Connect with us

Πολιτισμός

«Υπερβολές»: Μια παράσταση των Γ. Καλαβριανού, Μ. Κάλμπαρη, Β. Μαυρογεωργίου, στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Υπερβολές»:-Μια-παράσταση-των-Γ-Καλαβριανού,-Μ-Κάλμπαρη,-Β.-Μαυρογεωργίου,-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Προκειμένου να δοθεί στο έργο καλλιτεχνική εκφραστικότητα, οι συγγραφείς προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν μια ποικιλία από τα πιο συνηθισμένα μεταξύ των οποίων είναι μεταφορές, συγκρίσεις, επιθέματα και υπερβολές. Επί του παρόντος, η υπερβολή χρησιμοποιείται με βάση την αλληλεπίδραση της συναισθηματικής και λογικής σημασίας της ίδιας λέξης.

 «Γιατί να λέμε βίαια τα νερά ενός ποταμού κι όχι τις όχθες που τα περιορίζουν;» ΜΠΡΕΧΤ

 Τρεις συγγραφείς-σκηνοθέτες (Γιάννης Καλαβριανός, Μαριάννα Κάλμπαρη και Βασίλης Μαυρογεωργίου) μέσα από τη δική τους προσωπικότητα και οπτική, μας παρουσιάζουν τρεις διαφορετικές ιστορίες, τρεις ιστορίες με κοινό παρονομαστή τη ΒΙΑ . Στην όποια της μορφή, τα αποτελέσματα είναι ίδια : φόβος, απομόνωση, άγχος, θλίψη, ανασφάλεια και, δυστυχώς, η λίστα δε σταματά εδώ .

 Περίτεχνα σε αυτές τις ιστορίες, με ευαισθησία, σεβασμό και χιούμορ βλέπουμε τη βία σε κάποιες από τις βασικές της μορφές, κάποιες εμφανείς και μερικές καλυμμένες. Παρατηρούμε την ευκολία που το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θήτη. Ιστορίες που οξύνουν το τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη βία.

Υπόθεση

Τα μονόπρακτα (με σειρά παρουσίασης)

«Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ θυμωμένος άνθρωπος»

Κείμενο-Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη

Με την Κατερίνα Λυπηρίδου- Συμμετέχουν Μαριάννα Κάλμπαρη/Μαριλένα Μόσχου

Γύρισα στο πατρικό μου. Το μωρό έκλαιγε όλη μέρα. Και ο πατέρας μου ούρλιαζε. Δε με ένοιαζε τίποτε. Ήθελα μόνο να πεθάνω. Ή μάλλον ήθελα να πεθάνει πρώτα εκείνο και μετά εγώ. Για να πεθάνω ήσυχη. Πόσο κακιά, πόσο αναίσθητη είσαι; σκεφτόμουν. Πόσο τρελή είσαι; έλεγε η μάνα μου. Κατέστρεψες τη ζωή σου. Γιατί; Για μια ιδέα; Για το θέατρο; Αφού στο είπα, δεν κάνεις για ηθοποιός…Και εγώ έκλαιγα.. Και το μωρό έκλαιγε, έκλαιγε με ασταμάτητους λυγμούς. Μέχρι τη μέρα που.

«O άνθρωπος της διπλανής πόρτας»

Κείμενο: Βασίλης Μαυρογεωργίου, Άγγελος Μπούρας

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου

Με τον Άγγελο Μπούρα

Δεν σου κάνει εντύπωση όταν σε προσπερνάει στο δρόμο. Δεν τον παρατηρείς όταν κάθεται δίπλα σου στο λεωφορείο. Είναι ένας τυπικός, συνεπής, εργατικός άνθρωπος. Δεν έχει δώσει ποτέ δικαίωμα. Μόνο τα καλύτερα έχουν να πουν γι’ αυτόν συνάδελφοι και γείτονες. Πάντα με 5 αστέρια τον αξιολογούν οι πελάτες του. Είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. «Παρακαλώ πολύ κλείστε την πόρτα όσο διαβάζετε τα χαρτιά θα περιμένω απ’ έξω…πολλά συμβαίνουν στις μέρες μας».

«Πρώτη φορά συναντούσα άνθρωπο που μιλούσε σαν τρένο»

Κείμενο-Σκηνοθεσία: Γιάννη Καλαβριανού

Με τη Δέσποινα Γιαννοπούλου

Βασικό συστατικό της ζωής σε οργανωμένες κοινότητες είναι η εμπιστοσύνη πως ο καθένας κάνει σωστά τη δουλειά του. Μπαίνουμε σε κτίρια, ταξιδεύουμε, τρώμε, νοσηλευόμαστε, γιατί έχουμε ατύπως συμφωνήσει πως κάποιοι έχουν κατασκευάσει, οργανώσει και ελέγξει όλα όσα εμείς θα χρησιμοποιήσουμε. Η άρση αυτής της εμπιστοσύνης, έχει ανεξέλεγκτες συνέπειες. Μια γυναίκα, μητέρα ενός από τα θύματα των Τεμπών, λαμβάνει λογαριασμό νερού ύψους 2.750 ευρώ. Και πάει στην ΕΥΔΑΠ να δει τι μπορεί να έχει συμβεί. Και συναντάει έναν άνθρωπο που μιλούσε σαν τρένο. Και μία αφίσα με μια Καρυάτιδα. Μία ημέρα που ένιωθε αρκετά ζωντανή.

Η σπονδυλωτή παράσταση «Υπερβολές!» αποτελεί το τρίτο και τελευταίο μέρος του τριπτύχου πρωτότυπων νεοελληνικών κειμένων υπό τη θεματική «Βία παντού», που δημιούργησε και παρουσίασε το Θέατρο Τέχνης κατά την διετία 2021-23 με την υποστήριξη επιχορήγησης του ΥΠΠΟΑ. Οι δύο προηγούμενες παραγωγές της «Βίας παντού» ήταν το «Cry» σε κείμενο-σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου και το «Μοτέλ» σε κείμενο-σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου.

Ανάγνωση

Με αφορμή τρεις μορφές βίας που εξελίσσονται στη δράση της παράστασης και σηματοδοτούν την απαρχή, ας υποθέσουμε, μιας αλυσίδας μορφών βίας, θα αναζητήσω τις αιτιάσεις στην αστική βία, η οποία είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που έχει να κάνει με τη βία και την πόλη. Μια πόλη, η οποία αναδύεται και εξαφανίζεται σε ακανόνιστους κύκλους στις διάφορες ηπείρους, με διαφορετική κάθε φορά σημασία και ρόλο, μέσα σε διαφορετικά καθεστώτα. Παράγοντες διάφοροι (πόλεμος, καιρικό ακραίο φαινόμενο, θρησκευτικός και πολιτικός ριζοσπαστισμός, εθελουσία αποχή κατοίκων από την εξέλιξη) καθορίζουν και την πορεία του άστεως στο πέρασμα των χρόνων.

Όμως, η αστική βία περικλείει πάμπολλες μορφές βίας. Από μια απλή φιλονικία, μέχρι την κακοποίηση ενός έμβιου όντος σε ένα άλλο, έως θανάτου.

Ως βία, γενικά, νοείται η πράξη της επιθετικότητας και της κατάχρησης με σκοπό να προκαλέσει τον τραυματισμό ή άλλη πάθηση σε πρόσωπα, σε ζώα. Διακρίνεται στη «φυσική βία» και στην «ανθρώπινη βία». Ως ανθρώπινη βία ορίζεται η κάθε λογής επιθετική συμπεριφορά του ανθρώπου, φυσική ή λεκτική σε έναν άλλον άνθρωπο, ζώο, αντικείμενο είτε ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό.

Άλλες μορφές βίας είναι η συμβολική βία (η επιβολή των κατηγοριών της σκέψης και την αντίληψης που κυριαρχείται από τους κοινωνικούς φορείς), η βία που καλύπτει μια κατάσταση μόνιμης κυριαρχίας. Ακόμη, η ενδοοικογενειακή βία, εκεί όπου εμφανίζονται ακραία φαινόμενα αυθαιρεσίας και αυταρχισμού μέσα στην οικογένεια, η σεξουαλική βία, η ομοφοβική, η ρατσιστική, η έμφυλη βία.

 Η παράσταση

Σπονδυλωτή παράσταση με θέμα τη βία σε κάποιες επιλεγμένες μορφές, από τις πάμπολλες που «γεννά» ο άνθρωπος για τον άνθρωπο.

Στόχος της η πρόσληψη. Αυτή που εξαφανίζει τα «σύνορα» μεταξύ σκηνής και πλατείας, αυτή που καθορίζει όλο το θεατρικό εγχείρημα. Επομένως, η συλλογική δουλειά στη σκηνοθεσία της ενιαίας θεματικής αυτών των τριών μονολόγων – με στοιχεία στοχασμού – είναι να επηρεάσει τη συνείδηση του θεατή και να αντηχεί μέσα του το «δια ταύτα» όταν πέσει η αυλαία.

 Τελικά, η τέχνη του θέατρου ωθεί το κοινό σε μια σειρά συμβολικών πράξεων -αντιδράσεων, προκαλεί έναν εσωτερικό διάλογο μαζί του, χάρη στην αλληλεπίδραση των σκηνοθετικών στρατηγικών και, σαφώς, με την προοδευτική ανακάλυψη από μέρους του, των κανόνων του «παιχνιδιού».

Η δυνατή και επίκαιρη αρχή του «Πολύ θυμωμένου ανθρώπου, μας εισάγει σε μια γνώριμη κατάσταση για τους καλλιτέχνες, πιθανώς να τη χαρακτηρίζουν μερικοί και παθογένεια που μαστίζει τον χώρο, αυτή της οντισιόν. Η γυναίκα «ιεροεξεταστής» στρατηγικά τοποθετημένη σε μια «ανώτερη» θέση ισχύος, κατευθύνει την εξαιρετική Κατερίνα Λυπηρίδου στη σκληρή και αναγκαία διαδικασία της ακρόασης. Η ηθοποιός καταφθάνει φέρελπις στη σκηνή και σταδιακά φέρνει όλο και περισσότερο στην επιφάνεια τα προσωπικά τραύματά της, καθώς και το βίωμα των νέων που προσπαθούν να επιβιώσουν στον καλλιτεχνικό χώρο.

Η απαίτηση για έναν αυτοσχεδιασμό είναι συχνά οδυνηρή, πόσο μάλλον όταν περιλαμβάνει την προσωπική εμπλοκή με το θέμα. Το ζήτημα «metoo» και όλη η συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά και τείνει να ξεχαστεί, επανήλθε με γλαφυρά σχόλια αλλά και εύστοχες συνδέσεις στο κείμενο. Η ηρωίδα, που είχε περάσει από το στάδιο της οικογενειακής κακοποίησης, μπαίνει σ’ έναν χώρο με εξίσου κακοποιητικές συμπεριφορές, όμως δεν παύει να είναι μια ιδανική κατάσταση για την προσωπική της έκφραση.

Το κείμενο της κ. Κάλμπαρη είναι το πιο ολοκληρωμένο θεατρικά από τα τρία μονόπρακτα, εμπεριέχει ποίκιλες μορφές βίας, υπαινίσσεται και την ενδοοικογενειακή, φέρνει στο προσκήνιο το πολυσυζητημένο θέμα «Πισπιρίγκου», επειδή εξακολουθεί να είναι θολό και ως προς το εσωτερικό του και ως προς την έκβασή του. Άλλωστε, κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς διαμείφθηκαν στο οικογενειακό της περιβάλλον στην εποχή της οικογενειακής της απαρτίας, όπως και στην παράσταση μένει ανοικτό το ζήτημα της ψυχολογικής κατάστασης της ηρωίδας. Μου άρεσε που δεν υπάρχει τελεία, που αφήνεται στον θεατή η ευκαιρία να βγάλει συμπεράσματα. Έξοχη η ερμηνεία της Κατερίνας Λυπηρίδου και πολύ σοφά, τοποθετήθηκε πρώτο στη σειρά παρουσίασης των τριών κειμένων.

Ακολουθεί «Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας» με τον ηθοποιό και συγγραφέα Άγγελο Μπούρα. Ο Βίκτωρας είναι ο άνθρωπος που όλοι έχουμε συναντήσει και προσπεράσει κι ύστερα έχουμε αναφωνήσει «έπεσα από τα σύννεφα, είναι τόσο ήρεμος άνθρωπος». Σε κείμενο του ιδίου και του Β. Μαυρογεωργίου, που είναι και ο σκηνοθέτης του μονόπρακτου, μας δίνεται ένα σύντομο ψυχογράφημα. Παρακολουθούμε έναν ιδιωτικό υπάλληλο, τυπικό στα καθήκοντά του, που αρχίζει να βυθίζεται σε ατραπούς αποκλίνουσας συμπεριφοράς.

 Ο Βίκτωρας, χρησιμοποιώντας τα social media και άλλες εφαρμογές που έχει διάθεσή του, παρακολουθεί και ακολουθεί μία νεαρή κοπέλα, την Αγγελική Βίκου. Σταδιακά εισβάλει εκουσίως στη ζωή της. Την ίδια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι και ο ήρωας, λόγω της εμφάνισης και της συστολής που τον διακρίνουν, δέχεται ένα είδος κοινωνικής απαξίωσης και είναι αναγκασμένος να ζει ολομόναχος στο περιθώριο. Έτσι, δημιουργεί με την φαντασία του ένα επιτυχημένο πλαστό, διαδικτυακό, alter ego και αρχίζει να βιώνει ψευδαισθήσεις, μέσα από αυτό.

 Στο κείμενο αναφέρεται ότι ο ήρωας είναι άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Στην παράσταση ο ηθοποιός Άγγελος Μπούρας ερμηνεύει έναν άνθρωπό, καθόλου της διπλανής πόρτας. Έναν υστερικό, απολύτως νευρωτικό και υπερκινητικό τύπο, ο οποίος προσπαθεί με απίστευτη ταχύτητα, αταίριαστη στο θέμα του, να ξοδέψει τις προτάσεις που και ο ίδιος έγραψε. Δυστυχώς, οι φράσεις βγαίνουν μαζεμένες, κολλημένες η μια με την άλλη, σχεδόν χωρίς ανάσα, αλλά το περίεργο είναι ότι αρκετοί θεατές γελάνε. Επομένως, αρέσει.

Τέλος, «Ο άνθρωπος που μιλάει σαν τρένο», με αφορμή την υπόθεση των Τεμπών και την γενική εκκωφαντικά σιωπηρή απάθειά μας, είναι εξαιρετική επιλογή για να ολοκληρωθεί το κρεσέντο της βίας. Ο Γιάννης Καλαβριανός επέλεξε να ασχοληθεί με μια κατάσταση, ακόμα νωπή και παρούσα για πολλούς, και τη διεκπεραιώνει με τον προσήκοντα σεβασμό στα θύματα, αλλά και στις οικογένειές τους.

Το κείμενο μπλέκει με χιούμορ τα σοβαρά θέματα που είναι ανθρώπινα και διαχρονικά. Η βία που έχουμε αποδεχτεί, η βία που έχει γίνει συνήθεια, έχει μπει σε νούμερα και έχει χάσει την ανθρώπινη διάστασή της, είναι η βία που πιστοποιεί την αποκτήνωσή μας.

Η Δέσποινα Γιαννοπούλου, περνώντας από την αποκρουστική αδιαφορία των δημόσιων υπαλλήλων, την άσκοπη γραφειοκρατία, αυτή που κάνει τα εύκολα δύσκολα και από τη γενική ολιγωρία της χώρας στα σημαντικά και επείγοντα, φτάνει σε ένα βαθύ και διαμπερές ανίατο τραύμα, που πονάει. Ταυτόχρονα, στιγματίζει τις χρόνιες παθογένειες που μας συντροφεύουν καθημερινά, αφού έχουν ριζώσει στην ιδιοσυγκρασία μας.

 Η ερμηνεία της ηθοποιού είναι μια απολαυστική stand – up comedy, υποθέτω κατά σκηνοθετική οδηγία και αποδίδει καρπούς, επειδή το κοινό γελάει αβίαστα.

 Τα σκηνικά της Χριστίνας Κάλμπαρη, πολύ περιορισμένα από αυτά των παραστάσεων στο «Θέατρο Τέχνης» στην Αθήνα, ίσα- ίσα να εξυπηρετούν τη δράση. Άλλωστε, παράσταση μπορεί να ανεβεί και σε εντελώς άδεια σκηνή. Αρκούν ο λόγος και η υπόκριση.

 Επίλογος

Τα αίτια της βίαιης συμπεριφοράς των ανθρώπων είναι θέματα της έρευνας στους τομείς της ψυχολογίας, της εγκληματολογίας καθώς και της κοινωνιολογίας και ειδικότερα ως προς το εάν η βία είναι έμφυτη ή όχι στον άνθρωπο.

 Το κατά πόσο υπάρχει εν τέλει «γονίδιο» που ευνοεί τη βίαιη συμπεριφορά, από τους προγονούς μας ή εάν πρόκειται για ένα ζήτημα αποκλειστικά κοινωνικών συνθηκών και περιβάλλοντος ή αν εν τέλει ισχύουν και τα δύο δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

 Το σημαντικό στην όλη υπόθεση είναι η ίδια η βία η οποία υπάρχει από τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων. Ας μη λησμονούμε την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης όπου ο Κάιν σκοτώνει τον ίδιο του τον αδερφό τον Άβελ ή τον αρχαιοελληνικό μύθο κατά τον οποίο ο πατέρας Κρόνος καταπίνει τα ίδια του τα παιδιά .Ακόμη και στη μυθολογία των Σκανδιναβών ο Όντιν θυσιάζει το ένα του μάτι για να κερδίσει την μεγάλη του σοφία.

Παραδείγματα βίας, επομένως, υπάρχουν σε όλες τις μυθολογίες του κόσμου, τα οποία καταδεικνύουν ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι στην ζωή του ανθρώπου, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε την εντάσσει και στους μύθους, τους οποίους δημιουργεί για να εξηγήσει τον κόσμο γύρω του.

Συντελεστές:

Κείμενα-Σκηνοθεσία (με σειρά παρουσίασης): Μαριάννα Κάλμπαρη, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Γιάννης Καλαβριανός

Σκηνικά-κοστούμια: Χριστίνα Κάλμπαρη

Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς

Σχεδιασμός φωτισμού: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός στο σχεδιασμό φωτισμού: Στέβη Κουτσοθανάση

Συν. σκηνοθέτη (Μαριάννας Κάλμπαρη): Μαριλένα Μόσχου

Βοηθός σκηνοθέτη (Βασίλη Μαυρογεωργίου): Στάθης Γεωργαντζής

Οργάνωση παραγωγής: Αλεξάνδρα Χάμπαση

Φωτογραφίες: Ελευθερία Νικολαΐδου

Πρωταγωνιστούν (με σειρά εμφάνισης):

Κατερίνα Λυπηρίδου, Άγγελος Μπούρας, Δέσποινα Γιαννοπούλου

Η παράσταση περιοδεύει στα μεγάλα αστικά κέντρα!

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα