Πολιτισμός
Ένας ανατρεπτικός «ΠΛΟΥΤΟΣ» από το Κ.Θ.Β.Ε. στο 67ο Φεστιβάλ Φιλίππων!
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ο «Πλούτος» είναι η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη. Γράφτηκε το 388 π.Χ. και είναι από τα πιο δημοφιλή θεατρικά έργα. Ανέβηκε πολλές φορές από σκηνοθέτες, όπως ο Κάρολος Κουν με το Θέατρο Τέχνης το 1957 -παράσταση στα όρια του θρύλου – σε σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Μόραλη και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, όπως ο Σπύρος Ευαγγελάτος με το Αμφι-Θέατρο το 1978, ο Γιώργος Αρμένης με τον θίασο «Σχήμα» του Συλλόγου Ελλήνων Ηθοποιών το 1990, ο Σταμάτης Φασουλής στο Εθνικό Θέατρο το 1994, ο Διαγόρας Χρονόπουλος στο Κ.Θ.Β.Ε. το 2000, ο Μίμης Κουγιουμτζής στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» το 2001 και ο Νίκος Μαστοράκης με τον θίασο «Εύμολπις» το 2004. Φέτος περιοδεύει και από το Εθνικό θέατρο και από το Κ.Θ.Β.Ε., το οποίο φέρνει την παράσταση και στο 67ο Φεστιβάλ των Φιλίππων.
Το έργο, ασφαλώς και έχει μυθικό υπόβαθρο. Ο Αριστοφάνης επεξεργάστηκε με αλληγορικό τρόπο τους μύθους του θεού Πλούτου και της θεάς Πενίας. Ο Πλούτος ως θεός αναφέρονταν στην ευφορία και αφθονία των αγρών και στην επιβράβευση , στην τιμιότητα της εργασίας και στον ηθικό βίο των παραγωγών, ενώ η Πενία στη λιτότητα και στην αυτάρκεια και όχι στη ζητιανιά. Αμφότεροι οι θεοί ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι στην Αττική γη.
Καλοκαίρι 2024, Κ.Θ.Β Ε. και «ΠΛΟΥΤΟΣ» του Αριστοφάνη σε ελεύθερη διασκευή. Αυτό σημαίνει ότι προηγήθηκε δραματουργική εργασία από τον έμπειρο και ευφάνταστο Γιάννη Κακλέα, που υπογράφει σκηνοθεσία- διασκευή – μετάφραση, ώστε ο Αριστοφάνης να φωτίσει στην παράστασή του σκιερές πλευρές τής σάτιρας, οι οποίες σχεδόν κάθε χρόνο, εμφανίζονται στη σκηνή υπό μορφή κλισαρισμένης επιθεώρησης, έμπλεης βωμολοχιών και φαλλικών συμβόλων και συγκεκριμένης υποκριτικής απόδοσης.
Στη διασκευή, βεβαίως, επιτρέπονται όλες οι πιθανές επεμβάσεις στο κείμενο: περικοπές, αναδιοργάνωση της αφήγησης, υφολογικές βελτιώσεις, δραματική συμπύκνωση ή μεγέθυνση με προσθήκες – εκτός έργου – ξένων στοιχείων, τροποποίηση του τέλους, ανάλογα με τον σκηνοθετικό λόγο.
Ο σπουδαίος Γιάννης Κακλέας έκανε όλα τα παραπάνω, χωρίς να ασεβήσει στον αρχετυπικό λόγο. Κράτησε τον κεντρικό μύθο, εξωτερίκευσε όλες τις παραμέτρους της φτώχειας (Πενίας ) από τέσσερα στόματα, πλαισίωσε τον Καρίωνα – τον οποίο αναβάθμισε από δούλο σε κανακάρη του Χρεμύλου – με μια απερίγραπτη κι αξιαγάπητη αλητοπαρέα και εξοστράκισε τον Ερμή στον Όλυμπο, ο οποίος τέλειωνε το αυθεντικό έργο, ενώ στη θέση του έφερε την εμβληματική ιστορικό Μαρία Ευθυμίου, να σφραγίζει την παράσταση με μια παράβαση -εμβρίθεια των γνώσεών της.
Σ’ ένα σκηνικό (Μανόλης Παντελιδάκης), που θυμίζει κατεστραμμένο εργοστάσιο, βλέπουμε όλα όσα ο Αριστοφάνης συμμάζεψε στο έργο του για να σατιρίσει: την ανισότητα κράτους – πολίτη, το καυτό θέμα δογματικής ιεραρχίας -πιστών, καθώς και τον οπορτουνισμό, τον ρεβανσισμό, την ανέχεια, την ένδεια αλλά και την αυθάδεια.
Ο γερο – αγρότης Χρεμύλος, πνιγμένος στα χρέη μηχανεύεται τρόπους για να εξαπατήσει τους δανειστές του, όνομα επινόηση του Αριστοφάνη (από τις λέξεις χρέος + αιμύλω = απατώ), απογοητευμένος από τη φτώχεια του, αναχωρεί για το Μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί τον θεό Απόλλωνα πώς να αναθρέψει τον γιο του: τίμια για να πεθάνει φτωχός ή ως κλέφτης και απατεώνας για να πνιγεί στα πλούτη; Η Πυθία με τον χρησμό της του απαντά : “Να παραλάβεις στην οικία σου τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσεις αναχωρώντας από το ναό μου”.
Ο Χρεμύλος – στο αρχικό κείμενο – συνοδευόμενος από τον δούλο του Καρίωνα (το όνομα Καρίωνας είναι λόγω της καταγωγής του, από την Καρία της Μ. Ασίας), συναντούν έναν τυφλό ρακένδυτο και εριστικό γέροντα, χωρίς να αναφέρει ποιος είναι και όπως διατείνεται. Αρχίζουν να τον χλευάζουν και να τον υποτιμούν και να ρωτούν το όνομα του.
Είναι ο θεός Πλούτος, τον οποίο κατά τον Αριστοφάνη, τον έχει τυφλώσει ο Δίας, για να μην βλέπει πού μοιράζει τα πλούτη του. Ο θεός Πλούτος φοβάται πως αν γιατρευτεί ο κορυφαίος των θεών Δίας, θα θυμώσει και θα προξενήσει καταστροφές στην ανθρωπότητα.
Ο Αριστοφάνης, που θέλει προστάτη όλων των αδικιών τον Δία, σαρκάζει το επίσημο ιερατείο για τους συμβιβασμούς του.
Μόλις μαθαίνουν ποιος είναι ο ρακένδυτος τυφλός ζητιάνος, τον οποίο προηγουμένως χλεύαζαν, αρχίζουν τις κολακείες και, μάλιστα, ο Χρεμύλος διατίθεται να τον πάρει σπίτι του με σκοπό να γίνει πλούσιος. Ο φιλοξενούμενος θεός μεταπείθεται και ο Χρεμύλος αποφασίζει να τον γιατρέψει για να πλουτίζουν οι καλοί άνθρωποι και όχι οι άτιμοι, οι πονηροί, οι ρήτορες και οι διάφοροι θρησκειοκάπηλοι.
Ο θεός Πλούτος αποκαλύπτει την πραγματική του ιδιότητα. Ο Χρεμύλος και ο Καρίωνας του ανοίγουν με όλη την δύναμή τους τα βλέφαρά του και, σύμφωνα με τις θρησκευτικές συνήθειες, τον παραδίδουν για μία νύχτα στο ιερό του Ασκληπιού για να επανέλθει το φως των ματιών του. Αυτό το ιαματικό προσκύνημα στο Ασκληπιείο, μας το ζωγραφίζει ο Αριστοφάνης με τα λόγια του Καρίωνα, ως μια σπάνια περιγραφή, ασυναγώνιστη σε σαρκασμό για τις λαϊκές προλήψεις.
Ο Πλούτος θεραπεύεται. Εδώ όμως παρεμβαίνει η θεά Πενία, η οποία προσπαθεί με διάφορα επιχειρήματα να πείσει τους φτωχούς, πως αν γιατρευτεί ο Πλούτος θα γίνουν οκνηροί, δε θα έχουν ζήλο για εργασία.
Η σύγκρουση στο έργο είναι ανάμεσα στον χωρικό Χρεμύλο και στην Πενία, που εισβάλλει έξαλλη στην κωμωδία και αντιδρά για την αποκατάσταση του Πλούτου. Ο γερο – αγρότης της Αττικής την καθησυχάζει με τη δική του επιχειρηματολογία. Έπειτα από την γιατρειά του ο Πλούτος επιστρέφει στους ανθρώπους.
Τώρα όμως οι διάφοροι επιτήδειοι καταχραστές – ιερείς και θεοί – οδύρονται, επειδή χάνουν την απασχόλησή τους.
Ο ευρηματικός κι έμπειρος και στην αριστοφανική κωμωδία Γιάννης Κακλέας, δε βαδίζει σε αχαρτογράφητα νερά. Ξέρει πολύ καλά πώς μια κλασσική περιπέτεια μετατρέπεται σε μια σύγχρονη ανατρεπτική κωμωδία, ώστε στη διάρκεια της προετοιμασίας της παράστασης έκανε μια ενδοσκόπηση, στο θέμα «Πλούτος», στη σύγχρονη καθημερινότητά μας.
Πηγές έμπνευσης πολλές, υποθέτω όχι μόνο ο σοφός, οικουμενικός και διαχρονικός Αριστοφάνης, όπως :
« Ὤ, ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὰ πλούτη καὶ ποὺ μόνο τί λογῆς εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν ξέρετε. Ἄνθρωποι βασανισμένοι, σαστισμένοι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες κι ἀπὸ τὶς σκουτοῦρες, σκλάβοι στὴ φιλοδοξία καὶ στ᾿ ἄλλα πάθη, ὢ ἄσωτοι γυιοί, ποὺ φάγατε τὰ ξυλοκέρατα καὶ δὲν χορτάσατε, γυρίστε πίσω στὸ σπίτι τοῦ πατέρα σας τοῦ πονετικοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική σας, καὶ μπεῖτε μέσα νὰ ξαποστάσετε, νὰ εὐφρανθῆτε καὶ νὰ νοιώσετε τὴν ἀληθινὴ χαρά»
Φώτης Κόντογλου : «Ζωή πολυμέριμνη, χωρίς καμία εσωτερική ευτυχία».
Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γεννιούνται και πεθαίνουν, κατά φουρνιές, μαζί.
Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής, και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες. Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί.
Έτσι, στον «Πλούτο» του Κ.Θ.Β.Ε. με υπογραφή Γιάννη Κακλέα, χαριτωμένα επεισόδια παρελαύνουν στη σουρεαλιστική παράσταση, με τους «αδικημένους» της νέας κατάστασης, ενώ προ-υπήρξε, όπως ανέφερα παραπάνω, μια τεκμηριωμένη έρευνα σχετικά με τις διαστάσεις της φτώχειας, ώστε να δούμε από τις εξαιρετικές: Πολυξένη Σπυροπούλου, Χρυσή Μπαχτσεβάνη, Άννα Ευθυμίου και Κλειώ -Δανάη Οθωναίου, που μοιράζονται την Πενία, τον εννοιολογικό προσδιορισμό και τον τρόπο μέτρησης της έκτασης και έντασης της φτώχειας, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδη και αλληλένδετα ερωτήματα για τη μελέτη του φαινομένου «φτώχεια» στον χώρο της κοινωνικής έρευνας. Ευφυές εύρημα, απολαυστική απόδοση και από τις τέσσερις ηθοποιούς.
Στις καινοτομίες της η σκηνοθεσία μπόλιασε στη δράση και τον ράπερ Βάϊο Πράπα, ο οποίος με τους σημερινούς στίχους της παρλάτας του, σατιρίζει τη σημερινή κατάσταση του μεροκαματιάρη νεοέλληνα: «Χιλιάδες λέξεις, λίγο πριν φέξει η γειτονιά μας πλημμυρίζει όποτε βρέξει. Οι γονείς μας να σηκώνονται πριν από τις έξι. Για μια δουλειά που δεν έχουν επιλέξει»
Στο τέλος ο Πλούτος οδηγείται πανηγυρικά στο ταμείο της πολιτείας – όνειρα θερινής αττικής νύκτας σε μια χρεοκοπημένη Αθήνα – προσφορά του Αριστοφάνη στους συμπατριώτες του, σαν έναν προβληματισμό στην άδικη κατανομή του πλούτου και στην έκρηξη της διαφθοράς.
Η παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε είναι, θα έλεγα, μια σπουδή πάνω στην αριστοφανική σάτιρα, ένα διασκευασμένο σουρεαλιστικό πανηγύρι, μια έξυπνη διακωμώδηση της ανισότητας στις σχέσεις πολίτη- κράτους. Η μετατροπή του Χορού σε αλητοπαρέα του Καρίωνα εξυπηρετεί το σκηνοθετικό όραμα, άλλωστε στο πρωτότυπο κείμενο ο Χορός περιθωριοποιείται από τον συγγραφέα και εδώ, τα χορευτικά ιντερμέδια (Στεφανία Σωτηροπούλου) προσθέτουν μεγαλύτερη απόλαυση σε μια κωμωδία με το επίθετο: «ανατρεπτική».
Ένα ακόμη μεγάλο προσόν της παράστασης , η υποκριτική ομάδα του κρατικού φορέα. Όλοι τους εξαιρετικοί.
Ο βραβευμένος Μάνος Βακούσης, είναι ένας έξοχος Χρεμύλος. Ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης, φύσει κομεντιέν ηθοποιός, υποδύεται σπαρακτικά τον Πλούτο, ο νεαρός Γιάννης Σύριος, που απολαύσαμε στον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ , είναι ένας γλυκύτατος μεν, έξαλλος δε, Καρίωνας.
Οι: Αναστασία Κελέση, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Χριστίνα Μπακαστάθη, Στεφανία Σωτηροπούλου, Γιάννης Τομάζος, Χρήστος Τσάβος, είναι μια απίθανη αλητοπαρέα που οργώνει τη σκηνή και σκορπά ευφορία στο κοίλο.
Άξιοι επαίνων οι επί μέρους χαρακτήρες που ερμηνεύονται έξοχα από δοκιμασμένους υπερταλαντούχους ηθοποιούς του Κ.Θ.Β.Ε., όπως: Δημήτρης Διακοσάββας, Φαίη Κοκκινοπούλου, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Χαρίσης, Θάνος Φερετζέλης, Μαίρη Ανδρέου και Αλεξάνδρα Παλαιολόγου.
Σουρεαλιστικά, σκόπιμα στα όρια του κιτς, τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαρίδη, να φλερτάρουν οι εικόνες πότε με λαμέ περιβλήματα αμερικάνικου high lighting, πότε με κινηματογραφικούς διαστημικούς ήρωες και πότε με επιθεώρηση δευτεροκλασάτου ελληνικού θιάσου.
Πρωτότυποι οι στίχοι του «Τελευταίου Καλεσμένου», πρωτότυπη και η ραπ μουσική του Βάιου Πράπα, ξεχωριστή, σαν ένα σύγχρονο μουσικό στεφάνι στο όλο πόνημα.
Στο μουσικό μέρος της παράστασης συμμετέχουν οι: Χατζηφραγκέτα, η Nalyssa Green και «ο Τελευταίος Καλεσμένος».
Η Αριστοφανική ουτοπία, που εμφανίζεται σαν υπόθεση εργασίας (τι θα γινόταν, ας πούμε, αν ο πλούτος δεν ήταν τυφλός και μοίραζε δίκαια τα χρήματα στον κόσμο), δίνει πάντα εξωφρενικές και κωμικές απαντήσεις.
Το ζήτημα που θέτει ο Πλούτος, σ’ αυτήν την εμπνευσμένη διασκευή που Γιάννη Κακλέα, έχει να κάνει με το αίτημα αναδιανομής των πόρων μιας κοινωνίας, αλλά και το αίσθημα αδικίας που δημιουργεί στους ανθρώπους (και ιδίως στους φτωχούς) η διαφθορά και η ανισοκατανομή του πλούτου.
Παρουσιάζονται δύο θέσεις: Η φτώχια κάνει καλό, καθώς πρέπει να υπάρχουν φτωχοί, για να δουλέψουν. Κι η άλλη είναι ότι δεν θα εξαφανισθεί η φτώχια, αλλά θα πλουτίζουν οι ενάρετοι και θα μένουν στην ψάθα οι κακοί άνθρωποι.
Όλα αυτά μέσα στο πνεύμα μιας ανέφικτης τελειότητας , που σκοπό έχει περισσότερο να δημιουργήσει κωμικές καταστάσεις, παρά να οραματισθεί μια μεγάλη κοινωνική αλλαγή.
Συμπερασματικά, πρόκειται για μια ευρηματική παράσταση, μια ιδιαίτερα έξυπνη διασκευή του μύθου του Αριστοφάνη «ΠΛΟΥΤΟΣ», όπου υμνείται η ιλαρότητα της αναζήτησης της ευτυχίας, μέσω χρημάτων, αυτής που μπορούν να φέρουν τα πλούτη, με την υπογραφή του σημαντικού σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα.
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία – Μετάφραση /Απόδοση κειμένου: Γιάννης Κακλέας
Μετάφραση – Ελεύθερη απόδοση κειμένου – Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Πρωτότυπη Μουσική: Βάιος Πράπας
Πρωτότυποι Στίχοι: Τελευταίος Καλεσμένος
Χορογραφίες: Στεφανία Σωτηροπούλου
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτη: Άρης Κακλέας
Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά
Βοηθός ενδυματολόγου: Μανώλης Ψωματάκης
Βοηθός φωτίστριας: Ιφιγένεια Γιαννιού
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
*(βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Δέσποινα Παπαδημητρίου
ΔΙΑΝΟΜΗ:
Χρεμύλος: Μάνος Βακούσης
Πλούτος: Αλέξανδρος Ζουριδάκης
Καρίων: Γιάννης Σύριος
Πενία 1: Πολυξένη Σπυροπούλου
Πενία 2: Χρυσή Μπαχτσεβάνη
Πενία 3: Άννα Ευθυμίου
Πενία 4: Κλειώ – Δανάη Οθωναίου
Παρέα του Καρίωνα: Αναστασία Κελέση, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Χριστίνα Μπακαστάθη, Στεφανία Σωτηροπούλου, Γιάννης Τομάζος, Χρήστος Τσάβος
Κλεώνυμος: Δημήτρης Διακοσάββας
Αρχιδάμια: Φαίη Κοκκινοπούλου
Αρτεμίδωρος: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Ελπίνωρ: Δημήτρης Μορφακίδης
Ελπινίκη: Αλεξάνδρα Παλαιολόγου
Λευκοθέα: Φωτεινή Τιμοθέου
Θρασύμαχος: Γιάννης Χαρίσης
Καλισθένης: Θάνος Φερετζέλης
Αερόπη: Μαίρη Ανδρέου
Λυσιμάχη: Ελένη Μισχοπούλου
Χορευτές/τριες επί σκηνής: Αναστασία Κελέση, Στεφανία Σωτηροπούλου, Μάριος Χατζηαντώνης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης
Μουσικοί επί σκηνής: Βάιος Πράπας, Τελευταίος Καλεσμένος
Στην Παράβαση του έργου εμφανίζεται η Ιστορικός – Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Ευθυμίου.
Γείτονες-Μύστες-Χορογραφία Χρεμύλου και Πενίας-Συνδαιτημόνες στο πάρτι: Ο Θίασος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη
Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.
Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;
Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου
Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης
Μουσική: Magnus Moone
Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας
Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας
Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου
Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου
Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης
Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας
Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»
Ελευθερούπολης)
Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου
Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου
*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)
Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη
Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Γενική είσοδος 5€
Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€
**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό
Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).
***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις
****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login