Πολιτισμός
Ευγένιος Ο, Νηλ: «Ταξίδι μιας Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» από το Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου ως συμμετοχή στο φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών, έκανε μια μεγάλη βόλτα σε διάφορες πόλεις της χώρας, παραστάθηκε μπροστά σε χιλιάδες θεατές ως πρόσκληση – πρόκληση κι επέστρεψε στον αύλιο χώρο της Μονής Λαζαριστών , για να κλείσει ένα θερμό ελληνικό καλοκαίρι με την ομίχλη και την υγρασία του Νέου Λονδίνου Κονέκτικατ Αμερικής, όπου διαγραμμίζεται το δράμα της οικογένειας Τάϊρον.
Το επικό έργο του Ευγένιου Ο, Νηλ γράφτηκε το 1941 και θεωρείται ένα από τα κορυφαία κλασικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα. Αντανακλώντας την ελληνική τραγωδία, σαν ένα φαύλο, αναπόδραστο οικογενειακό δράμα, δεν εμπεριέχει ευχάριστες ανατροπές ή τη δικαίωση – κάθαρση. Καθένα από τα μέλη της οικογένειας και μέσα από ό,τι θεωρείται ανυπέρβλητη περίσταση, βυθίζεται στην αυτολύπηση, στην παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και στην ανάγκη, ως μονόδρομος, λεκτικών επιθέσεων – κατηγοριών του ενός στον άλλον.
Είναι, ακόμη, μια ζωντανή απεικόνιση της βιωματικής εμπειρίας του συγγραφέα, ο οποίος μεγάλωσε σε μια οικογένεια μ’ έναν πατέρα- αφέντη και, λόγω του αυτοβιογραφικού περιεχομένου του, το απαγόρευσε να δημοσιοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία το 1956, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, και μέσα στην ίδια χρονιά στο Broadway, όπου κέρδισε πολλά βραβεία κι ανάμεσά τους ένα «Tony» καλύτερου έργου.
Κάθε φορά που ένα θέατρο ανακοινώνει μια νέα παραγωγή του μεταθανάτιου αριστουργήματος του Ευγένιου Ο, Νηλ, σκιρτώ. Πρόκειται για ένα μακρύ ταξίδι ημέρας μέσα στη νύχτα. Ένα ταξίδι στην κόλαση της δυσλειτουργικής οικογενειακής ζωής που μαστίζεται από τηνχρήση ναρκωτικών, το μεθύσι, την αναπόφευκτη σύγκρουση και την τρέλα που συνοδεύει τον μεγάλο θυμό. Θυμός που εκρήγνυται σε βάρος του εαυτού σου ή σε βάρος άλλων. Θυμός που βγαίνει σε αγαπημένα πρόσωπα αλλά και σε αγνώστους, σε συνεργάτες ή σε γυναίκες ποθητές του αγοραίου έρωτα. Φοβικά γεγονότα.
Αυτό που δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει είναι η ιλιγγιώδης συναισθηματική αντίφαση των χαρακτήρων του O’ Νηλ. Μέσα από μια σφιχτή κλασική δομή, αναπηδούν πυροτεχνήματα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ψευδαίσθηση.
Η υπόθεση
Το έργο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στη ζωή της οικογένειας Τάιρον σε μια παραθαλάσσια πόλη, το Νέο Λονδίνο, του Κονέκτικατ, το καλοκαίρι του 1912. Ο πατέρας Τζέιμς Τάιρον είναι ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός, που έχει σφυρηλατήσει μια μακροχρόνια καριέρα στο σανίδι. Ωστόσο, η φιλαργυρία του καταφέρνει οδυνηρά κτυπήματα στην οικογένεια. Η σύζυγος, Μαίρη Τάιρον, βιώνει την πλήρη εξάρτηση από την μορφίνη. Ζει σχεδόν τυλιγμένη σ’ ένα σάβανο πικρών αναμνήσεων και κατηγοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων επιβάλλονται από τον σύζυγό της Τζέιμς.
Ο μεγαλύτερος γιος τους, Τζέιμς τζούνιορ , είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός που απολαμβάνει τη ζωή με ποτό και ιερόδουλες, ενώ ο μικρότερος γιος τους Έντμοντ, επιστρέφει από τα καράβια, στα οποία δούλευε ως ναυτικός, για να ανακαλύψει ότι πάσχει από φυματίωση. Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι εγωκεντρικά και μεμψίμοιρα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αλληλοβοηθηθούν. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς ζητάει από τη ζωή και αυτό καθιστά την κατάστασή τους όλο και πιοανυπόφορη.Ως εκ τούτου, ένας τοξικός κύκλος ενοχών και εθισμών περικλείει διαρκώς τους ήρωες του έργου, αλλά οι ανατροπές και οι παλινδρομήσεις ανάμεσα στις ατομικές και συλλογικές ευθύνες, αναγκάζουν τον θεατή να «παραδοθεί» στην ψευδαίσθηση της πλοκής και στην βιωματική του πραγματικότητα.
Ο συγγραφέας
Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ο, Νηλ, από τους πλέον σημαντικούς του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1936) και τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ για τα έργα: “Beyond the horizon” (1920), “Anna Christie” (1922), “Strange Interlude” (1928), “Long day’s journey into night” (1957).
Τρίτος γιός του διάσημου ηθοποιού της εποχής Τζέιμς Ο΄Νηλ και της Έλλα Κουίνλαν, γεννήθηκε σε ξενοδοχείο του Μπρόντγουέι και έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια, γεγονός που επηρέασε τόσο την προσωπική του ζωή, όσο και το έργο του. Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αποβλήθηκε και δεν επέστρεψε ποτέ. Εργάστηκε ως κλητήρας στη Νέα Υόρκη, έφυγε ως χρυσοθήρας στην Ονδούρα και ταξίδεψε ως ναύτης με εμπορικά πλοία, αποκομίζοντας γνώσεις και παρατηρήσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων, εγκατέλειψε την περιπλάνηση και παρακολούθησε τα σχετικά μαθήματα που πρόσφερε το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.
Το σύνολο του έργου του κατατάσσεται σε τρεις περιόδους: στην πρώιμη ρεαλιστική περίοδο με διακριτές τις εμπειρίες από την προσωπική του περιπλάνηση στον εξπρεσιονισμό, που αρχίζει το 1920, αλλά και με εμφανείς τις φιλοσοφικές επιρροέςτου Νίτσε, τις ψυχαναλυτικές του Φρόυντ και του Γιούνγκ, τις δραματουργικές του Στρίντμπεργκ και, τέλος, στην ώριμη ρεαλιστική περίοδο, με εμφανέστατες τις βαθιές επιρροές από τους Έλληνες τραγικούς.
Τα κείμενα της τελευταίας περιόδου, διαποτισμένα από την τραγική αίσθηση της ζωής του, συνιστούν τα μεγάλα έργα του Ο΄ Νηλ και έγιναν γνωστά στην χώρα μας, κυρίως, από την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, όπως συνέβη και με το “Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” στη συγκεκριμένη απόδοση του Νίκου Γκάτσου.
Η παράσταση
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα, στέκεται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντι στους τσακισμένους ήρωες. Η παράσταση δε φιλοδοξεί να κάνει τίποτε άλλο από το να αναδείξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας σε όλον τον βασανισμένο κύκλο άρνησης ανάληψης ευθυνών τους. Και το επιτυγχάνει σε αξιόλογο βαθμό. Το ταξίδι μεγάλο, εξοντωτικό, μοιάζει ατελείωτο και απαιτεί προσήλωση, υπομονή, αντοχή εκ μέρους του θεατή. Ωστόσο, χρειάζεται ο πολύς χρόνος σ’ αυτή τη διαδρομή, για να καταλυθούν οι αντιστάσεις, να αναδυθεί το απέραντο τοπίο θλίψης, αγωνίας και συγχώρεσης σε μια οικογένεια που ταλανίζεται από ενοχές, καθόλου μικρά καθημερινά εγκλήματα, χρονικά και συναισθηματικά πισωγυρίσματα, αλληλοκατηγορίες και, που όμως, παραμένει με όλα αυτά μια σφιχτοδεμένη οικογένεια. Θα πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία τόλμησε να περικόψει το τεράστιο κείμενο που είναι θαμμένο κυριολεκτικά στην πολυλογία, χωρίς να του στερήσει τους γλυκόπικρους χυμούς του.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι απογυμνωμένοι με ανοικτίρμονα ευθύτητα από κάθε είδους συμβατική αισθηματολογία. Οι σκηνές είναι στυγνές και δυνατές, ο χρόνος ενιαίος, ο τόπος το ίδιο. Οι διάλογοι αψείς, σχεδόν σκαιοί, καταλυτικοί. Το δράμα προχωρεί από σκηνή σε σκηνή με ανηλεή ρυθμό που φτάνει προς το τέλος σε μια υπνωτισμένη φρενίτιδα, σάμπως η εφιαλτική περιπέτεια να’ χει συμβεί στο χείλος της λησμοσύνης.
Οφείλω να ομολογήσω ότι με ελκύει η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων και αυτό το έργο προσφέρει πολύ θάμπος και βαριές σκιές. Όταν ερμηνεύεται από μια επαγγελματική ομάδα ηθοποιών, που μπορούν να χειριστούν το σκοτάδι με τη δική τους εσωτερική λάμψη, φωτίζοντας τους χαρακτήρες και επιτυγχάνοντας μια φυσικότητα, παρά τη σκληρότητα που αυτοί αποπνέουν, οι ώρες περνούν σαν μια βόλτα σε απότομη πλαγιά λόφου, μ’ έναν άνεμο στην πλάτη σου.
Ως εθισμένη στη μορφίνη Mαίρη Κάβαν Τάιρον – Βέρα Κρούσκα, φέρνει εκπληκτικά χρώματα στον ρόλο μιας γυναίκας που ξανοίγει την ομίχλη που μπαίνει από παντού στο σπίτι. Δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, επειδή αναγνωρίζει ότι το ταξίδι του τίτλου είναι δικαίως δικό της και ότι οι άντρες τής ιστορίας είναι υποδεέστεροί της, έστω κι αν δείχνουν οργισμένοι, θλιμμένοι, εγωιστές αλλά είναι ανίκανοι μάρτυρές της. Έτσι, λοιπόν, η Μαίρη- Βέρα Κρούσκα είναι μια απελπισμένη μαχήτρια, αμυντική και χειριστική. Κι όχι μόνο. Είναι ποθητή αλλά και τρομαχτική, μοναχική, περήφανη, μοχθηρή και μπερδεμένη, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δέσμια μιας εξάρτησης. Πολυκύμαντη η φωνή της, τη χρησιμοποιεί σαν μουσικό απαλό όργανο και φινετσάτο, ζεστό και μητρικό, στη συνέχεια αγκαθωτό και βάναυσο σαν να ξεβράζει λέξεις από ένα απύθμενο πηγάδι απελπισίας και, στο τέλος, σαν άηχη κραυγή αναχώρησης με εισιτήριο τις μνήμες.
Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύεται τον σύζυγό της Τζέιμς, με συγκρατημένη αντοχή στις συνεχείς διακυμάνσεις ενός αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα και με συμπαθητική αυτοσυγκράτηση στο ζοφερό οικογενειακό τοπίο. Ενίοτε, καταφέρνει να μετατρέπεται από ανθρώπινο ζεστό σύζυγο σε απάνθρωπο άγριο πατριάρχη.
Καθώς είναι διαλυμένος από τον έκκλητο βίο του, ο μεγαλύτερος γιος Τζέημς τζούνιορ, ενσαρκώνεται από τον Θανάση Σαράντο, ο οποίος γεμίζει την αποκορυφωμένη μεθυσμένη σκηνή του με έντονο σκοτεινό χιούμορ και με απρόθυμη, επιδερμική τρυφερότητα προς τον καχεκτικό μικρότερο αδερφό του, Έντμουντ – Χρήστο Διαμαντούδη.
Ως Έντμουντ ο Διαμαντούδης είναι μια επιπόλαιη προσωπικότητα. Η σπουδή του, η σάπια οικογενειακή υποδομή και η ασθένειά του μεταφέρονται στη σκηνή με ακρίβεια.
Η Σταυριάνα Παπαδάκη είναι η υπηρέτρια και ό,τι δήλωσε η ίδια πριν από την παράσταση, αυτό ακριβώς είναι και στον ρόλο: «αφελής, συμπονετική, μοναχική, με τσαγανό και ευαισθησία, φλύαρη κι ανυπόμονη, η ιρλανδή μετανάστρια Καθλίν με τις φωναχτές σκέψεις, υπηρετώντας το βαρύ τοπίο στο εξοχικό των Τάϊρον, είναι η μόνη υγιής, φωτεινή και κάποτε κωμική πινελιά του έργου».
Η σκηνογραφία της Άσης Δημητροπούλου φέρνει μια καλοκαιρινή εξοχική κατοικία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και ποτισμένη από την ομίχλη σκληρών αντιπαραθέσεων που τυλίγουν τα πρόσωπα. Οι σκάλες που οδηγούν στο επάνω δωμάτιο είναι μια σκοτεινή εξωπραγματική απόχρωση και χαρίζει την αίσθηση ωκεανού που ξεθωριάζει σε ένα κανονικό ξύλινο πάτωμα. Έξω από τους γυάλινους τοίχους του σαλονιού, το Νέο Λονδίνο του Κονέκτικατ μοιάζει με την Αρκτική, καθώς τα φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου δημιουργούν ένα σταθερό εφέ εντυπωσιακού σέλαος .
Η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα ευπρόσδεκτο άγγιγμα ψυχής σε ένα έργο που, αν παρασταθεί σωστά, δίνει την αίσθηση ότι ο Ο’Νηλ, παρέχοντας ένα αναπάντεχο πορτρέτο της οικογένειάς του, ζητά τη μεταθανάτια συγχώρεση τους.
Ταυτότητα Παραγωγής:
Απόδοση: Νίκος Γκάτσος
Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Θανάσης Σαράντος
Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου
Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρεϊζη
Μουσική: Κώστας Ευαγγελίδης
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Επιμέλεια Βίντεο: Άντα Λιάκου
Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Γκιζώτης, Γιάννης Γκρέζιος
Δραματουργική συνεργασία: Μάρκος Τσούμας
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη
Οδηγός σκηνής: Καλλιόπη Παπαθανασίου
Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου
Σχεδιασμός αφίσας: Σιμώνη Γρηγορουδη
Διανομή (κατά σειρά εμφάνισης):
Πέρης Μιχαηλίδης (Τζέιμς Τάιρον)
Βέρα Κρούσκα (Μαίρη Κάβαν Τάιρον)
Θανάσης Σαράντος (Τζέιμς Τάιρον Τζούνιορ)
Χρήστος Διαμαντούδης (Έντμοντ Τάιρον)
Σταυριάνα Παπαδάκη (Κάθλιν)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Αισχύλου «Πέρσες» στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Με αφηγηματικό σημείο εκκίνησης την είδηση της καταστροφικής ήττας στη Σαλαμίνα, κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι ο θρήνος –αδιαπραγμάτευτος, διαρκής, επαναλαμβανόμενος– για όσους χάθηκαν, για το ευτυχισμένο παρελθόν που απωλέσθηκε.
Στην πρώτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο, αυτός ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. Γραμμένη το 472 π.Χ., αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο πλήρες έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, την παλαιότερη μεταγραφή γεγονότων της Ιστορίας σε θέατρο.
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε / Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου / Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν / Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).
Οι Πέρσες του Αισχύλου δεν είναι απλώς το αρχαιότερο σωζόμενο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας. Είναι μία απόδειξη ότι η Ιστορία δεν κινείται από τους θριάμβους αλλά από τις καταρρεύσεις. Οι νικητές αφηγούνται τον εαυτό τους ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας λογικής πορείας. Οι ηττημένοι, αντίθετα, αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της ανθρώπινης κατάστασης: την αβεβαιότητα, την ευθραυστότητα και την αδυναμία μας να προβλέψουμε τις συνέπειες της ίδιας μας της ισχύος.
Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο μοιάζει τόσο οικείο σήμερα. Από τα στενά της Σαλαμίνας μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει τα όρια στις αυτοκρατορίες. Η αρχαία Περσία έγινε το σύγχρονο Ιράν, οι θαλάσσιοι δίαυλοι παραμένουν οι αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και οι ηγεμονικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η κλίμακα και η ισχύς τις προστατεύουν από την έκπληξη.
Ο Αισχύλος όμως δεν προειδοποιεί μόνο τους Πέρσες. Προειδοποιεί κυρίως τους Αθηναίους, τη δική του πόλη -για κάποιους οι ΗΠΑ είναι η Αθήνα της εποχής μας, η οποία εκείνη ακριβώς την περίοδο μετατρεπόταν από ελεύθερη πόλη σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού κόσμου. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει πως δεν είναι.
Είναι οι «Πέρσες» αντιπολεμικό έργο; Όχι με τη σύγχρονη, πασιφιστική έννοια του όρου, αλλά ναι ως προς την ανάδειξη της κοινής ανθρώπινης οδύνης.
Για να καταλάβουμε το έργο, πρέπει να δούμε τις δύο όψεις του. Την πατριωτική -θεολογική διάστασή του, αρχικά. Ο Αισχύλος γράφει για ένα κοινό Αθηναίων, που λίγα χρόνια πριν είδε την πόλη του να καίγεται από τους Πέρσες. Το έργο λειτουργεί και ως ένας ύμνος στον θρίαμβο της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι του ανατολικού δεσποτισμού.
Η ήττα των Περσών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της Ύβρεως του Ξέρξη, ο οποίος ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια, γεφυρώνοντας τον Ελλήσποντο και προκάλεσε τη Νέμεση, τη θεϊκή τιμωρία.
Η δεύτερη όψη είναι η συγκλονιστική ενσυναίσθηση. Εδώ κρύβεται η ιδιοφυΐα του Αισχύλου. Αντί να στήσει ένα νικητήριο γλέντι, τοποθετεί τη δράση στα Σούσα, στο παλάτι του εχθρού. Το κοινό δε βλέπει τους Έλληνες να πανηγυρίζουν, αλλά τον θρήνο της βασιλομήτορος Άτοσσας, του Χορού των γερόντων (στην εκδοχή τού Θεοδωρίδη ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους) και του ηττημένου Ξέρξη.
Ο Αισχύλος δε δαιμονοποιεί τον εχθρό. Του δίνει φωνή, αξιοπρέπεια και δικαίωμα στον πόνο. Με αυτή την έννοια, το έργο ξεπερνά τα όρια της προπαγάνδας και γίνεται βαθιά ανθρωπιστικό, καθώς δείχνει ότι οι συνέπειες του πολέμου και της αλαζονείας είναι καθολικές και ισοπεδωτικές.
Στο ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας σχεδόν πάντα προκύπτει ένα μεγάλο εμπόδιο στον εκάστοτε σκηνοθέτη. Να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Επειδή, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και, ως εκ τούτου, η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους.
Ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός), στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο μνημονεύεται, δε δρα. Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο τον έχει ο Χορός, που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.
Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις των Περσών, συχνά, διχάζουν το κοινό και την κριτική. Η «ανεκτικότητα» μιας παράστασης εξαρτάται από το πώς ισορροπεί ανάμεσα στον σεβασμό του ποιητικού λόγου και την ανάγκη για πολιτικό σχολιασμό.
Επειδή το έργο μιλά για μια υπερδύναμη που καταρρέει λόγω αλαζονείας, πολλοί σύγχρονοι σκηνοθέτες το χρησιμοποιούν για να σχολιάσουν τη σύγχρονη γεωπολιτική κατάσταση στον κόσμο μας.
Όταν η μεταφορά αναδεικνύει την οικουμενικότητα του κειμένου, όταν τα κοστούμια ή τα σκηνικά βοηθούν τον θεατή να συνδέσει το τότε με το τώρα, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το νόημα των λέξεων, τότε μιλάμε για μια πετυχημένη σκηνοθεσία.
Όταν η παράσταση μετατρέπεται σε μια φτηνή, διδακτική πολιτική μπροσούρα, αν ο Ξέρξης παρουσιαστεί απλώς σαν μια καρικατούρα σύγχρονου δικτάτορα ή δυτικού ηγέτη, χάνεται το τραγικό του μέγεθος και η θεολογική διάσταση της Ύβρεως, τότε είναι σαφής η διολίσθηση στα κλισέ. Εδώ, ο Ξέρξης παρουσιάστηκε άχρωμος, άοσμος, επίπεδος. Έτσι τον θέλησε ο σκηνοθέτης.
Το δεύτερο μισό των Περσών είναι ένας παρατεταμένος, μουσικός θρήνος (κομμός).
Στο αρχαίο θέατρο, αυτό λειτουργούσε μέσω της ρυθμικής απαγγελίας και της μουσικής.
Στις σύγχρονες μεταφορές, αν ο σκηνοθέτης δε βρει έναν ισχυρό κώδικα (μέσω της κίνησης, της σύγχρονης μουσικής ή της χορογραφίας), ο συνεχής θρήνος μπορεί να κουράσει τον σύγχρονο θεατή ή, ακόμα χειρότερα, να φανεί μελοδραματικός και γραφικός.
Κλείνοντας, οι Πέρσες αντέχουν σε κάθε σύγχρονη μεταφορά —ακόμα και την πιο ακραία οπτικά— αρκεί ο σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου του Αισχύλου και να μην προσπαθεί να γίνει πιο «έξυπνος» από το ίδιο το κείμενο.
Δυστυχώς, ο νεαρός σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, να ξεχωρίσει, να διαφοροποιηθεί από την πεπατημένη, που όμως την απαιτεί ο Αισχύλος, κατήργησε τους γέροντες Πέρσες κι αράδιασε στην ορχήστρα μια χαρά νέους ανθρώπους που, λογικά, δεν έχουν εμπειρίες και γνώσεις, κι αν αυτό το προσπερνάμε σαν μοντερνισμό και άποψη που αναφέρω παρακάτω, διολίσθησε σε μέγα ατόπημα να αναθέσει τον ρόλο της Άτοσσας στην όμορφη, ταλαντούχα, πλην ακατάλληλη για αυτόν, Μαρία Ναυπλιώτου, δείχνοντας ασέβεια στο κείμενο.
Όλοι ξέρουμε πως αυτή η γυναίκα έχει, για την εποχή της μάλιστα, μεγάλη ηλικία. Η «γριά μητέρα» αναφέρεται σε όλες τις ξενόγλωσσες αναλύσεις του έργου, διότι δεν ήταν
μόνο μητέρα των δύο αγοριών, που είχε αποκτήσει από τον Δαρείο, αλλά και ο Δαρείος ήταν ο τρίτος σύζυγός της. Κόρη του Κόρου, η Άτοσσα είχε παντρευτεί τον αδελφό του τον Καμβύση, κατόπιν τον μάγο Σμερδή και μετά τον Δαρείο.
Την εποχή του έργου ο Ξέρξης είχε σαρανταρίσει, και μόνο η ανάγκη του συγγραφέα να τον παρουσιάσει εύκολα παρασυρόμενο από τις κοροϊδίες των φίλων του και, γενικά, «οξύ», με την αψάδα των νιάτων, υποχρεώθηκε – ας πούμε – να αγνοήσει την ιστορία, όπως άλλωστε την αγνόησε σε πλείστα όσα σημεία, όπως τα ονόματα των νεκρών αρχηγών του περσικού στρατού (που δε συμφωνούν καθόλου μ’ αυτά που μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος είχε προβεί σε τεράστιες έρευνες παίρνοντας «συνεντεύξεις» από τους ελάχιστους επιζώντες), αλλά και τη σχεδόν αγιοσύνη του Δαρείου, που κι αυτός είχε «ζεύξει» (το Βόσπορο) κι αυτός ονειρευόταν συνεχώς να εκδικηθεί τους Αθηναίους.
Όλα αυτά είναι γνωστά. Από κει και πέρα, όμως, η όμορφη και καλή ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτου, τι σχέση έχει σ’ αυτή την παράσταση με τη μητέρα και σύζυγο θεού που ήταν η Άτοσσα, η οποία για τους υπηκόους της ήταν είδωλο απροσπέλαστο, καταστόλιστο με τόσο βαριά κεντημένα χρυσά ρούχα, πυργωτά στέμματα κ.λπ., όπως άρμοζε σε μια Βασίλισσα τέτοιου μεγέθους;
Άποψη του σκηνοθέτη, θα πείτε. Ναι, μα ο Αισχύλος δεν είναι απλός παραμυθατζής. Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής σε μια χώρα τεράστιων ποιητών, το έργο του, ειδικά αυτό, ως στίχος είναι ό,τι πιο «μοντέρνα» ποιητικό έχει γραφτεί ποτέ, αλλά συγχρόνως, είναι μια «τελετή».
Μια τελετή γραμμένη από έναν ανώτερο άνθρωπο, τον Αισχύλο, που η ευγένειά του έναντι του εχθρού είναι το θαύμα του διεθνούς θεάτρου.
Αποκλίνοντας από τη μυθική αφήγηση που κατά κανόνα κυριαρχεί στην τραγωδία, ο Αισχύλος, συνθέτει το μοναδικό έργο του είδους «θέατρο-ντοκουμέντο» που απαντάται στο σώμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
Αυτόπτης μάρτυρας και στρατιώτης των Αθηναίων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ο ίδιος δημιουργεί μια πρωτοφανή μορφή παραστατικού «ρεπορτάζ» πολέμου μόλις οχτώ χρόνια μετά. Η Ιστορία ανεβαίνει πρώτη φορά στη σκηνή.
Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.
Άνδρες και γυναίκες, με σακίδια στην πλάτη, φούστες και κοντά ή μακριά παντελόνια δεν είναι οι γέροντες – σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή – οι συνομήλικοι του νεκρού βασιλιά Δαρείου που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, στα Σούσα, αναμένοντας νέα από την εκστρατεία στην Ελλάδα του νεαρού Ξέρξη. Είναι υπήκοοι μιας χώρας αφυδατωμένης από νιάτα (οξύμωρο στον νεανικό Χορό) και ελπίδα, ξερής, όπως το χώμα γύρω από τη θυμέλη. Σιωπηλοί στην αρχή και με το βλέμμα τους στραμμένο εμμονικά προς τη Δύση, εκεί όπου βρίσκεται η Ελλάδα, άρχισαν να εκφράζουν την αγωνία για την τύχη των δικών τους και συνάμα αναπολούσαν τις όμορφες μέρες που είχαν ζήσει.
Αντί για την πολυπόθητη είδηση, από τη Δύση φτάνει η Άτοσσα. Με το άστοχο για βασίλισσα κοστούμι της Τίνας Τζόκα, στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο και, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζεται με όσους την ακούνε υποταγμένοι με το κεφάλι χαμηλά, τα δυσοίωνα όνειρά της, ενώ η ορχήστρα στο αρχαίο θέατρο διαιρείται από μια κατακόκκινη φωτεινή γραμμή, μαρτυρώντας όχι μόνο το αίμα των νεκρών που αποκαλύπτονται αργότερα, αλλά και τον καίριο, σχεδόν ομιλούντα ρόλο, που έχει ο φωτισμός στην παράσταση (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας), αναδεικνύοντας συναισθήματα κι αντιδράσεις, υποκαθιστώντας- κατά κάποιον τρόπο – τα απόντα σκηνικά.
Από την πρώτη κιόλας εικόνα γίνεται σαφές ότι η παράσταση θα αφηγηθεί την ιστορία, κυρίως, μέσα από τη δύναμη των εικόνων. Τα μέλη του Χορού- όχι γέροντες, αλλά νέοι άνθρωποι και το δεχτήκαμε – εισέρχονται αργά κι ένα-ένα στην ορχήστρα, ντυμένα σύγχρονα – θα πω σαν δικαιολογία – ότι είναι μια ευθεία αναφορά στον πόλεμο που δε σταμάτησε να σκοτώνει ανθρώπους είτε στο πλήθος πέριξ του Περσικού Κόλπου είτε στην Ουκρανία είτε στη Γάζα ή τον Λίβανο.
Γύρω από κάθε σώμα σχηματίζονται σκιές που συμβολίζουν όλο το φορτίο που φέρει κάθε άνθρωπος: την οικογένεια, τους προγόνους, τη μνήμη, τις ρίζες του. Κανείς δε βαδίζει μόνος, ακόμη και όταν η σκιά γίνεται μία. Αυτό δείχνει, θαρρώ, πως πίσω από κάθε σώμα υπάρχει η προσωπική του ιστορία.
Τα μέλη του Χορού στρέφονται προς τη Δύση, προς την κατεύθυνση από όπου αναμένεται να φτάσει η είδηση από τη Σαλαμίνα. Έχουν την πλάτη στραμμένη στο κοινό. Για αρκετή ώρα δε συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, αυτή η ακινησία είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης. Η αναμονή γίνεται πρωταγωνιστής. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Όλοι περιμένουν ότι ο πανίσχυρος περσικός στόλος θα έχει επικρατήσει. Το κοινό γνωρίζει ήδη την αλήθεια, όμως οι ήρωες όχι. Έτσι δημιουργείται μια δραματική ένταση που κορυφώνεται, χωρίς να χρειάζονται λόγια.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο με τη δική του ματιά, ως μια αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.
Είκοσι ένας άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος ( Σταύρος Σβήγκος) επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο. Η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.
«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»
Η δραματουργική επεξεργασία των: Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη, Χρήστου Θεοδωρίδη, η εύληπτη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά, η μουσική του Jeph Vanger, οι φωτισμοί των: Ιωάννας Αθανασίου – Τάσου Παλαιορούτα και τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, συμβάλουν στη δημιουργία μιας παράστασης με μπερδεμένη καλλιτεχνική ταυτότητα, όπου εικόνα, λόγος και ήχος λειτουργούν μεν, αλλά όχι καθηλωτικά.
Ο Χορός στην ορχήστρα, ακολουθώντας τη χορογραφία της Ξένιας Θεμελή, επιδίδεται σ’ έναν θρήνο συλλογικό, επίμονο, αδιαπραγμάτευτο, για τους νεκρούς, για το παρελθόν που χάθηκε, για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.
«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»
Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια.
Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου!
«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»
Ένα καταλυτικό συναίσθημα αγωνίας, ένα προμήνυμα κατακλυσμιαίας καταστροφής διαβρώνει σταδιακά τη δραματική στατικότητα των «Περσών». Η αγωνία αυτή αναβλύζει από τα λόγια του Χορού – συμβούλων, κορυφώνεται με το προφητικό όνειρο της βασιλομήτορα Άτοσσας, μετατρέπεται σε τρόμο με την άφιξη του Αγγελιοφόρου που
διηγείται την πανωλεθρία των περσικών στρατευμάτων στη Σαλαμίνα, μετουσιώνεται σε απόγνωση όταν το φάντασμα του βασιλιά Δαρείου ( Δημήτρης Καταλειφός) αποκαλύπτει την πραγματική διάσταση και αιτία της συμφοράς και καταλήγει σε θρήνο με την εμφάνιση του ντυμένου με απομεινάρια δόξας του, Ξέρξη, η υπέρμετρη εγωπάθεια του οποίου προκάλεσε μοιραία, τη θεία δίκη.
Ωστόσο, η παράσταση έχει ασύμμετρους ρυθμούς, αταίριαστους στο σύνολο των κινήσεων, με πολλές αμήχανες στιγμές, ιδίως άκαρπες παύσεις και μια δυστοκία στη διανομή, εμφανής ολωσδιόλου. Η βασίλισσα Άτοσσα δίχως ηγεμονική μεγαλοπρέπεια. Ο Δαρείος του Δημήτρη Καταλειφού, σχεδόν ήρωας άλλου έργου, ίσως του Σοφοκλή με τέτοιες δόσεις ρεαλισμού και ο Χορός, σαν σε άλλη τραγωδία.
Η σύγχυση με όλα τα παραπάνω, δεν αναδύεται τελικά ως δραματική διάσταση και ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, αλλά ως βασικό γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.
Είναι φανερό ότι υπήρχαν σοβαρές προθέσεις και ιδέες με πειραματική διάθεση
πίσω από το εγχείρημα, έμειναν όμως ακατέργαστες, ανολοκλήρωτες και αχαλιναγώγητες συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών των μυημένων στο αρχαίο δράμα, θεατών.
Ευτυχές είναι το γεγονός – σπάνιο φαινόμενο – ότι δεν ξεχώρισα κανένα ηθοποιό, καμία ερμηνεία άξια να μνημονευθεί ξεχωριστά, επειδή όλοι ακολούθησαν πειθήνια τη σκηνοθετική γραμμή, όμως χειροκροτήθηκαν το ίδιο ζεστά από το κοινό.
Συντελεστές:
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική: Jeph Vanger
Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα
Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή
Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media
Graphic Design – Photography: Mike Rafail
Επικοινωνία – προβολή: Μαρκέλλα Καζαμία
Σχεδιασμός αφίσας: Θοδωρής Λαλάγγας
Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Marossoulis Productions
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
Διανομή:
Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία
Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης
Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης
Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος
Χορός (αλφαβητικά):
Αλεξανδρόπουλος Πάρης
Δεληθανάση Αγγελική
Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος
Εξακοΐδης Γιώργος
Θεμελή Ξένια
Κισσανδράκης Γιώργος
Κωνσταντινίδης Γιώργος
Μακρής Ντένης
Μανδρινός Δημήτρης
Μανωλάς Νίκος
Παντερμαλή Αγγελική
Πίττα Τατιάνα- Άννα
Σακελλαριάδη Πέννυ
Σωτηροπούλου Σαββίνα
Τρυφουλτσάνης Βασίλης
Τσαλίκης Βασίλης
Φύτρος Σαμψών
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Βάκχες» με τους The Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Oι Βάκχες, έρχονται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος, The Tiger Lillies, οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.
Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διιεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η δική μας Λουκία Μιχαλοπούλου.
Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών/εθών, των νόμων και της αυτό-εικόνας μας.
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Επίδαυρο 11 και 12 Ιουλίου και απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς.
ΒΑΚΧΕΣ
Συμπαραγωγή του ΙΒΑΝ ΒΑΖΟΒ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, του
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ
Βάκχες του Ευριπίδη
Με την ειδική συμμετοχή των The Tiger Lillies
Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson
Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova
Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev
Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev
Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing
Misery Guts Music Ltd., 2026)
Σκηνικά: Nikola Toromanov
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Uršula Teržan
Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov
Σχεδιασμός φωτισμών:Στέλλα Κάλτσου
Γραφιστικός σχεδιασμός: Teodora Simova
Δραματουργία: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova
Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski
Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova
Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson
Stage Manager: Bogdan Dimitrov
Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Διαφήμιση: Renegade Media
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova
Make up: Όλγα Φαλέι
Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας
Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις : ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου
Οργάνωση – εκτέλεση περιοδείας : ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ
Ραψωδοί (The Tiger Lillies)
Μεσαίος — Martyn Jacques
Aιθέριος — Adrian Stout
Χθόνιος — Budi Butenop
Διανομή
Διόνυσος — Leonid Yovchev
Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς
Τειρεσίας — Samuel Finzi
Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου
Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης
Υπηρέτης — Ivan Nikolov
Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov
Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov
Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια
Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,
Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya
Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova
VIDEO : https://youtu.be/U4fzuu4mOfU
Φωτογραφικό υλικό https://drive.google.com/drive/folders/1pmZyJO8sGyRBdquSxirQ0i1sNaqt7J-Z?usp=share_link
ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 120’
Η παράσταση θα αποδοθεί στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους
Ώρα έναρξης : 9.00 μμ
Προπώληση : more.com
Πολιτισμός
«Γη της Επαγγελίας» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η «Γη της Επαγγελίας», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη, έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων την Τετάρτη 26 Αυγούστου, στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κοζάνης με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για την ιστορική συγκυρία του κλεισίματος των λιγνιτικών εργοστασίων.
Μια συγκλονιστική αφήγηση που επιστρέφει στις ρίζες της ενεργειακής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας και φέρνει στη σκηνή το ζήτημα της απολιγνητοποίησης ή αλλιώς ενεργειακής, οικονομικής και υπαρξιακής «μετάβασης» αντικατοπτρίζοντας όσα συμβαίνουν στον τόπο, τη χώρα αλλά και σε όλο τον κόσμο.
Η «Γη της Επαγγελίας» είναι μια ποιητική «αντιπαράσταση» θεάτρου ντοκουμέντο, στην οποία οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες κατοίκων και εργαζομένων που έδεσαν τη ζωή τους με τον λιγνίτη και την ελληνική παραγωγή Ηλεκτρικού Ρεύματος, μετατρέπονται σε άμεσο τεκμήριο μνήμης για την ενέργεια, την απώλεια και τη μετάβαση.
Ακούμε τις σκέψεις, βλέπουμε την πραγματικότητα και τα βιώματά τους και παρακολουθούμε μια σκηνική σύνθεση που στόχο έχει να αναδείξει την ποίηση και το αίσθημα όσων μαρτυρούνται.
Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Γεωργία Μαυραγάνη
Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου
Σκηνικά – κοστούμια: Εύη Μιμίκου, Βενετία Νάση
Μουσική: Χάρης Νείλας
Σχεδιασμός φωτισμών: Εμορφίλη Τσιμπλίδου
Κινηματογράφηση υλικού – Επεξεργασία με ΑΙ: Στάθης Γαλαζούλας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Ηλιάδη, Νικολέτα Σιώμου
Βοηθός φωτίστριας: Ηρώ Μεταξά
Ηθοποιοί: Δημήτρης Γαλανάκης, Συμεών Κωστάκογλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Ιωάννα Σίσκου, Ανατολή Τσακαλίδου
Άνθρωποι της κοινότητας: Νίκος Λόφτσαλης, Παναγιώτης Χλιαράς
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Κωνσταντίνος Μανουσαρίδης και Χρήστος Συμεωνίδης
Εικονογράφηση αφίσας: Lekõ
Σχεδιασμός προγράμματος – Επικοινωνία: Παναγιώτης Τσαρτσιανίδης
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Λαβαντσιώτης, Γιάννης Λυγκώνης, Τάκης Συνδουκάς
Τεχνικοί σκηνής: Βαγγέλης Καραθανάσης, Νίκος Λαβαντσιώτης, Τάκης Συνδουκάς
Ηλεκτρολόγος – χειριστής φώτων: Τάσος Διδασκάλου
Ηχολήπτης: Μάνος Κόμπος
Υπεύθυνος περιοδείας: Στέλιος Σωτηρόπουλος
Γη της Επαγγελίας
Τετάρτη 26 Αυγούστου / 21:00
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Διάρκεια: 75 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: 15€ Γενική Είσοδος • 10€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων, ΑμεΑ, Τριτέκνων και Πολυτέκνων
Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-kozanis-gi-tis-epaggelias/?lang=el
Προπώληση
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
Κρηνίδες: Café «Προσκήνιο», Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τηλ. 2510516090
*Απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο μετά την έναρξη της παράστασης.
**Για άλλη μία χρονιά, θα υπάρξει δυνατότητα μεταφοράς θεατών από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Καβάλας από και προς το αρχαίο θέατρο Φιλίππων με την επίδειξη εισιτηρίου της εκάστοτε θεατρικής παράστασης και ειδικό αντίτιμο 4.40€.
Αναχώρηση από το ΚΤΕΛ Καβάλας στις 18.45 και επιστροφή μετά το πέρας της παράστασης.
Σημ. Οι κάτοχοι ονομαστικών προσκλήσεων του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων καλούνται να δηλώσουν την πρόθεσή τους να τις χρησιμοποιήσουν έως την Δευτέρα 24/8, ενώ ο έλεγχος ταυτοπροσωπίας θα γίνεται στην είσοδο του θεάτρου τη μέρα της παράστασης.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 (10:00-14:00).
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login