Connect with us

Πολιτισμός

Ομάδα Σημείο Μηδέν: «Πέρσες» του Αισχύλου στο 65ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ομάδα-Σημείο-Μηδέν:-«Πέρσες»-του-Αισχύλου-στο-65ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

Πρόλογος

Στη σημερινή Ελλάδα όλα έχουν πάει αρκετά χρόνια πίσω, λόγω της οικονομικής δυσχέρειας που βιώνει η χώρα. Πάντοτε σε περιόδους κρίσης η τέχνη ανθεί, δημιουργείται μέσα από δύσκολες καταστάσεις. Πιθανόν, για να βρει ο άνθρωπος αντιστάσεις απέναντι στα δεινά του καλλιεργεί αυθόρμητα την δημιουργική του πλευρά. Είναι ένας τρόπος επιβίωσης. Σε μια τέτοια κατάσταση παρακολουθούμε τη γέννηση πολλών θεατρικών σχημάτων και, ιδιαίτερα ομάδων, που προάγουν το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο είδος θεατρικής γραφής πάνω στη σκηνή. Ομάδες που σπάνε την ευθύγραμμη λογική πορεία των πραγμάτων, που κινούνται έξω από τα παραδοσιακά συμβατικά πλαίσια. Μια αντιπροσωπευτική ομάδα των παραπάνω είναι και η « Ομάδα Σημείο Μηδέν».

Υπόθεση

Οι «Πέρσες» είναι η αρχαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες. Είναι όμως και μία από τις πλέον πολιτικές τραγωδίες. Ο Αισχύλος έγραψε το έργο, ενώ ακόμα βρισκόταν εν εξελίξει ο πόλεμος των Ελλήνων με τους Πέρσες. Ο τραγικός ποιητής, ο οποίος είχε πολεμήσει ο ίδιος εναντίον των Περσών, δεν προσπάθησε μ’ αυτό το έργο να πανηγυρίσει την νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, αλλά να προειδοποιήσει και να επιστήσει την προσοχή των συμπολιτών του στις συνέπειες της αλαζονείας και του άκρατου επεκτατισμού. Άλλωστε, η υπερεκτίμηση των δυνάμεων και η απαξίωση του εχθρού ήταν αυτά που είχαν οδηγήσει τους Πέρσες στην καταστροφή. Δυστυχώς, οι προειδοποιήσεις του Αισχύλου δε βρήκαν ευήκοα ώτα στην Αθήνα, με αποτέλεσμα, μερικά χρόνια αργότερα, τη συντριπτική ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Μοναδική στην αρχαία δραματουργία που πραγματεύεται ένα ιστορικό γεγονός είναι η τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσες» (472 π.Χ.): Αφορά στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) και την καταστροφή του περσικού στόλου από τις ελληνικές δυνάμεις. Γραμμένη λίγα χρόνια μετά από τον ποιητή που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, απευθυνόταν (τότε) σε ένα κοινό που το είχε ζήσει, που είχε συμμετοχή σ’ αυτό. Ο Αισχύλος παρουσιάζει τα γεγονότα μέσα από τα μάτια των ηττημένων Περσών: Καθοριστικός ο ρόλος του Χορού των Γερόντων με τους οποίους συνομιλούν η βασίλισσα Άτοσσα, ο Ξέρξης, ένας Αγγελιοφόρος και το είδωλο του βασιλιά Δαρείου. Ένας ύμνος στην ελευθερία και την δημοκρατία απέναντι στη μοναρχία και την ελευθερία.

Η παράσταση

Μετά από την εξαιρετικά επιτυχημένη τριετή (2019-2021) παρουσίαση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, η Ομάδα Σημείο Μηδέν συνεχίζει την έρευνά της στα θεμελιώδη κείμενα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας παρουσιάζοντας αυτή τη φορά, την παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία, τους «Πέρσες» του Αισχύλου.

Για την παράσταση πραγματοποιήθηκε πολύμηνο εργαστήριο εστιασμένο στην αρχαία τραγωδία, σύμφωνα με τον τρόπο δουλειάς και προετοιμασίας της Ομάδας Σημείο Μηδέν και του σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπου, μαθητή του Θόδωρου Τερζόπουλου, βοηθού σκηνοθεσίας του και με συμμετοχή του, εκτός των άλλων, στην περίφημη παράσταση του Τερζόπουλου «Πέρσες», του 2003, που ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου.

Φορμαλιστικό θέατρο στην ορχήστρα του αρχαίου θέατρου των Φιλίππων δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε. Ο δάσκαλος του σκηνοθέτη και γκουρού του σωματικού θέατρου, Θόδωρος Τερζόπουλος, είχε φέρει την παράστασή του «Βάκχες», το 1986, και οι θεατές που αγαπάμε το θέατρο κοινωνήσαμε και αυτό το είδος, το οποίο πρώτος δίδαξε στην οικουμένη ο διάσημος φιλόσοφος, συγγραφέας και σκηνοθέτης Tadashi Suzuki.

Σωματικό θέατρο ή γλώσσα του σώματος είναι εκείνη η υποκριτική μέθοδος που έχει ως βασικό συστατικό το σώμα του ηθοποιού, το οποίο αποτελεί το βασικότερο από τα υλικά για μια παράσταση. Υλικά κινητικά, χειρονομιακά, σημασιακά, μιμητικά, χορευτικά, ακροβατικά και φωνητικά. Σωματικό και όχι λεκτικό πλαίσιο, όταν τα πάντα διατυπώνονται μέσα από τις εκφράσεις του σώματος και του προσώπου. Βέβαια, τα λόγια δεν απουσιάζουν παντελώς, απλά είναι ελάχιστα και βγαίνουν μέσα από σπαράγματα λόγου.

Όλα αυτά δίνονται στους «Πέρσες» του Στρούμπου, μέσα από μια ερευνητική επεξεργασία. Γύρω από αυτή την έννοια εμπλέκονται και άλλες τεχνικές υποκριτικής, όπως η μίμηση και το χοροθέατρο.

Ο πρωτομάστορας σωματικού θέατρου, ο Αρτώ, θέτει ένα καλλιτεχνικό και ρητορικό ζήτημα λέγοντας: ‹‹Βέβαια, γνωρίζω καλά πως η γλώσσα της χειρονομίας και της στάσης, ο χορός, η μουσική είναι λιγότερο ικανές να διευκρινίσουν έναν χαρακτήρα, να αφηγηθούν τις σκέψεις ενός ατόμου, να εκθέσουν συνειδησιακές καταστάσεις με την ακρίβεια και την καθαρότητα που θα το κάνει η γλώσσα των λέξεων. Όμως, ποιος το είπε ότι το θέατρο δημιουργήθηκε με προορισμό να κάνει αναλύσεις χαρακτήρων, να λύνει τις ανθρώπινες συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον, ας πούμε, ποιος το είπε ότι προορισμός του θεάτρου είναι να μάχεται για προβλήματα επίκαιρα είτε ψυχολογικά, αυτά που έχει μονοπώλιο το σύγχρονό μας θέατρο;››.

Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος δήλωσε για την παράσταση:

«Οι “Πέρσες” είναι η τραγωδία που θέτει με βαθιά ποιητικό και κριτικό τρόπο το τραυματικό δίπολο πόλεμος-εξουσία. Αντιμετωπίσαμε το υλικό μέσα από το τοπίο της Νέμεσης, της θεϊκής εκδίκησης και τιμωρίας. Τραγικός ήρωας είναι οι ίδιοι οι Πέρσες. Παρά το αδιέξοδο της κατάστασής τους, καταλαμβάνονται από την παραφορά της υπεροπλίας τους. Από την τερατώδη τάση τους για ολοένα και περισσότερη δύναμη, πλούτο και εξουσία. Όσο αρνούνται να λειτουργήσουν αναστοχαστικά, να βγάλουν συμπεράσματα από την καταστροφή που βιώνουν, τόσο το αδιέξοδο εντείνεται και οδηγούνται στην τρέλα· καθώς οδηγούνται στην τρέλα η μόνη δυνατή διέξοδος γι’ αυτούς είναι ο άνευ όρων και ορίων θρήνος».

Σώμα και ψυχή στην ορχήστρα του αρχαίου θέατρου των Φίλιππων. Οι ηθοποιοί της ομάδας ερμηνεύουν ρόλους με διαρκή οίστρο και σωματική, φωνητική ένταση και, ταυτόχρονα, είναι μέλη του Χορού. Είναι όλοι τους εξοπλισμένοι στο έπακρον με την τεχνική του σωματικού θέατρου και αποδίδουν εξίσου εντυπωσιακά τη σκηνοθετική οδηγία, ώστε το κοινό παρακολουθεί καθηλωμένο τα δρώμενα.

Η μέθοδος Tadashi Suzuki απογειώνει το κείμενο του Αισχύλου και τη σκηνική πράξη. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης δε διστάζει να την «τραυματίσει» με υπερρεαλιστικές ρωγμές, στις οποίες εισχωρούν από στοιχεία «σεληνιασμού», μέχρι λαρυγγισμοί- μοιρολόγια. Πολλή δουλειά, εξαντλητικές – υποθέτω – προετοιμασίες, αλλά ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα που κρατάει δέσμιους τους θεατές στο δράμα της Άτοσσας, στον θρήνο των Περσών, στο φάντασμα του Δαρείου, στην απολογία του Ξέρξη, στα έξι, εντέλει, άρτια εκπαιδευμένα σώματα και διαφράγματα -φωνητικές μηχανές των μελών της ομάδας.

Η Κατερίνα Παπαγεωργίου φιλοτέχνησε τη λιτή σκηνογραφία (δώδεκα ξύλινοι πάσσαλοι που σηματοδοτούν τα τείχη Σουσών), τα εξαιρετικά ιαπωνικής έμπνευσης κοστούμια, ο Κώστας Μπεθάνης επιμελήθηκε τους χαμηλούς φωτισμούς, ο Ζήσης Σέγκλιας τον ήχο και όλοι δημιούργησαν ένα γεμάτο δονήσεις, ατμοσφαιρικό, ενδιαφέρον, μυσταγωγικό σύμπαν, απλωμένο ανεμπόδιστα στον ανοικτό κάμπο των Φιλίππων, όπου πορεύτηκαν οι «Πέρσες» και δώρισαν μια ιδιαίτερη παράσταση στο 65ο ντόπιο Φεστιβάλ.

Βιογραφικό Σάββα Στρούμπου (απαραίτητο στο παρόν άρθρο)

Ο Σάββας Στρούμπος (σκηνοθέτης και μεταφραστής) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (2002). Έκανε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο πανεπιστήμιο του Exeter της Αγγλίας (2003) ως υπότροφος του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. Ως βοηθός σκηνοθέτη του Θόδωρου Τερζόπουλου συμμετείχε στις παρακάτω παραστάσεις: “Πέρσες” του Αισχύλου στο Κέντρο Meyerhold της Μόσχας (2003), “Οιδίπους Τύραννος” του Σοφοκλή στο θέατρο Alexandritsky της Αγίας Πετρούπολης (2006), “Προμηθέας Δεσμώτης” του Αισχύλου στην Κρατική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Πεκίνου (2008), “Αντιγόνη” του Σοφοκλή στην Κρατική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Πεκίνου (2011). Ως ηθοποιός συμμετείχε με το θέατρο Άττις, σε σκηνοθεσία Θόδωρου Τερζόπουλου στις παρακάτω παραστάσεις: “Άμλετ, μια μαθητεία” του Μπορίς Πάστερνακ (2003), “Προμηθέας Δεσμώτης” του Αισχύλου (2003), “Επίγονοι” του Αισχύλου (2004), “Τρίπτυχο” του Σάμουελ Μπέκετ (2004), “Αίας η Τρέλλα” – διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή “Αίας” (2004), “Τελευταία Μάσκα” του Κώστα Λογαρά (2006), “Πέρσες” του Αισχύλου (2006), “Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς” του Μάριου Ποντίκα (2007), “Αίας η Τρέλλα – β’ εκδοχή” (2008), “Προμηθέας Δεσμώτης” του Αισχύλου (2010), “Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου – νέα εκδοχή” (2011). Με την ομάδα “Σημείο Μηδέν” σκηνοθέτησε και μετέφρασε: Φραντς Κάφκα, “Στη Σωφρονιστική Αποικία, Χώρος Ιστορικής Μνήμης – πρώην κρατητήρια Γκεστάπο” (2009), Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, “Όπως Σας Αρέσει” (ελεύθερη διασκευή), “studio Κινητήρας” (2010), Αντονέν Αρτώ, “Για να τελειώνουμε με την υπόθεση του θεού, Ablock fest” (2010), Αλμπέρ Καμύ “Οι Δίκαιοι”, “Χώρος Ιστορικής Μνήμης – πρώην κρατητήρια Γκεστάπο” (2011). Για το Φεστιβάλ Γ. Ρίτσου του Μουσείου Πολιτικών Εξορίστων Άη-Στράτη σκηνοθέτησε το δραματοποιημένο ποίημα “Αίας-Τέταρτη Διάσταση” (2009). Στα πλαίσια του Forum Σύγχρονης Δραματουργίας του Ε.Κ.Δ.Ι.Θ επιμελήθηκε σκηνοθετικά την “Κασσάνδρα” του Σέρχιο Μπλάνκο (2010) και το “Χρήμα; Φέρ’ το δω!” των Andreas Sauter & Bernhard Studlar (2011).

Επίλογος

Το θέατρο είναι εξαρχής, βέβαια, ο απόλυτος τόπος και χρόνος της ετερότητας. Οι βασιλιάδες παρουσιάζονται αλλόφρονες, οι γυναίκες εξεγερμένες και οργισμένες, οι θεοί έχουν πάθη ανθρώπινα, οι δούλοι περνάνε για αφέντες. Το θέατρο διεκδικεί, θα λέγαμε, την κοινωνική και υπαρξιακή χειραφέτηση του ανθρώπου με τρόπο βιοπολιτικό.

Όπως επισήμανε ο σκηνοθέτης της παράστασης: «η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα υπήρξε σημαντική πηγή έμπνευσης στο ταξίδι αυτό. «Έχουμε κρατήσει σχεδόν όλο το κείμενο, προσθέτοντας και κάποια λίγα θρηνητικά μέρη του αρχαίου κειμένου, των οποίων η ποιητική συμπύκνωση είναι μοναδική. Πιστεύω ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ως λαός έχουμε γεννήσει την τραγωδία, την τραγική οπτική της ύπαρξης του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Ως λαός γνωρίζουμε τι είναι το τραύμα σε επίπεδο ύπαρξης και ιστορίας, γνωρίζουμε την έννοια της καταστροφής, της προσφυγιάς, της εξορίας. Αλλά και το όνειρο, η προσδοκία, ο αγώνας για τη διεκδίκηση της ζωής, δεν μας είναι άγνωστα, παρ’ όλη την κίνηση ιστορικής αμνησίας που υφιστάμεθα τις τελευταίες δεκαετίες. Για μένα η αρχαία τραγωδία είναι ο ορισμός του ανθρώπινου πολιτισμού. Χρειάζεται πάντα να γυρνάμε στην τραγική οπτική του ανθρώπου μέσα στον κόσμο για να βρίσκουμε τον προσανατολισμό μας».

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος

Σκηνική εγκατάσταση, κοστούμια: Κατερίνα Παπαγεωργίου

Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης

Ηχοτοπίο: Ζήσης Σέγκλιας

Δραματολόγος: Μαρία Σικιτάνο

Κατασκευή κοστουμιών: Ελένη Χασιώτη

Μακιγιάζ: Βιργινία Τσιχλάκη

Βοηθός σκηνοθέτη: Σπύρος Μπέτσης

Φωτογραφίες παράστασης: Γιάννης Χατζηαντωνίου

Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Ηθοποιοί:

Κορυφαία Χορού: Ρόζυ Μονάκη

Άτοσσα: Έβελυν Ασουάντ

Αγγελιαφόρος: Μπάμπης Αλεφάντης, Άννα Μαρκά Μπονισέλ

Δαρείος: Έλλη Ιγγλίζ

Ξέρξης: Ντίνος Παπαγεωργίου

Χορός: Η ομάδα

Πρόγραμμα περιοδείας

Τετάρτη 17 Αυγούστου | Καβάλα | Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Τετάρτη 24 Αυγούστου | Καλαμάτα | Κάστρο Καλαμάτας | Σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας

Πέμπτη 1η Σεπτεμβρίου | Άρτα (Προαύλιος Χώρος του Ι. Ν. Παναγίας Παρηγορήτισσας) | Σε συνεργασία με τον Μουσικό-Φιλολογικό Σύλλογο «Ο Σκουφάς» | Υπό την αιγίδα του Δήμου Αρταίων

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου | Αθήνα – Πετρούπολη | Θέατρο Πέτρας | Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Διεθνούς Φεστιβάλ Πέτρας

*Για τους νέους σταθμούς της περιοδείας, θα σταλεί προσεχώς σχετική ενημέρωση

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα