«Όποιος πάει να με σταματήσει, θα πικράνει τον Ιησού!»
Έμπνευση για το νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της γερμανικής λογοτεχνίας, η νουβέλα «Μίχαελ Κόλχαας» του Χάινριχ Φον Κλάιστ, η οποία βασίστηκε στην αληθινή ιστορία ενός εμπόρου αλόγων, που έζησε στη Σαξονία τον 16ο αιώνα.
Η τραγική ιστορία του νομοταγούς και φιλήσυχου εμπόρου αλόγων Μίχαελ Κόλχαας που, επειδή τον αδίκησαν, γίνεται αντάρτης και καταλήγει κάτω από το τσεκούρι του δημίου, είναι το πιο φημισμένο πεζογράφημα του Χάινριχ φον Κλάιστ και ένα από τα κορυφαία δείγματα του λογοτεχνικού είδους της νουβέλας. Στο φόντο της κοινωνίας των γερμανικών πριγκιπάτων της εποχής της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, η νουβέλα του Κλάιστ περιγράφει την προσωπική εκστρατεία του ήρωα εναντίον του κράτους της Σαξονίας και του ηγεμόνα του. Ο Κόλχαας αναζητά με πείσμα και με όπλο το δίκιο που του στέρησαν, και όταν δεν του μένει πια τίποτ’ άλλο να περιμένει, απαιτεί εκδίκηση: “Μπορείς να με ανεβάσεις στη λαιμητόμο, μα εγώ μπορώ να σε πονέσω, και το θέλω!” λέει στον πριγκιπικό του αντίπαλο, λίγο πριν αποκεφαλιστεί.
Υπόθεση
Ο έμπορος αλόγων Μίχαλ Κόλχαας, νομοταγής και ευκατάστατος πολίτης, ξεκινάει από την πόλη του για τη Λειψία, όπου θέλει να πουλήσει τα άλογά του. Στον δρόμο, περνάει από τον πύργο ενός νεαρού άρχοντα, ο οποίος του ζητάει άδεια διέλευσης από τα εδάφη του, οπότε ο έμπορος αφήνει αμανάτι τα δυο καλύτερα άλογά του ώσπου να τη βγάλει. Στη Λειψία, μαθαίνει πως τέτοια άδεια δεν υφίσταται, επρόκειτο για ένα αστείο των ανθρώπων του άρχοντα. Γυρίζοντας στον πύργο βρίσκει τα άλογά του σε άθλια κατάσταση, ξεθεωμένα στη δουλειά και νηστικά. Καταφεύγει στα δικαστήρια να βρει το δίκιο του, αλλά μάταια, αφού ο άρχοντας έχει παντού γνωριμίες. Ο Κόλχαας επιμένει, γιατί ξέρει ότι το δίκιο είναι με το μέρος του. Προσπαθώντας να δει τον πρίγκιπα-εκλέκτορα, η γυναίκα του τραυματίζεται και πεθαίνει.
Τότε ο Κόλχαας αποφασίζει να γίνει αντάρτης, μαζί με τους λίγους έμπιστους δουλευτές του. Κυριεύουν και καίνε τον πύργο του νεαρού άρχοντα, όμως εκείνος ξεφεύγει στη γειτονική πόλη, τη Βυρτεμβέργη. Ο αντάρτικος στρατός πληθαίνει, καθώς όλο και περισσότεροι χωρικοί προσχωρούν στις γραμμές του. Βάζουν φωτιά σε γειτονιές της πόλης ζητώντας να τους παραδοθεί ο άδικος ευγενής. Το σχέδιο του Κόλχαας είναι να αναγκαστεί ο νεαρός άρχοντας να φροντίσει τα δυο μαύρα άλογά του και να του τα παραδώσει σε άριστη κατάσταση, όπως ήταν όταν τα άφησε ως εγγύηση! Αποτυγχάνει.
Τελικά, επεμβαίνει ο Λούθηρος και καταφέρνει να δοθεί αμνηστία στον Κόλχαας για να εξεταστεί η υπόθεσή του από τα δικαστήρια. Δυστυχώς, ο Κόλχαας καταλήγει στην εκτέλεση, αν και δικαιώνεται στην υπόθεση με τα άλογα.
Αυτή η μανιακή δίωξη ενός αντικομφορμιστή ανθρώπου από μια σαθρή και υποκινούμενη «δικαιοσύνη», είναι θέμα διαχρονικό. Επίσης, πολύ ιδιαίτερη είναι και η εξέλιξη της ιστορίας σ’ έναν τόπο που δεν περιγράφεται καθόλου από τον συγγραφέα. Τόσο στο πρωτότυπο όσο και στο καινούργιο έργο του Γιάννη Καλαβριανού.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Κόλχαας ήταν υπαρκτό πρόσωπο -αν και λεγόταν Κόλχαζε (Kohlhase) και, πράγματι, ήταν αλογέμπορος που αδικήθηκε από έναν ευγενή για δυο άλογα. Όντως ξεκίνησε αντάρτικο – όλα αυτά γύρω στο 1534 – και έκαψε σπίτια στη Βυρτεμβέργη, παρά τις παραινέσεις του Λούθηρου. Κατέληξε στον τροχό το 1540, χωρίς να προηγηθεί αμνηστία, μετά από συνεννόηση με τις αρχές του κράτους, όπως στο μυθιστόρημα.
Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Γιάννης Καλαβριανού αποτελεί ένα εξαιρετικό σημείο εισόδου στο παθιασμένο, γκροτέσκο, υστερικό και βαθιά παράξενο έργο του Χάινριχ φον Κλάιστ, το οποίο μιλά για έναν έμπορο του 16ου αιώνα που παίρνει τα όπλα όταν νιώθει ότι αδικείται, όχι για να ζητήσει την εκδίκηση, αλλά το δικαίωμα στην αξιοπρέπειά του.
Το κείμενο εδώ βρίσκει μια γοητευτική, αλλά φορμαλιστική θεατρική μεταφορά. Μπορεί να διαδραματίζεται σε μια εποχή όπου η εξουσία βρισκόταν στα χέρια μοναρχών, η δικαιοσύνη αποδιδόταν με το σπαθί και η ζωή ήταν σκληρή, όμως δεν είναι δύσκολο να κάνεις την αναγωγή του μηνύματος του βιβλίου, σε μια εποχή σαν την σημερινή, που μπορεί να μοιάζει πιο πολιτισμένη, αλλά που οι κοινωνικές συνθήκες, μάλλον, οπισθοχωρούν με ταχύτητα προς τα πίσω.
Η αφήγηση που ακολουθεί, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας αναζητά επανόρθωση για μια παράβαση, είναι ταυτόχρονα ικανοποιητικά αταβιστική και αναμφίβολα μοντέρνα.
Έτσι, αφηγητές της ιστορίας του Κόλχαας, είναι τα άλογά του.
Δεν υπάρχουν σκηνικά και κανένα σκηνικό αντικείμενο, εκτός από ένα πιάνο. Στο βάθος το κυκλόραμα σε κίνηση, υποδέχεται το κοινό στην αίθουσα με κινηματογραφικές εικόνες από άτια που καλπάζουν. Τα όμορφα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα είναι εμπνευσμένα από την ανατομία των αλόγων. Τέσσερις ηθοποιοί, ένας πιανίστας, η συνεχής μουσική, η απολύτως χορογραφημένη κίνηση και οι εναλλαγές σκοταδιού και φωτός συνθέτουν την αυστηρή παρτιτούρα αυτής της γοητευτικής, μα τόσο τραγικής ιστορίας.
Ο θεατής παρακολουθεί κι αναπόφευκτα εγκλωβίζεται ανάμεσα στα μέτωπα των μαχών νομικής και φιλοσοφικής ερμηνείας. Η δικαιολόγηση της βίας του άκαμπτου ατόμου ενάντια στο κατασταλτικό σύστημα κυριαρχίας, κάνει τη νουβέλα του Κλάιστ ελκυστική και για τις σύγχρονες διασκευές. Γιατί σήμερα δεν μπορείς και δε θέλεις να παίξεις άλλο με την ιδέα της μοναρχικής κυριαρχίας και της καρατόμησης της ελευθερίας σου, από την όποια μορφή εξουσίας.
Αυτό που αφηγούνται οι τέσσερις ηθοποιοί επί σκηνής, έτσι όπως το έγραψε ο Γιάννης Καλαβριανός, είναι ένα εκπληκτικό συνταίριασμα δράματος, μυθιστορήματος και ιστορικού χρονικού του Κλάιστ, από την άποψη της δράσης, με αυξανόμενο σταδιακά ενδιαφέρον και συναίσθημα συμπαράστασης. Εδώ το κείμενο ζωντανεύει, μιλάει και συγκινεί τον θεατή, μέσα από μια, σκόπιμα, επιτηδευμένη σκηνοθεσία.
Στην άδεια σκηνή, που γεμίζει από τους πηχτούς εντυπωσιακούς φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου, οι μαυροντυμένοι ηθοποιοί επιδίδονται σε ελάχιστες δράσεις, κι αυτές περιγραφικές. Περιγραφική είναι και η κινησιολογία της Αλεξίας Μπεζίκη, που έχει ως βασικό μοτίβο τον καλπασμό του αλόγου, ενώ η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου εξαντλείται σε συνοδευτικό ρόλο, καθοδηγώντας τους ηθοποιούς.
Η παραβολή του Καλαβριανού για το δικαίωμα της πολιτικής αντίστασης επεξεργάζεται αποτελεσματικά και γίνεται κατανοητή, ίσως όχι τολμηρά διεισδυτική και αιχμηρή. Πάντως, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Κόλχαας και οι «σταυροφόροι» του (μάρτυρες ή πνευματικοί τρομοκράτες) παρανομούν, αλλά η ανομία τούς δίνει μια δικαιολογία που αρνείται να τη δεχτεί ο μέσος πολίτης. Το ηθικό τους κίνητρο είναι ακριβώς απέναντι από τη σοβαρότητα της παράβασής τους. Αυτοί οι ιππότες της αμετροέπειας είναι, τελικά, οι κληρονόμοι του έμπορου αλόγων.
Επίλογος
Η συζήτηση για τα ηθικά όρια μιας εξέγερσης, η καχυποψία και οι καθημερινά τεταμένες σχέσεις Πολίτη-Κράτους, κάνουν την ιστορία του Κόλχαας να μοιάζει εντελώς σημερινή και εκείνον, τον πιο σύγχρονο Ευρωπαίο ήρωα.
Ο έμπορος αλόγων έρχεται, μέσα από την πρόταση Καλαβριανού, να ενσαρκώσει ένα εκκολαπτόμενο χαρακτηριστικό της μεσαίας τάξης: φόβο και σύγχυση μπροστά στις πύλες της εξουσίας. Η ψυχρή ακτινοβολία αυτού του οράματος φωτίζει το δρόμο προς τον Κάφκα.
Συνταρακτικές οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου
Από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κρτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Κάθε παράσταση του αρχαίου δράματος έχει εξαρχής εξασφαλισμένη μία ευεργετική προϋπόθεση: τον λόγο του κειμένου που διατηρεί τη μονιμότητα της επικοινωνίας με το κοινό κάθε εποχής, γιατί ο προβληματισμός του είναι ριζικός και πανανθρώπινος και αναφέρεται στην πολιτειακή συνείδηση του ατόμου, ενώ συνιστά αυτό που λέμε αντικειμενικό θέατρο.
Κάθε σκηνοθετική προσπάθεια, που σέβεται τον εαυτό της, έχει σαν στόχο να φτάσει ο λόγος, μέσα από το θέαμα και το ακρόαμα, ακμαίος στον λαϊκό του δέκτη, ώστε να του μεταδώσει όχι μόνο το δίδαγμα άλλα και την καθαρτήρια χαρά του.
Η Ελένη Ευθυμίου, που η ευρηματικότητα της σκηνικής της φαντασίας έχει μεταμοσχεύσει στο ελληνικό θέατρο ζωογόνες ουσίες, πολύτιμες για την εφαρμογή μιας άποψης και την δημιουργία μιας παράδοσης (Ερωτευμένα Άλογα), με τις «Τρωάδες» μάς δίνει μια αντίληψη ερμηνείας, μέσα από την οποία διακρίνεται το προκατασκευαστικό του δράμα.
Σύμφωνα μ’ αυτό, τα μεν επεισόδια μελετήθηκαν σαν δυνατότητες ενός πιο άνετου και πιο ανορθόδοξου μαζί σκηνικού «βηματισμού», με σαφή την υπογράμμιση της ψυχογραφικής λεπτομέρειας, τα δε χορικά, σαν δοκιμαστικός σωλήνας χημικών λύσεων, με καθαρή πρόθεση να εξαρθεί ή ιδιαιτερότητα κάθε στάσιμου.
Όχι τόσο πάνω στην άποψη (το δράμα το ζωντανεύουν οι απόψεις) όσο στους δεδομένους φορείς της εφαρμογής της, όπου είναι φυσικό να στοιχειοθετείτε ή κρίση είτε παραδοχή είναι είτε ενδοιασμός και αντίρρηση.
Με την ουσιαστική κατάργηση της διάκρισης προσκηνίου και ορχήστρας, αυτόματα καταργήθηκε και ή λειτουργική τους σχέση.
Η συγκεκριμένη παράσταση είναι η πρώτη στην ιστορία του αρχαίου θεάτρου μας, που είναι καθολικά προσβάσιμη με διερμηνεία στην ελληνική νοηματική γλώσσα, υπερτιτλισμό για κ/κωφά και βαρήκοα άτομα και ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία.
Στις «Τρωάδες» του Εθνικού Θεάτρου, ένα σύνολο 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών – μεταξύ των οποίων μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει» – διαφορετικών ηλικιών, με ή χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο του μεγάλου τραγωδού ζωντανεύει στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, σε μια παράσταση για τη διαχρονική φρίκη του πολέμου και την απώλεια ως συλλογική μνήμη, μα – κυρίως– για το γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας.
Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα από την Ελένη Ευθυμίου, μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα, που σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης.
Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους.
Στην Τροία τα σώματα των γυναικών δε βρίσκονταν πάντοτε υπό αιχμαλωσία. Αν και ανήκαν σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, ήταν –για τα μέτρα της εποχής– ελεύθερα: είχαν επιλογές, όνειρα και τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής.
Καθώς, όμως, πλησιάζει το τέλος μιας εποχής, μιας ζωής δοξασμένης και άλλοτε απλώς υποφερτής της ίδιας της Ιστορίας τους, οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίουμιλούν για τη φρίκη του πολέμου, μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος, που διαισθάνεται πως θα αντικειμενοποιηθεί και θα απανθρωποποιηθεί.
Η Ευαγγελία Κιρκινέ έχει δημιουργήσει ένα σκηνικό που δεν είναι απλώς λειτουργικό για έναν μεικτό θίασο ανθρώπων, αρτιμελών και μη. Αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα της σκηνοθετικής αντίληψης, μετατρέπεται στη σκηνή σε ενεργό χαρακτήρα, ιδεολογικό σύμβολο και κινητήριο μοχλό της δράσης.
Είναι, δηλαδή, ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Ένας τόπος με εμφανή τα αποκαΐδια του πολέμου, όπου κάθε σώμα κουβαλά τη δική του ιστορία επιβίωσης.
Ο χώρος στερείται υψομετρικών αποκλεισμών. Οι διάδρομοι, τα επίπεδα και οι επιφάνειες επιτρέπουν στα αμαξίδια και στα σώματα να κινούνται χωρίς εμπόδια, δημιουργώντας νέους άξονες κίνησης. Σοφά μελετημένος σχεδιασμός από την πολύπειρη Ευαγγελία Κιρκινέ μιας καμένης γης με στάχτες, κρατήρες, μαύρα νερά.
Το εικαστικό σύμπαν της παράστασης συμπληρώνουν τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, ενώ η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου κατορθώνει κάτι δύσκολο: να ενώσει σώματα με διαφορετικές δυνατότητες σε μια κοινή, ποιητική γλώσσα, χωρίς να ισοπεδώνει τη μοναδικότητα του καθενός.
Ο σκηνικός χώρος είναι αφαιρετικός, αλλά ταυτόχρονα εμπνευσμένος από ένα πραγματικό τοπίο πολέμου. Παράλληλα, έχει έντονο το ποιητικό και αλληγορικό στοιχείο, καθώς θυμίζει μήτρα αλλά και κρατήρα. Οι δύο μικρές λίμνες που υπάρχουν επί σκηνής λειτουργούν ως κηλίδες πετρελαίου, παραπέμποντας σε μια πλούσια γη.
Η μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική δραματουργία. Ο Τσαρούχης δεν προσέγγισε το αρχαίο κείμενο ως φιλόλογος ή ακαδημαϊκός, αλλά ως εικαστικός, σκηνοθέτης και άνθρωπος του θεάτρου.
Απέρριψε τόσο την καθαρεύουσα όσο και τις βαρύγδουπες, εξεζητημένες ποιητικές μεταφράσεις της εποχής.
Χρησιμοποίησε μια απλή, ρέουσα και λαϊκή δημοτική, την οποία μιλούσε ο κόσμος στον δρόμο.
Στόχος και της Ελένης Ευθυμίου είναι ο θεατής να νιώσει ότι ακούει αληθινούς ανθρώπους να πονούν και να θρηνούν, απογυμνώνοντας το τραγικό μέγεθος από κάθε ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια. ΄Άρα, η μετάφραση έγινε για τη σκηνή και όχι για το αναγνωστήριο.
Ο Ευριπίδης στις Τρωάδες διαπραγματεύεται την αιχμαλωσία, τον ξεριζωμό και την απώλεια. Ο Τσαρούχης συνέδεσε το αρχαίο δράμα με το ελληνικό μοιρολόι και τον λαϊκό πολιτισμό.
Ο θρήνος της Εκάβης ή της Ανδρομάχης αποκτά τους χρωματισμούς και τη λιτή σοβαρότητα του παραδοσιακού ελληνικού πένθους.
Επομένως, η μετάφραση «λειτουργεί» ενεργοποιώντας το συλλογικό βίωμα του ελληνικού λαού για τη προσφυγιά και τον πόλεμο.
Το κοινό επικεντρώνεται στη δράση, αλλά με τεράστιο ενδιαφέρον στη σύνθεση της ομάδας του θιάσου. Η σκηνοθέτρια αποκαλύπτει σε συνέντευξή της, ότι η προετοιμασία ξεκίνησε πολύ πριν από τις κοινές πρόβες: «Η ομάδα των ΑΜΕΑέκανε δική της προετοιμασία, με φωνητική δουλειά και τραγούδι. Από την πλευρά μου προσπάθησα να βασιστώ στις ιδιαίτερες ποιότητες κάθε ανθρώπου. Για παράδειγμα, η Λωξάνδρα δεν τραγουδά, αλλά διαθέτει μια εξαιρετική υποκριτική δύναμη. Γι’ αυτό της ανατέθηκε ο σπαρακτικός μονόλογος μίας Αγγελιοφόρου. Μπορεί πολλές φορές να μη γίνονται αντιληπτές όλες οι λέξεις, όμως η αλήθεια της ερμηνείας της μεταφέρει το νόημα. Δεν είναι τυχαίο ότι μέλη του χορού αποκαλούνται “Παιδιά του Λοξία”. Η σκέψη είναι διπλή, λόγω της αγνότητας και της ειλικρίνειας της ευαλωτότητάς τους, συνδέονται με τον κόσμο της Κασσάνδρας και της διαίσθησης».
Εξέχουσα σημασία έχει το ότι δίνεται φωνή στους αφανείς. Το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παίρνει τον λόγο, ότι οι γυναίκες παίρνουν τον λόγο στην εποχή που γράφτηκε, ότι είναι εξαιρετικά αντιπολεμικό, γραμμένο για έναν λαό που βρισκόταν σε πόλεμο, είναι πολύ σημαντικό.
Ασκεί έντονη κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής του και αυτό το καθιστά ένα πολύ σοβαρό και πλούσιο έργο και πάντα επίκαιρο. Η πλοκή του είναι πολύ ήσυχη, σαν να μη γίνεται τίποτα στην πραγματικότητα. Σαν να βλέπουμε μια αποσύνθεση εν εξελίξει.
Έχει πολύ ιδιαίτερη δραματουργία σε σχέση με τις άλλες τραγωδίες εκείνης της εποχής.
Ο Ευριπίδης παρουσίασε τις «Τρωάδες» γύρω στο 415 π.Χ., λίγο μετά τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των Μηλίων από τους Αθηναίους. Και στην εποχή μας, ωστόσο, μαίνονται συρράξεις.
Ζούμε σε πολύ δύσκολους καιρούς, με πολύ δύσκολες συνθήκες, πόσω μάλλον για τον άμαχο πληθυσμό κάθε πολεμικής σύγκρουσης ή για τους ανάπηρους του άμαχου πληθυσμού. Είναι οι τελευταίοι για τους οποίους θα μιλήσει κάποιος. Ο Ευριπίδης μίλησε και η παράσταση μιλά εν έτει 2026.
Η σπουδαία Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει με την τεράστια υποκριτική της δεινότητα (σαράντα χρόνια μετά την παράσταση των Τρωάδων του Βουτσινά, όπου υποδύθηκε την Κασσάνδρα ), την Εκάβη, μια τραγική βασίλισσα και μια σπαρακτική κραυγή όλων όσοι είδαν τον κόσμο τους να καταρρέει, των θυμάτων των πολέμων και των προσφύγων.
Η Εκάβη της είναι εδώ ο σπαραγμός, η οδύνη και η οργή όλων των εκτοπισμένων, όπου γης.
Με αξιοθαύμαστη οικονομία μέσων και χωρίς υπερβολικές εξάρσεις, η μεγάλη ηθοποιός προσεγγίζει την έκπτωτη βασίλισσα αφήνοντας τη σιωπή να μιλήσει. Ενσαρκώνει μια γυναίκα που, έχοντας χάσει τα πάντα, συνειδητοποιεί την ψευδαίσθηση της παλιάς της εξουσίας και παλεύει απλώς να σταθεί όρθια. Εξόχως συγκινητική ερμηνεία.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας συναρπαστικός αλαζόνας Μενέλαος, ενώ την χαροκαμένη Ανδρομάχη υποδύεται με σπαραγμό η εξαιρετική Εύη Σαουλίδου, η οποία παραδίδει την εικόνα της απόλυτης μητρικής απελπισίας, απέναντι στη μοίρα που επιβλήθηκε στο παιδί της, προτιμώντας την αυτοχειρία από τη σκλαβιά, σύμφωνα με τη διασκευή της Ελένης Ευθυμίου.
Η ωραία Ελένη είναι όντως ωραία στο πρόσωπο της πολύ καλής Βασιλικής Τρουφάκου και η Κασσάνδρα βρίσκει σώμα και στόμα για τις οιμωγές της στην Νάνσυ Σιδέρη.
Ο Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος) φωτίζει με λεπτές αποχρώσεις τον δισταγμό του απέναντι στα σκληρά γεγονότα που εκτυλίσσονται και τη γενικότερη ματαιότητα του πολέμου, που εκφράζεται με έντονο κυνισμό.
Ο συμπεριληπτικός Χορός, άνδρες και γυναίκες, αρτιμελείς και άνθρωποι με αναπηρία συγκλονίζει τους θεατές, επειδή δεν προσφέρει απλώς μια αίσθηση κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Μετατοπίζει βαθιά το ίδιο το αισθητικό και συναισθηματικό βάρος της παράστασης, αγγίζοντας τον θεατή στον πυρήνα της τραγικής εμπειρίας.
Η συγκίνηση που προκαλείται δεν πηγάζει από τον οίκτο, αλλά από την επανασύνδεση του θεάτρου με την πραγματική φύση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο θεατής δε βλέπει μια «τέλεια» θεατρική ομάδα, αλλά μια ολόκληρη ανθρωπότητα που υποφέρει, αναρωτιέται και συμπορεύεται.
Όταν η σωματική ευθραυστότητα και η διαφορετική κινητικότητα ενσωματώνονται οργανικά στον Χορό, η μεταφορά γίνεται απτή πραγματικότητα.
Η προσπάθεια, ο ρυθμός, η αλληλεξάρτηση των μελών επί σκηνής, καθιστούν τον πόνο, τη σταθερότητα και την αντοχή, ζωντανά βιώματα.
Η κίνηση ενός αναπηρικού αμαξιδίου στην ορχήστρα, η πλαστικότητα μιας διαφορετικής χειρονομίας ή η ενσωμάτωση της νοηματικής γλώσσας στη ροή του λόγου δεν αποτελούν προσαρμογές, αλλά νέα αισθητικά εργαλεία.
Αυτά χρησιμοποιεί η Ελένη Ευθυμίου σ’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη ανάγνωση των «Τρωάδων». Η εισαγωγή των νεωτερισμών στην έναρξη λειτουργεί ως γέφυρα, θολώνοντας εντέχνως τα όρια ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους.
Πρόκειται για μια εύστοχη δραματουργική επιλογή που καταδεικνύει την απόλυτη ματαιότητα, υπογραμμίζοντας πως απέναντι στη φρίκη του πολέμου, καταλήγουν όλοι εξίσου συντριμμένοι και χαμένοι. Ο λόγος, καθαρός και άμεσος, αναδεικνύει το τραύμα της απώλειας μέσα από σώματα ανήλικα, ανάπηρα και ηλικιωμένα, με την ενσωμάτωσή τους στη σκηνική δράση να επιτυγχάνεται με απόλυτη φυσικότητα και οργάνωση.
Ο συντονισμός διαφορετικών σωμάτων από τον Τάσο Παπαδόπουλο, που επιμελήθηκε την κίνηση, σε έναν κοινό βηματισμό δημιουργεί μια εικόνα αλληλεγγύης, που καθηλώνει το βλέμμα. Θα προσθέσω και τη μουσική πανδαισία του Λευτέρη Βενιάδη από τους επί σκηνής μουσικούς : Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε), ώστε η δύναμη του συμπεριληπτικού Χορού υπενθυμίζει στο κοινό τη βασική παραδοχή της τραγωδίας: κανένα σώμα και καμία μοίρα δεν είναι άτρωτη, αλλά η συλλογικότητα είναι το μόνο μέσο για να αντέξει ο άνθρωπος το βάρος της ύπαρξης, ενώ τη ζοφερή ατμόσφαιρα εντείνουν οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά- Φαμέλη.
«Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων
Η παιδική σκηνή Κάρμεν Ρουγγέρη έρχεται στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων και παρουσιάζει την παράσταση «Πολυάννα Το παιχνίδι της χαράς», την Κυριακή 30 Αυγούστου στις 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.
Πρόκειται για ένα «παιχνίδι» της Πολυάννας, ενός δωδεκάχρονου τρισχαριτωμένου κοριτσιού, που κατέκτησε ολοκληρωτικά τις καρδιές μικρών και μεγάλων τον χειμώνα που ανέβηκε στο Θέατρο Κιβωτός..
Η Πολυάννα, η ηρωίδα της ιστορίας, γίνεται σύμβολο αγάπης και καλοσύνης για όλους όσους θα βρεθούν στο δρόμο της. Βλέπει πάντα τη ρόδινη πλευρά της ζωής, και πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να βρει χαρά ακόμα και σε κάτι δυσάρεστο που θα του συμβεί.
Χαρά που ομορφαίνει και καλυτερεύει τα πάντα στη ζωή.
Η παράσταση έχει πολλή ενδιαφέρουσα πλοκή. Έξυπνα σκηνικά και παραμυθένια κοστούμια προσεγμένα στη λεπτομέρεια και ακόμα εμπνευσμένες χορογραφίες πάνω σε πρωτότυπη μουσική και τραγούδια με ρυθμούς country, foxtrot, rock and roll, godspell και blues.
Ήταν μια φορά σ’ ένα μακρινό μέρος, κάπου στην Αμερική, πολλά χρόνια πριν, ένα μελαγχολικό χωριουδάκι.
Σ’ αυτό το χωριό οι κάτοικοι ήταν κάπως απρόσιτοι. Δεν πιάνανε κουβέντα εύκολα, χαμογελούσαν πολύ δύσκολα. Με άλλα λόγια… σ’ αυτό το χωριό λες ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ Η ΧΑΡΑ.
Η μικρή μας ηρωίδα καταφθάνει μόνη της σε αυτό το χωριουδάκι με τους αδιάφορους και λυπημένους κατοίκους και εφαρμόζοντας το «παιχνίδι της χαράς» κατορθώνει μέσα σε λίγο διάστημα, να τους ξεσηκώσει όλους και να τους γεμίσει με αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα.
Δήλωση της Κάρμεν Ρουγγέρη
«Το έργο έχει μια τόσο ενδιαφέρουσα πλοκή και ένα τόσο όμορφο τέλος που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων. Κατά την γνώμη μου είναι για όλες τις ηλικίες. Οι Θησαυροί –μηνύματα που έχει το έργο αυτό είναι τόσοι που σίγουρα οι μικροί και μεγάλοι θεατές μας θα φύγουν πολύ πιο πλούσιοι από την παράσταση αυτή».
Δήλωση της Χριστίνας Κουλουμπή
«Το παιχνίδι της χαράς» της Eleanor Porter είναι το αριστούργημα της Αμερικάνικης Λογοτεχνίας που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια! Ένα βιβλίο που επηρέασε τον τρόπο που βλέπω την ζωή με αφάνταστα θετικό τρόπο!
Ηρωίδα, ένα μικρό κορίτσι 12 χρονών που- παρά τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην ζωή της – καταφέρνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με χαμόγελο και αισιοδοξία! Ο πατέρας της, ένας φτωχός ιεραπόστολος, της είχε μάθει να παίζει το «παιχνίδι της χαράς» που είναι το μυστικό της ευτυχίας! Μέσα από τις περιπέτειες της μικρής Πολυάννας καταλαβαίνουμε την αξία της ευγνωμοσύνης, την αγάπη που μεταδίδεται μέσα από την καλοσύνη, την φιλία και την ελπίδα που φωτίζει την σκέψη μας να επιλέγει το καλό ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα…
Καβάλα: Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά από Δευτέρα έως Σάββατο (10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00) και Κυριακή (10.00 – 14.00), ενώ την ημέρα της παράστασης θα γίνεται προπώληση στο ταμείο του χώρου της εκδήλωσης από τις 19:00 το απόγευμα.
«ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ» του Μποστ! σε περιοδεία από ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Διαβάζοντας ξανά και ξανά κείμενα και σκίτσα του Μέντη Μποσταντζόγλου κάνουμε συχνά το ίδιο λάθος: προσπαθούμε να κρατήσουμε παραπομπές, μνημόνια εδαφίων. Όμως, στο μποστικό σύμπαν δε βρίσκουν έδαφος τα μνημόνια. Οι σελιδοδείκτες θα ‘πρεπε να είναι όσοι είναι οι λαχνοί στο κοντάρι του λαχειοπώλη την ώρα που βγαίνει για δουλειά! Δεν είναι μόνο εύλογη η αμηχανία όποιου επιχείρησε να χωρέσει σε ταξινομημένα ράφια το έργο του Μποσταντζόγλου.
Σκιτσογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός, λαϊκός ζωγράφος, σαρκαστικός αφηγητής και καλλιτέχνης, διαφημιστής, σχεδιαστής όμορφων δώρων, κατεδαφιστής της κοινωνικής και γλωσσικής υποκρισίας…
Ανεπαρκείς οι ορισμοί, τόσο αληθινοί ο καθένας χωριστά, τόσο λίγοι, όμως, για να κλείσουν μέσα τους αυτόν τον Ανατολίτη αυθεντικό άρχοντα της πένας και του πινέλου.
Είπαν για αυτόν πως ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες: ένα ισόβιο, εύφορο μποστάνι, που θα ‘λεγε κανείς ότι το σκάλισαν, το πότισαν και το ευλόγησαν ο Αριστοφάνης, ο Θεόφιλος, ο Βυζάντιος, ο Σουρής, ο Ροΐδης, ο Θέμος Άννινος και ο αδελφός του ο Μπάμπης, αλλά μαζί και όλοι οι μάστορες του Θεάτρου Σκιών και οι ακαδημαϊκοί του Σουρρεαλισμού.
Το συνολικό έργο του Μποστ είναι ίσως το πιο αδιάσειστο τεκμήριο εκείνου του αξιώματος που έλεγε πως στην Ελλάδα δεν χρειάζεται κανείς να εισάγει τον Σουρρεαλισμό, καθότι υπάρχει επάρκεια.
Ιδού το δείγμα: «Σε κάποια πόλη μακρινή, στην πόλη της Βερόνας
Μοντέγοι από τη μία μεριά, και κάτι Καπουλέτοι
είχανε έχθρα φοβερή που εκρατούσε έτη.
Κι έτυχε τότε έρωτας να μπει εις την καρδιά
και να θρονιάσει για καλά σε δυό μικρά παιδιά.
Αυτά υπήρξαν θύματα ετούτης της βεντέτας
Κάποιου Μοντέγου δηλαδή και κάποιας Καπουλέτας.
Ρωμαίος λέγεται ο γιός από Μοντέγου γένος
Και με την κόρη του εχθρού βαριά ερωτευμένος.
Ιουλιέτα λέγετο η κόρη που αγαπούσε
και Καπουλέτους έλεγαν το γένος που κρατούσε.
Η μοίρα όμως το’ φερε η αγάπη των να σβήσει.
Θα δείτε πώς συνέβηκε στο έργο που θ’ αρχίσει».
Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ δεν είναι απλώς μια κωμωδία, αλλά είναι ένα γλωσσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Με τον χαρακτηριστικό δεκαπεντασύλλαβο και την σκοπίμως ανατρεπτική γλώσσα του, το έργο σατιρίζει τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό, τις διαχρονικές ελληνικές παθογένειες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας ουσιαστικά ερωτήματα αβίαστο γέλιο.
Ο Μποστ εμπνέεται από την πασίγνωστη ρομαντική σαιξπηρική ιστορία. Οι ήρωες έρχονται από το παρελθόν στο παρόν, λέγοντας την ιστορία με το δικό τους τρόπο μέσα από τον αυτοσαρκασμό, το χιούμορ και τις ανατροπές.
Ο Ρωμαίος γεμάτος από έρωτα για την Ιουλιέτα αντιπροσωπεύει το πάθος, το αίσθημα, αλλά και τη δύναμη, έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά της αγάπης. Η Ιουλιέτα, μέσα πάντα από τον ανατρεπτικό όσο και σουρεαλιστικό λόγο του Μποστ, είναι ένα κορίτσι και αργότερα γυναίκα που τη διακρίνει η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα, έτοιμη να διεκδικήσει μέχρι τέλους την αγάπη της για τον Ρωμαίο.
Και εδώ πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον ευρηματικό και απροσδόκητο δεκαπεντασύλλαβο, ο Μποστ σατιρίζει με το δικό του υπονομευτικό τρόπο τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Ο σουρεαλισμός, ο γνωστός δεκαπεντασύλλαβος, οι ήρωες που μοιάζουν με τα σκίτσα του, η υπόγεια κριτική , είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το έργο να αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα ενός θεάτρου που δεν υπήρξε όμοιο στην Ελλάδα. Αιχμηρός, αληθινός, αλλά και πολύ ευαίσθητος στίχος.
Ο πολυμήχανος σατιριστής Μποστ βάζει δύσκολα στον εαυτό του, εφόσον χρησιμοποιεί ως θεματική αφετηρία του και ως πλαίσιο του μύθου του ένα άλλο έργο, άλλης εποχής, άλλης δραματουργικής πλοκής και υφής και, μάλιστα, τραγικής, όπως είναι και η «Μήδεια».
Διακινδυνεύει κινούμενος στην κόψη του ξυραφιού, καθώς πλέκει το πρωτότυπο Σαιξπηρικό έργο και τα πρόσωπά του με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι στον δικό του μύθο, τον φαινομενικά παράλογο, αλλά στο βάθος του ορθολογικά δομημένο και κριτικά καυστικό, ακριβώς γιατί θέλει να στηλιτεύσει τον σύγχρονο βίο του Έλληνα, του εκτροχιασμένου και εξαιτίας της κατακλυσμιαίας υποκουλτούρας, που σαρώνει τα πάντα.
‘Ήθη, παραδόσεις αιώνων, πολιτιστικές αξίες και τέχνες.
Μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση αποκαλύπτει η παράσταση, μέσα από ένα παιχνίδι σκόπιμης, δαιμόνιας , χιουμοριστικά εύφορης δραματουργικής ασάφειας. Πρόκειται για μια επιτηδευμένη σύγχυση που λυτρώνει τον θεατή από τη σαβούρα της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, αυτής που συντηρεί μελοδραματικές λαϊκίστικες ιστορίες, προκαλεί μαζική αποχαύνωση στη σημερινή Ελλάδα του κακόγουστου διπολικού σκηνικού των «Πράσινων» και «Βένετων».
Τα λογοπαίγνια του Μποστ, δια στόματος των ανεκδιήγητων ηρώων του «σπάνε κόκαλα» με την αιχμηρότητά τους και ευεργετούν τον θεατή με το εύστοχο, ανατρεπτικό τους χιούμορ.
Ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετεί το έργο και το μπολιάζει με πάμπολλα, ευφυή ευρήματα και με φρέσκους στίχους ομοιοκατάληκτους που στηλιτεύουν τη σημερινή επικαιρότητα, ντυμένο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που «γλεντά» την παράσταση με τα τραγούδια του και τη ζωντανή μουσική του.
Ο σκηνοθέτης προσφέρει στο κοινό ένα θέαμα λευτερωμένο από κάθε υποκριτική αναστολή από έναν «εξωφρενικό θίασο», με προεξάρχοντες την έξοχη Υρώ Μανέ, που σκορπά κύματα γέλιου στον ρόλο της Ιουλιέτας και τον πολυτάλαντο Άκη Σακελλαρίου, ως έναν πολυδιάστατο Ρωμαίο, ενώ η σκηνική δράση εμπλουτίζεται σε υπερθετικό βαθμό από τον Γιάννη Ζουγανέλη στον ρόλο της Παραμάνας.
Ακόμη, ο Σπύρος Μπιμπίλας με απίστευτη ενέργεια και μπρίο ως Μερκούτιος, ο απολαυστικός Γιάννης Δρακόπουλος στον ρόλο του αντισυμβατικού Πάτερα Λαυρέντιου, μαζί με τους εξαιρετικούς Δαυίδ Μαλτέζε, Παναγιώτη Γουρζουλίδη, Βασίλη Παπαδημητρίου, Αρετή Πασχάλη και Νίνα Φώσκολου, με το πληθωρικό τους ταλέντο, τον γρήγορο ρυθμό και το χιούμορ, εναλλάσσουν ρόλους με γρήγορα αντανακλαστικά και απογειώνουν το κοινό.
Είναι ένας θίασος υπέροχος, διαρκώς σχολιαστικός, μέσα σ’ ένα σκηνικό «όργιο» της Μαρίας Φιλίππου και της δημιουργικής συνεργασίας της Ιωάννας Καλαβρού με τα κοστούμια της, καθοδηγούμενου κινητικά από την Φαίδρα Νταϊόγλου.
Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Ορισμένα από αυτά είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ιστοσελίδας μας και άλλα μας βοηθούν να παρέχουμε το μέγιστο των υπηρεσιών μας. Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε, τα οποία μπορείτε να αλλάξετε οποιαδήποτε στιγμή.
Αποδοχή
Αλλαγή ρυθμίσεων
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Cookie Box Settings
Απόρρητο
Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας
Επιλέξτε εσείς ποια cookies αποδέχεστε.
Ωστόσο, ορισμένα από αυτά είναι αναγκαία για την σωστή λειτουργία της ιστοσελίδας και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες λειτουργίες να μην είναι πλέον διαθέσιμες. Για πληροφορίες σχετικά με τη διαγραφή των cookies, συμβουλευτείτε τη λειτουργία βοήθειας του προγράμματος περιήγησης.
Μάθετε περισσότερα σχετικά με τα cookies που χρησιμοποιούμε κάνοντας κλικ εδώ
Εδώ μπορείτε να ενεργοποιήσετε ή να απενεργοποιήσετε διαφορετικούς τύπους cookies:
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Αποθηκεύσει τα στοιχεία της σύνδεσης σας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας.
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύει την ρύθμιση προτιμήσεων των cookies
Επιτρέπει τα cookies περιοδικής λειτουργείας
Πιστοποιεί ότι είστε συνδεμένος στον λογαριασμό σας
Αποθηκεύει την επιλεγμένη γλώσσα
Συγκεντρώνει πληροφορίες τι έχετε εισάγει στις φόρμες επικοινωνίας
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Η ιστοσελίδα δεν θα:
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
Η ιστοσελίδα θα:
Remember which cookies group you accepted
Αποθηκεύσει τις ρυθμίσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Αποθηκεύσει την επιλεγμένη περιοχή και χώρα σας
Εντοπίσει τις σελίδες επισκέψεων και την αλληλεπίδραση σας με αυτές
Εντοπίσει την τοποθεσία και την περιοχή σας με βάση την διεύθυνση IP
Εντοπίσει τον χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα
Προσαρμόσει τις πληροφορίες και τη διαφήμιση στα ενδιαφέροντά σας με βάση π.χ. το περιεχόμενο που έχετε επισκεφτεί προηγουμένως
Συγκεντρώσει στοιχεία προσωπικής ταυτοποίησης, όπως όνομα και τοποθεσία.
You must be logged in to post a comment Login