Connect with us

Πολιτισμός

«Ο ΠΟΥΠΟΥΛΕΝΙΟΣ» του Μάρτιν ΜακΝτόνα από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Ο-ΠΟΥΠΟΥΛΕΝΙΟΣ»-του-Μάρτιν-ΜακΝτόνα-από-το-ΚΘΒΕ.

Με τη λάμψη στα μάτια και τον καημό στην ψυχή για τα σφραγισμένα, ακόμη, θέατρα, μείναμε σπίτι βράδυ Σαββάτου και με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε σε αίθουσα, μπλεχτήκαμε στα βραδυφλεγή νήματα του εξεζητημένου, τολμηρού, ιδιαίτερου, ΜακΝτόνα, επειδή ένας «Πουπουλένιος» μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και από οθόνης.

Το πολυδιάστατο έργο του πολυβραβευμένου συγγραφέα, είναι ουσιαστικά ένα μηρυκαστικό και αυτο-ανακλαστικό κομμάτι, αλλά κι ένας ευρύτερος διαλογισμός για την ηθική ευθύνη των κειμενογράφων και των φαντασιών τους. Το 2003, σε μια εποχή που το θέατρο στην Αγγλία ήταν πιο δεκτικό σε ελευθεριάζοντα συγγραφικά επιχειρήματα, πολλά ακροατήρια είδαν τον «Πουπουλένιο», ως υπεράσπιση της γενετικής έφεσης μυθοπλασίας και του δικαιώματος των συγγραφέων να εξερευνήσουν τη σκοτεινή πλευρά τής δημιουργικής τους συνείδησης, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τι δύναται να «γεννήσει» το κοινό που θα βυθιστεί εκούσια στην ανάγνωση.

Ο συγγραφέας

Το «Pillowman» προήλθε εν μέρει από την εμπειρία του McDonagh στη σύνθεση παραμυθιών, με ονόματα όπως The Chair and the Wolfboy, The Short Fellow and the Strange Frog, και The Violin and the Drunken Angel, στις αρχές της συγγραφικής του καριέρας. Προσπαθώντας να ξαναγράψει παραμύθια, όπως εκείνα της παιδικής του ηλικίας, συνειδητοποίησε ότι υπάρχει κάτι σκοτεινό σ’ αυτά, που δεν μπορούσε να προσπεράσει.

Γεννημένος στα 1970, ο ιρλανδικής καταγωγής θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα, συγκαταλέγεται στα ταλέντα της Μεγάλης Βρετανίας κι όχι άδικα. Κατέχει τέσσερα βραβεία Tony, ένα Oscar για την μικρού μήκους ταινία «Six shooter» που προηγήθηκε της μεγάλου μήκους «In Bruges», μια οσκαρική υποψηφιότητα πρωτότυπου σεναρίου για την ταινία «Τρείς πινακίδες έξω απ’ το Έμπινγκ στο Μιζούρι», ενώ για τη φημισμένη ταινία «Επτά ψυχοπαθείς» κέρδισε βραβείο σεναρίου Φεστιβάλ Βενετίας, βραβείο κοινού Φεστιβάλ Τορόντο, Χρυσές Σφαίρες ταινίας, σεναρίου, α’ γυναικείου και β’ ανδρικού ρόλου.

Υπόθεση

Τα πάντα διαδραματίζονται­ στα κρατητήρια αστυνομίας ενός κράτους που δεν ονοματίζεται, όμως ανήκει σε καθεστώς ολοκληρωτικό. Κεντρικός ήρωας είναι ο Κατούριαν, ένας συγγραφέας ιστοριών τρόμου, ο οποίος συλλαμβάνεται ως ύποπτος για την αποτρόπαια δολοφονία τριών μικρών παιδιών, καθώς τα θύματα βρήκαν τον ίδιο βασανιστικό θάνατο με εκείνον που περιγράφει στις μυθοπλασίες του: το ένα υποχρεώθηκε να καταπιεί μήλα παραγεμισμένα με ξυράφια, το άλλο ακρωτηριάστηκε με μπαλτά και το τρίτο σταυρώθηκε και θάφτηκε ζωντανό.
Αναζητήσατε τον δολοφόνο στην πλοκή του έργου. Σημειώστε ότι τα φαινόμενα απατούν κι ότι δεν υπάρχει λογική εξήγηση για το «γιατί» και το «διότι». Άραγε, ο στυγερός δολοφόνος είναι ο διανοητικά καθυστερημένος αδερφός του Κατούριαν, ο Μίσαλ ή μήπως όχι;

Η παράσταση

Η εξαιρετικά δουλεμένη και με εικαστικό ενδιαφέρον παράσταση, σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια της Μαρίας Ανδρέου, μιλάει για φόβους των ανθρώπων που, λανθασμένα, πιστεύουν πως τους αφήνουν πίσω τους, όταν σβήνουν τα φώτα της νύχτας. Μάλιστα, σοκάρει απρόσμενα μια σκηνή στην πρώτη πράξη, όλους όσοι μείναμε «σημαδεμένοι» από κείνα τα συγκλονιστικά λεπτά του ντους στο Χιτσκοκικό “Ψυχώ”, πριν από έξι δεκαετίες, όταν ο εξαιρετικός Κατουριάν- Κατουριάν (Γιάννης Τσεμπερλίδης) σφάδαζε πάνω στο ανακριτικό τραπέζι.

Ωστόσο, για όλο το σκοτάδι της πλοκής και των εικόνων του το «Pillowman» κέρδισε το βραβείο Olivier το 2004, ως το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς, το βραβείο Drama Desk Award, απέσπασε το βραβείο Κριτικών Θεάτρου της Νέας Υόρκης και βραβεία Tony κι έχει μεταφραστεί σε πάνω από δέκα γλώσσες.

Το πραγματικό θέμα του McDonagh στο κείμενό του, δεν είναι το φρικτό έγκλημα και η άδικη τιμωρία, παρόλο που αυτό θα εισπράξουν πολλοί θεατές, ως το «δια ταύτα» της υπόθεσης. Θαρρώ, πως το έργο δείχνει πρωτίστως τη συναρπαστική αφηγηματική δυναμική του ίδιου του θεάτρου. Εδώ, η σκηνοθεσία δεν κηρύσσει τη δύναμη των ιστοριών για να εξαργυρώσει ή να καθαρίσει ή να βρει έναν πυρήνα στερεής αλήθειας που κρύβεται ανάμεσα στις ψευδαισθήσεις της ζωής, δεν ανυψώνει τον αφηγητή ως ανώτερο ον, αλλά στιγματίζει έναν διανοούμενο συγγραφέα ως ωμό άνθρωπο που μηχανεύεται τρόπους, μέσω φαντασιώσεων, να ενεργοποιήσει έναν νοσηρό εσωτερικό κόσμο και να φέρει στην επιφάνεια ένστικτα πρωταρχικά, ενεργητικά, αρχέγονα, αναγκαία, όπως το φαγητό κι η σαρκική επαφή.

Κάθε χαρακτήρας του έργου είναι ένα είδος αφηγητή. Οι αφηγήσεις κυμαίνονται από τα φρικτά παραμύθια του Κατουριάν ή τις βιαιότητες που ασκούν οι αστυνομικοί, από την βασανιστική ανάκριση, έως την απροσδόκητη ομολογία του ένστολου Άριελ για μια βαθιά τραυματική παιδική ηλικία.

Εντυπωσιάζει η σκηνοθετική γραμμή, όπου ένα γεγονός αμφιταλαντεύεται μεταξύ της αλήθειας και της ψευδαίσθησης. Οι εναλλαγές πλαστού και πραγματικού μοιάζουν με σκωτσέζικο ντους, με σαδομαζοχιστική συμπεριφορά, ενώ ο συσχετισμός καλού αστυνομικού – κακού αστυνομικού, οδηγεί τον έμπειρό θεατή σε μια εκδοχή τού επιθεωρητή στο «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι.

Στο μινιμαλιστικό ατμοσφαιρικό σκηνικό, το βιντεο-αρτ προσδίδει τρισδιάστατη αίσθηση στη σκηνή, όμως εντυπωσιάζει το σκοτεινό δωμάτιο – κρατητήριο. Έξοχη η σκηνή των δύο αδερφών σε μια άκρη του, καθισμένοι στο δάπεδο και φωτισμένοι σαν χρωματιστές κουκίδες στο σκοτάδι, σαν «αμαρτωλοί» σε καθολικό εξομολογητήριο, όπου οι ανακρινόμενοι ήρωες ακροβατούν μεταξύ πραγματικότητας και άθλιας μυθοπλασίας. Σημαντικός συντελεστής στις θεατρικές εικόνες, τις φορτισμένες συναισθηματικά και στα κάδρα εικαστικής ομορφιάς, οι φωτισμοί του Στέλιου Τζολόπουλου.

Ένας ακαδημαϊκός, θα μπορούσε να συμμαζέψει σ’ ένα αναλυτικό συμπέρασμα τις αφηγηματικές πολυπλοκότητες και τις λογοτεχνικές εξελίξεις αυτού του έργου (περιλαμβάνουν κυρίως τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι), όπως κι ένας κοινωνιολόγος ή ψυχολόγος θα μπορούσε να επεκταθεί στις πηγές, στα αποτελέσματα της μυθοπλασίας και στην ηθική ευθύνη του συγγραφέα. Το πιθανότερο, ο ΜακΝτόνα, να θέλησε να «κοροϊδέψει» μια τέτοια εκδοχή και, απλώς, να ευχαριστήθηκε αυτό το παζλ των σκοτεινών και περίπλοκων γεγονότων που περιγράφει, χωρίς να νοιάζεται για κάποια τελική λύση.

Εύληπτη η μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου- Παγκουρέλη, καθώς λυπήθηκε τις βωμολοχίες και κράτησε ελάχιστη χυδαιότητα, αυτήν τη λεκτική που συνηθίσαμε ν’ ακούμε από τα στόματα μπάτσων, άλλωστε οι ίδιοι δεν απεκδύονται το κοροϊδευτικό «φόρεμα» του μπάτσου, ενώ το έξυπνο καστ ηθοποιών υπηρετεί μεν τις οδηγίες της σκηνοθέτριας, αλλά ο καθένας δείχνει και την υποκριτική δεινότητά του.

Το δίδυμο Σπύρος Σαραφιανός- Γρηγόρης Παπαδόπουλος, ως αστυνομικοί, αλληλοσυμπληρώνονται στη σκηνή και επιτυγχάνουν μια ισορροπία μεταξύ παραλογισμού και απειλής, που είναι σχεδόν Πίντερ, ιδίως στις σκηνές που στο άσπρο δωμάτιο επικρατεί η σιωπή κι οι «κουκουλοφόροι» μπάτσοι παραβάλλονται με τα γουρούνια. Προφανώς, η μομφή «μπάτσοι- γουρούνια- δολοφόνοι» είναι οικουμενική.

Ο Γιάννης Τσεμπερλίδης, ως Κατούριαν κι ο Χρίστος Στυλιανού, ως καθυστερημένος αδερφός Μίσαλ, εξαιρετικοί υποκριτές είτε μαζί είτε μόνοι τους, μεγεθύνουν το ερώτημα: τι είναι πραγματικό και τι ψεύτικο, παρότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας.

Μαύρο – το λες και κυνικό – χιούμορ, και γελοιοποίηση ορισμένων από τις καταστάσεις που αντισταθμίζουν τις πιο τρομερές πτυχές του έργου, σ’ όλη τη διάρκεια.

Η φρέσκια παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. είναι μια έκπληξη, επειδή η θεατρική μεταφορά αυτής της «φρικαλέας» κωμωδίας, δεν αδικείται σε μια χαοτική σκηνή απ’ αυτές που διαθέτει ο φορέας, αλλά η δράση εκτυλίσσεται σε λιτό σκηνικό χώρο και, χάρις στην κάμερα, έρχεται σε απόσταση αναπνοής από τον θεατή, αυξάνοντας την ένταση της παράστασης, όσο κι αν απουσιάζει η αληθινή διάδραση. Σαφώς, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ενσυναίσθηση από την πλευρά των θεατών μέσα σε αίθουσα, επειδή η ζωντανή αλληλεπίδραση μεταξύ σκηνής και κοινού είναι – και θα είναι πάντα – μία και μοναδική.

Όμως, αυτός ο «Πουπουλένιος» κατάφερε να μας αρπάξει και να μας κρατήσει στο γυαλί. Με γρήγορους ρυθμούς και σφιχτή σκηνοθετική κατεύθυνση, τούτη η νέα παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. διαθέτει υπέροχη άρθρωση από όλους τους συντελεστές , περνάει το μαύρο χιούμορ, τις ειρωνικές και σκοτεινές αποχρώσεις του κειμένου σε θεατές, που γνώριζαν τι επρόκειτο να δουν από την πολυθρόνα τους: Διάλογοι σε καταιγιστικό ρυθμό, που σπάνε την εγκιβωτισμένη αφήγηση των ιστοριών του Κατούριαν, γλώσσα ανάμεικτη από φιλοσοφικές και αγοραίες λέξεις, αποχρώσεις τρυφερές και σκληρές έως φρικώδεις, μια πλοκή αστυνομική με στοιχεία θρίλερ, η μοίρα και η αγωνία του καλλιτέχνη σε πρώτο πλάνο, γονεϊκά πειράματα και στο κέντρο όλων αυτών, τα παιδιά.

Η παράσταση είναι κατάλληλη για θεατές άνω των 16 ετών.

Η ταυτότητα

Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου- Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία/ Σκηνικά- Κοστούμια: Μαίρη Ανδρέου
Μουσική: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βίντεο: Αθηνά Σωτήρογλου, Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη
Βοηθός σκηνοθέτη/Επιμέλεια κίνησης: Ευανθία Σωφρονίδου
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Τσολερίδης
Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη
Διανομή

Τουπόλσκι: Σπύρος Σαραφιανός
Κατούριαν: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Άριελ: Γρηγόρης Παπαδόπουλος
Μίσαλ: Χρίστος Στυλιανού
Πράσινο Κοριτσάκι: Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη

Βιντεοσκόπηση παράστασης: Νίκος Τσολερίδης
Σκηνοθεσία: Μαίρη Ανδρέου
Κάμερες: Νίκος Τσολερίδης – Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη
Ηχοληψία: Κλεάνθης Καραπιπέρης
Μοντάζ – Μιξάζ: Νίκος Τσολερίδης- Ευαγγελίνα Καρυοφύλλη

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1
Κάντε κλικ για να σχολιάσετε

You must be logged in to post a comment Login

Γράψτε μας το σχόλιο σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

Το καθαρό σπίτι της Sarah Ruhl στο θέατρο «Τ»! Επιτέλους, ζωντανό θέατρο!

Το-καθαρό-σπίτι-της-sarah-ruhl-στο-θέατρο-«Τ»!-Επιτέλους,-ζωντανό-θέατρο!

Πρόλογος

Η πολυβραβευμένη Αμερικανή συγγραφέας, υποψήφια το 2005 για βραβείο Pulitzer, Sarah Ruhl, γράφει για την αγάπη, την απώλεια, τις ανατροπές στη ζωή, για τη χαρά και τη θλίψη σε μια ρομαντική κωμωδία με πλούσιο αλλά μαύρο χιούμορ.

Το έργο διαδραματίζεται σ’ αυτό που η συγγραφέας περιγράφει ως “μεταφυσικό Κονέκτικατ”, εννοώντας το σπίτι ενός παντρεμένου ζευγαριού ιατρών.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης γραφής, μία σύνθετη αφήγηση πολλών φωνών που διεισδύουν η μία στην άλλη, που κρίνει η μία την άλλη φωτίζοντας τον ψυχισμό των πέντε προσώπων, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα που καθορίζει τόσο τις επιλογές τους, όσο και τις αντιδράσεις που προκαλούν.

Υπόθεση

Η σύζυγος Λέιν, σοβαρή γιατρός αφοσιωμένη στην καριέρα της, προσλαμβάνει μια ιδιόμορφη Βραζιλιάνα υπηρέτρια. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η υπηρέτρια, η Ματθίλδη, μισεί να καθαρίζει. Αντίθετα, λαχταρά να γίνει κωμικός.

Η Λέιν εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της Τσαρλς για χάρη της ερωμένης του Άνα, μιας παθιασμένης, μεγαλύτερής του Λατίνας, στην οποία είχε κάνει μαστεκτομή.

Η Ματθίλδη, που δεν της αρέσει διόλου να καθαρίζει, λατρεύει να λέει και ν’ ακούει χαριτωμένα αστεία. Η μητέρα της πέθανε, καθώς χαριεντιζόταν με τον πατέρα της, ο οποίος στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Φεύγει από τη Βραζιλία αναζητώντας το τέλειο αστείο, παρότι φοβάται ότι, όταν το βρει, αυτό θα τη σκοτώσει.

Αν και η πλοκή είναι κάπως ιδιόμορφη, επειδή δίνει μέγεθος στις γυναικείες συναναστροφές, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η Ματθίλδη πιστεύει βαθιά στη δύναμη του γέλιου, το οποίο έχει την ικανότητα να φέρει ανατροπές στα άσχημα και στα δύσκολα. Τελικά, προσλαμβάνεται στο σπίτι των δυο γιατρών. Εξαιτίας της περίεργης εμμονής της, προτιμά να αστειεύεται παρά να εργάζεται. Εύκολα φορτώνει όλες τις δουλειές του σπιτιού στην αδερφή της γιατρού, τη Βιρτζίνια, η οποία υπεραγαπά την καθαριότητα και θεωρεί τη σκόνη – φετίχ μια κινητήρια δύναμη ζωής, εφόσον υποστηρίζει ότι: «αν δεν υπήρχε η σκόνη, νομίζω ότι θα πέθαινα».

Όταν ο σύζυγος Τσαρλς ερωτεύεται την ασθενή του Άνα, το χιούμορ της υπηρέτριας γίνεται σημαντικός καταλύτης στη διαχείριση της έντασης. Επιπλέον, πετυχαίνει να φέρει όλες τις γυναίκες κοντά, για να αλληλοβοηθηθούν, επαληθεύοντας την προφητεία του αισιόδοξου πρωταγωνιστή ότι, «αν οι γυναίκες είχαν πηγαίο χιούμορ, τότε θα υπήρχε περισσότερη δικαιοσύνη στον κόσμο». Αυτό το φεμινιστικό κομμάτι τονίζεται περισσότερο, όταν ο Τσαρλς καταφεύγει σε ηρωισμούς για να σώσει τη ζωή της ερωμένης του και οι εμπλεκόμενες κυρίες στην ιστορία αντιδρούν με απροσδόκητα καλές προθέσεις και με στοργή.

Το μαγευτικό παιχνίδι των απρόσμενων καταστάσεων μάς θυμίζει ότι υπάρχει χιούμορ και ομορφιά στα πιο απίθανα μπερδέματα της ζωής.

Ανάγνωση

Ένα πνευματώδες αστείο που λέγεται στα πορτογαλικά, χωρίς μετάφραση. Μια ανάλυση της έννοιας της ακαταστασίας. Ένα ταξίδι στην Αλάσκα προς εύρεση αντικαρκινικού συγκεκριμένου φαρμάκου και η μέση ηλικία σε όλα τα πρόσωπα. Αυτά τα ασύνδετα, πρωτίστως, «υλικά» δε μοιάζουν με πολλά υποσχόμενα δομικά στοιχεία για μια σύγχρονη αμερικάνικη θεατρική κωμωδία. Ωστόσο, εισπράττουμε με καλοδεχούμενη έκπληξη τη αποτελεσματική σύζευξή τους στη δράση.

Πράγματι, χάρις στην αλχημική φαντασία της Sarah Ruhl, της χαρισματικής συγγραφέως του «The Clean House», αυτή η περίεργη σκευή ιδεών και εικόνων, μαζί με μερικά πιο εξωγενή συστατικά, συγκροτούνται μαγικά για να δημιουργήσουν μία από τις καλύτερες φρέσκιες αμερικανικές κωμωδίες.

Στην αλληγορική κωμωδία της η Ruhl υποστηρίζει ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή, όπως ένα υπέροχο αστείο, ένας εκπληρωμένος σκοπός, ένας σύντροφος ψυχής, ακόμη κι ένα τέλος στην ώρα του, αξίζουν δεινά και υπομονή περιμένοντάς τα.

Παρόλο που το έργο αντιπαραβάλλει την αμερικανική τάξη με το λατινικό πηγαίο κι αυθόρμητο ταμπεραμέντο, οι πέντε πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες σχηματίζουν μια εκπληκτικά αρμονική ροή στα δρώμενα επί σκηνής.

Η παράσταση

Συναντάμε πρώτη τη Ματθίλδη στην έναρξη, τη νεαρή Βραζιλιάνα υπηρέτρια που μισεί να καθαρίζει και προτιμά να αναζητά αστεία. Ενσαρκώνεται φιλότιμα από την Ευγενία Παναγιωτίδου, η οποία φέρνει στη σκηνή τον εσωτερικό πόνο του χαρακτήρα, ενώ προσπαθεί να βρει το τέλειο αστείο για να αντιμετωπίσει την προσωπική της θλίψη.

Η Άννα Σωτηρούδη είναι απόλυτα πιστευτή ως Λέιν. Αρχικά ατάραχη, απαθής, ψύχραιμη σύζυγος και γιατρός. Στη συνέχεια, γυναίκα εύθραυστη κι ευαίσθητη. Η ερμηνεία της ακροβατεί επιδέξια μεταξύ κλάματος και γέλιου.

Ως Βιρτζίνια, αδερφή της Λέιν που βρίσκει νόημα στη ζωή της καθαρίζοντας, η Νανά Παπαγαβριήλ είναι ένα καζάνι που βράζει από καταπιεσμένα συναισθήματα. Οι εκρήξεις στην έκφρασή της συγκροτούν ένα από τα υψηλά κωμικά σημεία του έργου.

Ο Κυριάκος Δανιηλίδης είναι εξαιρετικός ως Τσαρλς, ο σύζυγος χειρουργός, ο οποίος έχει εμπλακεί σε μια σχέση τύπου: «αγάπη με την πρώτη ματιά» με την καρκινοπαθή ασθενή του και βιώνει με εφηβική χαρά τον έρωτά του, πράγμα που τον κάνει από συμπαθή έως αξιαγάπητο, ώστε γρήγορα τού συγχωρούμε την «αμαρτία» της απιστίας. Χαριτωμένη η σκηνή στο βίντεο που τον δείχνει στην παγωμένη Αλάσκα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας της καλής του.

Τέλος, η Ειρήνη Σεβαστοπούλου στον ρόλο της Άνα, μιας αντικομφορμίστριας ασθενούς, είναι απολαυστική και, ίσως, ο πιο «ζωντανός» χαρακτήρας του έργου, που αποδέχεται τα ελαττώματά του αλλά και τις αλήθειες γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, αντιμετωπίζοντας κάθε ζοφερή κατάσταση με λεπτό χιούμορ.

Το εξυπηρετικό λευκό σετ της Μαρίας Καραδελόγλου, με τους αντικριστούς καναπέδες του, δεν παρέχει μόνο έναν ατμοσφαιρικό χώρο δράσης, αλλά κι έναν καμβά για τον ταιριαστό φωτισμό του Σωτήρη Ρουμελιώτη, ο οποίος επιμελήθηκε και τα casual κοστούμια της παράστασης. Οι χρωματικές επιλογές ρούχων στους χαρακτήρες και οι λεπτές αλλαγές χρώματος στις σκηνές, στοχεύουνε ευθέως ένα συναισθηματικό επίπεδο. Η αυθεντική μουσική του καταξιωμένου Κώστα Βόμβολου είναι εξαιρετική.

Η σκηνοθέτις Γλυκερία ΚαλαΪτζή έχει κάνει μια θαυμάσια δουλειά, καθώς δεν αρκείται να παρουσιάσει μια έξυπνη σάτιρα των εργασιακών σχέσεων μεταξύ των εργοδοτών και των μεταναστών υπηρετών στη σύγχρονη Αμερική. Η κοινωνιολογία δεν είναι μόνο ένα μικρό νήμα στο πολύχρωμο «ύφασμα» του “The Clean House”, αλλά αποκαλύπτει εκπληκτικές ιδέες, ιδιότροπες εικόνες και στρώματα πλούσιων συναισθημάτων,έτσι όπως εξελίσσεται η υπόθεση κι έτσι όπως – με ισχυρά αντανακλαστικά απέναντι στην κωμωδία – καθοδηγεί εύστοχα τους ηθοποιούς της, ανάμεσα στα εναλλασσόμενα κύματα πραγματικότητας και ονειροπόλησης. Παρά τις φαινομενικά αλαζονικές στάσεις των χαρακτήρων δεν καταλύεται εντελώς ο νατουραλισμός στις αλληλεπιδράσεις τους. Εύρημα χωροχρονικό το πατάρι και η χρήση της κάμερας ως ρεαλιστική μηχανή και ως εσωτερικός μονόλογος προσώπων.

Η μετάφραση της Ευαγγελίας Κιρκινέ συμβάλλει στην επιτυχία, καθώς μας δίνει την πληρότητα με την οποία βλέπει η συγγραφέας τους ήρωές της, όταν όλοι έχουν περίπλοκες εσωτερικές ζωές, όταν αρχίζουν να επηρεάζουν ο ένας τον άλλον με μυστηριώδεις τρόπους.

“Ποιοι είναι αυτοί;” ρωτάει έκπληκτη η υπηρέτρια Ματθίλδη, μπαίνοντας στο σαλόνι της Κυρίας της και βλέποντας ένα άγνωστο ζευγάρι να αγκαλιάζεται. «Ο άντρας μου και η γυναίκα που αγαπά», απαντά η γιατρός Λέιν ψύχραιμα. Η συνειδητά ονειροπόλος υπηρέτρια έχει τη δική της φιλοσοφία: «αν το πάτωμα είναι βρώμικο, κοιτάξτε το ταβάνι». Με άλλα λόγια, το «Καθαρό σπίτι» χαρίζει μια πολύ διασκεδαστική βραδιά και αρκετή τροφή για σκέψη.

Στην παράσταση του θεάτρου « Τ » μπορείτε να απολαύσετε ένα έργο που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα έργο που αντιστέκεται στη λογική ανάλυση και, αντί να κάνει ρητορικές ασκήσεις επί σκηνής και να σκορπίσει μερικές βαριές συναισθηματικές εκκλήσεις, χαρίζει διασκεδαστική ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της άποψης για τη ζωή και τον θάνατο. Το κοινό πρέπει να ασχοληθεί σοβαρά με τους υπαινιγμούς κάτω από τις λέξεις, ώστε να αξιοποιήσει στο έπακρο αυτήν την ευκαιρία, δηλαδή να συμβιβαστεί με την ιδέα: «ό,τι αρχίζει με ανοικτούς ορίζοντες, τελειώνει με σκοτάδι».

Οι παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21,30.Κυριακη στις 20,00

Με την επίδειξη ταυτότητας , πιστοποιητικού εμβολιασμού και η παρακολούθηση υποχρεωτικά με μάσκα.

Συντελεστές

Μετάφραση: Ευαγγελία Κιρκινέ

Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη

Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Μαυρόπουλος

Τεχνική υποστήριξη: Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος

Φωτογραφίες: Χρήστος Κυριαζίδης

Γραφιστική επιμέλεια αφίσας: Μαριέττα Πανίδου

Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου

Επί σκηνής

Άννα Σωτηρούδη

Νανά Παπαγαβριήλ

Ευγενία Παναγιωτίδου

Ειρήνη Σεβαστοπούλου

Ανδρική συμμετοχή: Κυριάκος Δανιηλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

Ευγένιος Ο, Νηλ: «Ταξίδι μιας Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» από το Κ.Θ.Β.Ε.

Ευγένιος-Ο,-Νηλ:-«Ταξίδι-μιας-Μεγάλης-Μέρας-μέσα-στη-Νύχτα»-από-το-ΚΘΒΕ.

Πρόλογος

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου ως συμμετοχή στο φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών, έκανε μια μεγάλη βόλτα σε διάφορες πόλεις της χώρας, παραστάθηκε μπροστά σε χιλιάδες θεατές ως πρόσκληση – πρόκληση κι επέστρεψε στον αύλιο χώρο της Μονής Λαζαριστών , για να κλείσει ένα θερμό ελληνικό καλοκαίρι με την ομίχλη και την υγρασία του Νέου Λονδίνου Κονέκτικατ Αμερικής, όπου διαγραμμίζεται το δράμα της οικογένειας Τάϊρον.

Το επικό έργο του Ευγένιου Ο, Νηλ γράφτηκε το 1941 και θεωρείται ένα από τα κορυφαία κλασικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα. Αντανακλώντας την ελληνική τραγωδία, σαν ένα φαύλο, αναπόδραστο οικογενειακό δράμα, δεν εμπεριέχει ευχάριστες ανατροπές ή τη δικαίωση – κάθαρση. Καθένα από τα μέλη της οικογένειας και μέσα από ό,τι θεωρείται ανυπέρβλητη περίσταση, βυθίζεται στην αυτολύπηση, στην παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και στην ανάγκη, ως μονόδρομος, λεκτικών επιθέσεων – κατηγοριών του ενός στον άλλον.

Είναι, ακόμη, μια ζωντανή απεικόνιση της βιωματικής εμπειρίας του συγγραφέα, ο οποίος μεγάλωσε σε μια οικογένεια μ’ έναν πατέρα- αφέντη και, λόγω του αυτοβιογραφικού περιεχομένου του, το απαγόρευσε να δημοσιοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ανέβηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία το 1956, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, και μέσα στην ίδια χρονιά στο Broadway, όπου κέρδισε πολλά βραβεία κι ανάμεσά τους ένα «Tony» καλύτερου έργου.

Κάθε φορά που ένα θέατρο ανακοινώνει μια νέα παραγωγή του μεταθανάτιου αριστουργήματος του Ευγένιου Ο, Νηλ, σκιρτώ. Πρόκειται για ένα μακρύ ταξίδι ημέρας μέσα στη νύχτα. Ένα ταξίδι στην κόλαση της δυσλειτουργικής οικογενειακής ζωής που μαστίζεται από τηνχρήση ναρκωτικών, το μεθύσι, την αναπόφευκτη σύγκρουση και την τρέλα που συνοδεύει τον μεγάλο θυμό. Θυμός που εκρήγνυται σε βάρος του εαυτού σου ή σε βάρος άλλων. Θυμός που βγαίνει σε αγαπημένα πρόσωπα αλλά και σε αγνώστους, σε συνεργάτες ή σε γυναίκες ποθητές του αγοραίου έρωτα. Φοβικά γεγονότα.

Αυτό που δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει είναι η ιλιγγιώδης συναισθηματική αντίφαση των χαρακτήρων του O’ Νηλ. Μέσα από μια σφιχτή κλασική δομή, αναπηδούν πυροτεχνήματα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ψευδαίσθηση.

Η υπόθεση

Το έργο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας στη ζωή της οικογένειας Τάιρον σε μια παραθαλάσσια πόλη, το Νέο Λονδίνο, του Κονέκτικατ, το καλοκαίρι του 1912. Ο πατέρας Τζέιμς Τάιρον είναι ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός, που έχει σφυρηλατήσει μια μακροχρόνια καριέρα στο σανίδι. Ωστόσο, η φιλαργυρία του καταφέρνει οδυνηρά κτυπήματα στην οικογένεια. Η σύζυγος, Μαίρη Τάιρον, βιώνει την πλήρη εξάρτηση από την μορφίνη. Ζει σχεδόν τυλιγμένη σ’ ένα σάβανο πικρών αναμνήσεων και κατηγοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων επιβάλλονται από τον σύζυγό της Τζέιμς.

Ο μεγαλύτερος γιος τους, Τζέιμς τζούνιορ , είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός που απολαμβάνει τη ζωή με ποτό και ιερόδουλες, ενώ ο μικρότερος γιος τους Έντμοντ, επιστρέφει από τα καράβια, στα οποία δούλευε ως ναυτικός, για να ανακαλύψει ότι πάσχει από φυματίωση. Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι εγωκεντρικά και μεμψίμοιρα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αλληλοβοηθηθούν. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς ζητάει από τη ζωή και αυτό καθιστά την κατάστασή τους όλο και πιοανυπόφορη.Ως εκ τούτου, ένας τοξικός κύκλος ενοχών και εθισμών περικλείει διαρκώς τους ήρωες του έργου, αλλά οι ανατροπές και οι παλινδρομήσεις ανάμεσα στις ατομικές και συλλογικές ευθύνες, αναγκάζουν τον θεατή να «παραδοθεί» στην ψευδαίσθηση της πλοκής και στην βιωματική του πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ο, Νηλ, από τους πλέον σημαντικούς του 20ου αιώνα, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1936) και τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ για τα έργα: “Beyond the horizon” (1920), “Anna Christie” (1922), “Strange Interlude” (1928), “Long day’s journey into night” (1957).

Τρίτος γιός του διάσημου ηθοποιού της εποχής Τζέιμς Ο΄Νηλ και της Έλλα Κουίνλαν, γεννήθηκε σε ξενοδοχείο του Μπρόντγουέι και έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια, γεγονός που επηρέασε τόσο την προσωπική του ζωή, όσο και το έργο του. Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αποβλήθηκε και δεν επέστρεψε ποτέ. Εργάστηκε ως κλητήρας στη Νέα Υόρκη, έφυγε ως χρυσοθήρας στην Ονδούρα και ταξίδεψε ως ναύτης με εμπορικά πλοία, αποκομίζοντας γνώσεις και παρατηρήσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων, εγκατέλειψε την περιπλάνηση και παρακολούθησε τα σχετικά μαθήματα που πρόσφερε το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Το σύνολο του έργου του κατατάσσεται σε τρεις περιόδους: στην πρώιμη ρεαλιστική περίοδο με διακριτές τις εμπειρίες από την προσωπική του περιπλάνηση στον εξπρεσιονισμό, που αρχίζει το 1920, αλλά και με εμφανείς τις φιλοσοφικές επιρροέςτου Νίτσε, τις ψυχαναλυτικές του Φρόυντ και του Γιούνγκ, τις δραματουργικές του Στρίντμπεργκ και, τέλος, στην ώριμη ρεαλιστική περίοδο, με εμφανέστατες τις βαθιές επιρροές από τους Έλληνες τραγικούς.

Τα κείμενα της τελευταίας περιόδου, διαποτισμένα από την τραγική αίσθηση της ζωής του, συνιστούν τα μεγάλα έργα του Ο΄ Νηλ και έγιναν γνωστά στην χώρα μας, κυρίως, από την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, όπως συνέβη και με το “Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” στη συγκεκριμένη απόδοση του Νίκου Γκάτσου.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα, στέκεται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντι στους τσακισμένους ήρωες. Η παράσταση δε φιλοδοξεί να κάνει τίποτε άλλο από το να αναδείξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας σε όλον τον βασανισμένο κύκλο άρνησης ανάληψης ευθυνών τους. Και το επιτυγχάνει σε αξιόλογο βαθμό. Το ταξίδι μεγάλο, εξοντωτικό, μοιάζει ατελείωτο και απαιτεί προσήλωση, υπομονή, αντοχή εκ μέρους του θεατή. Ωστόσο, χρειάζεται ο πολύς χρόνος σ’ αυτή τη διαδρομή, για να καταλυθούν οι αντιστάσεις, να αναδυθεί το απέραντο τοπίο θλίψης, αγωνίας και συγχώρεσης σε μια οικογένεια που ταλανίζεται από ενοχές, καθόλου μικρά καθημερινά εγκλήματα, χρονικά και συναισθηματικά πισωγυρίσματα, αλληλοκατηγορίες και, που όμως, παραμένει με όλα αυτά μια σφιχτοδεμένη οικογένεια. Θα πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία τόλμησε να περικόψει το τεράστιο κείμενο που είναι θαμμένο κυριολεκτικά στην πολυλογία, χωρίς να του στερήσει τους γλυκόπικρους χυμούς του.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι απογυμνωμένοι με ανοικτίρμονα ευθύτητα από κάθε είδους συμβατική αισθηματολογία. Οι σκηνές είναι στυγνές και δυνατές, ο χρόνος ενιαίος, ο τόπος το ίδιο. Οι διάλογοι αψείς, σχεδόν σκαιοί, καταλυτικοί. Το δράμα προχωρεί από σκηνή σε σκηνή με ανηλεή ρυθμό που φτάνει προς το τέλος σε μια υπνωτισμένη φρενίτιδα, σάμπως η εφιαλτική περιπέτεια να’ χει συμβεί στο χείλος της λησμοσύνης.

Οφείλω να ομολογήσω ότι με ελκύει η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων και αυτό το έργο προσφέρει πολύ θάμπος και βαριές σκιές. Όταν ερμηνεύεται από μια επαγγελματική ομάδα ηθοποιών, που μπορούν να χειριστούν το σκοτάδι με τη δική τους εσωτερική λάμψη, φωτίζοντας τους χαρακτήρες και επιτυγχάνοντας μια φυσικότητα, παρά τη σκληρότητα που αυτοί αποπνέουν, οι ώρες περνούν σαν μια βόλτα σε απότομη πλαγιά λόφου, μ’ έναν άνεμο στην πλάτη σου.

Ως εθισμένη στη μορφίνη Mαίρη Κάβαν Τάιρον – Βέρα Κρούσκα, φέρνει εκπληκτικά χρώματα στον ρόλο μιας γυναίκας που ξανοίγει την ομίχλη που μπαίνει από παντού στο σπίτι. Δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, επειδή αναγνωρίζει ότι το ταξίδι του τίτλου είναι δικαίως δικό της και ότι οι άντρες τής ιστορίας είναι υποδεέστεροί της, έστω κι αν δείχνουν οργισμένοι, θλιμμένοι, εγωιστές αλλά είναι ανίκανοι μάρτυρές της. Έτσι, λοιπόν, η Μαίρη- Βέρα Κρούσκα είναι μια απελπισμένη μαχήτρια, αμυντική και χειριστική. Κι όχι μόνο. Είναι ποθητή αλλά και τρομαχτική, μοναχική, περήφανη, μοχθηρή και μπερδεμένη, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δέσμια μιας εξάρτησης. Πολυκύμαντη η φωνή της, τη χρησιμοποιεί σαν μουσικό απαλό όργανο και φινετσάτο, ζεστό και μητρικό, στη συνέχεια αγκαθωτό και βάναυσο σαν να ξεβράζει λέξεις από ένα απύθμενο πηγάδι απελπισίας και, στο τέλος, σαν άηχη κραυγή αναχώρησης με εισιτήριο τις μνήμες.

Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύεται τον σύζυγό της Τζέιμς, με συγκρατημένη αντοχή στις συνεχείς διακυμάνσεις ενός αλλοπρόσαλλου χαρακτήρα και με συμπαθητική αυτοσυγκράτηση στο ζοφερό οικογενειακό τοπίο. Ενίοτε, καταφέρνει να μετατρέπεται από ανθρώπινο ζεστό σύζυγο σε απάνθρωπο άγριο πατριάρχη.

Καθώς είναι διαλυμένος από τον έκκλητο βίο του, ο μεγαλύτερος γιος Τζέημς τζούνιορ, ενσαρκώνεται από τον Θανάση Σαράντο, ο οποίος γεμίζει την αποκορυφωμένη μεθυσμένη σκηνή του με έντονο σκοτεινό χιούμορ και με απρόθυμη, επιδερμική τρυφερότητα προς τον καχεκτικό μικρότερο αδερφό του, Έντμουντ – Χρήστο Διαμαντούδη.

Ως Έντμουντ ο Διαμαντούδης είναι μια επιπόλαιη προσωπικότητα. Η σπουδή του, η σάπια οικογενειακή υποδομή και η ασθένειά του μεταφέρονται στη σκηνή με ακρίβεια.

Η Σταυριάνα Παπαδάκη είναι η υπηρέτρια και ό,τι δήλωσε η ίδια πριν από την παράσταση, αυτό ακριβώς είναι και στον ρόλο: «αφελής, συμπονετική, μοναχική, με τσαγανό και ευαισθησία, φλύαρη κι ανυπόμονη, η ιρλανδή μετανάστρια Καθλίν με τις φωναχτές σκέψεις, υπηρετώντας το βαρύ τοπίο στο εξοχικό των Τάϊρον, είναι η μόνη υγιής, φωτεινή και κάποτε κωμική πινελιά του έργου».

Η σκηνογραφία της Άσης Δημητροπούλου φέρνει μια καλοκαιρινή εξοχική κατοικία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και ποτισμένη από την ομίχλη σκληρών αντιπαραθέσεων που τυλίγουν τα πρόσωπα. Οι σκάλες που οδηγούν στο επάνω δωμάτιο είναι μια σκοτεινή εξωπραγματική απόχρωση και χαρίζει την αίσθηση ωκεανού που ξεθωριάζει σε ένα κανονικό ξύλινο πάτωμα. Έξω από τους γυάλινους τοίχους του σαλονιού, το Νέο Λονδίνο του Κονέκτικατ μοιάζει με την Αρκτική, καθώς τα φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου δημιουργούν ένα σταθερό εφέ εντυπωσιακού σέλαος .

Η παράσταση, εν τέλει, είναι ένα ευπρόσδεκτο άγγιγμα ψυχής σε ένα έργο που, αν παρασταθεί σωστά, δίνει την αίσθηση ότι ο Ο’Νηλ, παρέχοντας ένα αναπάντεχο πορτρέτο της οικογένειάς του, ζητά τη μεταθανάτια συγχώρεση τους.

Ταυτότητα Παραγωγής:

Απόδοση: Νίκος Γκάτσος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου

Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρεϊζη

Μουσική: Κώστας Ευαγγελίδης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Επιμέλεια Βίντεο: Άντα Λιάκου

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Γκιζώτης, Γιάννης Γκρέζιος

Δραματουργική συνεργασία: Μάρκος Τσούμας

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δανάη Πανά

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Οδηγός σκηνής: Καλλιόπη Παπαθανασίου

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός αφίσας: Σιμώνη Γρηγορουδη

Διανομή (κατά σειρά εμφάνισης):

Πέρης Μιχαηλίδης (Τζέιμς Τάιρον)

Βέρα Κρούσκα (Μαίρη Κάβαν Τάιρον)

Θανάσης Σαράντος (Τζέιμς Τάιρον Τζούνιορ)

Χρήστος Διαμαντούδης (Έντμοντ Τάιρον)

Σταυριάνα Παπαδάκη (Κάθλιν)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτισμός

“Εμείς και οι άλλοι”. Το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Στρουμπούλη

“Εμείς-και-οι-άλλοι”.-Το-νέο-μυθιστόρημα-του-Γιάννη-Στρουμπούλη

Εκτός από το να ψυχαγωγηθείτε, ο Γιάννης Στρουμπούλης, μέσα από το νέο του μυθιστόρημα σας ζητά αυτή τη φορά και να προβληματιστείτε.

Εμείς σαν KavalaWebNews.gr του ευχόμαστε όπως και τα άλλα βιβλία του, να είναι καλοτάξιδο!

Πηγή: KavalaWebNews

Συνέχεια ανάγνωσης
Διαφήμιση1

Προτεινόμενα