Connect with us

Πολιτισμός

Σπουδή στην Ελληνική Επανάσταση «Οι προστάτες» του Μήτσου Ευθυμιάδη από το Κ.Θ.Β.Ε. στη Μονή Λαζαριστών

Σπουδή-στην-Ελληνική-Επανάσταση-«Οι-προστάτες»-του-Μήτσου-Ευθυμιάδη-από-το-ΚΘΒΕ.-στη-Μονή-Λαζαριστών

Πρόλογος

Εν έτει 2022 διαπιστώνουμε ότι οι ανάγκες του ταμείου και του εκάστοτε θεατρικού καθεστώτος, αλλά και του γενικότερου καθεστώτος εξουσίας μιας χώρας, διαμορφώνουν τις καλλιτεχνικές επιλογές του τόπου και θέτουν συγκεκριμένα όρια. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, διαμορφώθηκε και ο χαρακτήρας της ελληνικής δραματουργίας του 20ού αιώνα και, βεβαίως, συνεχίζεται και στον 21ο. Οι διάφορες ιστορικές συγκυρίες, άλλοτε επέτρεψαν την ενασχόληση του θεάτρου με την Ιστορία και άλλοτε την απέτρεψαν. Στην κάθε περίπτωση, σαφώς, έπαιξε ρόλο ο βαθμός ελευθερίας που υπήρχε από το πλαίσιο εξουσίας επί του ελληνικού λαού, αλλά και οι βασικές επιδιώξεις της νέας αστικής τάξης που είχε διαμορφωθεί, ήδη, στις αρχές του περασμένου αιώνα.

Η Ιστορία δεν είναι απλώς ένα είδος γνώσης, αλλά και ένα βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ζωής. Η αναφορά στο παρελθόν, στη δημιουργία ιστοριών – δραμάτων, είναι φυσικό μέρος του βίου μας. Υπάρχει, όμως, κι ένας μεγάλος αριθμός σκόπιμης αναδημοσίευσης του παρελθόντος, κατά την οποία παρουσιάζονται τομείς της κοινωνίας, της πολιτείας, του πολιτισμού, από διάφορους φορείς. Αυτές οι αναφορές, πάντως, εξυπηρετούν σκοπούς, δεδομένου ότι οι ιστορίες έχουν αναρίθμητες λειτουργίες και είναι αμέτρητες.

Στη δύσκολη εποχή που διανύουμε, ως πολίτες μιας κοινωνίας δοκιμαζομένης από εξωτερικούς παράγοντες (πανδημία) και από εσωτερικούς κλυδωνισμούς (πολιτικοκοινωνικός διχασμός), το Κ.Θ.Β.Ε. επέλεξε να ανεβάσει ένα έργο – καυστική σάτιρα, που στιγμάτισε αμέσως μετά τη Χούντα την παθογένεια που μαστίζει τη χώρα από αιώνες και που λέγεται « διχόνοια, αριβισμός, συμφέρον, φιλοτομαρισμός».

Η δραματουργία

«Οι προστάτες» είναι το πρώτο θεατρικό έργο μεγάλης διάρκειας του Μήτσου Ευθυμιάδη. Σάτιρα που αναφέρεται στην επανάσταση του ’21 και στον ρόλο των ξένων Δυνάμεων, των κοτζαμπάσηδων, των αγωνιστών και του λαού, που κέρδισε μια επανάσταση αλλά έχασε τα δικαιώματά του.

Ήταν το 1975, όταν ο Κάρολος Κουν ανέβασε στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης τους «Προστάτες» του Μ. Ευθυμιάδη. Σπονδυλωτό έργο με θέμα την ξενοκρατία και τις ρίζες της στην ελληνική ιστορία, ντυμένο με τη μουσική και τα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή. Εποχή μεταπολίτευσης, εποχή που όλα δοκιμάζονταν, όλα εκφράζονταν, όλοι πειραματίζονταν, όλοι συνδύαζαν μορφές και είδη λόγου και τέχνης, σχήματα και τρόπους έκφρασης. O Μήτσος Ευθυμιάδης έγραψε τους «Προστάτες» με γνώμονα και έγνοια το πλατύ κοινό του θεάτρου και με συνταγή τους κώδικες των λαϊκών θεαμάτων.

Ο συγγραφέας

Η ζωή μοιράζεται στους έχοντες, τους κατέχοντες και τους αντέχοντες. Εγώ ανήκω στους αντέχοντες» ήταν τα τελευταία λόγια του θεατρικού συγγραφέα Μήτσου Ευθυμιάδη, πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του.

Ο Μήτσος Ευθυμιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1945 αλλά έζησε τα περισσότερά του χρόνια στη Μακεδονία. Σπούδασε νομικά, που δεν τα τελείωσε ποτέ, γιατί, όπως έλεγε συχνά, «το έβαλα στα πόδια από τη σχολή για να μην αργήσω στο ραντεβού μου με τη λογοτεχνία». Συνδέθηκε με το Θέατρο Τέχνης και τον Κάρολο Κουν και είχε συμφωνήσει να γράψει για το Θέατρο Τέχνης ένα «ταχυδράμα» που θα σκηνοθετούσε ο Μίμης Κουγιουμτζής. Ο τίτλος του ήταν «Ονειρεύτηκα όνειρο μεγάλο». Αλλά το όνειρο πρόλαβε να το δει πρώτος ο Μίμης Κουγιουμτζής, που «έφυγε» ξαφνικά.

Ο συγγραφέας Μήτσος Ευθυμιάδης

Δημοσίευσε διηγήματα και ποιήματα στο περιοδικό “Διαγώνιος”. Με το θέατρο ασχολήθηκε από το 1974. Ο Κάρολος Κουν ανέβασε το 1975 στο υπόγειο του Ορφέα το θεατρικό του έργο “Προστάτες”. Μετά τους “Προστάτες” ακολούθησαν δύο ακόμα εξίσου σημαντικά έργα: “Ο Φώντας”, που ανέβηκε στη “Στοά” του Θανάση Παπαγεωργίου (1977-78), και ο “Φονιάς”, που βρήκε φιλόξενη στέγη στη “Θεατρική Σκηνή” του Αντώνη Αντωνίου (1981-83). Έπρεπε, όμως, να περάσουν σχεδόν δεκαπέντε χρόνια σιωπής για να ξαναδεί το φως της σκηνής ένα ακόμα θεατρικό έργο του Μήτσου Ευθυμιάδη. Ήταν και το τελευταίο του: το “Πέρα από τη νύχτα”, που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Καλατζόπουλος το 1997 στο θέατρο “Πολύτεχνο”.

Στα ενδιάμεσα ο Μήτσος Ευθυμιάδης είχε δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη σκηνοθεσία ανεβάζοντας στο θέατρο “Πολυθέαμα” των Ιωαννίνων τους “Εμιγκρέδες” του Μρόζεκ και τα: “Περιμένοντας τον Γκοντό” και “Τέλος του παιχνιδιού” του Μπέκετ. Επίσης, είχε μεταφράσει Αριστοφάνη (“Ιππείς”) και Αισχύλο (“Προμηθέας Δεσμώτης”). Είχε γράψει και ένα μυθιστόρημα (“Μοιραία σχέση”), εκδόσεις Νέα Σύνορα. Ο Μήτσος Ευθυμιάδης πέθανε το 2003 σε ηλικία μόλις 58 ετών.

Το έργο

Λόγος και μέλος. Λόγος και αντίλογος. Λαός και κοτζαμπάσηδες.

Μια επική λαϊκή όπερα που στάζει πίκρα και ρίμα.

«Όσο το σκηνικό μας να στηθεί

και ο θίασος για την παράσταση να ετοιμαστεί

μου δώσαν εντολή να σας γυρίσω

διακόσια χρόνια πίσω.

Δίχως να χάνω το λοιπόν κι εγώ καιρό

αρχίζω να σας ιστορώ,

πως αποτύχαμε, πριν από διακόσια χρόνια

να σπάσουμε τα κεφάλια αυτών,

που μας τυραννάνε ακόμα».

1821- 2021

Μια θαρραλέα δήλωση σε ένα τολμηρό έργο, που ταξιδεύει πίσω στον χρόνο για να παρουσιάσει, όχι τα ένδοξα κατορθώματα των Ελλήνων αγωνιστών, αλλά το άδοξο παρασκήνιο της Επανάστασης. Ποιοι ήταν αυτοί, που κρυμμένοι πίσω από το επίθετο «προστάτες», προστάτευσαν τα δικά τους προνόμια και τη δική τους θέση εξουσίας;

Ο Μήτσος Ευθυμιάδης με ένα σκαμπρόζικο έργο αναδεικνύει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του απελευθερωτικού αγώνα, σχολιάζοντας δηκτικά τη συστηματική της αποσιώπηση. Αποκαθηλώνει, όχι μόνο τα αμφιλεγόμενα ονόματα της ιστορίας, όπως ο Μαυροκορδάτος, αλλά και πολλές από τις εμβληματικές προσωπικότητες, που θεωρείται ότι συνέβαλαν στην επιτυχία της Επανάστασης. Οι «κοτζαμπάσηδες», ο κλήρος, οι τράπεζες, οι ξένες Δυνάμεις και τα πολιτικά παιχνίδια: ποιο ρόλο διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ακόμα;

«Οι Προστάτες» ανέβηκαν για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης, το 1976. Σαράντα έξι χρόνια μετά από την πρώτη παράσταση, επιστρέφουν στη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» της Μονής Λαζαριστών, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη, αποκαλύπτοντας με χιούμορ τις εθνικές πληγές, που διακόσια χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση φαίνεται πως ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να επουλώσουμε.

Η παράσταση

Ο μαγικός κόσμος του θεάτρου δεν είναι μόνο ένας χώρος ψευδαίσθησης, πρόσκαιρης απόλαυσης και ψυχαγωγίας. Συγκλίνουν σ’ αυτόν συνισταμένες όψεων ζωής, που επιδιώκουν να παραγάγουν μια ιδεατή πραγματικότητα, σχετικά οικεία στον θεατή, ώστε να τον παρασύρουν να γοητευτεί και να επικοινωνήσει με τον θεατρικό λόγο, να ταυτιστεί με αυτόν ή να αντιμετωπίσει κριτικά την όποια αλήθεια φέρει. Για να υπάρξει αυτός ο εφήμερος κόσμος συμβάλλουν πολλοί δημιουργοί: ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος, ο ενδυματολόγος, ο μουσικός, οι ηθοποιοί, οι τεχνικοί, οι κατασκευαστές, οι φωτιστές. Καθένας βάζει τη γνώση του, το μεράκι του, τη δεξιότητά του. Κι όλοι μαζί, άλλοτε συμπληρώνοντας κι άλλοτε υπηρετώντας ο ένας το όραμα του άλλου, οργανώνουν το δυναμικό σύνολο που λέγεται παράσταση.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη νέα παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. με το έργο του Μήτσου Ευθυμιάδη «Οι Προστάτες».

Πρόκειται για μια φαντασμαγορική αναπαράσταση γεγονότων που οδήγησαν την Ελλάδα στην ελευθερία της μέσα από Συμπληγάδες, με κόστη έδαφος, χρήμα και αίμα, με προδοσίες και υποταγές σε ξένες «προστάτιδες» Δυνάμεις, σκηνοθετημένη ευρηματικά από τον Γιώργο Κιουρτσίδη, στεφανωμένη με πατριωτικό συναίσθημα από τις μουσικές και τα τραγούδια του σπουδαίου Χρήστου Λεοντή, εκτελεσμένη με ψυχή και σώμα από έναν εξαιρετικό θίασο του Κ.Θ.Β.Ε.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κιουρτσίδης γνωρίζει, σαφώς, ότι ένα δραματικό κείμενο, όποιο κι αν είναι αυτό, δεν μπορεί να γραφεί, εάν δεν έχει ο δημιουργός του μια ιδέα στο μυαλό του, μια στοιχειώδη επίγνωση των νόμων της σκηνής, της αναπαριστώμενης πραγματικότητας, της ευαισθησίας μιας εποχής στα προβλήματα του χώρου και του χρόνου. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει κατά γράμμα τις αρχικές σκηνικές οδηγίες κι έτσι ο λόγος του συνιστά μια μεταγλώσσα, μια νέα, φρέσκια ματιά, τέλεια ενσωματωμένη στη δράση των δραματικών προσώπων.

Άπλωσε, λοιπόν, το ομοιοκατάληκτο κείμενο σε όλο τη μήκος και το πλάτος της σκηνής στην αίθουσα «Σωκράτης Καραντινός», έντυσε τον θίασο με θαυμάσια κοστούμια εποχής της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, χρησιμοποίησε το τέμπλο σκηνικό της ως μινιμαλιστική εικαστική εγκατάσταση, μια γκαλερί θα έλεγα, όπου πέντε έξοχες κυρίες του Κρατικού, ενδεδυμένες με πλούσια, αμπιγέ κοστούμια, υποδύονται τις ξένες Δυνάμεις, δημιούργησε εικόνες με την εμπνευσμένη διάταξη των ηθοποιών σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, φώτισε το πάλκο με τα χρώματα του Γιάννη Τούμπα, έδωσε διαστάσεις μιούζικαλ του δρόμου με τις χορογραφίες του Τάσου Παπαδόπουλου, εμπνεύστηκε από τα εμβληματικά πλέον, τραγούδια του Χρήστου Λεοντή και μοίρασε ρόλους σε ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών του Κ.Θ.Β.Ε.

Το αποτέλεσμα, χάρμα ιδέσθαι. Όλοι τους δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, επωμίζονται διάφορους ρόλους και οργώνουν τη σκηνή, σπέρνουν, καλλιεργούν το «χώμα», το ποτίζουν με ιδρώτα και ταλέντο και θερίζουν τον καρπό στο χειροκρότημα του φινάλε. Είναι, πράγματι, ένα εκπαιδευμένο σύνολο ανθρώπων που υποδύονται, τραγουδούν, χορεύουν, ερμηνεύουν χαρακτήρες και πρόσωπα, κρατούν το κοινό σε εγρήγορση και χαρίζουν απόλαυση, ευφορία, συγκίνηση. Δεν είναι δίκιο να ξεχωρίσω έναν ή δυο ή πέντε. Όλοι, ισάξιοι εργάτες του θεάτρου, όλοι τους για πολλά μπράβο, πολλές επευφημίες.

Δείτε την παράσταση. Πρόκειται για ένα έργο χωρίς πραγματική πλοκή, που παρουσιάζει γελοιογραφικά την Ελληνική Επανάσταση εστιάζοντας στον αρνητικό ρόλο των εγχώριων κοτζαμπάσηδων, του ανώτερου κλήρου και των ξένων Δυνάμεων, με αποσπασματική μορφή.

Παρελαύνουν στο κείμενο, από τον Αυστριακό καγκελάριο Μέτερνιχ, υπέρμαχο της μοναρχίας και πολέμιο της Επανάστασης, τον Μαυροκορδάτο, Πρόεδρο της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης και, ως εκφραστή της αγγλικής πολιτικής, αντίπαλο του Καποδίστρια. Μια τραυματική περίοδος αυτή της πρωθυπουργίας του (18221844.) Ο Καποδίστριας αναλαμβάνει κυβερνήτης το 1828 σε μια καθημαγμένη χώρα, ενώ ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ξεκινά την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία και ο αδερφός του ο Δημήτριος την ολοκληρώνει το 1829.

Ενδιάμεσα, ίντριγκες, παρασκήνιο, αγώνες, φτώχεια, υποδούλωση και οράματα. Λαού και αρπαχτικών. Ώσπου καταφθάνει ο Βαυαρός Όθων και στέφεται βασιλέας των Ελλήνων, ως επιλογή – επιβολή των Μεγάλων Δυνάμεων.

Σ’ αυτή την εξαιρετική δουλειά συνόλου του Κ.Θ.Β.Ε. πρωταγωνιστής είναι ο Λαός, ο οποίος, καθώς έχει μείνει αποκλεισμένος από την επίσημη εθνική αφήγηση, αποφασίζει να πάρει τον λόγο και να αφηγηθεί τη δική του οπτική.

ΤΕΛΑΛΗΣ: Ακούσατε, ακούσατε… Ρωμαίοι, ψωριαρέοι, κατεργαρέοι… μπαγάσηδες κοτζαμπάσηδες, αγάδες, δεσποτάδες… βρομοποδαράδες… Όλοι στην πλατέα… Θα ομιλήσει ο Γιάννης Καψάλης κι ο Κώστας Λαγός… ακούσατε… ακούσατε…

(Οι ηθοποιοί ντυμένοι χωριάτες, παίρνουν τους μπόγους στους ώμους, η σοδειά τους. Σούσουρο).

ΦΩΝΕΣ: Κάτω των κοτζαμπάσηδων. Όχι άλλη φορολογία […] (Από τους “Προστάτες”, Πράξη Πρώτη)

Λαός, κοτζαμπάσηδες, Έλληνες και φιλέλληνες «σωτήρες»! Και σπουδαίοι ηθοποιοί.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά- Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Χρήστος Λεοντής

Κίνηση-Χορογραφία: Τάσος Παπαδόπουλος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας

Βοηθός σκηνοθέτη: Θανάσης Δισλής

Βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου: Χριστίνα Θαλασσά

Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου

Σχεδιασμός δημιουργικού: Σιμώνη Γρηγορούδη

Επιμέλεια βίντεο: Άντα Λιάκου

Διανομή (με αλφαβητική σειρά)

Ηλέκτρα Γωνιάδου: Καλογεράκι, Αυστρία, Λαός

Θανάσης Δισλής: Ξένος, Αγγελιοφόρος στρατιώτης, Μέτερνιχ, Σύμβουλος του Τσάρου, Τραπεζικός υπάλληλος

Καλλιόπη Ευαγγελίδου: Γαλλία, Λαός

Άννα Ευθυμίου: Πρωσία, Λαός

Αλίκη Ζαχαροπούλου: Ρωσία, Λαός

Χρύσανθος Καγιάς: Καψάλης, Στρατιώτης, Ικέτης, Τραπεζίτης,

Λαός

Παντελής Καλπάκογλου: Μελέτης, Στρατιώτης,,Ικέτης, Τραπεζίτης

Άγγελος Καρανικόλας: Δεσπότης, Ρακένδυτος Στρατιώτης

Δημήτρης Καρτόκης: Ξένος, Κωλέττης

Θανάσης Κεραμίδας: Καποδίστριας, Γραικός, Λαός

Δημήτρης Κολοβός: Χωρικός, Μπαλής, Ικέτης

Λευτέρης Λιθαρής: Κοτζάμπασης

Νίκος Μήλιας: Κοτζάμπασης

Ηλίας Μπερμπέρης: Πρόεδρος, Τελάλης, Ρακένδυτος

Ρούλα Παντελίδου: Αγγλία

Γρηγόρης Παπαδόπουλος: Μητροπολίτης, Καρατζάς, Δούκας, Κάνιγκ, Μαιζόν

Στέφανος Πίττας: Κοτζάμπασης, Τραπεζικός υπάλληλος

Σπύρος Σαραφιανός: Μαυροκορδάτος

Χρίστος Στυλιανού: Γραμματέας, Λαός, Πρίγκιπας, Τσάρος, Τραπεζίτης

Γιώργος Σφυρίδης: Λαγός, Οικονόμου, Ικέτης, Τραπεζίτης, Λαός

Γιάννης Τσεμπερλίδης: Κοτζάμπασης, Π.Π. Γερμανός, Κόχραν

Κώστας Χαλκιάς: Πονηρόπουλος

Συμμετέχουν επίσης:

Χρήστος Γκρόζος, Αργύριος Λάμπρου, Αθανάσιος Λανάρης, Νικόλαος Μανωλάς, Λεωνίδας Στάμου.

Πληροφορίες

Σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» Μονής Λαζαριστών (Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη)

Πρεμιέρα: Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου, 21.00

Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα

Παραστάσεις: Τετάρτη, Κυριακή (19.00), Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο (21.00).

Προπώληση: www.ntng.gr | VIVA.GR | 11876 |WIND| PUBLIC| MEDIAMARKT

Κεντρικό Εκδοτήριο Βασιλικού Θεάτρου:

Δευτέρα – Κυριακή (08:30-21:30)

Εκδοτήριο ΕΜΣ:

Τετάρτη- Κυριακή (14.00- 21.30)

Εκδοτήριο Μονής Λαζαριστών:

Τετάρτη- Κυριακή (14.00- 21.30)

Εκδοτήριο ΚΘΒΕ Πλατείας Αριστοτέλους:

Τρίτη- Σάββατο (11:00- 19:00)

Τιμές εισιτηρίων

Γενική είσοδος: 13€

Εκπτωτικό Εισιτήριο 8€ (θέσεις Α’ εξώστη, Φοιτητικό) – Θέσεις Β’ Εξώστη 5€

Άνεργοι: 5€

Ομαδικό Εισιτήριο 8€ (για κρατήσεις άνω των 10 ατόμων). Απαραίτητη η προαγορά των εισιτηρίων, κατόπιν τηλεφωνικής κράτησης (Δευτέρα- Παρασκευή, πρωινές ώρες τηλ.: 2315200012).

Πληροφορίες: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος | www.ntng.gr |Τ. 2315 200 200

*Οι σκηνές του ΚΘΒΕ λειτουργούν ως covid free χώροι για θεατές που έχουν εμβολιαστεί κατά της COVID-19 ή έχουν νοσήσει πρόσφατα. Για την παρακολούθηση των παραστάσεων είναι απαραίτητη η επίδειξη εμπρόθεσμου πιστοποιητικού εμβολιασμού ή νόσησης, και πιστοποιητικού ταυτοπροσωπίας (αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης). Η είσοδος σε παιδιά και εφήβους από 4 έως 17 ετών, επιτρέπεται εναλλακτικά και με την επίδειξη αρνητικού rapid test με ισχύ 48 ωρών.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα