Connect with us

Πολιτισμός

Ηλίας Τσιαμήτρος «Προδοσία & Δόλος, σύντομη ιστορία της ατιμίας στην Ελλάδα»

Ηλίας-Τσιαμήτρος-«Προδοσία-&-Δόλος,-σύντομη-ιστορία-της-ατιμίας-στην-Ελλάδα»

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική το ενδιαφέρον λογοτεχνικό δοκίμιο «Προδοσία & Δόλος, σύντομη ιστορία της ατιμίας στην Ελλάδα», του Ηλία Τσιαμήτρου. Στο βιογραφικό του, ο συγγραφέας μας πληροφορεί για το πάθος του για την αμερικανική αστυνομική λογοτεχνία και τα ενδιαφέροντα ιστορικά βιβλία. Υπονοώντας, για τα ιστορικά βιβλία, αυτά που έχουν μια κάποια λογοτεχνική δομή. Έχοντας ως λογοτεχνικούς βράχους τους αξεπέραστους Διονύσιο Σολωμό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Το εξώφυλλο κατά πως πρέπει, είναι στο πνεύμα του βιβλίου. Μια μαύρη κουκούλα και δύο άσπρα, «άδεια» μάτια συμπληρώνουν το μαύρο, γκρι και κίτρινο χρώμα. Εμπνευσμένη η σχεδίαση του Γιάννη Στύλου (Stilos) το δίχως άλλο.

Στη πρώτη του συγγραφική προσπάθεια επιλέγει να αφηγηθεί την άκρως ενδιαφέρουσα εν τω συνόλω ιστορία του προδότη. Εκείνου του μοχθηρού τύπου που κινούμενος από ταπεινά πάθη ή προσλαμβάνοντας με υπολανθάνουσα διάθεση μεγαλειώδη ιδανικά, αφήνει το στίγμα του στην παγκόσμια ανά τους αιώνες ιστορία.

Δοσμένα με χιούμορ, αλλά και έρευνα, αυτό είναι δεδομένο, παρουσιάζει τους μεγαλύτερους προδότες της ελληνικής ιστορίας. Ασφαλώς η δεξαμενή είναι αστείρευτη και μεγάλη, τόσο μεγάλη όσο και η παρουσία του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη. Για αυτό τον λόγο, υποθέτω, πως ο Ηλίας Τσιαμήτρος, περιορίστηκε στους προδότες ελληνικής ή άλλης εθνικότητας οι οποίοι έδρασαν εντός ελληνικής ή ελληνόκτητης επικράτειας. Αν τολμούσε, διότι περί τολμήματος, πρόκειται, θα χρειαζόταν να συγγράψει ένα πολύτομο έργο, αντίστοιχο των παλαιότερων εγκυκλοπαιδειών που κοσμούσαν τους τοίχους σαλονιών αλλοτινών, σίγουρα μακρινών εποχών.

Κατά σειρά εμφάνισης οι ιστορίες που παρουσιάζονται στο ευφάνταστο πόνημα του Ηλία Τσιαμήτρου:

Ο Άταφος Νεκρός

Ο Χιτώνας

Το Ξύλινο Άλογο

Ο Δεύτερος Βασιλιάς

Το Κρυφό Μονοπάτι

Ο Ικέτης

Ο Απερίσκεπτος

Ο Ιατρός Του Βασιλιά

Ο Κόμης Της Θέουτα

Ο Αυτοκράτορας Της Σικελίας

Μαντζικέρτ

Η Βασίλισσα Βεργίνα

Εάλω Η Πόλις

Ο Σουλιώτης Τρελόνι

Ο Καπετάνε

Ο Βασιλεύς Των Όρεων

Ο Αιμοβόρος

Ο Έμπορος

Ο Πρίγκιπας Της Πίνδου

Ο Έλληνας Κουίσλιγκ

Ο Συνταγματάρχης Χρυσοπράσινο Φύλλο

Μέσα  από τις είκοσι τρεις ιστορίες, ευσύνοπτες, έτσι ώστε να μην κουράζουν και να δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες, ξετυλίγεται το κουβάρι της προδοσίας. Σε μια χρονολογική έκταση από την αρχαία Ελλάδα (από τον μύθο του Ηρακλή και του Οιδίποδα) μέχρι και τον εικοστό αιώνα.

Μεταφέρω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

«Ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά, τα ποτάμια, τα βοτάνια, τ’ αγρίμια, όλα στον τόπο μας είναι μικρά, ταπεινά, ήμερα, ανθρώπινα. Με τ’ όνομά του το καθένα, στέκουν πλάι μας γνώριμα, χαριτωμένα παρηγορητικά, λες κι είναι αγαπημένοι συγγενείς, γείτονες, φίλοι. Και τους θεούς τους τέτοιους τους φαντάστηκαν οι Έλληνες· «ανθρώπειους», τρωτούς, κατ’ εικόνα και ομοίωση. Έτσι μετρημένα ιστορήθηκαν και οι ήρωες, οι σοφοί, οι βασιλιάδες, οι πολεμιστές, οι πεσόντες αυτής της χώρας, αυτοί που αξιώθηκαν μια έντιμη ζωή ή έναν ένδοξο θάνατο. Είναι πολύ φυσικό, όθεν, όμοια να παρασταίνονται και οι προδότες της, εκείνοι που στάθηκαν ικανοί για τα χειρότερα. Ρουφιάνοι, αυτόμολοι, απατεώνες, μίσθαρνοι, δολεροί και άλλοι πολλοί που έλαμψαν διά της ατιμίας τους πρωταγωνιστούν στις ιστορίες αυτού του βιβλίου· ιστορίες φρικτές, αδιανόητες, βουτηγμένες στο αίμα και τον θάνατο, ιστορίες μικρές ή μεγάλες, αληθινές ή φανταστικές, συγκαιρινές ή λησμονημένες, πάντοτε όμως στα μέτρα του ανθρώπου…».

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Η σουρεαλιστική «Φαύστα» του Μποστ στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, σε σκηνοθεσία Τάσου Πυργιέρη!

Η-σουρεαλιστική-«Φαύστα»-του-Μποστ-στο-Μέγαρο-Μουσικής-Θεσσαλονίκης,-σε-σκηνοθεσία-Τάσου-Πυργιέρη!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Φαύστα». Κωμωδία τραγική ή τραγωδία κωμική, μιούζικαλ ή μονόπρακτο, έργο πολιτικό ή σκηνικό ανώδυνο παιχνίδισμα, σίγουρα, πάντως, μια ανελέητη σάτιρα των μικροαστών, γραμμένη το 1965 σε δεκαπεντασύλλαβο, μια γροθιά στα μούτρα του καθωσπρεπισμού, ένα ολόχαρο παιχνίδι παλιομοδίτικο αλλά αγαπησιάρικο, με άλματα, αιχμές και υπαινιγμούς στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Και για όλα αυτά, έργο κλασικό.

Το κείμενα του Μποστ είναι μια μοναδική δωρεά, διαχρονική και αενάως ανανεώσιμη ελληνική δροσοπηγή στην υπηρεσία της αφύπνισης γενεών του λαού μας. Να, γιατί τον αγαπήσαμε τον ιδιαίτερο Μποστ. Μας είπε ποιοι είμαστε, ποιες είναι οι αμαρτίες μας και μας έδειξε τη γελαστική διέξοδο στα αδιέξοδά μας. Το γέλιο λυτρώνει. Είναι μεταφυσική δύναμη κι όταν βγαίνει από έναν λιγόλογο δημιουργό, τότε ανασταίνει.
Ο Μποστ ανάστησε το νεκρό παιδί της συλλογικής μας αθωότητας. Με ευθυβολία, με κύματα ζωής, με συναρπαστικά ευρήματα. Με τα γλωσσικά του κατορθώματα κομμάτιασε την ψευδεπίγραφη σοβαρότητα αρκετών ορθολογιστών. Με τα σχέδια και τα κείμενά του, μας αξίωσε να μετέχουμε στο νόημα μιας ευφρόσυνης συνωμοσίας.

Ο Τάσος Πυργιέρης με σκιτσογραφική αισθητική ζωγραφίζει, μέσα από την αυθεντική «μποστικολαλιά», όλα όσα «πήραμε λάθος» και, ωστόσο, επιμείναμε να «μην αλλάξουμε ζωή». Μας παίρνει απαλά και μας μεταφέρει με εγκαρδιότητα στον στόχο του, που είναι το μάθημα της αγωγής της ψυχής, μέσω υπερ- θεάματος.

Η σκηνοθεσία του εφευρετική, ανατρεπτική, σαρκαστική, με εύστοχες αναφορές που
υπονομεύουν κοινωνικές νοοτροπίες ή απλά υπογραμμίζουν σημερινές
καταστάσεις. Ευρηματικά, σπαρταριστά έδωσε στη Φαύστα το
σχήμα της δικής του ματιάς. Πήρε το έργο, του έδωσε χρώμα, ρυθμό με μουσικές και τραγούδια, του έδωσε σύγχρονες προεκτάσεις, όπως συμπερίληψη , οικεία μουσικά ακούσματα κι απελευθέρωσε το γέλιο, απογείωσε την παράσταση και μας απογείωσε.

Η «Φαύστα» είναι ένα ιδιόμορφο έργο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ιδιαίτερα αγαπητό στο πλατύ κοινό. Ο συγγραφέας πήρε την ιδέα του έργου του από ένα σκίτσο του, στο οποίο ένα σκυλόψαρο έφαγε κάποιο παιδί που κολυμπούσε. Αυτό το μικρό κορίτσι ξαναβρίσκεται με τους γονείς του έπειτα από είκοσι χρόνια, βγαίνοντας από την κοιλιά τού κήτους, το οποίο ψαρεύει ο μανιώδης ψαράς πατέρας.

Το Ριτσάκι, λοιπόν, ένα τετραετές κορίτσι,  χάνεται από προσώπου γης μέρα-μεσημέρι, ενώ έχει ξεκινήσει το ψάρεμα με τον πατέρα της. Κάπου εδώ ξεκινάει και το έργο. Ή και όχι. Μέσα στο σαλόνι μιας αστικής οικογένειας του 19ου αιώνα, ο Μποστ προσκαλεί τον θεατή να δει τις επιπτώσεις του «πολιτισμού» στον βίο και τα έργα του ανθρώπου.
 
«Κορίτσια βρίσκεις άφθονα. Η κόρη μεν γεννάται
 Αλλά χωρίς τον σύζυγον δυσκόλως αποκτάται.»

Μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια να βρουν το κοριτσάκι τους οι γονείς του, Γιάννης και Φαύστα, επιστρέφουν σπίτι, ως ένας σύζυγος-πατέρας, φύλακας των αξιών και τροφοδότης του σπιτιού και μια σύζυγος-μητέρα, συμπαραστάτης και πάντα σε ετοιμότητα προς αναπαραγωγή.
Άνθρωποι, δηλαδή, που επιστρέφουν πάντα στο νοικοκυριό τους.

Αυτό το νοικοκυριό θα ταράξει και ο συγγραφέας συθέμελα, προσγειώνοντας εντός του ένα τεράστιο ψάρι. Μέσα από αυτό θα ξεπηδήσει και η απολεσθείσα κόρη. Η φύση εισβάλει μέσα στον πολιτισμό. Εισβάλει άγρια και μαζί της φέρει τα θηρία της.

Επιστρέφοντας στους ζωικούς νόμους, γάτες πεινασμένες θα κατασπαράξουν το νεοαφιχθέν μέλος της οικογένειας, διότι μύριζε αφόρητα ψαρίλα και ωκεανό. Η οικογένεια θα βυθιστεί εκ νέου σε πένθος.

Η παραγωγή φτιάχνει ένα «ακριβό» πλεκτό φωνών πάνω στους ομοιοκατάληκτους στίχους της «Φαύστας» κι οι θεατές κοινωνούμε ένα μουσικό αφιέρωμα για την «οικογένεια» αλλά και ένα θέαμα μιας «τραγωδίας τρομεράς», γεμάτο δάκρυα και γέλια.

Ο ευφυής Τάσος Πυργιέρης έχει μελετήσει σε βάθος τον Μποστ κι έχει αντιληφθεί πλήρως ότι ο σατιρικός συγγραφέας διαθέτει το γλωσσικό αισθητήριο που του επιτρέπει ν’ ανιχνεύει τη λαϊκότητα εκεί όπου βρίσκεται και όχι εκεί όπου τη φαντάζεται – ας πούμε – ο μέσος, ημιδιαφωτισμένος και ημιμαθής διανοούμενος αστός, ο οποίος λαμβάνει την πνευματική τροφή του από μια παραπαίουσα και ημιμαθή παρα- δημοσιογραφία.

Κατανόησε ο σκηνοθέτης ότι ο Μποστ, με το προσωπείο τού εικονοκλάστη της γλώσσας, κρύβει στο βάθος μια ορθόδοξη προοπτική κι έναν αριστοκράτη λόγιο, που βρέθηκε ξαφνικά σε μια χώρα πνευματικής, υποχρεωτικής, διά νόμου μάλιστα, πτωχευτικής διολίσθησης των πάντων, προς τα κάτω.

Οπότε, η εικαστική εγκατάσταση της Ελίνας Δράκου, οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση με τη βοήθεια του Γιώργου Σπηλιόπουλου και η εξαίσια μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη, οι ερμηνείας όλων των ηθοποιών και η σκηνοθετική αρχιτεκτονική δίνουν στο κοινό μια «Φαύστα» ανατρεπτική, παιγνιώδη, απλωμένη σ’ ένα γοητευτικό γλωσσικό «κιτάπι» στα όρια του υπερρεαλισμού που, όμως, με κοινό παρονομαστή τον ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου οργανώθηκε σκηνικά και παραστατικά, σε ένα υπέροχο αποτέλεσμα.

Σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης δήλωσε χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν επτά τραγούδια που ο συγγραφέας δεν υποδεικνύει αν θα πρέπει να απαγγελθούν ή να τραγουδηθούν. Με τον Θέμη Καραμουρατίδη επιλέξαμε να κάνουμε ένα ποτ – πουρί που διατρέχει την ελληνική μουσική, από την οπερέτα και το ρεμπέτικο μέχρι σημερινούς ήχους. Άλλωστε, πρόκειται για καινούργιες δημιουργίες. Έχει τις προϋποθέσεις ενός μιούζικαλ, όχι όμως την έκτασή του. Είναι χορογραφημένο και συμμετέχουν όλοι οι ρόλοι, ωστόσο, κάθε τραγούδι έχει το δικό του ύφος.
 Να επισημάνω ότι οι ηθοποιοί είναι και πολύ καλοί τραγουδιστές.
 Πέρα από τα τραγούδια υπάρχει και η μουσική επένδυση.

Ο Μποστ κάνει ένα αστείο σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, στο οποίο επαναλαμβάνεται το “ιστορία τραγική που είδατε παιγμένη” σε ψεύτικα γαλλικά, ψεύτικα αγγλικά, ψεύτικα ιταλικά και ψεύτικα γερμανικά. Αυτό με οδήγησε σε ψευδοτραγούδια όπως το γαλλικό που θυμίζει Εντίθ Πιάφ, το ιταλικό που θυμίζει το ελαφρύ ρεπερτόριο του ’70 και το γερμανικό, που ήθελα να θυμίζει λίγο καμπαρέ και Λιλή Μαρλέν. Ήθελα η μουσική να είναι ένα κλείσιμο του ματιού σε πάρα πολλά πράγματα». 

Έξοχη «Φαύστα» σε έκφραση, σε μπρίο και σε αυτοσαρκασμό, αλλά και στο τραγούδι η Τζίνη Παπαδοπούλου, επιβεβαιώνει το έκτακτο θεατρικό της ένστικτο και παρωδεί την υποκριτική με την υποκριτική.

Κωμικότατος ο μεγαλόστομος «Γιάννης» του Πέτρου Σκαρμέα, ο οποίος παραποιεί με σκωπτική διάθεση το πένθος και πειστικότατο «Ριτσάκι» η Μαριλένα Μόσχου.

Το απρόβλεπτο ζευγάρι «Ιατρού» (Χρήστος Σταθούσης και Ντίνος Γκελαμέρης) απολαυστικό, μια ευρηματική σκαμπρόζικη ιδέα, μία κόμικ εκδοχή της έννοιας συμπερίληψη, ενώ το queer κάδρο συμπληρώνει άριστα ο υιός «Ιατρού» – Δημήτρης Γαλανάκης.
Όσο για τη «Μαριάνθη» της Βασιλικής Δέλιου, κερδίζει άμεσα το κοινό με την αστείρευτη κωμική της φλέβα.
Στη φωνή του Μποστ ακούγεται ο Θάνος Λέκκας.

Αυτή η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα μεγάλο πολυπρισματικό κάτοπτρο, που παραποιεί την ήδη παραμορφωμένη εικόνα μας από τον κλασικισμό, τον δημοτικισμό, τον νεωτερισμό, τον συντηρητισμό και ποικίλους άλλους περιορισμούς, που δεν μας επιτρέπουν να ζήσουμε ελεύθερα!

Πρόκειται για μια σαρωτική κωμωδία, βασισμένη στο παράλογο και ασυνάρτητο της πλοκής αλλά και της σουρεαλιστικής συμπεριφοράς των χαρακτήρων που, σε συνδυασμό με τη γλώσσα, καθίσταται μια ξεχωριστή παρωδία και, παρόλα τα χρόνια της, δε μοιάζει καθόλου γερασμένη. Αντιθέτως, κατακτάει κάθε νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου. 
Τα εύσημα σε όλους τους συντελεστές και δίκαιες οι επευφημίες στην υπόκλιση.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία | Τάσος Πυργιέρης
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση | Θέμης Καραμουρατίδης
Σκηνικά-κοστούμια | Ελίνα Δράκου
Σχεδιασμός φωτισμών | Στέβη Κουτσοθανάση
Συνεργάτης φωτιστής | Γιώργος Σπηλιόπουλος
Φωνητική διδασκαλία | Χρήστος Θεοδώρου
Βοηθός σκηνοθέτη | Σοφία Καστρησίου
Ειδικές κατασκευές | Βασιλική Τσιλιγκρού
Φωτογραφίες | Κωνσταντίνος Λέπουρης
Social media | Social Wave Ath
Trailer | Γιώργος Δασκαλόπουλος
Μακιγιάζ | Σοφία Καραθανάση
Κομμώσεις | Ξένια Μουτέν
Κατασκευή σκηνικού | Χρήστος Χαμζαλάρης
Βοηθός ενδυματολόγου | Παρθενία Τσεκούρα
Οργάνωση παραγωγής | Νίκος Τσαούσης
Διεύθυνση παραγωγής | Άννα Κουρελά
Ηθοποιοί:

Φαύστα | Τζίνη Παπαδοπούλου 
Μαριάνθη | Βασιλική Δέλιου
Γιάννης | Πέτρος Σκαρμέας 
Ελένη, Κύριος Ιατρού | Χρήστος Σταθούσης
Κύριος Ιατρού | Ντίνος Γκελαμέρης
Ριτσάκι | Μαριλένα Μόσχου
Νέος (υιός Ιατρού) | Δημήτρης Γαλανάκης
 
Στη φωνή του Μποστ ακούγεται ο Θάνος Λέκκας

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Αυξημένη η προσέλευση επισκεπτών στο Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων

Αυξημένη-η-προσέλευση-επισκεπτών-στο-Μουσείο-Κέρινων-Ομοιωμάτων

Ιδιαίτερα δυναμική ήταν η προσέλευση επισκεπτών στο Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων του Θόδωρου Κοκκινίδη στα Κηπιά Καβάλας, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο ίδιος ο καλλιτέχνης στην ΕΡΑ Καβάλας.
”Η παρουσία των επισκεπτών στο Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων είναι εντυπωσιακή. Υπήρξε μια μεγάλη δυναμική σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς για το μουσείο μας. Νιώθω τυχερός και ευγνώμων που ο κόσμος επιλέγει να επισκεφθεί το μουσείο, να θαυμάσει τα δημιουργήματα και να φωτογραφηθεί με αυτά”, ανέφερε σχετικά ο κ. Κοκκινίδης.

Επισκέπτες από Αθήνα, αλλά ακόμη και από το εξωτερικό

”Ακόμη και τις ημέρες των εορτών η ροή δεν σταμάτησε. Είχαμε κόσμο όλες τις ημέρες, από την Αθήνα και γενικότερα από μακρινές περιοχές κι όχι μόνο από όμορες περιοχές, αλλά και από το εξωτερικό. Οπότε προχωράμε δημιουργώντας. Θέλω και εγώ να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους επισκέπτες μου και εύχομαι να βλέπουμε το μουσείο μας χρόνο με τον χρόνο όλο και πιο πλούσιο από εκθέματα και να τους ικανοποιώ τα μάτια και την ψυχή τους. Το τελευταίο έργο που φιλοτέχνησα ήταν το κέρινο ομοίωμα της Φρίντα Κάλο, της μεξικανής ζωγράφου, ένα πρόσωπο που το γνωρίζουν περισσότερο οι νεότεροι. Ειδικά τα μικρά παιδιά ίσως το έχουν διδαχθεί στο σχολείο, ταυτόχρονα τρέχουν και πολλές εκθέσεις με την Κάλο, οπότε οι νεότεροι ηλικιακά την γνωρίζουν περισσότερο και στέκονται με ενθουσιασμό δίπλα στο δημιούργημα και φωτογραφίζονται κι αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα”, επισήμανε ακόμη στις δηλώσεις του ο κ. Κοκκινίδης.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Αυτή η νύχτα μένει» του Θάνου Αλεξανδρή από το ΚΘΒΕ

«Αυτή-η-νύχτα-μένει»-του-Θάνου-Αλεξανδρή-από-το-ΚΘΒΕ

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Νυχτερινό κέντρο το «Όνειρο». Γυροβολιές στο ζεϊμπέκικο. Πίστα, τραγούδια, λουλούδια, πιάτα, αλκοόλ, στήθος μόστρα, προκλητικοί μηροί κι όλα μαζί η λαγνεία της νύχτας.

Η «Καψουρόσκονη», το «Θα φάμε γλάρο», το «Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;» το «Βρε μελαχρινάκι», άλλα σουξέ του Καφάση και του Αντύπα, ζωηρή παρέα και, φυσικά, τα αριστουργηματικά τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, μας συντροφεύουν, θυμίζοντας στα σημερινά παιδιά με ποιον – σήμερα παράξενο – τρόπο γλένταγαν οι παλαιότεροι, σ’ εκείνο το ξέφρενο νυχτερινό πανηγύρι των αισθήσεων. 

Ο Θάνος Αλεξανδρής έγραψε το πρωτότυπο «Αυτή η νύχτα μένει» κι ο καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Αστέρης Πελτέκης, βασιζόμενος στο συγκεκριμένο βιβλίο και την αισθητική που περιγράφει, δημιούργησε μια παράσταση για την κουλτούρα του «Σκυλάδικου» στη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα, η οποία ήταν φαινόμενο μαζικής διασκέδασης, μετατρέποντας τα νυχτερινά κέντρα σε χώρους, όπου άτομα απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις διασκέδαζαν με καψουροτράγουδα, ενώ παράλληλα έβλεπαν μια αναβίωση του ρεμπέτικου προσαρμοσμένου στα νέα δεδομένα, αποδαιμονοποιώντας το γλέντι, αυτό που είχε ταυτιστεί με την «πολιτική» διάσταση του παρελθόντος. 

Από τη Νομική σχολή Αθηνών και το ιστορικό Υπόγειο του Κάρολου Κουν, ο Θάνος Αλεξανδρής βρίσκεται στην ελληνική περιφέρεια των σκυλάδικων τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Δώδεκα χρόνια ζει τη νύχτα, τη γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά, την αγαπάει και με αυτή τη λατρεία την αποτυπώνει περιγράφοντας, όπως λέει ο ίδιος, και το μεγαλείο και την ξεφτίλα της.

«Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες, που το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων δε θα μπορούσε να πασάρει στον χειρότερο συνταξιούχο. Είδα έναν κόσμο που άναψε και κάηκε πάνω σε μία σκηνή όλο μαγεία. Θέλω να πιστεύω πως μία θεϊκή συγκυρία οδήγησε ειδικά εμένα στον θαυμαστό κόσμο των σκυλάδικων και ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή και την ψυχή μου.

Το οδοιπορικό σ’ αυτούς τους χώρους είναι το ωραιότερο κομμάτι της καριέρας μου και με βοήθησε να ξεφύγω από τη μίζερη και συμβατική ζωή του θεάτρου και να ανακαλύψω το όνειρο.

Μπήκα φάλτσα με τραγούδια του Χατζιδάκι και δικαίως στην αρχή έφαγα τα μούτρα μου, γιατί το σκυλάδικο δεν είναι γκέτο που περιέχει ομαδοποιημένους, αλλά ένας χώρος που αποκλείει τους άσχετους.

Εγώ στον σκληρό αυτόν κόσμο έπαιξα τίμια και αντρίκεια και επιβίωσα δέκα ολόκληρα χρόνια. 

Τη νύχτα ζεις. Μπορεί και να πεθάνεις, αλλά σίγουρα δεν φυτοζωείς. Ή ζεις ή πεθαίνεις», γράφει ο Αλεξανδρής στο βιβλίο του.

Το ΚΘΒΕ ανέβασε μια ευχάριστη μουσικοθεατρική παραγωγή στο «Βασιλικό Θέατρο», βασισμένη στο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, σε διασκευή και σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού Διευθυντή του Αστέρη Πελτέκη, ο οποίος στήνει ένα «σκυλάδικο», όπου τραγούδια, ντέρτια, γλέντια και καημοί παρελαύνουν, συνθέτοντας το πορτρέτο μιας Ελλάδας, που μπορεί να μην υπάρχει πια, όμως η αισθητική της στάθηκε καθοριστική για τη ζωή στη νύχτα της πίστας, της σαμπάνιας, των πιάτων και των λουλουδιών.

Δεν εστιάζει ο σκηνοθέτης σε ρομάντζα, αλλά ξετυλίγει την πορεία του Ήρωα, δηλαδή του Θάνου Αλεξανδρή, που κοινώνησε τη νύχτα σε όλο το μεγαλείο και σε όλη τη μικρότητά της. Ασφαλώς πλέκει την πραγματικότητα με μυθοπλασία για τις δραματουργικές ανάγκες της παράστασης. Τον ΄Ηρωα υποδύεται ο Παντελής Καναράκης, έτσι όπως καθοδηγήθηκε κι έτσι όπως μπορεί.

Ο ήρωας ξεκινάει από τη Νέα Αρτάκη, ένα χωριό της Εύβοιας, όπου το όνειρό του είναι να γίνει παπάς, αρχιμανδρίτης, η μητέρα του δε θέλει, οπότε πηγαίνει στο Θέατρο Τέχνης, παίζει τραγωδία, και, «σκεφτείτε η τελευταία μου δουλειά ήταν Οιδίπους Τύραννος και μετά μεταπηδώ στα σκυλάδικα», δηλώνει ο ίδιος στο βιβλίο του.
«Στο έργο αναβιώνει η δεκαετία του ‘80, έχουμε τραπέζια, έχουμε μπράβους, έχουμε κονσομασιόν, έχουμε βιασμούς, έχουμε τα σουξέ της εποχής, είναι ένα υπερθέαμα».

Η λάμψη και το σκοτάδι της νύχτας, οι ανθρώπινες σχέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στην τρυφερότητα και στην απελπισία, η ανάγκη για αναγνώριση και αγάπη- όλα όσα περιγράφει ο Αλεξανδρής συνεχίζουν να απασχολούν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, το «Αυτή η νύχτα μένει» μιλά για εκείνη τη λεπτή γραμμή, όπου το όνειρο συναντά την επιβίωση και η τέχνη αγγίζει τη ζωή.

Στο βιβλίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου το 2000, τιμημένη με έξι κρατικά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την εκπληκτική μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Το 2016 μεταφέρθηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Κίρκης Καραλή και το 2022 έγινε τηλεοπτική σειρά στον Alpha.

Μια δημοσιογράφος (Εύα Βάρσου) πασχίζει να ανακαλύψει – ως παρατηρητής και συγγραφέας – στοιχεία για τον κόσμο της νυχτερινής διασκέδασης στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 και του ’90, τότε που οι άνθρωποι της μεταπολιτευτικής περιόδου έβλεπαν μια καλύτερη ζωή να ανοίγεται μπροστά τους, εφόσον έρεε το δανεικό χρήμα.

Ένας ηθοποιός κατρακυλάει από την υψηλή τέχνη στον κόσμο της νύχτας και των σκυλάδικων. Κατρακυλάει ή απογειώνεται; Πώς βιώνει το ταξίδι αυτό με τα εφόδια που κουβαλάει σε μια σκοτεινή πραγματικότητα, όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα πάθη τους να αναδύονται αχαλίνωτα, για να επιστρέψουν το πρωί στις καθημερινές τους ζωές;

Γνωρίζει τους νόμους της νύχτας και επιβιώνει στα όρια της απόλαυσης και της καταστροφής. Εκεί, όπου οι αντιστάσεις χαλαρώνουν και οι πελάτες εμφανίζουν τον αληθινό τους εαυτό.

Στην πολυπρόσωπη παράσταση δεν υπάρχει μύθος ούτε γραμμική αφήγηση. Πρόκειται για ένα δραματοποιημένο κείμενο που έγραψε ο σκηνοθέτης, εξ αφορμής του βιβλίου του Θάνου Αλεξανδρή.

Είναι μουσικοθεατρική αναβίωση της νύχτας σε μπουζουκομάγαζα λαϊκής κατηγορίας, σε μια εποχή που πλέον έχει παρέλθει, στους πρωταγωνιστές της, στις υπερβολές της, στους καημούς της, στις ιεροτελεστίες της και στους κινδύνους της.

Μια νύχτα που έμενε τότε σαν πιστοποίηση αλήθειας του φημισμένου στίχου «μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε…», που δοκίμαζε θαμώνες εξαρτημένους ή περιστασιακούς με κάθε είδους πειρασμό και αντιπερισπασμό, αναβιώνει στην παράσταση του ΚΘΒΕ και προσφέρει διασκέδαση, εκτόνωση, χαρά και συμμετοχή, εφόσον αρκετοί θεατές τραγουδάνε τα γνωστά παλιά καψουροτράγουδα, μαζί με τους επί σκηνής καλλιτέχνες.

Εκείνη η νύχτα, λοιπόν, των υποβαθμισμένων λαϊκών μαγαζιών του ’80 και του ΄90, είναι στη σκηνή η νύχτα η θεατρική, που στενάζει υπό των ήχων των τραγουδιών και των ακκισμάτων των χορευτών, που ονειρεύεται, φωνάζει, γελάει, κλαίει και φαλτσάρει, που πλακώνεται και ξοδεύεται στα ποτά και στους αναστεναγμούς των πελατών, εξ επαρχίας καταγόμενων, όπου το σκυλάδικο «Όνειρο» απεικονίζεται σε ένα τεράστιο πατάρι, το λες και πίστα, άδειο από σκηνικά πλην των αρθρωτών σπετσάτων που καθορίζουν χώρους, μερικών τραπεζοκαθισμάτων και ενός πολυελαίου, να κοροϊδεύει τη φτηνιάρικη «πολυτέλεια» του χώρου, έτσι όπως σχεδίασε την εικαστική εγκατάσταση η Φρόσω Λύτρα.

 Όμως, οι άνθρωποι που γεμίζουν τη σκηνή έχουν φωνή, έχουν ψυχή, έχουν καρδιά που πονάει, έχουν μεράκια που τα γλυκαίνει το μπουζούκι, χορεύουν και τραγουδούν, ανταλλάσσουν σκληρά λόγια, μα και ερωτόλογα.

Ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικό πληθυσμό, τα σκυλάδικα έκαναν θραύση. Ήταν η εποχή με τις αγροτικές επιδοτήσεις και το χρήμα που έρρεε άφθονο στην επαρχία. Ο Θάνος Αλεξανδρής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι υπήρχαν κάποιοι που ξόδευαν ακόμα και 1.000.000 δραχμές τη βραδιά σε ορισμένα από αυτά, όχι μόνο για να ακούσουν τα τραγούδια, αλλά και για να φλερτάρουν τις τραγουδιάρες.

Και παραθέτει το παράδειγμα μιας ώριμης και εύσωμης γυναίκας, την οποία «κυνηγούσε» καψούρης εργολάβος οικοδομών, που αφού χαράμισε μια περιουσία, συνευρέθηκε ερωτικά μαζί της στην καρότσα του φορτηγού του, δίπλα στα χαλίκια που κουβαλούσε!

Και, βέβαια, οι γυναίκες δε χρειάζονταν να έχουν ιδιαίτερα φωνητικά προσόντα. «Οι γυναίκες όμορφες ή άσχημες, αδύνατες ή εύσωμες, ψηλές ή όχι, γίνονταν ανάρπαστες. Όλες! Δε χρειαζόταν καν να τραγουδάνε, αρκούσε να είναι γυναίκες! Βρίσκαμε κοπέλες σε σούπερ μάρκετ ή εργοστάσια για τα μπαλέτα. Και έπαιρναν νυχτοκάματο στις αρχές του ’80 κάπου 6.000 δραχμές, επί μέσου μισθού 3.000 δραχμών τον μήνα» προσθέτει ο Θάνος Αλεξανδρής.

«Βαριά» ερωτικά λαϊκά, άφθονο ουίσκι, σπάσιμο γύψινων πιάτων, λουλούδια, μπραβιλίκι, ντουμάνι από καπνούς, ναρκωτικά, κάποιες φορές, κονσομασιόν σε πολλά από αυτά και… χρυσόσκονη ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των σκυλάδικων.

Η δεκαετία του 1980 μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεκαετία διασκέδασης, όπου το ευρύτερο κλίμα που διαμορφώθηκε ώθησε ανθρώπους, από όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες, να διασκεδάσουν με περισσότερη διάθεση και λιγότερους περιορισμούς απ’ ό, τι οι δεκαετίες που προηγήθηκαν ή εκείνες που ακολούθησαν.

Επίσης, ήταν δεκαετία μεγάλης απήχησης και σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου «λαϊκού» τραγουδιού. Οι πελάτες των κέντρων (εννοείται των σκυλάδικων) πλήθυναν, το κοινωνικό τους φάσμα διευρύνθηκε και είχαν πολλά χρήματα να ξοδέψουν». Οι παράμετροι αυτές αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά παραμένουν στη φρέσκια παράσταση κι ο θεατής το αντιλαμβάνεται σαφέστατα.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι στίχοι των σκυλάδικων τραγουδιών. Διαρκείς αναφορές στην τρέλα, την αμαρτία, το αλκοόλ, τη νύχτα, τον έρωτα και το χρήμα. Ξεχωριστή αναφορά στο ουίσκι, που ήταν σχεδόν το μοναδικό αλκοολούχο ποτό στα ποτήρια των νυχτόβιων πελατών του σκυλάδικου.

Ο μέγιστος Σταμάτης Κραουνάκης ντύνει και αυτή την παραγωγή με τις μουσικές και τα τραγούδια του, τα τέσσερα είναι καινούργια, ενώ τους ηθοποιούς ντύνει με πρέποντα κοστούμια για νυχτομάγαζο, όπου πρωταγωνιστούν κορμιά που λικνίζονται σε καρέκλες , σε τραπέζια και στο σανίδι, ο Νίκος Χαρλαύτης, κι ο Στέλιος Τζολόπουλος φωτίζει πρόσωπα και χώρο. Την κίνηση όλων των καλλιτεχνών επιμελήθηκε ο Δημήτρης Παπάζογλου, ο οποίος υποδύεται και έναν περφόρμερ, μια περσόνα διφορούμενου φύλου.

 Όλοι οι ηθοποιοί, οι χορευτές, οι μουσικοί είναι εξαιρετικοί κι οι καθένας τους, μια ισχυρή μονάδα, ένας πυλώνας στο οικοδόμημα. Φυσικά, είναι δίκιο να θεωρηθεί «μεταμόρφωση», από το λαμπερό ensemble της παράστασης, ένα ταξίδι μέσα σε «καπνισμένους» ρόλους μιας συγκεκριμένης εποχής ή στην όποια πνευματικότητα των κειμένων.

Πρόκειται για μια σωστή αναπαράσταση ύφους και ήθους ανθρώπων που γαλουχήθηκαν στα σκυλάδικα της επαρχίας και είναι περιττό να μιλήσω γι’ αυτούς τους ταλαντούχους ηθοποιούς, ότι σημασία έχει το ταξίδι, η υπέρβαση του εαυτού, η φυσική και ψυχική μεταμόρφωση, αυτή που κάνει τη δουλειά τους πεδίο μαγείας, τόπο ομορφιάς, πηγή έμπνευσης και επινοητικότητας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι συμβαίνει κάτι παρόμοιο στην απόδοση της ατμόσφαιρας που επικρατούσε σε αντίστοιχα νυχτομάγαζα στις δεκαετίες του ‘ 80 και του ’90.

Ωστόσο, επικεντρώνοντας οι σημερινοί θεατές το ενδιαφέρον τους στη νυχτερινή ψυχαγωγία των νεοελλήνων της παραπάνω περιόδου, λαμβάνουν πληροφορίες για τις καθημερινές εξορμήσεις των προγόνων τους σε μια εποχή, όπου σε κάθε γωνιά ήταν στημένο ένα πρόχειρο οίκημα, πολλές φορές παράπηγμα, με φωτεινές επιγραφές από νέον και που οι άνθρωποι έφευγαν από τα μαγαζιά, που τότε λειτουργούσαν επτά ημέρες την εβδομάδα, και πήγαιναν κατευθείαν για δουλειά, χωρίς τις έγνοιες της εφορίας και τον ζυγό των μνημονίων.

 Όταν νέοι θεατές- αναγνώστες μαθαίνουν ότι οι θαμώνες, που θα μπορούσαν να είναι πατεράδες τους ήταν διατεθειμένοι, για μια μεσόκοπη κυρία, να ξοδέψουν σε μια βραδιά όλη την επιδότηση που πήραν από το κράτος ή να πουλήσουν χωράφια και ακίνητα για μια γκόμενα δεύτερης κατηγορίας, ξαφνιάζονται, απορούν, ίσως να ειρωνεύονται, πιθανώς να ξεκαρδίζονται στα γέλια, όμως δεν μπορούν να κάνουν συγκρίσεις με τη δήθεν διασκέδαση στα σημερινά ορθάδικα «Ελληνάδικα, επομένως αφήνονται στην απόλαυση που προσφέρει ένα πολυθέαμα, όπως η παράσταση του ΚΘΒΕ «Αυτή η νύχτα μένει».

Συντελεστές

Συγγραφέας: Θάνος Αλεξανδρής

Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα

Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης

Χορογραφία: Δημήτρης Παπάζογλου

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Ενορχηστρώσεις – Μουσική Διδασκαλία: Πάνος Κοσμίδης

Video visuals: Γρηγόρης Αποστολόπουλος DADA ART

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή

Συνεργάτις σκηνογράφος – ενδυματολόγος: Δανάη Πανά

Βοηθός μουσικής διδασκαλίας: Παναγιώτης Μπάρλας

Βοηθός χορογράφου: Αναστασία Κελέση

Βοηθός φωτιστής: Στάθης Φρούσσος

Οργάνωση παραγωγής: Αλέξης Τζίμας

*Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Γεωργιάδου Χριστίνα

*Ο Στάθης Φρούσσος, βοηθός φωτιστής, απεβίωσε λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης

Διανομή

Νίνα Ακτύπη – Λέλα Μοντέλα, Μπαλέτο Ήρωα, Λόλα, Κυρία στο τηλέφωνο, Λουλουδού, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Θάνος Αλεξανδρής – Μετρ, Οδηγός ταξί, Οδηγός Κτελ, Μπάρμαν, Τραγουδιστής

Αντώνης Αντωνάκος – Μπράβος Ρίτας, Μεθυσμένος πελάτης, Πελάτης βιντεοκλάμπ, Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, Μετρ στο Gigi, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Εύα Βάρσου – Δημοσιογράφος

Νίκος Γεωργάκης – Κύριος Σούλης, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Ρεσεψιονίστ Ξενοδοχείου, Σουβλατζής

Θανάσης Δισλής – Τηλεπαρουσιαστής, Καφετζής, Άντρας στα Τρίκαλα, Κομπέρ, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα

Ζωή Ευθυμίου – Φανή Βλάχα, Μπαλέτα Ήρωας, Σερβιτόρα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Κοπέλα στο τηλέφωνο, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Χριστίνα Ζαχάρωφ – Άννα Λάβα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Άννα, Στέλλα, Γραμματέας Αλεπουδέλη

Στέλιος Καλαϊτζής – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου Gigi, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Άντρας στα Τρίκαλα

Σοφία Καλεμκερίδου – Ρίτα, Νίτσα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Λουλουδού, Φρόσω

Παντελής Καναράκης – Ήρωας

Γιάννης Καραμφίλης – Παυλάρας, Μουσικός σε νυχτερινά κέντρα, Σκηνοθέτης σε ακρόαση, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Θάνος Κοντογιώργης – Σερβιτόρος καφενείου, Αλεπουδέλης, Τζέλλας, Μπράβος, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Χριστίνα Κωνσταντινίδου – Λίτσα, Μπαλέτο Μάριου και Ήρωα, Κυρία Κούλα, Κυρία στο τηλέφωνο, Σύζυγος μαγαζάτορα, Βοηθός μόδιστρου, Λουλουδού

Χρήστος Μαστρογιαννίδης – Νώντας, Μουσικός σε νυχτερινά κέντρα, Θαμώνας καφενείου, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα, Μπάρμαν, Φαντάρος

Γιάννης Μόχλας – Μπράβος σε νυχτερινό κέντρο, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα, Περαστικός, Δισκοπώλης, Ποδοσφαιρικός παράγοντας, Σερβιτόρος σε νυχτερινά κέντρα

Κατερίνα Μπουλούμη – Λίτσα Δεσμώτισσα, Μητέρα Ήρωα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα, Κυρία στο τηλέφωνο, Μπαλέτο Ήρωα

Δημήτρης Παπάζογλου – Μάριος

Βασιλική Ρέινα – Ηρωδιάδα, Κοπέλα ακρόασης, Μπαλέτο Ήρωα, Μπαλέτο Μάριου, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Κώστας Σαντάς – Αφεντικό νυχτερινού κέντρου, κύριος Νώντας

Εύη Σαρμή – Μαρίνα

Πηνελόπη Σεργουνιώτη – Κατερίνα, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Γιάννης Τσάτσαρης – Δημήτρης Κοντός, Μπάρμαν, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Χορευτές επί σκηνής:

Αναστασία Κελέση – Καμαριέρα, Λουλουδού, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορεύτρια Οριεντάλ, Παρουσιάστρια, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα

Ιωάννης Μάρτος – Σερβιτόρος, Θαμώνας καφενείου, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορευτής Ταγκό, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα

Μουσικοί επί σκηνής:

Τραϊανός Αλμπανούδης (μπάσο)

Παναγιώτης Μπάρλας (πιάνο)

Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι)

Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα