Connect with us

Πολιτισμός

Γιολάντα Μπαλαούρα: «Τα Καλύτερά μας χρόνια» έμοιαζε με στοίχημα που έπρεπε να κερδηθεί

Γιολάντα-Μπαλαούρα:-«Τα-Καλύτερά-μας-χρόνια»-έμοιαζε-με-στοίχημα-που-έπρεπε-να-κερδηθεί

Η σειρά αγαπήθηκε από το πρώτο κιόλας επεισόδιο. Πίσω από την επιτυχία της κρύβονται φυσικά οι συντελεστές της. Η Κατερίνα Μπέη και ο Νίκος Απειρανθίτης έχουν αναλάβει την μεταφορά του επιτυχημένου ισπανικού φορμάτ, με τίτλο Cuéntame, στην ελληνική πραγματικότητα. Αποδίδουν, όπως διαπιστώνουμε, τα γεγονότα της εποχής με βάση το πώς επηρέασαν τη δική μας χώρα.

Η μυθοπλασία της επιτυχημένης σειράς, που μεταδίδεται από την ΕΡΤ1 κάθε Πέμπτη και Παρασκευή στις 22:00, μας μεταφέρει στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα του τέλους της δεκαετίας του ’60. Σε μια δύσκολη πολιτικά εποχή εν μέσω χούντας των συνταγματαρχών, μια ελληνική οικογένεια έρχεται αρχικά σε επαφή πρώτη της φορά με το θαύμα της τηλεόρασης, μα δε μένει εκεί.

Η θέση της γυναίκας και η χειραφέτησή της, η επανάσταση των νέων και οι ρόλοι των δύο φύλων, η στάση απέναντι στη δικτατορία, η έλευση της τεχνολογίας και ο καταναλωτισμός, το κομμωτήριο της γειτονιάς και το gossip ρεπερτόριο των πελατισσών του, είναι μόνο μερικά από τα θέματα που πραγματεύεται η σειρά «Τα καλύτερά μας χρόνια» την σκηνοθεσία της οποίας υπογράφει η Όλγα Μαλέα.

Ανάμεσα στους χαρακτήρες, ο οποίοι στηρίζουν το τηλεοπτικό οικοδόμημα ανεξαρτήτως θέσης, είναι και η «Ρούλα» της Γιολάντας Μπαλαούρα, η οποία ήδη δήλωσε για τον ρόλο της τα εξής: «το ότι αυτή η σειρά θα έβγαινε από το κανάλι της ΕΡΤ, έμοιαζε με στοίχημα που έπρεπε να κερδηθεί. Και ήθελα πάρα πολύ να είμαι μέρος αυτού του στοιχήματος. Έτσι άρχισε αυτό το ωραίο ταξίδι στα χρόνια που κέρασαν τη ζωή που έζησαν αρκετοί συμπολίτες μας και δωρίζει στους νέους τη ζωή που δεν έζησαν. Άλλωστε, αγαπώ τις σειρές εποχής»!

Στήσαμε διαδικτυακή κουβέντα, εξαιρετικά ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα. Για τη σειρά γενικά, για τη «Ρούλα» ειδικά, για την ηθοποιό Γιολάντα Μπαλαούρα και για ό,τι συμβαίνει γύρω μας στις μέρες μας. Θέματα σοβαρά και ακανθώδη. Αισιόδοξος άνθρωπος, ευτυχώς, μεταδίδει θετική ενέργεια κι έχει απαντήσεις για όλα.

«Παίζω μια κουτσομπόλα, με μπρίο και κέφι. Σαν Γιολάντα, απεχθάνομαι το κουτσομπολιό. Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα μάθει αυτού του είδους τα νέα. Είμαι εντελώς στον δικό μου κόσμο. Ωστόσο, έχω συναντήσει πολλές «Ρούλες» που ζουν μέσα από τις ζωές των άλλων».

Συγκέντρωσα στοιχεία και συμπλήρωσα το βιογραφικό της, ώστε να τη γνωρίσουμε καλύτερα. Από τα Γιάννενα στην Αθήνα, στη Δραματική Σχολή Αθηνών, στη σχολή χορού «Ραλλούς Μάνου» στο θέατρο, στον κινηματογράφο και σε τηλεοπτικές σειρές, στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη και στο Κ.Θ.Β.Ε, ενώ αυτήν την περίοδο είναι η «Ρούλα- περισκόπιο» στα «Καλύτερά μας χρόνια», στη σειρά της ΕΡΤ1 που σημειώνει πρωτοφανή επιτυχία.

Η Γιολάντα Μπαλαούρα, οικεία πλέον φυσιογνωμία, ηθοποιός με δυναμικό ταπεραμέντο, ωραία γυναίκα και χαρακτήρας εξωστρεφής, τόσο, όσο. «Ηρώ Αργυροπούλου» στα «Λιονταράκια του κυρ Ηλία», «Τζέλλα» στους «Φρουρούς της Αχαΐας», «Ελπίδα» στην «Πολυκατοικία», «Ρούλα» της γειτονιάς στα «Καλύτερά μας χρόνια», είναι μόνο μερικοί από τους πιο χαρακτηριστικούς και επιτυχημένους ρόλους που την έκαναν γνωστή στο ευρύ κοινό.

Στον κινηματογράφο έχει εμφανιστεί στις ταινίες: «Χάραμα» του Αλέξη Μπίστικα, «Γυναίκες δηλητήριο» του Ν. Ζερβού, «Oh Babylon» του Κώστα Φέρρη, «Ευγένιος αγνώστων λοιπών στοιχείων» του Κώστα Ζυρίνη, «Ζητείται ψεύτης» του Ιεροκλή Μιχαηλίδη, «Λάρισα εμπιστευτικό» του Στράτου Μαρκίδη, «Luger» του Κώστα Χαραλάμπους.

Ταλαντούχα, δυναμική, χαμογελαστή και με φοβερό χιούμορ, λατρεύει τις εκδρομές, την ιστιοπλοΐα, είναι ιδιαίτερα ενεργή στα social media και έχει το θάρρος της γνώμης της. Όταν δεν έχει παραστάσεις ή τηλεοπτικά γυρίσματα, ταξιδεύει εντός και εκτός Ελλάδος, από τη Μόσχα μέχρι τη Νέα Υόρκη και από την Αλεξάνδρεια στο Λονδίνο και στις Βρυξέλλες. Κρατάει τις προσωπικές της σχέσεις μακριά από τα φλας της δημοσιότητας, δίνοντας βαρύτητα στις καλλιτεχνικές επιτυχίες της. «Όταν κάποιος έχει μια καλή προσωπική ζωή, δεν νιώθει την ανάγκη να τη διαφημίζει. Τη ζεις τη σχέση, δεν τη συζητάς» δηλώνει.

«Η όλη γραφειοκρατική ιστορία είναι αυτό που με απομακρύνει. Προτιμώ να έχω μια σχέση και να είμαι καλά με τον άνθρωπό μου. Δεν μπορώ το νομικό κομμάτι, τις υπογραφές» παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ο άντρας που έχει κερδίσει την καρδιά της δεν είναι συνάδελφός της και, όπως λένε πληροφορίες, έχει έντονη προσωπικότητα, τη λατρεύει, σέβεται την καριέρα της, αγαπάει τις συζητήσεις και τα ζώα.

Το κεφάλαιο μητρότητα

Ο έρωτας είναι σημαντικός, κυρίαρχο κεφάλαιο στη ζωή της, με τη σημαντικότητα που του δίνει η ίδια. Αγαπάει τα παιδιά, έχει ανίψια που τα λατρεύει, ενώ το βιολογικό ρολόι της μητρότητας δε χτύπησε ακόμα. «Σε κάποιους ανθρώπους δε χτυπάει ποτέ, γι’ αυτό και θεωρώ ότι η υιοθεσία είναι πολύ σημαντική πράξη και όσοι υιοθετούν ένα παιδί κάνουν κάτι πολύ σπουδαίο. Ίσως κάποια στιγμή να το σκεφτώ σοβαρά και για μένα».

Με μότο το «Μην αγαπάς αυτό που είσαι αλλά αυτό που μπορείς να γίνεις» από τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, η ηθοποιός, που μεγάλωσε στην Αθήνα και έχει δύο αδέλφια, σπούδασε στη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Παράλληλα με τα μαθήματα έπαιζε στη σειρά «Τα λιονταράκια του κυρ Ηλία», σε ρόλο που κέρδισε επάξια περνώντας από οντισιόν. Ήταν προσωπική επιλογή του Γιάννη Δαλιανίδη. Ακολούθησαν οι παραγωγές «Κουφώματα», «Οι φρουροί της Αχαΐας», «Χάι Ροκ», «Σοφία ορθή», «Το σημάδι του έρωτα», «Εκείνες κι εγώ», «Οι απαράδεκτοι», «Ο χήρος, η χήρα και τα χειρότερα», καθώς και οι σειρές «Το πιο γλυκό μου ψέμα», «Εραστής δυτικών προαστίων», «Τα κορίτσια του μπαμπά», «Η πολυκατοικία». Η προηγούμενη της τωρινής τηλεοπτική εμφάνισή της ήταν το 2011 στη σειρά «Με λένε Βαγγέλη» με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο

Οι συνεργασίες

Με ρόλους σε περισσότερα από τριάντα σίριαλ και κινηματογραφικές ταινίες, η Γιολάντα Μπαλαούρα διαθέτει ένα σημαντικό βιογραφικό και συνεργασίες με τους κορυφαίους σκηνοθέτες της χώρας.

Θα πω ότι εγώ, σαν θεατρόφιλος και αρθρογράφος, την έχω δει και χειροκροτήσει σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις. Στο ελεύθερο θέατρο έχει συνεργαστεί με τους σκηνοθέτες: Δημήτρη Μυράτ, Γιάννη Διαμαντόπουλο, Χρήστο Τσαγκά, Γιώργο Μιχαηλίδη, Ρούλα Πατεράκη, Γιάννη Καραχισαρίδη, Γιάννη Κακλέα, Κώστα Καζάκο, Κώστα Τσιάνο, Αντώνη Αντωνίου, Γιώργο Μιχαλακόπουλο, Θοδωρή Γκόνη, Μιμή Ντενίση κ.α.
Τα τελευταία εννέα χρόνια συνεργάζεται με το ΚΘΒΕ. Συμμετείχε σε παραστάσεις του Γιάννη Παρασκευόπουλου, Γιάννη Ιορδανίδη, Γιάννη Ρήγα, Γιάννη Καλατζόπουλου, Ένκε Φεζολάρι, Έρσης Βασιλικιώτη, Δαμιανού Κωνσταντινίδη.

Επίσης, διδάσκει στη δραματική σχολή του Ανδρέα Βουτσινά και όχι μόνο! «Μαζί με την ηθοποιό του ΚΘΒΕ Άννυ Τσολακίδου, έπειτα από θεατρικά εργαστήρια με παιδιά της Σχολής Τυφλών Θεσσαλονίκης, ανεβάσανε τη “Μαύρη Κωμωδία” του Πίτερ Σάφερ στο Βασιλικό Θέατρο. Μακρύς, λοιπόν, ο κατάλογος των συμμετοχών της σε παραστάσεις.

«Δεν κλονίζεται το θέατρο, οι άνθρωποι κλονίζονται»

Έφυγα από τη δράση της και ήρθα στο σήμερα. Ρωτάω να μάθω την άποψή της για το κλειστό και πληγωμένο, αν όχι λερωμένο, θέατρο. Για τη θέση της απέναντι στη στάση της πολιτείας, για τα σκάνδαλα που ταλανίζουν την τέχνη του θεάτρου στη χώρα μας. Για τη συμβολή των μέσων ενημέρωσης στο όλο ζήτημα, για το τι μέλλει γενέσθαι από δω και πέρα.

«Σ’ αυτόν τον τόσο δύσκολο καιρό για τις ζωντανές παραστατικές τέχνες, πολλοί καλλιτέχνες, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, τεχνικοί, σκηνογράφοι, μακιγιέρ, εργάτες θεάτρου όλοι, αγωνίζονται να επιβιώσουν σε ένα επάγγελμα ήδη γεμάτο ανασφάλεια. Ίσως, αυτή η διαρκής ανασφάλεια του επαγγέλματός, μας έχει κάνει περισσότερο ικανούς να ανταπεξέλθουμε στην πανδημία, με οξυδέρκεια και κουράγιο.

Έναν χρόνο μετά την έκρηξη πανδημίας περιμένουμε όλοι να ανοίξουν, επιτέλους, τα θέατρα. Δυστυχώς, οι χώροι πολιτισμού (θέατρα, μουσεία, συναυλίες) είναι οι πρώτοι που έκλεισαν παγκοσμίως. Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί στοιβάζονται όλοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς, αλλά είναι κλειστά τα θέατρα, τα μουσεία και οι χώροι συναυλιών. Γιατί ανοίγουν τα κομμωτήρια και όχι τα βιβλιοπωλεία. Με θλίβει που παγκοσμίως ο πολιτισμός έχει πάψει να είναι προτεραιότητα και αντιμετωπίζεται σαν μια πηγή κακού ή σαν πολυτέλεια.

Ως θεατής, μου έχει λείψει οτιδήποτε έχει να κάνει με θέαμα και πολυκοσμία. Είναι δημιουργικό και τις περισσότερες φορές εντυπωσιακά άρτιο αυτό που προβάλλεται στην οθόνη σε on line παράσταση, αλλά δεν συγκρίνεται με μια ζωντανή στο σανίδι ή μια συναυλία που παρακολουθείς από κοντά. Μια θεατρική παράσταση δεν τελειώνει στην υπόκλιση, είναι μια διαδικασία κοινωνικοποίησης.

Όσο για το ζήτημα των σκανδάλων που έχουν ξεσπάσει τελευταία, έχω να πω ότι είναι πάρα πολύ άσχημα γεγονότα αλλά νομίζω πως δεν κλονίζεται το θέατρο, οι άνθρωποι κλονίζονται. Ωστόσο, το θέμα του εκβιασμού μεταξύ θύτη και θύματος συμβαίνει σε όλους τους χώρους και όχι μόνο στο επάγγελμά μας. Η κατάχρηση εξουσίας και ο εκβιασμός είναι καταδικαστέες πράξεις και μερικές είναι νομικά κολάσιμες.

Όπως υπάρχει η καταπίεση μέσα σε ένα ζευγάρι, όπως υπάρχει αντιστοίχως και μεταξύ γονέα και παιδιού, κάτι ανάλογο υπάρχει και στο θέατρο. Το θέμα είναι πού βάζει ο καθένας τα όριά του. Πιστεύω, ότι πάντα η τέχνη βγαίνει αλώβητη μέσα από τις στάχτες της και, εν προκειμένω, το θέατρο είναι έκφραση και δε θα πάθει απολύτως τίποτα. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Μόνο οι άνθρωποι θα πάθουν»!

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα