Connect with us

Πολιτισμός

«Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη / Πρεμιέρα στο 67ο Φεστιβάλ Φιλίππων!

«Όρνιθες»-του-Αριστοφάνη-σε-σκηνοθεσία-Άρη-Μπινιάρη-/-Πρεμιέρα-στο-67ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Στις 11 σωζόμενες κωμωδίες του ο Αριστοφάνης σατιρίζει αμείλικτα την πολιτική πραγματικότητα και τις επιλογές των ηγετών της εποχής του. Για την παραγωγή κωμικού αποτελέσματος διακωμωδεί πολιτικά πρόσωπα, χρησιμοποιεί το στοιχείο της έκπληξης, του απρόοπτου, της υπερβολής, βωμολοχία και κοπρολογία, παρωδεί τους τραγικούς ποιητές, κάνει λογοπαίγνια και συνθέτει αστείες λέξεις ,όπως η «Νεφελοκοκκυγία», ενώ δείχνει ελάχιστο σεβασμό σε θεούς και δοξασμένους ήρωες, χωρίς να τιμωρηθεί ποτέ για τον οξύ του λόγο.

Οι «Όρνιθες» διδάχθηκαν το 414 π.Χ. στα Διονύσια και θεωρούνται μέχρι σήμερα αριστούργημα για την τολμηρότητα της φαντασίας και την ανάερη ποιητικότητα των στίχων τους. Η πληρότητα των σκηνών και η σφιχτή αλληλουχία των μερών της κωμωδίας, την καθιστούν διαχρονικό πρότυπο δραματουργικής δημιουργίας.

Το έργο πραγματεύεται τη φυγή δύο ανθρώπων από την τυραννία του κόσμου στο βασίλειο του παραμυθιού. Μετά από ένα κύκλο «πολιτικών» κωμωδιών, όπου ο ποιητής προέτρεπε τους Αθηναίους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους και να επιδιώξουν την ειρήνη, εδώ ο Αριστοφάνης στράφηκε στην «ουτοπία», στην αντιμετώπιση δηλαδή της πραγματικότητας με μία ελκυστική αλλά ανέφικτη φαντασιακή λύση.

Στην υπόθεση παρακολουθούμε δύο Αθηναίους με τα εύγλωττα ονόματα Πεισθέταιρος («αυτός που αρέσκεται να νουθετεί») και Ευελπίδης («αισιόδοξος»), απηυδισμένους από τη δικομανία που έχει εξαπλωθεί στην Αθήνα, να εγκαταλείπουν την πόλη για να αρχίσουν μία νέα ζωή ως πουλιά, στήνοντας μία καινούργια ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ανάμεσα στους ανθρώπους και στους θεούς, χωρίς αναταραχή και πολυπραγμοσύνη.

Αν και οι συσχετισμοί είναι λιγότερο εμφανείς από παλαιότερες κωμωδίες, οι «Όρνιθες» αποτελούν επίσης σχόλιο για τα αδιέξοδα της εποχής του Αριστοφάνη, αφού σε μία τεταμένη περίοδο για την Αθήνα (Σικελική εκστρατεία), ο ποιητής χρησιμοποιεί το όνομα «Εύελπις» για να δηλώσει τη διάθεση που έκανε τους Αθηναίους να στείλουν πλοία στη Σικελία και το όνομα «Πεισθέταιρος» που απηχεί εκείνο του τύραννου Πεισίστρατου (ο Πεισθέταιρος καταλήγει τύραννος της πολιτείας των νεφών), ενώ παρουσιάζει τους ήρωές του να αναζητούν ένα τόπο «απράγμονα», ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από την επεκτατική διάθεση της Αθήνας εκείνη την εποχή.

Στον πρόλογο των Ορνίθων, στο πρωτότυπο κείμενο, παρουσιάζεται η δυσάρεστη κατάσταση που βιώνουν οι πρωταγωνιστές και αποκαλύπτεται, ως ένα βαθμό, το σχέδιό τους να την υπερβούν. Ο Αριστοφάνης τοποθετεί στο εισαγωγικό τμήμα της κωμωδίας του πλήθος πληροφοριών και ταχύτατη εναλλαγή γεγονότων, έτσι ώστε ο θεατής να ξεπεράσει γρήγορα την έκπληξη για τον εξωπραγματικό κόσμο που συνθέτει ο ποιητής με ανθρώπους που θέλουν να γίνουν πουλιά και πουλιά που θέλουν να κυριαρχήσουν τον κόσμο.

Η Πάροδος (είσοδος του Χορού) παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής του έργου. Ξεκινά με το αναπαιστικό κάλεσμα της Αηδόνας, συνεχίζει με την απάντησή της και το κάλεσμα των άλλων πουλιών, δίνοντας την ευκαιρία στην ποιητή να χρησιμοποιήσει σύνθετα μετρικά και μουσικά μέρη με ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Η μονωδία του Τσαλαπετεινού, με την διακριτή διαφοροποίηση των μερών της, είναι το διασημότερο λυρικό κομμάτι της Αρχαίας Κωμωδίας.

 Όλα τα παραπάνω στη διασκευασμένη παράσταση των Ορνίθων, απαλείφονται ή μεταφέρονται σε άλλα στάδια ή σε άλλα πρόσωπα. Το έργο εδώ ανοίγουν οι δυο Αθηναίοι, που μπαίνουν στην άδεια ορχήστρα σαν φοβισμένα ανθρωπάκια, σαν ένα δάνειο από τους Μήτσους του Λαζόπουλου, αν δεχτούμε ότι κι εκείνος εμπνεύστηκε από τον Αριστοφάνη. Ο «άει χάσου ανθρωπάκι» Μήτσος φορέθηκε από τον Πεισθέταιρο και από τον Ευελπίδη με επιτυχία, μέχρι να μεταμορφωθούν σε επαναστάτες με αιτία.

Ο Χορός, επανέρχομαι, στην αριστοφανική κωμωδία, άλλοτε υποστηρίζει τον ήρωα και άλλοτε (όπως εδώ) αντιδρά στα σχέδιά του και η αντίδρασή αυτή παίρνει τη μορφή δυναμικής αντιπαράθεσης. Η μεταμόρφωση των ανθρώπων σε πουλιά γίνεται στη διάρκεια της Παράβασης, όπου κατά την ορφική παράδοση, ο Αριστοφάνης προτείνει μία «θεογονία» από την άποψη των πουλιών με ανάπαιστους εξαιρετικής ομορφιάς.

Ακολουθεί η ονομασία της πόλης με το όνομα «Νεφελοκοκκυγία» (Κατοικία των κούκων στα σύννεφα), μία λέξη που εφευρίσκει ο ποιητής ώστε να προκαλέσει θυμηδία.

Το χτίσιμο των διαχωριστικών τειχών ανάμεσα στη Γη και στον Ουρανό προκαλεί την εμφάνιση διαφόρων «παράσιτων», κατά τον Αριστοφάνη, μελών της αθηναϊκής κοινωνίας: ενός ποιητή, ενός κρατικού επόπτη, του Μέτωνα του αστρολόγου και ενός «ψηφισματοπώλη» που αντιμετωπίζονται εχθρικά από τα πουλιά, όπως και η αγγελιοφόρος των θεών, Ίρις.

Τελευταίοι εμφανίζονται οι τρεις αντιπρόσωποι – διαπραγματευτές των θεών: ο Προμηθέας, ο Ηρακλής (φοβερός φαγάς της δωρικής κωμωδίας).

Ο Πεισθέταιρος καταφέρνει να τα βγάλει πέρα με όλους, με όπλα τη σάτιρα, την ειρωνεία αλλά και κωμικές απειλές ή χειροδικίες. Ο Δίας υποχρεώνεται να παραχωρήσει τη «Βασιλεία» (την προσωποποίηση της εξουσίας) στον Πεισθέταιρο και η κωμωδία τελειώνει με το θριαμβευτικό φαγοπότι της γαμήλιας ένωσης του ήρωα με την ουράνια θεά.

Η σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη αξιοποιεί το στοιχείο της τελετουργίας με στόχο να αναδειχθούν οι αλληγορικές προεκτάσεις του αριστοφανικού έργου, ενώ η μουσική και η διαρκής κίνηση τοποθετούν στο επίκεντρο της παράστασης την ανθρώπινη κατάσταση, τη μεταμόρφωση και την αποκατάσταση μιας κοσμικής δικαιοσύνης.

Με τον ανθρώπινο πολιτισμό να έχει φτάσει σε μια οριακή στιγμή, το πέταγμα των πουλιών μοιάζει με μια τελετή μύησης και επανασύνδεσης του ανθρώπου με τον φυσικό κόσμο και με την πρωτόγνωρη δύναμη που προκύπτει από αυτή τη σχέση.

Φορώντας δερμάτινα κράνη – μάσκες ( Δήμητρα Καίσαρη), διακοσμημένα με πολύχρωμα, εντυπωσιακά φτερά, ο σκληρά εκπαιδευμένος Χορός των «Ορνίθων»: Μιχάλης Βαλάσογλου, Θανάσης Ισιδώρου, Τάσος Κορκός, Σοφία Κουλέρα, Αυγουστίνος Κούμουλος, Μαρία Κυρώζη, Κυριάκος Σαλής, Αλεξία Σαπρανίδου, Ειρήνη Τσέλλου – ξεσπούν σε ένα, διονυσιακής υφής πέταγμα, προσπαθώντας να μάθουν στους «εφήμερους θνητούς» στον Πεισθέταιρο – Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο και στον Ευελπίδη – Γιώργο Χρυσοστόμου, ν’ ανοίγουν τα φτερά τους. «Δεν συνηθίζεται εύκολα αυτό, εμείς είμαστε άνθρωποι», λέει με συστολή ο πρώτος, αλλά τελικά θα αποδειχθεί ο πιότερο αποφασισμένος να απαρνηθεί τη φύση του για μιαν άλλη.

 Οι δύο ήρωες, συμβολικά αγκαλιάζονται διαρκώς στην εξέλιξη, σαν μια παραίνεση σκηνοθετική προς τους θεατές: «Αυτός ο μικρός πυρήνας των δύο ανθρώπων δείχνει τι σημαίνει το ξεπέρασμα των ορίων μιας συμβατικής ζωής. Κάθε μετακίνηση εκτός κέντρου, κάθε πορεία στο αντίθετο ρεύμα των πραγμάτων επαληθεύει την υπέρβαση τους. Και είναι συγκινητικό που οι δυο τους όχι μόνο επιμένουν σε άλλη εκδοχή ζωής, αλλά συμμαχούν με μια φυσική δύναμη για να τα καταφέρουν.

 Απολαυστικοί οι εξαίρετοι Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και Γιώργος Χρυσοστόμου, οργώνουν τη σκηνή, μοχθούν, καταθέτουν ψύχη και σώμα στην ορχήστρα, ιδρώνουν, απογειώνουν τις δυνάμεις τους και, υποθέτω, συμπληρώνουν την κινησιολογική διδασκαλία με άφθονους αυτοσχεδιασμούς.

Η καλή ηθοποιός Κωνσταντίνα Τάκαλου εμφανίζεται ως ευφραδής ποιήτρια, είναι μια γυναίκα ντελικάτη, φανταχτερή στην κομψότητά της και ενώ απαγγέλει στίχους, έρχεται σε αντιπαράθεση, ως θεά Ίριδα, με τα πουλιά και δηλώνει πως είναι αθάνατη, συνεπώς, δε φοβάται τον θάνατο.

 Απολαυστικός και ο Κώστας Κορωναίος ως Έποπας, όπως και ο Μέτων -Ερρίκος Μηλιάρης, ο Στέλιος Ιακωβίδης σαν Χρησμολόγος, αλλά και ο Μάριος Παναγιώτου- Επίτροπος και ο Θανάσης Ισιδώρου- Συκοφάντης. Όλοι τους ερμηνεύουν τους απίθανους τύπους του Αριστοφάνη με απίστευτη ενέργεια, με κέφι και υποκριτική δεινότητα και, βεβαίως, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

Δεν υπάρχει χορογραφία, αλλά εξουθενωτική κίνηση, που σημαίνει πολλή- πολλή δουλειά και από τα «πουλιά» και από τους πρωταγωνιστές και από τους υπόλοιπους ήρωες. Πραγματικά, είναι αξιοθαύμαστοι όλοι οι ηθοποιοί γι’ αυτή την αδιάκοπη κίνηση, την ταυτόχρονη ομιλία και τη διάταξη που η κάθε σκηνή επιτάσσει.

 Στη φρέσκια, αν και «αιρετική» σκηνοθετική ματιά, είναι ευδιάκριτη η πλοκή των «Ορνίθων», που δε στηρίζεται στην αληθοφάνεια ούτε υπακούει στη λογική. Η τάξη ανατρέπεται, οι αξίες που συνέχουν την κοινωνία ευτελίζονται, πρόσωπα και θεσμοί γελοιοποιούνται, θεοί και ήρωες συμμορφώνονται με το γεμάτο γοητευτικό ηδονισμό κωμικό ήθος που, εν τέλει, καθιστά το έργο απόλυτα πρωτότυπο και διαχρονικά άφθαρτο στην ουσιαστική μοναδικότητά του.

Η «ανταρσία» του Άρη Μπινιάρη και της συνεργάτιδάς του Έλενας Τριανταφυλλοπούλου, απέναντι στην καθιερωμένη τότε θεαματικότητα των θεάτρων, με τα πλούσια και σύνθετα σκηνικά, με τα εντυπωσιακά κοστούμια, με τα μεγέθη της σκηνής και το σκηνικό μεγαλείο, αποκρυσταλλώθηκε σε μια αισθητική ασκητική. Η απόρριψη του κειμένου κατά γράμμα και της πεπατημένης του νεοελληνικού θεάτρου και η μοντερνικότητα την οποία εισήγαγε ο Κουν στη σκηνοθεσία αλλά και στην αισθητική αντίληψη των παραστάσεών του, αποτελεί σημαντική πρωτοπορία για το θεατρικό γίγνεσθαι της εποχής, την οποία ασπάζονται και οι συντελεστές αυτής της δράσης.

Ο σκηνοθέτης Άρης Μπινιάρης, βασιζόμενος στη γνωστή μετάφραση του Τάσου Ρούσσου, εντοπίζει πολλές ομοιότητες μεταξύ της κωμωδίας των «Ορνίθων» και της τότε πολιτικής κατάστασης.

Βλέπει, θα έλεγα, στα πρόσωπα του Πεισθέταιρου και του Ευελπίδη τους σύγχρονους πρόσφυγες και δημιουργεί μια παράσταση με πολλές αναφορές στη σημερινή πραγματικότητα, βοηθούντων των σκηνικών ( ένα ξύλινο πατάρι με όρθια αναιμικά δένδρα – παραπομπή σε έμπνευση Τσαρούχη) και των ιδιαίτερων κοστουμιών του Πάρι Μέξη, της κινησιολογίας του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου ( οδηγεί τους ηθοποιούς να φαντάζουν ως υπερβατικά όντα), των φωτισμών του Βαγγέλη Μούντριχα και της εξαιρετικής μουσικής σύνθεσης του Αλέξανδρου Δράκου -Κτιστάκη, που κινείται μεταξύ φυσικού και αρχέγονου.

 Είναι μια ξεχωριστή και δυνατή μουσική, που θυμίζει έντονα κινηματογραφικά θέματα «Space», κάτι από εκείνα τα διάσημα του Τζον Γουίλιαμς, ας πούμε, θέματα που έχουν διεισδύσει τόσο άμεσα στην κοινωνική συνείδηση και άφησαν ανάλογο ακουστικό αποτύπωμα.

Οπότε, δομήθηκε ένα μουσικό έργο που υπηρετεί και συνυπάρχει με το κείμενο και την παράσταση, που υποστηρίζει τον ρυθμό και τον παλμό της σκηνής και, άλλοτε υπογραμμίζει τα συναισθήματα, άλλοτε πηγαίνει ενάντια σ΄ αυτά.

 Ο ενδυματολόγος και σκηνογράφος Πάρις Μέξης εργάστηκε σε δύο συνιστώσες: Συμπύκνωσε το ρεαλιστικό στιλ των Ορνίθων σε εντυπωσιακά φτερωτά κράνη και μάσκες και διακόσμησε τα κοστούμια του Χορού με μια πλουμιστή εκδοχή φτερών: Τύπωσε υδατογραφίες από πούπουλα πάνω σε λευκά κοστούμια, αφήνοντας γυμνά τα πόδια, όπως είναι και τα πόδια των πουλιών.

Συμπερασματικά, οι δυο συνεργάτες Μπινιάρης και Τριανταφυλλοπούλου τόλμησαν μια καινοτόμα διασκευή, βασίστηκαν μεν στο ιστορικό δεδομένο πως ο Αριστοφάνης είχε ασπαστεί τον Ορφισμό, κι έφεραν στο κείμενο αποσπάσματα των διασωσμένων ορφικών ύμνων (της νύχτας, του ονείρου, του ουρανού) τονώνοντας την εγγενή ποιητική αριστοφανική διάθεση και αναδεικνύοντας τη διάσταση της τελετουργίας, μέσα από τη εξύμνηση της φύσης.

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος «Όρνιθες» του Αριστοφάνη

 Σταθεροί στην ποιητική διάσταση του αρχέτυπου, πρόσθεσαν στη μετάφραση του Τάσου Ρούσσου και ποιήματα του Νερούδα και άλλων, τοποθετώντας το κείμενο πλάι σε ένα σύγχρονο βίωμα που, επίσης, φωνάζει για μια ριζική τομή: Ο δυτικός τρόπος ζωής και ο καπιταλισμός έχουν αποτύχει πανηγυρικά και η εμπειρία του κόσμου, όπως τον ξέρουμε, εξαντλείται. «Ποια, λοιπόν, μπορεί να είναι η συνέχεια; Η επανασύνδεση με τη Φύση ή , όπως γράφουν στο κείμενο τους , «το φτερωτό όνειρο να φωτίσει το σκοτάδι της νύχτας»;

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για μια θεατροποιημένη κραυγή αγωνίας για την καταρράκωση της φύσης, των ονείρων και της αξιοπρέπειας νέων ανθρώπων. Γιατί όχι, για ένα δριμύ «κατηγορώ» για την κατάντια του οικολογικού μας συστήματος, για την καλλιέργεια της κουλτούρας της αρπαχτής, της λαμογιάς, του ρατσισμού. Άρα, είναι μια φρέσκια πρόταση – παράσταση, που επιχειρεί να θέσει ερωτήματα για το τι αναζητούμε ως κοινωνία και το τι ανεχόμαστε. Που θέτει ερωτήματα σε σχέση με την καταστροφή της φύσης, την πατριαρχία, τα στερεότυπα και την πολεμοχαρή πολιτική τιτλούχων της όποιας εξουσίας.

Συντελεστές

Μετάφραση: Τάσος Ρούσσος
Σκηνοθεσία: Άρης Μπινιάρης
Δραματουργική επεξεργασία- Διασκευή: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου- Άρης Μπινιάρης
Σκηνικά- Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Μουσική σύνθεση: Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης
Κινησιολογία: Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας
Μάσκες Χορού: Δήμητρα Καίσαρη
Ά βοηθός σκηνοθέτη: Νεφέλη Παπαναστασοπούλου
Β βοηθός σκηνοθέτη: Βαγγέλης Πρασσάς
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Αλέγια Παπαγεωργίου
Επικοινωνία & Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
Διαφήμιση-social media: Renegade Media
Παραγωγή: Τεχνηχώρος Θεατρικές Παραγωγές
Φωτογραφίες promo: Μαρίζα Καψαμπέλη
3D graphics: Εριφύλη Δουκέλη
Video promo: Θωμάς Παλυβός

Παίζουν:
Πεισθέταιρος: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος
Ευελπίδης: Γιώργος Χρυσοστόμου
Έποπας: Κώστας Κορωναίος
Χρησμολόγος- Προμηθέας: Στέλιος Ιακωβίδης
Ποιήτρια- Ίρις: Κωνσταντίνα Τάκαλου
Μέτων- Ηρακλής: Ερρίκος Μηλιάρης
Επίτροπος- Ποσειδώνας: Μάριος Παναγιώτου
Συκοφάντης: Θανάσης Ισιδώρου
Χορός: Μιχάλης Βαλάσογλου, Θανάσης Ισιδώρου, Τάσος Κορκός, Σοφία Κουλέρα, Αυγουστίνος Κούμουλος, Μαρία Κυρώζη, Κυριάκος Σαλής, Αλεξία Σαπρανίδου, Ειρήνη Τσέλλου

~ Σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου ~

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη

co-housing-του-Παύλου-Τσακαλίδη:-Μια-διαγενεακή-θεατρική-σύμπραξη

Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.

Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;

Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης

Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου

Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης

Μουσική: Magnus Moone

Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας

Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας

Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου

Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου

Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης

Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας

Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»

Ελευθερούπολης)

Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου

Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου

*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)

Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη

Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Γενική είσοδος 5€

Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€

**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό

Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).

***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις

****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα