Connect with us

Πολιτισμός

«Ο ΠΟΥΠΟΥΛΕΝΙΟΣ» του Μάρτιν ΜακΝτόνα από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Ο-ΠΟΥΠΟΥΛΕΝΙΟΣ»-του-Μάρτιν-ΜακΝτόνα-από-το-ΚΘΒΕ.

Με τη λάμψη στα μάτια και τον καημό στην ψυχή για τα σφραγισμένα, ακόμη, θέατρα, μείναμε σπίτι βράδυ Σαββάτου και με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε σε αίθουσα, μπλεχτήκαμε στα βραδυφλεγή νήματα του εξεζητημένου, τολμηρού, ιδιαίτερου, ΜακΝτόνα, επειδή ένας «Πουπουλένιος» μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και από οθόνης.

Το πολυδιάστατο έργο του πολυβραβευμένου συγγραφέα, είναι ουσιαστικά ένα μηρυκαστικό και αυτο-ανακλαστικό κομμάτι, αλλά κι ένας ευρύτερος διαλογισμός για την ηθική ευθύνη των κειμενογράφων και των φαντασιών τους. Το 2003, σε μια εποχή που το θέατρο στην Αγγλία ήταν πιο δεκτικό σε ελευθεριάζοντα συγγραφικά επιχειρήματα, πολλά ακροατήρια είδαν τον «Πουπουλένιο», ως υπεράσπιση της γενετικής έφεσης μυθοπλασίας και του δικαιώματος των συγγραφέων να εξερευνήσουν τη σκοτεινή πλευρά τής δημιουργικής τους συνείδησης, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τι δύναται να «γεννήσει» το κοινό που θα βυθιστεί εκούσια στην ανάγνωση.

Ο συγγραφέας

Το «Pillowman» προήλθε εν μέρει από την εμπειρία του McDonagh στη σύνθεση παραμυθιών, με ονόματα όπως The Chair and the Wolfboy, The Short Fellow and the Strange Frog, και The Violin and the Drunken Angel, στις αρχές της συγγραφικής του καριέρας. Προσπαθώντας να ξαναγράψει παραμύθια, όπως εκείνα της παιδικής του ηλικίας, συνειδητοποίησε ότι υπάρχει κάτι σκοτεινό σ’ αυτά, που δεν μπορούσε να προσπεράσει.

Γεννημένος στα 1970, ο ιρλανδικής καταγωγής θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα, συγκαταλέγεται στα ταλέντα της Μεγάλης Βρετανίας κι όχι άδικα. Κατέχει τέσσερα βραβεία Tony, ένα Oscar για την μικρού μήκους ταινία «Six shooter» που προηγήθηκε της μεγάλου μήκους «In Bruges», μια οσκαρική υποψηφιότητα πρωτότυπου σεναρίου για την ταινία «Τρείς πινακίδες έξω απ’ το Έμπινγκ στο Μιζούρι», ενώ για τη φημισμένη ταινία «Επτά ψυχοπαθείς» κέρδισε βραβείο σεναρίου Φεστιβάλ Βενετίας, βραβείο κοινού Φεστιβάλ Τορόντο, Χρυσές Σφαίρες ταινίας, σεναρίου, α’ γυναικείου και β’ ανδρικού ρόλου.

Υπόθεση

Τα πάντα διαδραματίζονται­ στα κρατητήρια αστυνομίας ενός κράτους που δεν ονοματίζεται, όμως ανήκει σε καθεστώς ολοκληρωτικό. Κεντρικός ήρωας είναι ο Κατούριαν, ένας συγγραφέας ιστοριών τρόμου, ο οποίος συλλαμβάνεται ως ύποπτος για την αποτρόπαια δολοφονία τριών μικρών παιδιών, καθώς τα θύματα βρήκαν τον ίδιο βασανιστικό θάνατο με εκείνον που περιγράφει στις μυθοπλασίες του: το ένα υποχρεώθηκε να καταπιεί μήλα παραγεμισμένα με ξυράφια, το άλλο ακρωτηριάστηκε με μπαλτά και το τρίτο σταυρώθηκε και θάφτηκε ζωντανό.
Αναζητήσατε τον δολοφόνο στην πλοκή του έργου. Σημειώστε ότι τα φαινόμενα απατούν κι ότι δεν υπάρχει λογική εξήγηση για το «γιατί» και το «διότι». Άραγε, ο στυγερός δολοφόνος είναι ο διανοητικά καθυστερημένος αδερφός του Κατούριαν, ο Μίσαλ ή μήπως όχι;

Η παράσταση

Η εξαιρετικά δουλεμένη και με εικαστικό ενδιαφέρον παράσταση, σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια της Μαρίας Ανδρέου, μιλάει για φόβους των ανθρώπων που, λανθασμένα, πιστεύουν πως τους αφήνουν πίσω τους, όταν σβήνουν τα φώτα της νύχτας. Μάλιστα, σοκάρει απρόσμενα μια σκηνή στην πρώτη πράξη, όλους όσοι μείναμε «σημαδεμένοι» από κείνα τα συγκλονιστικά λεπτά του ντους στο Χιτσκοκικό “Ψυχώ”, πριν από έξι δεκαετίες, όταν ο εξαιρετικός Κατουριάν- Κατουριάν (Γιάννης Τσεμπερλίδης) σφάδαζε πάνω στο ανακριτικό τραπέζι.

Ωστόσο, για όλο το σκοτάδι της πλοκής και των εικόνων του το «Pillowman» κέρδισε το βραβείο Olivier το 2004, ως το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς, το βραβείο Drama Desk Award, απέσπασε το βραβείο Κριτικών Θεάτρου της Νέας Υόρκης και βραβεία Tony κι έχει μεταφραστεί σε πάνω από δέκα γλώσσες.

Το πραγματικό θέμα του McDonagh στο κείμενό του, δεν είναι το φρικτό έγκλημα και η άδικη τιμωρία, παρόλο που αυτό θα εισπράξουν πολλοί θεατές, ως το «δια ταύτα» της υπόθεσης. Θαρρώ, πως το έργο δείχνει πρωτίστως τη συναρπαστική αφηγηματική δυναμική του ίδιου του θεάτρου. Εδώ, η σκηνοθεσία δεν κηρύσσει τη δύναμη των ιστοριών για να εξαργυρώσει ή να καθαρίσει ή να βρει έναν πυρήνα στερεής αλήθειας που κρύβεται ανάμεσα στις ψευδαισθήσεις της ζωής, δεν ανυψώνει τον αφηγητή ως ανώτερο ον, αλλά στιγματίζει έναν διανοούμενο συγγραφέα ως ωμό άνθρωπο που μηχανεύεται τρόπους, μέσω φαντασιώσεων, να ενεργοποιήσει έναν νοσηρό εσωτερικό κόσμο και να φέρει στην επιφάνεια ένστικτα πρωταρχικά, ενεργητικά, αρχέγονα, αναγκαία, όπως το φαγητό κι η σαρκική επαφή.

Κάθε χαρακτήρας του έργου είναι ένα είδος αφηγητή. Οι αφηγήσεις κυμαίνονται από τα φρικτά παραμύθια του Κατουριάν ή τις βιαιότητες που ασκούν οι αστυνομικοί, από την βασανιστική ανάκριση, έως την απροσδόκητη ομολογία του ένστολου Άριελ για μια βαθιά τραυματική παιδική ηλικία.

Εντυπωσιάζει η σκηνοθετική γραμμή, όπου ένα γεγονός αμφιταλαντεύεται μεταξύ της αλήθειας και της ψευδαίσθησης. Οι εναλλαγές πλαστού και πραγματικού μοιάζουν με σκωτσέζικο ντους, με σαδομαζοχιστική συμπεριφορά, ενώ ο συσχετισμός καλού αστυνομικού – κακού αστυνομικού, οδηγεί τον έμπειρό θεατή σε μια εκδοχή τού επιθεωρητή στο «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι.

Στο μινιμαλιστικό ατμοσφαιρικό σκηνικό, το βιντεο-αρτ προσδίδει τρισδιάστατη αίσθηση στη σκηνή, όμως εντυπωσιάζει το σκοτεινό δωμάτιο – κρατητήριο. Έξοχη η σκηνή των δύο αδερφών σε μια άκρη του, καθισμένοι στο δάπεδο και φωτισμένοι σαν χρωματιστές κουκίδες στο σκοτάδι, σαν «αμαρτωλοί» σε καθολικό εξομολογητήριο, όπου οι ανακρινόμενοι ήρωες ακροβατούν μεταξύ πραγματικότητας και άθλιας μυθοπλασίας. Σημαντικός συντελεστής στις θεατρικές εικόνες, τις φορτισμένες συναισθηματικά και στα κάδρα εικαστικής ομορφιάς, οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου.

Ένας ακαδημαϊκός, θα μπορούσε να συμμαζέψει σ’ ένα αναλυτικό συμπέρασμα τις αφηγηματικές πολυπλοκότητες και τις λογοτεχνικές εξελίξεις αυτού του έργου (περιλαμβάνουν κυρίως τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι), όπως κι ένας κοινωνιολόγος ή ψυχολόγος θα μπορούσε να επεκταθεί στις πηγές, στα αποτελέσματα της μυθοπλασίας και στην ηθική ευθύνη του συγγραφέα. Το πιθανότερο, ο ΜακΝτόνα, να θέλησε να «κοροϊδέψει» μια τέτοια εκδοχή και, απλώς, να ευχαριστήθηκε αυτό το παζλ των σκοτεινών και περίπλοκων γεγονότων που περιγράφει, χωρίς να νοιάζεται για κάποια τελική λύση.

Εύληπτη η μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου- Παγκουρέλη, καθώς λυπήθηκε τις βωμολοχίες και κράτησε ελάχιστη χυδαιότητα, αυτήν τη λεκτική που συνηθίσαμε ν’ ακούμε από τα στόματα μπάτσων, άλλωστε οι ίδιοι δεν απεκδύονται το κοροϊδευτικό «φόρεμα» του μπάτσου, ενώ το έξυπνο καστ ηθοποιών υπηρετεί μεν τις οδηγίες της σκηνοθέτριας, αλλά ο καθένας δείχνει και την υποκριτική δεινότητά του.

Το δίδυμο Σπύρος Σαραφιανός- Γρηγόρης Παπαδόπουλος, ως αστυνομικοί, αλληλοσυμπληρώνονται στη σκηνή και επιτυγχάνουν μια ισορροπία μεταξύ παραλογισμού και απειλής, που είναι σχεδόν Πίντερ, ιδίως στις σκηνές που στο άσπρο δωμάτιο επικρατεί η σιωπή κι οι «κουκουλοφόροι» μπάτσοι παραβάλλονται με τα γουρούνια. Προφανώς, η μομφή «μπάτσοι- γουρούνια- δολοφόνοι» είναι οικουμενική.

Ο Γιάννης Τσεμπερλίδης, ως Κατούριαν κι ο Χρίστος Στυλιανού, ως καθυστερημένος αδερφός Μίσαλ, εξαιρετικοί υποκριτές είτε μαζί είτε μόνοι τους, μεγεθύνουν το ερώτημα: τι είναι πραγματικό και τι ψεύτικο, παρότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας.

Μαύρο – το λες και κυνικό – χιούμορ, και γελοιοποίηση ορισμένων από τις καταστάσεις που αντισταθμίζουν τις πιο τρομερές πτυχές του έργου, σ’ όλη τη διάρκεια.

Η φρέσκια παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. είναι μια έκπληξη, επειδή η θεατρική μεταφορά αυτής της «φρικαλέας» κωμωδίας, δεν αδικείται σε μια χαοτική σκηνή απ’ αυτές που διαθέτει ο φορέας, αλλά η δράση εκτυλίσσεται σε λιτό σκηνικό χώρο και, χάρις στην κάμερα, έρχεται σε απόσταση αναπνοής από τον θεατή, αυξάνοντας την ένταση της παράστασης, όσο κι αν απουσιάζει η αληθινή διάδραση. Σαφώς, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ενσυναίσθηση από την πλευρά των θεατών μέσα σε αίθουσα, επειδή η ζωντανή αλληλεπίδραση μεταξύ σκηνής και κοινού είναι – και θα είναι πάντα – μία και μοναδική.

Όμως, αυτός ο «Πουπουλένιος» κατάφερε να μας αρπάξει και να μας κρατήσει στο γυαλί. Με γρήγορους ρυθμούς και σφιχτή σκηνοθετική κατεύθυνση, τούτη η νέα παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. διαθέτει υπέροχη άρθρωση από όλους τους συντελεστές , περνάει το μαύρο χιούμορ, τις ειρωνικές και σκοτεινές αποχρώσεις του κειμένου σε θεατές, που γνώριζαν τι επρόκειτο να δουν από την πολυθρόνα τους: Διάλογοι σε καταιγιστικό ρυθμό, που σπάνε την εγκιβωτισμένη αφήγηση των ιστοριών του Κατούριαν, γλώσσα ανάμεικτη από φιλοσοφικές και αγοραίες λέξεις, αποχρώσεις τρυφερές και σκληρές έως φρικώδεις, μια πλοκή αστυνομική με στοιχεία θρίλερ, η μοίρα και η αγωνία του καλλιτέχνη σε πρώτο πλάνο, γονεϊκά πειράματα και στο κέντρο όλων αυτών, τα παιδιά.

Η παράσταση είναι κατάλληλη για θεατές άνω των 16 ετών.

Η ταυτότητα

Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου- Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία/ Σκηνικά- Κοστούμια: Μαίρη Ανδρέου
Μουσική: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βίντεο: Αθηνά Σωτήρογλου, Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη
Βοηθός σκηνοθέτη/Επιμέλεια κίνησης: Ευανθία Σωφρονίδου
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Τσολερίδης
Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη
Διανομή

Τουπόλσκι: Σπύρος Σαραφιανός
Κατούριαν: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Άριελ: Γρηγόρης Παπαδόπουλος
Μίσαλ: Χρίστος Στυλιανού
Πράσινο Κοριτσάκι: Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη

Βιντεοσκόπηση παράστασης: Νίκος Τσολερίδης
Σκηνοθεσία: Μαίρη Ανδρέου
Κάμερες: Νίκος Τσολερίδης – Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη
Ηχοληψία: Κλεάνθης Καραπιπέρης
Μοντάζ – Μιξάζ: Νίκος Τσολερίδης- Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Αρίστος» με Φιλαρέτη Κομνηνού στο Φρούριο της Καβάλας

«Αρίστος»-με-Φιλαρέτη-Κομνηνού-στο-Φρούριο-της-Καβάλας

Η βραβευμένη παράσταση του Γιώργου Παπαγεωργίου «Αρίστος» , με κεντρικό θέμα τη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «Δράκου του Σέιχ Σου», έχοντας συγκεντρώσει την ευρεία αποδοχή του κοινού και των κριτικών, έρχεται την Πέμπτη 29 Ιουλίου στις 21.30, στο Φρούριο Καβάλας, στο πλαίσιο του 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Εννέα χαρακτήρες που συνδέονται με τον Αριστείδη Παγκρατίδη, μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές εξομολογήσεις τους, μιλώντας διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με τα βιώματα, τον χαρακτήρα και τον ρόλο τους, συνθέτουν το προφίλ του Αρίστου.

Ο φίλος από την Τούμπα, η παραδουλεύτρα γειτόνισσα της μάνας του, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ο παρακρατικός δοσίλογος περιπτεράς, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του σε ένα λαϊκό πανηγύρι, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια – οι δύο έρωτες του, ερμηνευμένοι επί σκηνής από τρεις ηθοποιούς.

Οι ερμηνευτές ζωντανεύουν μια ιστορία που μεταφέρει τους θεατές στις αλάνες της Θεσσαλονίκης, στις σκοτεινές πλευρές του λιμανιού, στα υπαίθρια πανηγύρια και στα μπουζουξίδικα της παλιάς Θεσσαλονίκης, σε ένα σκηνικό χρόνο που φτάνει μέχρι το 1960 όταν γίνεται είκοσι χρονών ο βασικός ήρωας, στον οποίο όλοι αναφέρονται, που είναι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο φερόμενος ως «Δράκος του Σέϊχ σου», τον οποίο ο τύπος του 1963 (Ελληνικός Βορράς) τον αποκαλούσε «νεαρό ανώμαλο». Το 1966 καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο από το πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης. Η εκτέλεσή του έγινε στο μέρος που ήταν συνδεδεμένο με το όνομά του, το Δάσος του Σέιχ Σου. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

* Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Ο Γύρος του Θανάτου» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος

  • Η παράσταση τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης παράστασης από το ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Συντελεστές της παράστασης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου

Διασκευή: Θεοδώρα Καπράλου

Μουσική Σύνθεση: Γιώργος Δούσος

Μουσικός επί σκηνής: Γιώργος Δούσος

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα

Σκηνογραφική/Ενδυματολογική επιμέλεια: Κατερίνα Αριανούτσου

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου

Υπεύθυνη περιοδείας: Έφη Χριστοδουλοπούλου

Παίζουν

Φιλαρέτη Κομνηνού, Γιάννης Λεάκος, Ιωάννης Αθανασόπουλος

Απαγορεύεται η είσοδος στο θέατρο μετά την έναρξη των παραστάσεων.

Είναι υποχρεωτική η χρήση μη ιατρικής μάσκας από τους θεατές κατά την είσοδο και έξοδο από το χώρο, καθώς και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τιμές εισιτηρίων: 15 € Γενική Είσοδος, 12 € Φοιτητικό (με την επίδειξη της φοιτητικής ταυτότητας) – Παιδιά μέχρι 12 ετών, Ανέργων (με προσκόμιση ηλεκτρονικής ανανέωσης της κάρτας ανεργίας), Πολυτέκνων, ΑΜΕΑ, Ομαδικά (άνω των 10 ατόμων)

Προπώληση: www.ticketservices.gr, καταστήματα public

Πληροφορίες:

  • ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 220876 – 7 (ώρες γραφείου)

Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά 10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00.

*Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων θα πραγματοποιηθεί ακολουθώντας τις ειδικές οδηγίες των υγειονομικών αρχών, με προτεραιότητα τη δημόσια υγεία και με αίσθημα ευθύνης απέναντι στο κοινό και τους καλλιτέχνες.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Αλλαγή χώρου παρουσίασης της παράστασης “Ειδικές Περιστάσεις”

Αλλαγή-χώρου-παρουσίασης-της-παράστασης-“Ειδικές-Περιστάσεις”

Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων, ενημερώνει το θεατρόφιλο κοινό ότι η προγραμματισμένη για σήμερα Κυριακή 25/7 παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης «Ειδικές Περιστάσεις», θα παρουσιαστεί την ίδια ώρα (21.30) στο γήπεδο μπάσκετ του Πάρκου Φαλήρου Καβάλας και όχι στο Φρούριο Καβάλας, όπως αρχικά είχε προγραμματιστεί, για τεχνικούς λόγους.

 

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Ελένη» από το Κ.Θ.Β.Ε. στο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Ελένη»-από-το-ΚΘΒΕ.-στο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

«Ένα κόκκινο ποτάμι διασχίζει την επικράτεια της αγάπης και με τη ροή του υπηρετεί τον μέγα στόχο: Να γίνει νόημα το αίμα. Να ειπωθούν καθαρά και να ακουστούν δίχως παρερμηνείες ιστορίες κορυφωμένων αισθημάτων ακόμα και καταστροφικών ή αυτοκαταστροφικών. Τα υψηλά -και τί υψηλότερο από την αγάπη- θίγονται με τον τρόπο του απλού που έχει την ισχύ να καθιερώνει και τη φαινομενική υπερβολή εντάσσοντάς τη στον κόσμο της φυσικότητας»

Παντελής Μπουκάλας.

Η «Ελένη» του Ευριπίδη γράφτηκε το 412 π.Χ και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια εποχή δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η Σικελική εκστρατεία με την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου. Παράλληλα αναπτύχθηκε στην Αθήνα το σοφιστικό κίνημα που είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες και προκαλούσε με την κριτική των εκπροσώπων του κρίση στο δημοκρατικό πολίτευμα και φαινόμενα ασέβειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Ευριπίδης με την τραγωδία του «Ελένη» καταδικάζει τον πόλεμο ως πρόξενο όλων των κακών.

Υπόθεση

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο νησί Φάρος της Αιγύπτου όπου η ηρωίδα έχει μεταφερθεί από τον Ερμή. Έμενε στα ανάκτορα του βασιλιά Πρωτέα ενώ το είδωλό της ακολούθησε τον Μενέλαο στην Τροία. Μετά το θάνατο του Πρωτέα ο γιος του και διάδοχος Θεοκλύμενος επιμένει να την παντρευτεί. Η Ελένη αρνείται και παραμένει πιστή στον Μενέλαο. Φτάνει ο Τεύκρος (επικός ήρωας) και την πληροφορεί για την άλωση της Τροίας και για τον πιθανό θάνατο τού άνδρα της. Συντριμμένη εκείνη τον συμβουλεύει να κρυφτεί γιατί ο βάρβαρος βασιλιάς συνηθίζει να σκοτώνει όλους τους Έλληνες που φτάνουν στην Αίγυπτο. Έρχεται ο Χορός και της προτείνει να συμβουλευτεί τη μάντισσα Θεονόη (αδελφή του Θεοκλύμενου) για να εξακριβώσει την αλήθεια των πληροφοριών του Τεύκρου.

Εμφανίζεται εξαθλιωμένος ο Μενέλαος και διηγείται ότι περιπλανήθηκε στη θάλασσα και ναυάγησε σ’ αυτήν την άγνωστη χώρα φέρνοντας μαζί του τη γυναίκα του όπως πιστεύει. Από μια γερόντισσα θυρωρό του παλατιού μαθαίνει ότι η Ελένη βρίσκεται στον τόπο αυτόν από καιρό και εκπλήσσεται. Ακολουθεί η αναγνώριση και η χαρά των δύο συζύγων κορυφώνεται αλλά δεν διαρκεί πολύ αφού η Ελένη φοβάται τον Θεοκλύμενο και συμβουλεύει τον Μενέλαο να φύγει για να σωθεί. Η Θεονόη αναγνωρίζει τον βασιλιά της Σπάρτης αλλά τελικά πείθεται να μην τον αποκαλύψει στον αδελφό της. Η Ελένη ξεγελά τον Θεοκλύμενο ο οποίος της δίνει καράβι και ναύτες για να σκορπίσει – τάχα – την τέφρα του Μενέλαου στη θάλασσα σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα ταφής.

Ο σκληρός άρχοντας Θεοκλύμενος πληροφορείται από αγγελιαφόρο ότι το ζευγάρι δραπέτευσε. Έξαλλος θέλει να σκοτώσει την αδερφή του που τον πρόδωσε. Οι Διόσκουροι όμως εμφανίζονται σαν «από μηχανής Θεός» στο θεολογείο τον αποτρέπουν από τους σκοπούς του και το δράμα κλείνει ειρηνικά.

Ανάγνωση

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει μία τελείως διαφορετική εικόνα της Ελένης. Εμφανίζεται σε πολλά έργα του και ιδιαίτερα στις Τρωάδες και στον Ορέστη. Τη δείχνει σαν μία γυναίκα φιλάρεσκη και ερωτομανή με πολλά ελαττώματα και άπιστη. Ωστόσο τα λόγια αυτά δεν είναι οι κρίσεις του ποιητή αλλά των ηρώων και απηχούν μόνο τις απόψεις της εποχής του. Ο ίδιος φαίνεται να θεωρεί την ομηρική ηρωίδα ως μία γυναίκα που απλά ερωτεύτηκε τον ωραίο και κατά πολύ νεότερο τού Μενελάου Πάρη. Την αποδέχεται ως ένοχη μοιχείας αλλά εξαιτίας του έρωτα. Εξάλλου ο τραγικός ποιητής δεν μπορούσε να δεχτεί ότι στην φαλλοκρατική εκείνη εποχή ήταν δυνατόν να γίνει ένας πόλεμος μόνο και μόνο για μία γυναίκα όσο κι αν ετίθετο ζήτημα τιμής για το Μενέλαο. Οπωσδήποτε δε θα γινόταν ένας γενικευμένος δεκαετής πόλεμος.

Η παράσταση

Ο δοκιμασμένος εμπειρότατος Βασίλης Παπαβασιλείου κατέβασε τους ήρωες από το βάθρο του έπους και τους παρουσιάζει ρεαλιστικά ως ανθρώπους ζωντανούς και όχι τέλειους βαδίζοντας σ’ έναν σύγχρονο θεατρικό δρόμο και ίσως πιο ανώδυνο εφόσον τον στολίζει με κωμικά στοιχεία και με γερές δόσεις παρωδίας. Θα έλεγα εμπνέεται από την περίφημη ομάδα Monty Python ως προς τη φόρμα και δουλεύει μια παράδοξη σύνθεση. Μια δραματουργική τεχνική δηλαδή που ανατρέπει τη δραματική δομή με την παρεμβολή κωμικής κατάστασης ή αλλιώς μια υπόδειξη της ειρωνείας της τύχης του δραματικού προσώπου όπως ακριβώς το ήθελε κι ο Ευριπίδης.

Ο Μενέλαος αν και είναι ο ηγέτης απομυθοποιείται και εμφανίζεται ως ένας κοινός καθημερινός άνθρωπος: ναυαγός περιπλανώμενος σε άθλια κατάσταση με συνείδηση της δεινής του κατάστασης με μια σκελέα μόνος συγκρούεται σαν απλός άνθρωπος με τη γερόντισσα δέχεται απειλές και οδηγίες από αυτήν προσπαθεί να βρει μέσα στην σύγχυση μια λύση αλλά η αδιέξοδη κατάσταση τον κάνει επιπόλαιο και αντιφατικό. Όλα αυτά τα στοιχεία τον χρίζουν ένα τυπικό ευριπίδειο ήρωα. Επίσης ο σκηνοθέτης φανερώνει ευκρινώς τις δίσημες φράσεις αυτές που χαρακτηρίζουν το έργο τραγικωμωδία. Το διαπιστώνουμε στον διάλογο Ελένης – Θεοκλύμενου λίγο πριν το φινάλε όπου άλλα λέει η ηρωίδα άλλα καταλαβαίνει ο αφελής Βασιλιάς.

Ο σημαντικός σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου στήνει την παράσταση άλλοτε σε συνθήκη καμπαρέ κι άλλοτε σε συνθήκη λαϊκού πανηγυριού. Άλλωστε τα Λαϊκά Ελληνικά πανηγύρια με τα ήθη και τα έθιμά τους με τους μύθους την ιστορία τους το γιορταστικό τους τυπικό στεφανώνονται από μεγαλοπρέπεια. Τα πανηγύρια είναι ένα μέρος τοπικού πολιτισμού και αφορμή κοινωνικής συνοχής. Το ύφος η γραμμή της παράστασης έχει εννοιολογική σημασία και στιγματίζει μια σύγχρονη αντίληψη ιλαροτραγωδίας. Στόχος της σκηνοθεσίας να περάσουν αντιπολεμικά μηνύματα στο κοινό δια μέσου κωμικών καταστάσεων λαμπερών εικόνων και χαρίεσσας ατμόσφαιρας. Τον πέτυχαν πιστεύω.

Η μετάφραση ενός δραματικού κειμένου μοιάζει να υποχρεώνει τον μεταφραστή να αναλάβει ρόλο σκηνοθέτη στον εγκέφαλό του προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά από τον πολιτισμό εκκίνησης στον πολιτισμό προορισμού. Θα μπορούσε να θέσει κανείς δίλημμα: οι μεταφράσεις αποτελούν τμήμα της πρόσληψης του αρχαίου δράματος ως συνέχεια των πρωτοτύπων κειμένων ή είναι νέες πνευματικές δημιουργίες προϊόντα σύγχρονης λογοτεχνίας; Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας και ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου δούλεψαν στην τομή των δύο τεχνικών. Αποτέλεσμα τα ηθικά τα φιλοσοφικά ή τα κοινωνικά θέματα της τραγωδίας αναφύονται στη σκηνή και αποδεικνύουν ότι η ταραγμένη εποχή μας είναι γόνιμη περίοδος για την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Τα λιτά σκηνικά του Άγγελου Μέντη συμβολίζουν τη χώρα της Αιγύπτου με διάσπαρτα εμβληματικά της στοιχεία (πυραμίδες, φοίνικες) στην ορχήστρα. Τα κοστούμια του στις απαστράπτουσες αποχρώσεις του λαμέ υφάσματος. Όλα μαζί αγκαλιάζουν τον τάφο του Πρωτέα ενώ ο θίασος με συναίσθηση του σκηνικού χρόνου και κώδικες με ιδιαίτερο φορτίο ολοκληρώνουν έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης της τραγικής ποίησης ιδωμένης μέσα από έννοιες όπως μουσικότητα καθαρότητα ιλαρή «ανάγνωση».

Η λαμπερή καλλίφωνη Έμιλυ Κολιανδρή, ως ωραία Ελένη θα πω: «πολύ ωραία Ελένη» ακολουθεί τις σκηνοθετικές οδηγίες και μας χαρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με ψυχολογικές μεταπτώσεις: χαρούμενη, αισιόδοξη από τα νέα της Θεονόης, έκπληκτη, φοβισμένη, πανικοβλημένη καθώς αντικρίζει έναν άντρα στο παλάτι να την κοιτάζει ερευνητικά αλλά και με αγαλλίαση όταν τον αναγνωρίζει ή με στενοχώρια απογοήτευση όταν αυτός δεν την πιστεύει και ετοιμάζεται να φύγει.

Ο Μενέλαος του Θέμη Πάνου απολαυστικός σαν άλλος John Cleese ζωγραφίζει επιδέξια έναν απίθανο χαρακτήρα εγκλωβισμένο στην πλάνη του περιπλανιέται αδιάκοπα ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι». Έτσι μ’ αυτήν την αντίθεση εξυπηρετείται εξαιρετικά η οικονομία του έργου.

Η εμφάνιση του α’ αγγελιοφόρου (Δημήτρης Κολοβός) αποτελεί απρόοπτο σκηνικό επεισόδιο κάτι που κανείς δεν το περίμενε μήτε οι θεατές. Ο Ευριπίδης χρησιμοποίησε και πριν κάποια απρόοπτα: την εμφάνιση του Τεύκρου, την ξαφνική εμφάνιση του Μενέλαου, το γεγονός ότι μια γυναίκα άνοιξε στον Μενέλαο (Γερόντισσα) και όχι ένας άντρας. Και οι δύο αγγελιαφόροι (Δ. Κολοβός και Άγγελος Μπούρας) μέσα στο πνεύμα του ποιητή και στη σκηνοθετική άποψη, αν και ξένισε η γυμνή εμφάνιση του δεύτερου παρότι συμβόλιζε την ολοσχερή γύμνια του μοναδικού διασωθέντος από το καράβι της δραπέτευσης του πονηρού ζευγαριού.

Ο εξαιρετικός Δημήτρης Μορφακίδης ως Τεύκρος εδώ είναι παράδειγμα ανθρώπου που επάνω του φαίνονται όλα τα δεινά του πολέμου. Αν και τύποις νικητής είναι εξόριστος ταπεινωμένος και ανασφαλής. Μέσα από την ερμηνεία του φανερώνεται όλη η αντιηρωική διάσταση του πολέμου που μόνο να φθείρει ψυχικά ,ηθικά και σωματικά τους ανθρώπους μπορεί. Το φιλειρηνικό μήνυμά του είναι ολοφάνερο εφόσον απευθύνεται στους συμπολίτες του μετά από την πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία.

Η εμφάνιση της απαστράπτουσας περσόνας με λαμέ- υπερπαραγωγή ενδυμασία στην ορχήστρα θα μπορούσε να είναι το RuPaul αλλά είναι η δεινή καρατερίστα Αγορίτσα Οικονόμου ως μάντισσα Θεονόη η οποία «κλέβει» την παράσταση με την λεκτική της ευχέρεια την κίνησή της την έκφρασή της την ωραία «τρέλα» της.

Η πολύπειρη Έφη Σταμούλη ως γερόντισσα φέρνει στη σκηνή μια κόμικ φιγούρα και με το ισχυρό της ένστικτο την πολύχρονη θητεία της στο θέατρο επωμίζεται εύστροφα την ιλαρή διάθεση του ποιητή. Παράδειγμα η απορία της για το γεγονός ότι δε γνωρίζει τον Μενέλαο δημιουργεί ποικίλα συναισθήματα μιας και ο πόλεμος σε συνδυασμό με τις κακουχίες μπορεί να κάνει έναν βασιλιά να φαίνεται ζητιάνος.

Ο Γιώργος Καύκας πλάθει με πειθώ έναν αφελή Βασιλιά Θεοκλύμενο έναν άνθρωπο με μανδύα κακού αλλά ουσιαστικά έναν άνθρωπο που αφήνεται στα «έπεα πτερόεντα» και εύκολα τον εξαπατούν οι άλλοι.

Οι Διόσκουροι Νικόλας Μαραγκόπουλος και Ορέστης Παλιαδέλης εμφανίζονται στην τελευταία σκηνή με ασημένια τεφλόν φορεσιά κι από ένα συννεφάκι στα χέρια λικνίζονται χαριτωμένα και διασκεδάζουν εαυτούς και κοινό. Ο δε Παναγιώτης Παπαϊωάννου ως υπηρέτης συμπληρώνει στο αυτό ύφος τον θίασο- βαριετέ.

Άλλωστε η εποχή του Ευριπίδη είναι αυτή της αμφισβήτησης των μύθων και των ειδώλων: ο ποιητής απομυθοποιεί τον Μενέλαο τον επικό ήρωα. Η εποχή του είναι αυτή του σοφιστικού κινήματος του αρχαίου ελληνικού διαφωτισμού με κύρια χαρακτηριστικά: την κριτική κάθε αξίας και κάθε αυθεντίας τον έλεγχο κάθε δεδομένης αντίληψης την αμφισβήτηση των κοινωνικών στερεοτύπων. Ο Ευριπίδης ως μαθητής των σοφιστών υιοθετεί τις απόψεις τους.

Ο Χορός αποτελείται από Ελληνίδες αιχμάλωτες. Στον κομμό τα λόγια του Χορού αποτελούν την αντιστροφή στο θρήνο της Ελένης. Εδώ φθίνει ο βαρύς ρόλος του (τα τραγούδια γίνονται ακόμη και ξεχωριστά μέρη), ωστόσο, δε χάνει την επαφή µε τα πρόσωπα του δράματος. Αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τις συμβουλές, τις προτροπές, τις σκέψεις. Κι όταν δε δρα είναι παρών και κρίνει όσα συμβαίνουν. Διατυπώνει ηθικούς κανόνες, θρηνεί για τις ατυχίες ή έρχεται σε αντίθεση µε όποιον βρίσκεται στη σκηνή σε δεδομένη στιγμή. Δεκαπέντε εξαιρετικές γυναίκες ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε πλαισιώνουν την Ελένη, ερμηνεύουν, τραγουδούν, χορεύουν, παίζουν. Μεταμορφώνονται από γυναίκες- σκλάβες σε προκλητικά Pin-up models , σε δεσποινίδες της Αβινιόν, σε συγκρότημα τζαζ και μπλουζ, σε εμπνευσμένα ιντερμέδια, σε Χορό αρχαίου δράματος. Όλες καλλίφωνες, όμορφές και άψογα συντονισμένες.

Ο Δημήτρης Σωτηρίου, όπως πάντα, ευφάνταστος χορογράφος, μέσα στο συγγραφικό πνεύμα και αρωγός της σκηνοθεσίας.

Το δια ταύτα

Ο Ευριπίδης χαρακτηρίζεται ως ο από σκηνής φιλόσοφος.

Με την «Ελένη» ο Ευριπίδης εκφράζει τις δικές του απόψεις και τους προβληματισμούς για διάφορα θέματα: τον ορθολογισμό τη μαντική τον σωστό τρόπο σκέψης και δράσης τον Θεό το θεσμό της δουλείας. Τα θέματα αυτά απασχολούσαν τους φιλοσόφους της εποχής του έτσι και ο ίδιος φαίνεται να φιλοσοφεί στη σκηνή. Μέσω της διάνοιας των προσώπων εκφράζει τις φιλοσοφικές του ιδέες.

Θέσεις του Ευριπίδη που θα μπορούσαν να είναι σύγχρονες όπως οι σημερινές απόψεις για τις θρησκευτικές προλήψεις για τη συνήθεια των ανθρώπων να πιστεύουν σε ζώδια για τις αστρολογικές προβλέψεις για τις αλλαγές που συμβαίνουν τυχαία στην ανθρώπινη ζωή και που είναι ανεξέλεγκτες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου
Συνεργάτης σκηνοθέτης-Δραματουργία: Νικολέτα Φιλόσογλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Ενορχήστρωση – Μουσική διδασκαλία: Γιώργος Δούσος,
Moυσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου
Βοηθός χορογράφου: Σοφία Παπανικάνδρου
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα – Μαρία Ιακώβου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Οδηγοί σκηνής: Γιάννης Παλαμιώτης Μαρίνα Χατζηιωάννου
Παίζουν:

Έμιλυ Κολιανδρή (Ελένη)
Θέμης Πάνου (Μενέλαος)
Αγορίτσα Οικονόμου (Θεονόη)
Γιώργος Καύκας (Θεοκλύμενος)
Έφη Σταμούλη (Γερόντισσα)
Δημήτρης Κολοβός (Αγγελιοφόρος Α’)
Άγγελος Μπούρας (Αγγελιοφόρος Β’)
Δημήτρης Μορφακίδης (Τεύκρος)
Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Θεράπων)
Νικόλας Μαραγκόπουλος Ορέστης Παλιαδέλης (Διόσκουροι)
Χορός:

Νεφέλη Ανθοπούλου Σταυρούλα Αραμπατζόγλου Λουκία Βασιλείου Μομώ Βλάχου Ελένη Γιαννούση Ηλέκτρα Γωνιάδου Νατάσα Δαλιάκα Χρύσα Ζαφειριάδου Σοφία Καλεμκερίδου Αίγλη Κατσίκη Άννα Κυριακίδου Κατερίνα Πλεξίδα Μαριάννα Πουρέγκα Φωτεινή Τιμοθέου Χρύσα Τουμανίδου
Μουσικοί επί σκηνής: Γιώργος Δούσος (φλάουτο κλαρίνο σαξόφωνο καβάλ) Δάνης Κουμαρτζής (κοντραμπάσο) Θωμάς Κωστούλας (κρουστά) Παύλος Μέτσιος (τρομπέτα ηλεκτρική κιθάρα) Χάρης Παπαθανασίου (βιολί) Μανώλης Σταματιάδης (πιάνο ακορντεόν).

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα