Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Πολιτισμός
ΔΗΠΕΘΕ ΚΑΒΑΛΑΣ: Επανεκλογή της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά και μία καταγγελία
Συνεδρίασε το απόγευμα της Τρίτης 17 Μαρτίου 2026 το Δ.Σ. του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και εξέλεξε εκ νέου την Εύα Οικονόμου-Βαμβακά στη θέση της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας.
Η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία.
Μετά την επανεκλογή της κας Βαμβακά, ένας από τους συνυποψηφίους της, ο Καβαλιώτης ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Καρατζιώτης, έδωσε στη δημοσιότητα τη δήλωσή του που διάβασε ενώπιον της Επιτροπής ζητώντας να καταγραφεί στα Πρακτικά της συνεδρίασης.
Όπως αναφέρει ο ίδιος, τα όσα διαδραματίστηκαν από τις αρχές Ιανουαρίου μέχρι και τις 17 Μαρτίου 2026 οπότε και ελήφθη η τελική απόφαση του ΔΗΠΕΘΕ, «δεν αφορούν απλώς μια επιλογή προσώπου· αφορούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας δημόσιος θεσμός και τα όρια που οφείλουν να τηρούνται σε μια διαδικασία επιλογής δημόσιας θέσης».
Αναλυτικά η δήλωση του κ. Καρατζιώτη
Δήλωση υποψηφίου προς καταχώρηση στα πρακτικά
Της συνεδρίασης το ΔΣ του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας
Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι του Διοικητικού Συμβουλίου,ως πολίτης και ως υποψήφιος που συμμετείχε σε αυτή τη διαδικασία, θεωρώ θεσμική μου υποχρέωση να καταγραφούν ορισμένα γεγονότα πριν προχωρήσουμε περαιτέρω.
Γιατί η διαδικασία που μας έφερε στη σημερινή συνεδρίαση δεν αφορά μόνο έναν υποψήφιο· αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας δημόσιος θεσμός.
Και όταν σε μια διαδικασία δημόσιου οργανισμού εμφανίζονται ζητήματα που αγγίζουν τη νομιμότητα και τη διαφάνεια, αυτά δεν μπορούν να παρακάμπτονται.
Οφείλουν να τίθενται καθαρά ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου και να καταγράφονται.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο θα αναφερθώ σε ορισμένα συγκεκριμένα γεγονότα που ξεκινούν από την πρώτη ημέρα της διαδικασίας.
Στις 16 Ιανουαρίου, αμέσως μετά την κατάθεση της υποψηφιότητάς μου, υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία από την προϊσταμένη διοίκησης, κατά την οποία μου ζητήθηκε να προσκομίσω βεβαίωση ασφαλιστικών ενσήμων από τον ΕΦΚΑ, προκειμένου να αποδειχθεί ότι διαθέτω 1.500 ασφαλιστικά ένσημα συνεχόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας.
Το πρόβλημα είναι απλό:
ένα τέτοιο κριτήριο δεν προβλέπεται πουθενά στην προκήρυξη.
Για τον λόγο αυτό ζήτησα κάτι απολύτως αυτονόητο:
να μου αποσταλεί η απαίτηση αυτή γραπτώς, ώστε να υπάρχει θεσμική βάση για ένα κριτήριο που θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιολόγηση μιας υποψηφιότητας.
Η απάντηση που έλαβα ήταν ότι αυτό δεν θα αποσταλεί γραπτώς, επειδή η περίοδος των αποσαφηνίσεων είχε τελειώσει.
Με άλλα λόγια, επιχειρήθηκε να εισαχθεί στη διαδικασία ένα νέο κριτήριο — εκτός προκήρυξης — και ταυτόχρονα ζητήθηκε να μην καταγραφεί πουθενά.
Σε εκείνο το σημείο έγινε σαφές ότι η διαδικασία αυτή δεν θα ήταν μια συνηθισμένη διαδικασία. Και αποφάσισα να το ελέγξω θεσμικά.
Την ίδια ημέρα, στις 16 Ιανουαρίου, απέστειλα ηλεκτρονικό μήνυμα προς το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας ζητώντας να αποσαφηνιστεί εγγράφως η απαίτηση αυτή και η θεσμική της βάση.
Δεν έλαβα απάντηση.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου, επανήλθα με δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα, επισημαίνοντας ότι η εισαγωγή ενός ποσοτικού ασφαλιστικού κριτηρίου που δεν προβλέπεται στην προκήρυξη θα συνιστούσε ουσιώδη μεταβολή των όρων της διαδικασίας και θα δημιουργούσε ζήτημα συμβατότητας με τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων.
Μέχρι σήμερα, καμία απάντηση δεν έχει δοθεί.
Και εδώ τίθεται ένα απλό ερώτημα:
Πώς είναι δυνατόν, σε μια διαδικασία επιλογής δημόσιας θέσης, να εμφανίζονται κριτήρια που δεν υπάρχουν στην προκήρυξη, να ζητείται η εφαρμογή τους και ταυτόχρονα η διοίκηση να αρνείται να τα καταγράψει γραπτώς;
Για τον λόγο αυτό απευθύνθηκα θεσμικά στο Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο μου απέστειλε την αριθμ.πρ, 12911 έγγραφη διευκρίνιση.
Και η θέση του Υπουργείου είναι απολύτως σαφής:
Οι φορείς δεσμεύονται από το περιεχόμενο της προκήρυξης και δεν νομιμοποιούνται να ζητούν πρόσθετα προσόντα ή δικαιολογητικά πέραν αυτών που αναγράφονται σε αυτή.
Η προκήρυξη δεν περιλαμβάνει κριτήριο 1.500 ενσήμων και η έγγραφη απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών το επιβεβαιώνει.
Ποιος αποφάσισε λοιπόν την εφαρμογή αυτού του φίλτρου;
Το ψήφισε το Διοικητικό Συμβούλιο; Υπάρχει σχετική απόφαση ή πρακτικά;
Ή το εισήγαγε κάποιος χωρίς απόφαση του σώματος — και αν ναι, πώς το επιτρέψατε;
Το ζήτημα λοιπόν παύει να είναι προσωπική άποψη ή ερμηνεία.
Είναι πλέον επίσημη θέση της ίδιας της διοίκησης του κράτους.
Και από τη στιγμή που αυτό έχει τεθεί εγγράφως, κάθε απόφαση που θα ληφθεί σήμερα σε αυτή την αίθουσα λαμβάνεται με πλήρη γνώση αυτής της πραγματικότητας.
Δυστυχώς, στη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου αποδείχθηκε ότι ο κίνδυνος που είχα επισημάνει δεν ήταν υποθετικός — ήταν ήδη πραγματικότητα.
Κυρίες και κύριοι του Διοικητικού Συμβουλίου,
κατά τη συνεδρίαση εκείνη βρέθηκα να επεξηγώ την επαγγελματική μου εμπειρία ενώπιον της προϊσταμένης διοίκησης — του ίδιου προσώπου που λίγες ημέρες πριν είχε αρνηθεί να μου αποστείλει γραπτώς το υποτιθέμενο «επιπλέον κριτήριο» των ενσήμων.
Βρέθηκα να εξηγώ τα αυτονόητα:
τι σημαίνει θεατρική σεζόν, πώς αποτυπώνεται η επαγγελματική δραστηριότητα στο θέατρο, ποια είναι η πραγματικότητα της εργασίας στον χώρο.
Και την ίδια στιγμή άκουγα να διατυπώνεται το επιχείρημα ότι πρέπει να «δικαιολογηθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού» μια συνεχόμενη πενταετία εμπειρίας βάσει ενός νόμου που απλώς δεν υπάρχει.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, πληροφορήθηκα ότι πριν ακόμη ξεκινήσει η ακρόασή μου είχε ήδη τεθεί προς ψήφιση — και μάλιστα είχε διαμορφωθεί πλειοψηφία — για την απόρριψη της υποψηφιότητάς μου.
Με άλλα λόγια, κλήθηκα να συμμετάσχω σε μια διαδικασία αξιολόγησης της οποίας το αποτέλεσμα φαίνεται ότι είχε ήδη προαποφασιστεί πριν καν ακουστεί ο υποψήφιος.
Θα είμαι σαφής:
Όταν επιχειρείται η εφαρμογή κριτηρίων που δεν προβλέπονται στην προκήρυξη,
όταν η κρίση μιας υποψηφιότητας φαίνεται να προηγείται της ακρόασης του υποψηφίου
και όταν η διαδικασία μετατρέπεται σε μια προσπάθεια εκ των υστέρων «δικαιολόγησης» προϋποθέσεων που δεν προβλέπονται σε κανένα θεσμικό κείμενο,
τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διαδικαστική αστοχία.
Πρόκειται για μια πρακτική που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με βασικές αρχές της διοικητικής διαδικασίας:
την αρχή της νομιμότητας,
την αρχή της διαφάνειας
και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων.
Κύριε Πρόεδρε,
στη συνεδρίαση εκείνη δεν ανταποκριθήκατε στον θεσμικό ρόλο που κατέχετε.
Αντί να σταματήσει αμέσως μια διαδικασία που στηριζόταν σε κριτήρια εκτός προκήρυξης και σε ανύπαρκτες νομικές ερμηνείες, επιτρέψατε να συνεχιστεί μια συζήτηση στην οποία βρέθηκα να εξηγώ τα αυτονόητα.
Το γεγονός ότι αργότερα ανακλήθηκε η απόφαση δεν αλλάζει την ουσία του ζητήματος.
Η ανάκληση μιας απόφασης δεν διαγράφει όσα προηγήθηκαν· απλώς επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία είχε ήδη εκτροχιαστεί.
Κυρίες και κύριοι σύμβουλοι,
Ας μην γελιόμαστε.
Η πλειοψηφία αυτού του Διοικητικού Συμβουλίου το έχει ήδη κάνει απολύτως ξεκάθαρο.
Η σημερινή διαδικασία μοιάζει περισσότερο με επικύρωση μιας γνωστής επιλογής — ενός συγκεκριμένου προσώπου — παρά με πραγματική αξιολόγηση.
Και αυτό δεν το λέω εγώ. Το συζητά πλέον όλη η πόλη.
Αυτό που προκαλεί πραγματική εντύπωση, όμως, είναι κάτι άλλο: ότι για να οδηγηθείτε σε αυτή την επιλογή κρίνατε σκόπιμο να παραβιαστούν τουλάχιστον οκτώ διαφορετικοί κανόνες και αρχές του διοικητικού και θεσμικού πλαισίου που διέπουν τη λειτουργία ενός δημόσιου οργανισμού.
Γιατί από την κρίση μέχρι την απροκάλυπτη θεσμική παρατυπία υπάρχει ένα σαφές όριο.
Και το όριο αυτό εδώ φαίνεται να έχει ξεπεραστεί.
Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι όλα αυτά συμβαίνουν το 2026.
Θα περίμενε κανείς περισσότερη θεσμική επίγνωση εσάς και όχι πρακτικές που θυμίζουν εποχές που όλοι πιστεύαμε ότι έχουν ξεπεραστεί.
Γιατί δεν πρόκειται για μια παρατυπία.
Πρόκειται για μια αλληλουχία παρατυπιών που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως κανονικότητα — σαν να μην υπάρχουν συνέπειες.
Κλείνοντας,
η σημερινή σας απόφαση δεν θα είναι απλώς μια καλλιτεχνική επιλογή.
Θα είναι μια διοικητική πράξη που λαμβάνεται υπό το βάρος όλων όσων έχουν προηγηθεί από τις 16 Ιανουαρίου μέχρι σήμερα.
Κάθε μέλος αυτού του Διοικητικού Συμβουλίου γνωρίζει πλήρως την ευθύνη της ψήφου που πρόκειται να καταγράψει στα πρακτικά.
Γιατί οι θεσμικοί ρόλοι είναι προσωρινοί.
Τα πρακτικά όμως μένουν.
Και η ιστορία των θεσμών γράφεται πάντα μέσα σε αυτά.
Η υποψηφιότητά μου δεν στηρίζεται σε ισχυρισμούς.
Στηρίζεται σε μια πραγματική επαγγελματική πορεία στο θέατρο — σε χρόνια εργασίας μέσα στον ίδιο τον χώρο που καλείται να υπηρετήσει αυτός ο θεσμός.
Γνωρίζω το θέατρο από μέσα:
ως άνθρωπος της σκηνής, της δημιουργίας και της παραγωγής.
Έχω την εμπειρία, τη γνώση και την ευθύνη που απαιτεί αυτή η θέση.
Και να είστε βέβαιοι ότι οι θεσμικές μου δυνατότητες θα γίνουν αντιληπτές, σε κάθε περίπτωση ,σε οποιαδήποτε θέση και με κάθε τρόπο.
Τελειώνοντας, θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μια φράση του Χρόνη Μίσσιου, από μια συνέντευξη του στο περιοδικό Υποβρύχιο, ενός δημιουργού στον οποίο το ίδιο το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας έχει αποδώσει τιμή μέσα από αφιερώματα και παραστάσεις .
Ο Χρόνης Μίσσιος είπε:
-Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, είμαστε εντάξει ρε μάγκα πάμε-
Και θα μου επιτρέψετε μια προσωπική παρατήρηση.
Γιατί στο τέλος, από τις πιο μικρές καθημερινές ανθρώπινες επιλογές μας- μέχρι τους θεσμούς που υπηρετούμε- αυτό που μένει πάντα είναι το ονομά μας, η πράξη μας- και η ευθύνη της.
Γιώργος Καρατζιώτης
Πολιτισμός
«Ήλιος με ξιφολόγχες» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη στο ΚΘΒΕ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ήταν τέλη Ιουνίου 1931 και ο εμπρησμός του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ, έμεινε στην ιστορία σαν το πιο βίαιο επεισόδιο αντισημιτικής επίθεσης στην Ελλάδα.
Δεν ήταν το μόνο τραγικό συμβάν, καθώς και το 1927 μία μεγάλη πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη είχε απολογισμό 50.000 Εβραίων πυροπαθών. Ένα τμήμα τους στεγάστηκε στο μεταγενέστερο (1927) συνοικισμό Κάμπελ, που στόχο είχε να καλύψει τμήμα των πυροπαθών.
Τη νύχτα της 29ης Ιουνίου 1931, μέλη της εθνικιστικής (αντισημιτικής και αντικομμουνιστικής) οργάνωσης «Εθνική ΄Ενωσις “Η Ελλάς”» επέδραμαν και πυρπόλησαν τον συνοικισμό, δολοφονώντας τους Λεωνίδα Παπά και Λεόν Βιδάλ και τραυματίζοντας πολλούς άλλους.
Μετά την πυρπόληση του Κάμπελ, η περιοχή πέρασε στο ελληνικό δημόσιο και σ’ αυτήν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής. Ο οικισμός πήρε το όνομα του Ναυάρχου Βότση, λόγω του κατορθώματός του να βυθίσει το τουρκικό πολεμικό Φετίχ Μπουλέντ, μέσα στο Θερμαϊκό κόλπο κατά την περίοδο του Α’ Βαλκανικού πολέμου.
Βασική θέση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, όπως έχει αποτυπωθεί σε πολλές δημόσιες ομιλίες, είναι ότι μέχρι να φτάσουμε στο Ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρξε μία κλιμακούμενη πορεία με την άνοδο του αντισημιτισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, όπου οι φορείς αυτών των αντιλήψεων την δούλευαν με συνέπεια, έχοντας σημαντική υποστήριξη από εφημερίδες και φορείς.
Κατασκοπευτική πλοκή, ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου, πολιτικές έριδες και διαμάχες, βιομήχανοι, αριστοκρατία, φτώχεια, υπόκοσμος, χαφιέδες και ρουφιάνοι, νταλαβερτζήδες της μιζέριας και της εσχάτης παρακμής, σε μια πολυφυλετική βουερή πόλη, που βράζει σαν ηφαίστειο λίγο πριν εκραγεί, με δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής με τις προσωπικές τους τραγωδίες να συμπληρώνουν την απόλυτη εξαθλίωση του δεύτερου μέρους του κατατρεγμού τους, εξαιτίας της πατρίδας που δεν ήταν όπως ήλπιζαν. Ένα ανθρωπομάνι εξαθλιωμένων, όπου στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου – σε έναν θανατηφόρο αγώνα επιβίωσης και επιβολής, στη σκηνή του θεάτρου της ΕΜΣ.
Η παράσταση του ΚΘΒΕ μάς μεταφέρει στη μαγική Θεσσαλονίκη του 1931, σε μια πολυπολιτισμική, όμορφη και, ταυτόχρονα, σκοτεινή, διχασμένη και εύθραυστη πόλη.
Οι θεατές παρακολουθούμε ένα πολιτικό δράμα με έντονα αστυνομικά στοιχεία, από το οποίο δεν απουσιάζει το συναίσθημα και ο ρεαλισμός. Στη σκηνή φαίνεται ξεκάθαρα το πολιτιστικό μωσαϊκό που αποτελούσε η Θεσσαλονίκη όπου, την εποχή που μας μεταφέρει το έργο, συμβαίνουν σημαντικά ιστορικά γεγονότα.
Πρόκειται, για μια δυνατή περιήγηση σε περασμένες δεκαετίες, που άφησαν αμυδρά τα σημάδια τους μέσα από μνήμες και αφηγήσεις στις επόμενες γενιές. Μια μυθοπλαστική προσωπική ιστορία που διασταυρώνεται με την πραγματική Ιστορία της Θεσσαλονίκης στα μαύρα χρόνια του μεσοπολέμου.
Μεσοπόλεμος, πρώτο εξάμηνο του 1931. Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, επικεφαλής της αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνει να «ενοποιήσει τις πεποιθήσεις» στη γοητευτική πόλη που σπαράσσεται από συγκρούσεις: εθνικιστές εναντίον αριστερών και Εβραίων, βενιζελικοί κατά βασιλικών, τροτσκιστές κατά κομμουνιστών, 140.000πρόσφυγες, κομιτατζήδες, παρακρατικοί, πράκτορες ξένων δυνάμεων, απεργίες και δολοφονίες. Όλοι εναντίον όλων. Ο ταγματάρχης, που υποφέρει και από ένα ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, προσπαθεί να κρατήσει τις αρχές του στον απελπισμένο αγώνα του να ελέγξει τη δυναμική των γεγονότων, που ωστόσο καταλήγουν, τον Ιούνιο του ’31, στην πρώτη μεγάλη επίθεση κατά των Ισραηλιτών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: στο πογκρόμ και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ.
Η Ελένη Ευθυμίου χτίζει ένα «βρώμικο», τολμηρό και ομιχλώδες τοπίο, που θυμίζει κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα με σασπένς, βία και σεξ.
Η γραφή του Γιώργου Σκαμπαρδώνη είναι στιβαρή, με έντονο το στοιχείο της ντοπιολαλιάς και της εποχής, όπου χρειάζεται, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική η παράσταση.
Η διαρκής κίνηση του πολυπρόσωπου θιάσου στο εξαιρετικό και άκρως λειτουργικό σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, το απλωμένο ανισόπεδα από τη μια ως την άλλη άκρη του παλκοσένικου, δεν επιτρέπει στάση, «κοιλιά» όπως λέμε, ενώ η διασκευή δίνει την ευκαιρία στη σκηνοθέτρια να αναπαραστήσει μικρά αποσπάσματα του βιβλίου, ταυτόχρονα με την αφήγηση.
Ένας πυρακτωμένος ποντικός γίνεται η αφορμή για μια πυρκαγιά σε μια συνοικία προσφύγων.
Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, στην προσπάθειά του να εξιχνιάσει τα αίτια της φωτιάς, ανακαλύπτει μια γιάφκα – και ένα θαμμένο πτώμα. Καθώς ερευνά, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στη σκοτεινή πλευρά μιας πόλης που βράζει. Παράλληλα, σε ανύποπτο χρόνο, το αυγό του φιδιού εκκολάπτεται ήσυχα, σταθερά –η αρχή των φασιστικών μορφωμάτων είναι πλέον γεγονός.
Ο ταγματάρχης προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία, καθώς φλέγεται από το πάθος του για την Ντανιέλ, μια γυναίκα διαφορετική, «μια Ουτοπία επιθυμητή κι αβάσταχτη, εκτός χρόνου, εντελώς ασύμβατη με τη γύρω του πραγματικότητα». Ώσπου μια μέρα, ο συνοικισμός του Κάμπελ γίνεται στάχτη και χαράσσεται ανεξίτηλα μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της πόλης.
Ο συγγραφέας, υπαινίσσεται μομφή σε όλους εμάς τους σημερινούς πολίτες που αναλωνόμαστε διαρκώς σε εμφυλιακού τύπου έριδες και, μάλιστα, εν καιρώ ειρήνης.
Γι’ αυτό και το ιστορικό τοπίο διαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στο έργο, με το έγκλημα που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ως ιδανικός ντετέκτιβ ‒αφού η αστυνομία είχε το βλέμμα στραμμένο σε αλλότριες υποθέσεις‒ ο ταγματάρχης πρωταγωνιστής του, όταν στο υπόγειο ενός καμένου σπιτιού ανιχνεύεται σε προχωρημένη σήψη το πτώμα ενός Εβραίου μυστικού συνεργάτη της υπηρεσίας του Γόρδιου, μαζί με φυλλάδια κομμουνιστικών οργανώσεων, προκηρύξεις και χρυσές λίρες.
Η αναζήτηση των δραστών φέρνει τον ταγματάρχη κοντά στο πιο μεγάλο και διάσημο πορνείο των Βαλκανίων, στις παρυφές του κέντρου της πόλης, και σε μια σειρά από μυστικούς πράκτορες, σε παράνομες οργανώσεις, σε καταδότες, φιλόδοξους επαναστάτες και προδότες, ανάλογα με την οπτική που υιοθετεί ο καθείς.
Κυρίως, όμως, αυτό από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει ο ήρωας – σε τούτο το παράδοξο, ελληνικής κοπής νουάρ – δεν είναι μόνο οι άδηλοι ή φανεροί πρωταγωνιστές της Θεσσαλονίκης, αλλά και ο καταιγιστικός του έρωτας για τη μοιραία Ντανιέλ, που δίνει την αφορμή στον συγγραφέα να επιδοθεί σε ένα κρεσέντο αισθησιακών περιγραφών που ενέχουν όχι μόνο σωματικά αρώματα αλλά και παράδοξες, φετιχιστικές τελετουργίες, όπως το κόψιμο των νυχιών της αγαπημένης του που ο ερωτευμένος ταγματάρχης εκτελεί με την ακρίβεια ενός μύστη.
Ακούμε από τους αφηγητές περιγραφές για τα οδυνηρά γεγονότα που σημάδεψαν τη Θεσσαλονίκη της μπελεπόκ. Οι κεντρικοί ήρωες και οι ηρωίδες είναι επινοημένοι, όσο και η δράση τους. Ορισμένα περιστατικά έχουν χρονικώς αντιμετατεθεί.
Τα πραγματικά πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αφήγηση με αλλοιωμένα ή όχι ονόματα, πράττουν, κινούνται και μιλούν αυθαίρετα, ώστε να εξυπηρετήσουν την ανέλιξη της ιστορίας.
Η δράση τους εν προκειμένω είναι πειραματική, όπως και όλη η εξιστόρηση, η οποία είναι μια μισοφανταστική λογοτεχνική εκδοχή, μια αίσθηση για το πώς ενδεχομένως έγιναν όλα. Που σημαίνει ότι τα βασικά συμβάντα καταγράφονται στις εφημερίδες της εποχής, αλλά στην αφήγηση ενυπάρχει το ποιητικό αυταπόδεικτο.
Η Ελένη Ευθυμίου, ως σκηνοθέτρια, και οι κύριοι Γιώργος Σκαμπαρδώνης και Δημήτρης Ζάχος, ως συν-διασκευαστές του λογοτεχνικού κειμένου σε θεατρική απόδοση, ζωντανεύουν – αφηγηματικά περισσότερο, παρά εικαστικά ή δραματικά – τη Θεσσαλονίκη του 1931, ώστε η παράσταση λειτουργεί σαν μαθητεία στο κοινό, σαν να παίρνει το ενιαίο σύνολο της πολυπρόσωπης δράσης και της ατμοσφαιρικής κατάθεσης εικόνων τον θεατή από την αίθουσα και να τον καθιστά αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα, σεργιανώντας τον σε κάθε γωνιά, φανερή κι απόμερη της πόλης που βρίσκεται σε παροξυσμό και αναζήτηση ταυτότητας, μέσα από μια λυσσαλέα ιδεολογική αντιπαράθεση όπου όλα τα ενδεχόμενα κρατούνται ανοιχτά, ανεξέλεγκτα, απειλητικά.
Οι ηθοποιοί του κρατικού φορέα ερμηνεύουν τους ρόλους και, ταυτόχρονα, μοιράζονται την αφήγηση κι αυτή η επιλογή είναι μια ισχυρή σκηνοθετική τάση που μεταμορφώνει την εμπειρία του θεατή. Δεν μπορώ και δεν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους από το δουλεμένο θίασο, επειδή θα αδικήσω τους άλλους. Γνωρίζουμε καλά πλέον, ότι οι εργάτες του θεάτρου που υπηρετούν το Κρατικό είναι ταλαντούχοι, διαθέτουν υποκριτική δεινότητα, σκηνική παρουσία, εύστοχες εναλλαγές ρόλων στο αυτό πρόσωπο, είναι καλλίφωνοι και, συνήθως, έχουν άριστη χημεία μεταξύ τους, ώστε η απόδοσή τους στη σκηνή είναι ισόποση. Τα εύσημα σε όλους.
Επειδή το « Ήλιος με ξιφολόγχες» είναι λογοτεχνικό βιβλίο που μεταφέρεται στο θέατρο, η διασκευή είναι μεγάλη και σοβαρή υπόθεση. Στην περίπτωση, οι τρεις διασκευαστές του κειμένου κατέφυγαν στο δίπολο αφήγηση από όλα τα πρόσωπα και, ταυτόχρονα, δραματοποίηση σκηνών.
Εδώ, αντί για έναν κεντρικό πρωταγωνιστή αφηγητή έχουμε μια συλλογική φωνή.
Όταν η ιστορία περνά από «πολλά στόματα» παύει να είναι η υποκειμενική αλήθεια ενός μόνο ατόμου, εφόσον κάθε αφηγητής προσθέτει τη δική του χροιά, συναίσθημα ή οπτική γωνία.
Ο θεατής καλείται να συνθέσει τα θραύσματα της αφήγησης για να βρει τη δική του αλήθεια, αντί να την πάρει «έτοιμη».
Ακόμη, η εναλλαγή των φωνών δημιουργεί έναν εσωτερικό μουσικό ρυθμό στην παράσταση.
Έτσι, η παράσταση έχει ταχύτητα, η αφήγηση γίνεται «σκυταλοδρομία» κρατώντας την προσοχή μας σε εγρήγορση, θαρρείς παρακολουθούμε Αρχαίο Χορό, καθώς δημιουργείται η αίσθηση ότι η ιστορία δεν αφορά έναν ήρωα, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία.
Οι θεατές κερδίζουμε μια δημοκρατική και πολυδιάστατη εμπειρία. Η ιστορία παύει να είναι μια διάλεξη ή μια ανάλυση βιβλίου και γίνεται ένα ζωντανό, συλλογικό γεγονός.
Άλλωστε, στον Μπρεχτ, το μοίρασμα της αφήγησης σε «πολλά στόματα» δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά ένα από τα βασικά εργαλεία του Επικού Θεάτρου.
Ο στόχος του δεν είναι να μας παρασύρει συναισθηματικά, αλλά να μας κάνει να σκεφτούμε κριτικά.
Συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, έτσι όπως σκηνοθετήθηκε από την Ελένη Ευθυμίου, αφού πρώτα μορφοποιήθηκε η συνεργασία στη διασκευή του βιβλίου, με τους Δημήτρη Ζάχο και τον συγγραφέα Γιώργος Σκαμπαρδώνη.
Το κλείσιμο του έργου είναι εξαιρετικά φορτισμένο, καθώς η προσωπική μοίρα του ήρωα ταυτίζεται με τη μοίρα της πόλης, που καταρρέει μέσα στη βία.
Το φινάλε δεν είναι «ηρωικό» με την κλασική έννοια. Είναι ένα μελαγχολικό κλείσιμο που αντικατοπτρίζει το τέλος μιας γκρίζας εποχής για τη Θεσσαλονίκη. Στην τελευταία στιχομυθία του Υπουργού Θάννα με τον Ταγματάρχη, ο υπουργός παραδέχεται: «Είμαστε θύματα κι εμείς της εποχής μας. Συνεχίζουμε τον δρόμο του πεπρωμένου»
Δημιουργούν εικαστικούς πίνακες οι διατάξεις των ηθοποιών στη σκηνή, καθώς αφηγούνται και ερμηνεύουν ρόλους γύρω από τον κύριο άξονα της ιστορίας, τον ταγματάρχη Γόρδιο Κλήμεντο, που τον ερμηνεύει ο Ορέστης Παλιαδέλης, με την αυστηρότητα του ένστολου αξιωματικού του στρατού, αλλά και την ευαισθησία ενός ερωτευμένου άνδρα.
Ο συγγραφέας επέλεξε ευφυώς να «βαφτίσει» τον ταγματάρχη με τα ονόματα «Γόρδιος» στο «μικρό», συμβολίζει το σύμπλεγμα ζοφερών καταστάσεων που κινείται και παλεύει ο άνδρας να φέρει μια κάποια ισορροπία και με επίθετο το «Κλήμεντος», όνομα του Επισκόπου Αγκύρας, ο οποίος υπέστη παντοειδείς και φρικώδεις βασανισμούς επὶ αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 – 305 μ.Χ.) και αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.).
Το σύνολο αυτού του πλήθους που γεμίζει τη σκηνή, ντυμένου με τα θαυμάσια κοστούμια εποχής από την Ευαγγελία Κιρκινέ, κινείται σύμφωνα με τις οδηγίες του Τάσου Παπαδόπουλου και το βίντεο (Δημήτρης Ζάχος) συμβάλλει στην τεκμηρίωση της αφήγησης, πλάι στη ζωντανή των ηθοποιιών.
Σ’ έναν χρονικό ορίζοντα που δεν ξεπερνά το πρώτο εξάμηνο του 1931 ζούμε αμέτρητα γεγονότα, ανθρώπινες καταστάσεις και τραγωδίες, παράλληλα με μια ερωτική περιπέτεια αλλόκοτη και εξωφρενικά αντιφατική για την εποχή της, που μοιάζει σαν να ρίχνει η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη τους φωτισμούς της στο παρόν αλλά και στο μέλλον.
Εξαιρετικοί φωτισμοί, σαν ταξίδι στον ζόφο μιας εποχής, ανείπωτα αδυσώπητης. Τη μουσική επιμέλεια της παραγωγής ανέλαβε η σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου.
Αν δούμε την παράσταση του ΚΘΒΕ από το χρονικό παρατηρητήριο του 2026, τόσο από τη σκοπιά των συντελεστών που το αναπαριστούν θεατρικά, όσο και από τη μεριά του αποδέκτη – κοινού που το κοινωνεί, δε θα ήταν δύσκολο να συνδέσουμε το 1931 με το σήμερα. Το ρευστό μωσαϊκό του ζωντανού προσκηνίου και του μυθικού παρασκηνίου, οι διαμάχες και ο αναβρασμός, η φτώχια, οι πολιτικές ξιφομαχίες και η ξιφολόγχη, ως σύμβολο του πολεμοχαρούς εθνικισμού, αντανακλά έμμεσα την Ελλάδα της δεκαετίας του 2010.
Ο σημερινός θεατής δεν σεργιανάει απλώς μέσα στα κύματα μιας φουρτουνιασμένης Θεσσαλονίκης του μεσοπολέμου, αλλά βλέπει τεθλασμένα την εποχή μας, όπου η κρίση έφερε στην επιφάνεια τις ακρότητες της πολιτικής ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων.
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Θεατρική διασκευή: ΕλένηΕυθυμίου – ΓιώργοςΣκαμπαρδώνης – ΔημήτρηςΖάχος
Σκηνοθεσία – Μουσική: ΕλένηΕυθυμίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Βίντεο: ΔημήτρηςΖάχος
Κίνηση: ΤάσοςΠαπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή ΜολυβδάΦαμέλη
Συνεργάτιςμουσικός: Σοφία Καμαγιάννη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Μαριάννα Αβραμάκη, Σοφία Μπλέτσου
Β΄ ΒοηθόςΣκηνοθέτη: ΠαναγιώτηςΜατζίρης
Βοηθόςσκηνογράφου – ενδυματολόγου: Λήδα ΣιμιώταΕλΤζαγιούσι
Οργάνωσηπαραγωγής: ΜαριλύΒεντούρη
Φωτογραφίες: MikeRafail | Thatlongblackcloud
Διανομή
Μαριάννα Αβραμάκη – Πόρνη, Αφηγήτρια
Ιορδάνης Αϊβάζογλου – Σωτήρης Κλάδης, Αφηγητής
Ελένη Δημοπούλου – Κλάρα Μελισσηνού, Αφηγήτρια
Ελένη Θυμιοπούλου – Φρόσυ, Κυρία Σωματάρχου, Αφηγήτρια
Στέλιος Καλαϊτζής – Άλκης Πέτσας, Αφηγητής
Νάσος Κρέτσης – Εσατζής, Μουσικός, Ασφαλίτης, Αφηγητής
Δημήτρης Μορφακίδης – Ιωάννης Στρίγκος, Δαμιανός Νεστορίδης, Αφηγητής
Χρυσή Μπαχτσεβάνη – Ντανιέλ Μελισσηνού, Αφηγήτρια
Σοφία Μπλέτσου – Σόνια, Πόρνη, Αφηγήτρια
Δημήτρης Ναζίρης – Ιατροδικαστής, Ζάχος Σιρβιλής
Χρίστος Νταρακτσής – Αρμένης, Ααρών Σιμπή, Αφηγητής
Ορέστης Παλιαδέλης – Γόρδιος Κλήμεντος
Γρηγόρης Παπαδόπουλος – Σπινθήρ, Μήτσος Ζώρας (Κιρκινέζι), Αφηγητής
Σοφιανός Πεσιρίδης – Φίλιππος Γιαννάς, Μουσικός, Αφηγητής
Βασίλης Σπυρόπουλος – Κύρος Μελισσηνός, Τζέκι, Αφηγητής
Φωτεινή Τιμοθέου – Συντάκαινα, Κατίνα Παξιμαδά, Βιργινία Δέλτα, Αφηγήτρια
Γιάννης Τσεμπερλίδης – Ρένος Κουλοχέρης, Μουσικός, Αφηγητής
Κωνσταντίνος Χατζησάββας – Αλέξανδρος Θάννας, Αφηγητής
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα5 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα5 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login