Πολιτισμός
«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου στη Μονή Λαζαριστών από το Κ.Θ.Β.Ε.
Πρόλογος
Σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία σε επίπεδο υποδομών, αξιών και στάσεων ζωής, σύμφωνα με τα δεδομένα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η συνάντηση γιατρού-ασθενούς δύναται να βασιστεί σε πατερναλισμό, πληροφόρηση, ερμηνεία ή συζήτηση. Ανάλογα με την επιστημονική πληρότητα του «πομπού» και του μορφωτικού επιπέδου του «δέκτη». Αυτή η συνάρτηση είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η κωμωδία του Μολιέρου «Ο κατά φαντασίαν ασθενής».
Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Παλαί – Ρουαγιάλ του Παρισιού στις 10 Φεβρουαρίου του 1673, ως κωμωδία τριών πράξεων, με πρόζα, χορευτικά και μουσική, σε συνθέσεις του Μάρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον συγγραφέα.
Στη χώρα μας έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές, με πρώτη καταγεγραμμένη παράσταση αυτή του του Εθνικού Θεάτρου (1953/54), σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολωμού και με τον Χριστόφορο Νέζερ στον ρόλο του Αργκάν.
Το 1972 το Κ.Θ.Β.Ε. ανεβάζει τη γνωστή κωμωδία του Μολιέρου – με τον Μίμη Φωτόπουλο στον κεντρικό ρόλο – σε μετάφρασή Ιωάννη Πολέμη και σκηνοθεσία Πιερ Πεϊρού και κάνει πρεμιέρα στην Καβάλα, στο ΔημοτικόΘέατρο «Παλλάς», σημερινό «Αντιγόνη Βαλάκου».
Στη συνέχεια το επιλέγει για τη σαιζόν 1998-99, με τον Διονύση Καλό στον κεντρικό ρόλο και σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, ενώ το 2012 το ανεβάζει και πάλι, με τον Γιώργο Κωνσταντίνου να ερμηνεύει τον Αργκάν, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.
Υπόθεση
Ο Αργκάν είναι κατά φαντασίαν άρρωστος. Πιστεύει ότι πάσχει από αναρίθμητες ασθένειες και θέλει συνεχώς να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι του γιατροί και να τον εξετάζουν. Έτσι, γίνεται θύμα επιτήδειων που τον εκμεταλλεύονται. Η δεύτερη γυναίκα του τον απατά με έναν γιατρό, απατεώνες θεραπευτές απομυζούν τα χρήματά του , ενώ προσδοκά να παντρέψει τη μεγάλη του κόρη με γιατρό της επιλογής του.
Εκείνη, που είναι ερωτευμένη με τον Κλεάνθη, αναγκάζεται να παρουσιάσει τον αγαπημένο της ως επιστημονική αυθεντία ιατρικής, προκειμένου να γίνει αποδεκτός από τον πατέρα της.
Ο αδελφός του, ο Βεράλδος, σε συνεργασία με την υπηρέτριά του Τουανέττα, θα προσπαθήσει να τον “θεραπεύσει” από τις φαντασιοπληξίες του. Τον πείθουν να παραστήσει τον νεκρό, ώστε να ανακαλύψει ποιος πραγματικά τον αγαπάει και του είναι πιστός. Θα αποδειχθεί τελικά ότι η δεύτερη σύζυγός του Μπελίνα, κυνηγούσε μόνο την περιουσία του, ενώ η κόρη του τον αγαπούσε πραγματικά. Μετά τη “νεκρανάστασή” του ο Αργκάν θα επιτρέψει στην κόρη του Αγγελική να παντρευτεί τον άντρα που έχει επιλέξει εκείνη.
Ανάγνωση
Ο Μολιέρος, άρρωστος ο ίδιος από μικρή ηλικία, στρέφει τα βέλη του εναντίον των γιατρών της εποχής του. Η κατάσταση της ιατρικής του 17ου αιώνα δικαιολογούσε τέτοιες αποδοκιμασίες, ψόγους, μομφές. Υπήρχαν πολλοί τσαρλατάνοι και περιπλανώμενοι κομπογιαννίτες δίπλα στους επιστήμονες, οι οποίοι με καθάρσια, υποκλυσμούς, φλεβοτομές , με ύφος πομπώδες και φανταχτερές λατινικές ορολογίες ασκούσαν το επάγγελμα του γιατρού, καμουφλάροντας έτσι την ανεπάρκεια των γνώσεών τους και την αναξιοπιστία των συνταγών τους.
Σήμερα η διάγνωση σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν «υποχονδριακή νεύρωση» και οι φροϋδικοί ψυχαναλυτές θα ξάπλωναν τον ήρωα- Αργκάν , τουλάχιστον, τέσσερις φορές την εβδομάδα στο γνωστό ντιβάνι, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψουν τι πήγε λάθος στα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του.
Την εποχή του Ζαν Μπατίστ Ποκελέν (1622 – 1673), γνωστότερου ως Μολιέρου, γιατροί και αγύρτες εφάρμοζαν απλοϊκές μεθόδους ίασης, όμως, για έναν «κατά φαντασίαν» ασθενή» η θεραπεία απαιτούσε απανωτά σοκ, όπως ακριβώς συμβαίνει στο τέλος της μολιερικής κωμωδίας του. Η στυγνή αποκάλυψη ότι η δεύτερη γυναίκα του ήρωα- ασθενούς Μπελίνα, δεν έχει την παραμικρή διάθεση να κλάψει πάνω στο δήθεν πτώμα του, ανοίγει μεν τα μάτια του Αργκάν, ως προς την ιδιοτέλειά της, δεν καταφέρνει δε, να τον γιατρέψει οριστικά από τις αρρωστημένες του φαντασιώσεις.
Ο Αργκάν, άρρωστος μόνο στην φαντασία του, καταντάει με τον εγωισμό του και τις εμμονές του να ταπεινωθεί, να εξευτελιστεί και να γίνει έρμαιο στα χέρια των επιτήδειων «πρακτικών» της εποχής του. Ακόμα, με τις ακρότητές του γίνεται τύραννος για τους ανθρώπους που έχει κάτω από την επίβλεψή του, κάνοντας τα παιδιά του να υποφέρουν. Θέλει να παντρέψει την κόρη του Αγγελική με γιατρό για να έχει δωρεάν ιατρική φροντίδα. Ο αδερφός του Βεράλδος μαζί με την υπηρέτρια του Αργκάν Τουανέττα, θα προσπαθήσουν να τον θεραπεύσουν από τις φαντασιοπληξίες του.
Ο Μολιέρος ήταν απόλυτος. Ξεπερνώντας τη συνηθισμένη του σάτιρα σ’ αυτό το κείμενο – ούτε λίγο ούτε πολύ – αρνείται κάθε θεραπευτική αγωγή που προτείνει η ιατρική επιστήμη. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι όποιος αρρωστήσει κι εφαρμόζει «κούρες» χάνει τον καιρό του. Πιστεύει δε, ότι η φύση είναι ο απόλυτος θεραπευτής. Παίζοντας ο ίδιος τον ρόλο του «ασθενούς κατά φαντασίαν» στη σκηνή, καταρρέει και μέσα σε λίγες ώρες πεθαίνει αβοήθητος.
Ο Μολιέρος δεν παύει κι εδώ να βυθίζει τη διεισδυτική του ματιά στην ψυχή των ηρώων του. Πίσω από τη φάρσα του «κατά φαντασίαν ασθενή» , που, άλλωστε, εξελίσσεται την περίοδο των αποκριών, πίσω από τις γελοιότητες και τα ελαττώματα των ανθρώπων που παρουσιάζει, ξεσκεπάζει το βάθος των χαρακτήρων του και τις τραγικές συνέπειες των πράξεών τους. Παρόλο που υπάρχει μια αναμφισβήτητη τυποποίηση στους ρόλους που έγραψε, πίσω από την φαινομενική απλότητα του προσώπου κρύβεται μια φύση σύνθετη, αληθινά ανθρώπινη.
Από τις αρχές του 17ου αιώνα το λογοτεχνικό ρεύμα «μπαρόκ» ήταν παρών στη Γαλλία. Ωστόσο, το 1661 κατά την άφιξη του βασιλιά Λουδοβίκου 14 ου , του περίφημου βασιλιά «Ήλιου», εμφανίζεται μια νέα λογοτεχνική τάση, ο κλασικισμός. Αρκετοί συγγραφείς, όπως ο Ρακίνας και ο Μολιέρος, την έχουν χρησιμοποιήσει.
Αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι η κωμωδία «Ο κατά φαντασίαν ασθενής».
Σε μια πρώτη ανάγνωση του κειμένουαντιλαμβανόμαστε, σαφέστατα, ότι ο συγγραφέας επικεντρώνεται στους φορμαλιστές γιατρούς, ύστερα στους χαρακτήρες οπορτουνιστές και κατόπιν στις σχέσεις γονέα –παιδιού. Υπερτερεί η αγάπη των παιδιών προς τον πατέρα, σαν ένα μήνυμα ιερού καθήκοντος και όχι συμβατικής υποχρέωσης.
Η παράσταση
Το Μουσικό Θέατρο που αναπτύχθηκε κυρίως την εποχή του Μεσοπολέμου στην Ευρώπη, συνδυάζει το θέατρο, τη μουσική και την κίνηση, δημιουργώντας μία φόρμα, όπου τα τρία αυτά στοιχεία συμμετέχουν ισάξια. Η Ομάδα Μουσικού Θεάτρου «ΟΠΕRA», στην οποία ηγείται από το 2000 ο σκηνοθέτης και μουσικός Θοδωρής Αμπαζής, ήδη είχε ανεβάσει το 2001 στο θέατρο «Εμπρός» τη σάτιρα του Μολιέρου «Σοφολογιότατες», με ζωντανή μουσική που εκτελούσαν οι ίδιοι οι ηθοποιοί της παράστασης, οι οποίοι τραγουδούσαν και χόρευαν, ενώ οι μουσικοί υποδύονταν και ρόλους. Επίσης, έχει επιχειρήσει μουσικό θέατρο στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο, στη Λυρική Σκηνή, στο Εθνικό Θέατρο, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, αλλά και στο εξωτερικό.
Ο σκηνοθέτης επανέρχεται στο είδος που γνωρίζει πολύ καλά με τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου στο Κ.Θ.Β.Ε., έχοντας στο πλάι του τον μουσικό Νίκο Κυπουργό και την ηθοποιό Τζωρτζίνα Δαλιάνη από την παλιά ομάδα του.
Υποθέτω ότι ο κρατικός φορέας αποτίνει φόρο τιμής στον Γάλλο δραματουργό, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 400 χρόνων από τον θάνατό του, ανεβάζονταςμετά από δέκα χρόνια (2013 η τελευταία παράγωγή του με τον Γιώργο Κωνσταντίνου) τον «κατά φαντασίαν ασθενή», σε μια παράσταση που συνδυάζει τη μουσική, το θέατρο και τον χορό, προσκαλώντας μας να ανακαλύψουμε και πάλι τις απολαυστικές κωμωδίες-μπαλέτα του 17ου αιώνα.
Αν η ύπαρξη είναι ασθένεια – κατά πως λέει ο Καρούζος – ή η εμφάνιση στον κόσμο είναι πτώση και η γέννα κριματισμός, σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς, τότε ο Αργκάν, αυτός ο κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου, είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που λαμβάνει τα μηνύματα του Σκοτεινού, από έναν πομπό τρομακτικό για μας τους υπόλοιπους, τους υγιείς. Ο Αργκάν, είναι ο θαρραλέος εκείνος που δέχεται να ενδυθεί την φορεσιά του γελοίου, για να υποδυθεί τον κωμικό, σε μια ιστορία τόσο ανατομικά θανάσιμη, άρα γι’ αυτό, τόσο κωμική. Μέσα σε ατμόσφαιρες της Γαλλικής comedia, κάτω από το ευγενικό φως του ποιητή, ο Πανταλόνε Αργκάν θα πάθει και θα μάθει για να ξεχάσει τη βασική του αμφιβολία: Είναι η ζωή ασφαλής ή μήπως ένα εφήμερο κατασκεύασμα από σπιρτόξυλα που αναφλέγονται από το ανθρώπινο ελάττωμα;
Το έργο, όπως συμφωνούν πολλοί, τοποθετείται αρκετά σκαλοπάτια κάτω από τα αριστουργήματα του Μολιέρου « Μισάνθρωπος» και «Ταρτούφος». Ωστόσο, προσφέρει στο κοινό μια ιλαρότητα με τις κωμικές πινελιές και τις πλοκές του θεατρικού συγγραφέα. Αυτό το «κύκνειο άσμα» του Μολιέρου, ως ραμμένη διαφοροποίηση, πλήρης χορευτικών σεκάνς και μουσικών ιντερμεδίων, προσφέρεται στις μέρες μας σε αλλαγές ή διασκευές και σε σύγχρονες σκηνοθετικές ελευθερίες, όπως συμβαίνει στο τωρινό ανέβασμά του από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Ο σκηνοθέτης Θοδωρής Αμπαζής στήνει μια ευφρόσυνη παράσταση, έμπλεη ευρημάτων, υπαινιγμών, σατιρικών μεγεθυσμένων βολών, ενορχηστρώνει εξαιρετικά όλες τις συνιστώσες σε ένα ευφάνταστο σύνολο δυνάμεων επί σκηνής, εμπλουτίζει τη δράση με μια ποικιλία χαρακτήρων πέρα από συγγραφική πένα και δωρίζει γέλιο στην πλατεία.
Τον Αργκάν εδώ ερμηνεύει ο ηθοποιός και καλλιτεχνικός διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε. Αστέρης Πελτέκης, ο οποίος είχε πάρει μέρος και στην παράσταση του 2013, υποδυόμενος τον Κλεάνθη.
Θα ήθελα, ο «ασθενής» του κ. Πελτέκη να μην παρουσιάζεται σαν ένας μονοδιάστατος απλοϊκός γκρινιάρης, αλλά σαν άνθρωπος που βαθιά μέσα του υποπτεύεται την αλήθεια και εκμεταλλεύεται τις «αρρώστιες του», έχοντας στόχο να εκμαιεύσει την τρυφερότητα που απαιτεί από το περιβάλλον του. Αν και διεκπεραιωτικός στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, ο κ. Πελτέκης , εμφανίζει σε κάποιες στιγμές μερικά από τα κωμικά στοιχεία του ρόλου.
Σε αντίθεση με τον κεντρικό πρόσωπο που κατατρύχεται από ένα ανεξήγητο άγχος, οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι χάρμα ιδέσθαι.
Εκφραστική, εύστοχα ενεργητική, , τετραπέρατη και σπαρταριστά γήινη, δίχως να περάσει τα σύνορα της υπερβολής η Τουανέτα της Τζωρτζίνας Δαλιάνη.
Απολαυστικότατος ο Δημήτρης Διακοσάββας στον ρόλο του Θωμά, βουτυροθρεμένου μεν, καλλιεργημένου δε, υιού Διαφουαρούς. Κερδίζει εντυπώσεις και ζεστό χειροκρότημα, ιδίως όταν εμφανίζεται ενδεδυμένος με την «ιερότητα» του διπλώματος ιατρικής.
Πολύ καλός και ο Πέρης Μιχαηλίδης στον ρόλο του πατέρα Διαφουαρούς. Με σωστή κίνηση και εξαιρετική άρθρωση.
Την καλή διανομή συμπληρώνουν μια εύστοχα διπρόσωπη Μπελίνα της Χρύσας Ζαφειριάδου, η οποία αντικατέστησε την απούσα Πολυξένη Σπυροπούλου, καθώς αμφιταλαντεύεται μεταξύ της ψεύτικης γοητείας και της αδίστακτης μοχθηρίας, ένας χαριτωμένος αλλά πειστικός εραστής- Κλεάνθης του Βασίλη Παπαδόπουλου, μια ερωτοχτυπημένη, μα και απελπισμένη Αγγελική της πανέμορφης και καλλικέλαδης Φιόνας Γεωργιάδη, αλλά και ο υπόλοιπος εκλεκτός θίασος στους άλλους ρόλους.
Ιδιαίτερη αναφορά στο εξαιρετικό ανσάμπλ νοσοκόμων (Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Νατάσσα Δαλιάκα, Ζωή Ευθυμίου, Χρύσα Ζαφειριάδου, Ηλέκτρα Καρτάνου, Εύη Κουταλιανού, Χριστίνα Κωνσταντινίδου, Ελένη Μισχοπούλου, Βιβή Μιτσίτσκα), οι οποίες γεμίζουν τη σκηνή φρεσκάδα και δροσιά με κίνηση και τραγούδι και δίνουν μορφή μιούζικαλ στην παράσταση.
Οι χαρακτήρες του Μολιέρου μπορεί να ανήκουν σε μια άλλη θεατρική εποχή αλλά τα ελαττώματά τους είναι διαχρονικά. Ευτυχώς, ο σκηνοθέτης Θοδωρής Αμπαζής εμπιστεύεται το χιούμορ και τη διορατικότητα του θεατρικού συγγραφέα. Ταυτόχρονα, δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση των οπτικών και ακουστικών ερεθισμάτων, ως συνέπεια προσανατολισμού και σηματοδότησης του βλέμματος και της ακρόασης, ώστε ο θεατής διυλίζει όλα τα υλικά στη σκηνή και αντιλαμβάνεται τα πράγματα να συνιστώνται και όχι να συντίθενται.
Η εντυπωσιακή σκηνική σχεδίαση της Ελένης Μανωλοπούλου, η οποία φιλοτέχνησε και τα υπέροχα κοστούμια (έξοχο το ευφυές, κατακόκκινο φόρεμα με τις χαρτοσακούλες Κολωνακίου της Κυρίας του Κυρίου), μετατρέπει το σπίτι του Αργκάν σε ένα αυτοσχέδιο «φαρμακείο» που, αν υπολογίσουμε τα σκορπισμένα ευμεγέθη άσπρα «χάπια» ως μπατονέτες δοκιμής ακριβού αρώματος, θα μπορούσε εύκολα να παρομοιαστεί με ένα φανταχτερό κατάστημα αρωμάτων.
Αν και δεν πρόκειται για ένα παραδοσιακό μιούζικαλ, η πρωτότυπη μουσική του σημαντικού συνθέτη Νίκου Κυπουργού δημιουργεί δυνητικούς κόσμους, συγκινησιακά πλαίσια για την ίδια την παράσταση.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου συμβάλλουν σε μια μεταφορική εμπειρία, επειδή στη σημερινή πρακτική ο όρος «φωτισμός» προσλαμβάνει όλο και περισσότερο τη σημασία της δημιουργίας με το φως, παρά της απλής φωταγώγησης ενός χώρου.
Η μετάφραση του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Ιωάννη Πολέμη, ο οποίος σπούδασε και στο Παρίσι Ιστορία της Τέχνης, άρα κατείχε τη Γαλλική γλώσσα ως βιωματική κατάκτηση, φέρνει στα καθ’ ημάς ό,τι κουβαλάει μια εθνική γλώσσα. Την ιστορία, τον πολιτισμό, τη νοοτροπία, τη σκέψη, την αντίληψη για τον κόσμο, την παιδεία. Η σκηνοθεσία ανέλαβε με τη συνθήκη που επέλεξε να τοποθετήσει τη δράση, να τη μεταφέρει στο σημερινό κοινό μέσα από τον λόγο και τη μουσική. Το πώς την εισπράττει νοηματικά ο καθένας θεατής, είναι ζήτημα εντελώς προσωπικό.
Επίλογος
Ο Μολιέρος, μέσα από τη συγκεκριμένη κωμωδία, ασκεί με οξυδέρκεια κριτική στην κοινωνία και στα ήθη, στη σοβαροφάνεια και στην απληστία, ενώ παράλληλα παρατηρεί την αιώνια διαμάχη των δύο φύλων για την «πρωτοκαθεδρία» μέσα στο σπίτι.
Ακόμη, κριτικάρει έντονα την κομπογιαννίτικη ιατρική της εποχής του. Η ιδιαιτερότητα του έργου έγκειται και στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Μολιέρος ερμήνευσε το ρόλο του Αργκάν και στην τέταρτη παράστασή του, στις 17 Φεβρουαρίου του 1673, όπου κατέρρευσε με το κλείσιμο της αυλαίας, για να πεθάνει λίγο αργότερα σπίτι του.
Το τελευταίο έργο του Μολιέρου είναι μια μελέτη χαρακτήρων, καθώς μέσα από τον «ασθενή» Αργκάν, που ελέγχει τα πάντα γύρω του με τις αυταπάτες και την εγωπάθειά του, αναδεικνύονται με τον πιο κωμικό τρόπο οι μηχανισμοί της χειραγώγησης και της εξαπάτησης.
Η συμβολή του Μολιέρου, ιδιαίτερα στο θεατρικό είδος της κωμωδίας, θεωρείται μέχρι και σήμερα ανεκτίμητης αξίας. Με στοιχεία από το γαλλικό λαϊκό θέατρο, την ιδεολογική βάση της Αναγέννησης και τις αρχές του κλασσικισμού καθιέρωσε ένα νέο είδος κωμωδίας με έντονα τυποποιημένους χαρακτήρες και γεγονότα. Μέσα από τα έργα του απαθανάτισε με εύθυμο τρόπο μέχρι και τις πιο «αποστειρωμένες» κοινωνικές τάξεις, καθρεφτίζοντας με απλό, λαϊκό τρόπο, τις αδικίες των ευγενών απέναντι στην αστική τάξη.
Συντελεστές:
Μετάφραση: Ιωάννης Πολέμης
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής
Σκηνικά – κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Επιμέλεια κίνησης: Ηλέκτρα Καρτάνου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Σαρμή
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Οργάνωση παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη
Παίζουν οι ηθοποιοί: Αντώνης Αντωνάκος (κύριος Μπονφουά, κύριος Φλεράν), Φιόνα Γεωργιάδη (Αγγελική), Τζωρτζίνα Δαλιάνη (Τουανέττα), Δημήτρης Διακοσάββας (Θωμάς Διαφουαρούς), Νίκος Καπέλιος (κύριος Πυργκόν), Θάνος Κοντογιώργης (Βεράλδος), Πέρης Μιχαηλίδης (κύριος Διαφουρούς), Βασίλης Παπαδόπουλος (Κλεάνθης), Πολυξένη Σπυροπούλου (Μπελίνα), Γλυκερία Ψαρρού (Λουίζα)
Χορός νοσοκόμων: Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Νατάσσα Δαλιάκα, Ζωή Ευθυμίου, Χρύσα Ζαφειριάδου, Ηλέκτρα Καρτάνου, Εύη Κουταλιανού, Χριστίνα Κωνσταντινίδου, Ελένη Μισχοπούλου, Βιβή Μιτσίτσκα
Στο ρόλο του Αργκάν (σε διπλή διανομή): Αστέριος Πελτέκης – Γρηγόρης Παπαδόπουλος
Μουσικοί επί σκηνής: Ανδρονίκη Δονουκαρά (βιολί), Μαριάνθη Θεμελή (τρομπέτα), Ιάσων Μπλέτσας (πιάνο), Βασιλική Ρουσομάνη (τσέλο)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
CO-HOUSING του Παύλου Τσακαλίδη: Μια διαγενεακή θεατρική σύμπραξη
Μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση, καρπός της συνεργασίας ανθρώπων διαφορετικών γενεών, παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης» στην Ελευθερούπολη από μια διαγενεακή ομάδα της περιοχής, με μέλη του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης επί σκηνής και εφήβους δημιουργούς στα παρασκήνια.
Τέσσερις ηλικιωμένες που μοιράζονται την καθημερινότητά τους σε έναν εναλλακτικό και σύγχρονο χώρο συγκατοίκησης (co-housing), αποφασίζουν να διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο προσκήνιο της ζωής που αξίζει σε όλους μέσα από έναν θεατρικό διαγωνισμό του Δήμου τους. Ενώ αναζητούν το πέμπτο άτομο που θα συμπληρώσει την ομάδα τους, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τη δική τους παράσταση, ανακαλούν στιγμές από το παρελθόν τους και έρχονται αντιμέτωπες με τη μοναξιά, τον αποκλεισμό και τον ηλικιακό ρατσισμό. Θα καταφέρουν τελικά να ανέβουν στη σκηνή χωρίς να έρθουν αντιμέτωπες με όσα κουβαλούν;
Μια παράσταση που με όχημα το χιούμορ και την τρυφερότητα, και αξιοποιώντας παράλληλα τεχνικές του θεάτρου-ντοκουμέντου, αγγίζει ζητήματα όπως η μοναξιά, η μνήμη, η κοινωνική αορατότητα της τρίτης ηλικίας, αλλά και η ανάγκη όλων – ανεξαρτήτως ηλικίας – να ανήκουν κάπου και να ακούγονται.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τι συμβαίνει όταν η εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής συναντά τη νεανική ορμή για δημιουργία; Ως έφηβος δημιουργός, η ιδέα της συνύπαρξης ηλικιωμένων performers στο προσκήνιο με έναν κήπο εφήβων δημιουργών της περιοχής στα παρασκήνια με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Δύο κόσμοι, φαινομενικά τελείως διαφορετικοί, συναντηθήκαμε στον ίδιο χώρο για να μοιραστούμε συναισθήματα, σκέψεις και ιστορίες με την ελπίδα ότι θα μετατοπίσουν την οπτική μας. Παράλληλα, αξιοποιώντας εργαλεία του θεάτρου-ντοκουμέντου, επιδιώξαμε να αγγίξουμε καθολικά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς και να ανασύρουμε τις αναμνήσεις, τις φοβίες της, το χιούμορ και τα όνειρα που η ζωή ή η κοινωνία επέλεξε να κρατήσει για καιρό στην άκρη. Και τελικά, αυτή η συνάντηση συνέβη. Συμβαίνει. Και έχει ως στόχο να αποδείξει πως η ανάγκη μας να ακουστούμε, να νοιαστούμε και να ανήκουμε κάπου δε γνωρίζει ηλικιακά σύνορα.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Παύλος Τσακαλίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη & Κινησιολογία: Βενετία Χαλοφτίδου
Σκηνογραφία & Συνδιαμόρφωση φωτισμών: Δημήτρης Κεστρίτσαλης
Μουσική: Magnus Moone
Συνεργασία στον ηχητικό σχεδιασμό: Φρατζέσκο Λούβαρης, Κώστας Ρέμπας
Έρευνα/ Συλλογή υλικού: Φώτης Τεκτονίδης, με τη συνεισφορά της ομάδας
Graffiti art/ Εικαστική παρέμβαση: Μαρίνα Β. Κιλινκαρίδου, Μαρίνα Π. Κιλινκαρίδου
Κατασκευή Σκηνικού: Λάζαρος Κυριακίδης, Βασίλης Παπαευαγγέλου
Τεχνικός Φωτισμών: Σαράντης Μιντζιρίκης
Τεχνικός Ήχου: Βασίλης Μπάμπας
Οργάνωση Παραγωγής: Κατερίνα Φιλιππίδου (κοινωνική λειτουργός του «Βοήθεια στο Σπίτι»
Ελευθερούπολης)
Παίζουν: Ελισάβετ Ακριβού, Βίκυ Καζόλη, Δήμητρα Ρουσοπούλου, Πετρινή Σουπιάδου
Συμμετέχουν: Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Κωνσταντίνος Μενεξές, Βενετία Χαλοφτίδου
*ευχαριστούμε θερμά τον Δήμο Παγγαίου και ιδιαίτερα τον Δήμαρχο Φίλιππο Αναστασιάδη για την παραχώρηση του αμφιθεάτρου, την αντιδήμαρχο Ζωή Απαζίδου, καθώς και τους Ανδρέα Καλλινικίδη και Γιώργο Καλλινικίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 στις 20:00
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 στις 11:15 (μαθητική παράσταση)
Αμφιθέατρο «Φρίξος Παπαχρηστίδης», Ελευθερούπολη
Διάρκεια: 60 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Γενική είσοδος 5€
Μειωμένο (ΑμεΑ, μαθητικές παραστάσεις, μέλη ΚΑΠΗ, οργανωμένες ομάδες) 3€
**μέρος των εσόδων θα διατεθεί για φιλανθρωπικό σκοπό
Προπώληση φυσικών εισιτηρίων από 28/9 και καθημερινά στο ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης τηλ. 2592023315 (10:00-13:00) και στο ζαχαροπλαστείο Ntinos Patisserie στην Καβάλα από 3-6/10 (18:00-20:00).
***η πρωινή παράσταση (Δευτέρα 12/10) είναι μαθητική και αφορά αποκλειστικά σχολεία που έχουν πραγματοποιήσει ομαδικές κρατήσεις
****η παρούσα παράσταση δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της σύμπραξης μελών του ΚΑΠΗ Ελευθερούπολης και εφήβων της πόλης σε ένα πρωτότυπο διαγενεακό θεατρικό εργαστήρι με εμψυχώτρια τη Βενετία Χαλοφτίδου και εμψυχωτές τον Δημήτρη Κεστρίτσαλη και τον Παύλο Τσακαλίδη
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login