαριετέ.

Άλλωστε η εποχή του Ευριπίδη είναι αυτή της αμφισβήτησης των μύθων και των ειδώλων: ο ποιητής απομυθοποιεί τον Μενέλαο τον επικό ήρωα. Η εποχή του είναι αυτή του σοφιστικού κινήματος του αρχαίου ελληνικού διαφωτισμού με κύρια χαρακτηριστικά: την κριτική κάθε αξίας και κάθε αυθεντίας τον έλεγχο κάθε δεδομένης αντίληψης την αμφισβήτηση των κοινωνικών στερεοτύπων. Ο Ευριπίδης ως μαθητής των σοφιστών υιοθετεί τις απόψεις τους.

Ο Χορός αποτελείται από Ελληνίδες αιχμάλωτες. Στον κομμό τα λόγια του Χορού αποτελούν την αντιστροφή στο θρήνο της Ελένης. Εδώ φθίνει ο βαρύς ρόλος του (τα τραγούδια γίνονται ακόμη και ξεχωριστά μέρη), ωστόσο, δε χάνει την επαφή µε τα πρόσωπα του δράματος. Αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τις συμβουλές, τις προτροπές, τις σκέψεις. Κι όταν δε δρα είναι παρών και κρίνει όσα συμβαίνουν. Διατυπώνει ηθικούς κανόνες, θρηνεί για τις ατυχίες ή έρχεται σε αντίθεση µε όποιον βρίσκεται στη σκηνή σε δεδομένη στιγμή. Δεκαπέντε εξαιρετικές γυναίκες ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε πλαισιώνουν την Ελένη, ερμηνεύουν, τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Μεταμορφώνονται από γυναίκες- σκλάβες σε προκλητικά Pin-up models , σε δεσποινίδες της Αβινιόν, σε συγκρότημα τζαζ και μπλουζ, σε εμπνευσμένα ιντερμέδια, σε Χορό αρχαίου δράματος. Όλες καλλίφωνες, όμορφές και άψογα συντονισμένες.

Ο Δημήτρης Σωτηρίου, όπως πάντα, ευφάνταστος χορογράφος, μέσα στο συγγραφικό πνεύμα και αρωγός της σκηνοθεσίας.

Το δια ταύτα

Ο Ευριπίδης χαρακτηρίζεται ως ο από σκηνής φιλόσοφος.

Με την «Ελένη» ο Ευριπίδης εκφράζει τις δικές του απόψεις και τους προβληματισμούς για διάφορα θέματα: τον ορθολογισμό τη μαντική τον σωστό τρόπο σκέψης και δράσης τον Θεό το θεσμό της δουλείας. Τα θέματα αυτά απασχολούσαν τους φιλοσόφους της εποχής του έτσι και ο ίδιος φαίνεται να φιλοσοφεί στη σκηνή. Μέσω της διάνοιας των προσώπων εκφράζει τις φιλοσοφικές του ιδέες.

Θέσεις του Ευριπίδη που θα μπορούσαν να είναι σύγχρονες όπως οι σημερινές απόψεις για τις θρησκευτικές προλήψεις για τη συνήθεια των ανθρώπων να πιστεύουν σε ζώδια για τις αστρολογικές προβλέψεις για τις αλλαγές που συμβαίνουν τυχαία στην ανθρώπινη ζωή και που είναι ανεξέλεγκτες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου
Συνεργάτης σκηνοθέτης-Δραματουργία: Νικολέτα Φιλόσογλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Ενορχήστρωση – Μουσική διδασκαλία: Γιώργος Δούσος,
Moυσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου
Βοηθός χορογράφου: Σοφία Παπανικάνδρου
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα – Μαρία Ιακώβου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Οδηγοί σκηνής: Γιάννης Παλαμιώτης Μαρίνα Χατζηιωάννου
Παίζουν:

Έμιλυ Κολιανδρή (Ελένη)
Θέμης Πάνου (Μενέλαος)
Αγορίτσα Οικονόμου (Θεονόη)
Γιώργος Καύκας (Θεοκλύμενος)
Έφη Σταμούλη (Γερόντισσα)
Δημήτρης Κολοβός (Αγγελιοφόρος Α’)
Άγγελος Μπούρας (Αγγελιοφόρος Β’)
Δημήτρης Μορφακίδης (Τεύκρος)
Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Θεράπων)
Νικόλας Μαραγκόπουλος Ορέστης Παλιαδέλης (Διόσκουροι)
Χορός:

Νεφέλη Ανθοπούλου Σταυρούλα Αραμπατζόγλου Λουκία Βασιλείου Μομώ Βλάχου Ελένη Γιαννούση Ηλέκτρα Γωνιάδου Νατάσα Δαλιάκα Χρύσα Ζαφειριάδου Σοφία Καλεμκερίδου Αίγλη Κατσίκη Άννα Κυριακίδου Κατερίνα Πλεξίδα Μαριάννα Πουρέγκα Φωτεινή Τιμοθέου Χρύσα Τουμανίδου
Μουσικοί επί σκηνής: Γιώργος Δούσος (φλάουτο κλαρίνο σαξόφωνο καβάλ) Δάνης Κουμαρτζής (κοντραμπάσο) Θωμάς Κωστούλας (κρουστά) Παύλος Μέτσιος (τρομπέτα ηλεκτρική κιθάρα) Χάρης Παπαθανασίου (βιολί) Μανώλης Σταματιάδης (πιάνο ακορντεόν).

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα