Connect with us

Πολιτισμός

«Οι  Ληστές» του Φρήντριχ Σίλλερ στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Οι -Ληστές»-του-Φρήντριχ-Σίλλερ-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο Σίλλερ ολοκληρώνει τους «Ληστές», το φθινόπωρο του 1780 σε ηλικία 20 ετών. Στην Ελλάδα έχει καθιερωθεί πια η κατά λέξη απόδοση του γερμανικού dieRauber=ληστές, τίτλος που αμφισβητείται, επειδή δεν αποδίδει το νόημα και την ουσία του έργου.

Οι ήρωες  του Σίλλερ είναι τόσο “ληστές”,  όσο ήτανε “κλέφτες” οι Έλληνες ΚΛΕΦΤΕΣ του 1821. Πιο κοντά στο πνεύμα και στο νόημα του έργου θα ήταν η απόδοση στην ελληνική με τον χαρακτηρισμό “οι εξεγερμένοι”, “οι αναρχικοί”, “οι αντάρτες” και όχι “οι ληστές”. Πρόκειται για κείνους που στις λατινογενείς γλώσσες ονομάζονται λιμπερτίνοι, ενώ στα ελληνικά το νόημα αποδόθηκε με τη λέξη  «ελευθερόφρονες».

Όπως μας πληροφορεί ο φίλος του  συγγραφέα, ο Βίλχελμ Πέτερσεν, ο Σίλλερ δεν έγραψε μία κι έξω το έργο. Πριν το ολοκληρώσει σ’ ένα ενιαίο σύνολο, ύστερα  από δεκάδες αλλαγές του κειμένου, δούλευε διάφορες σκηνές και μονολόγους, τους οποίους απήγγελε στους φίλους του είτε στη Σχολή είτε κατά τους περιπάτους τους στα γύρω δάση. Στα τέλη του 1780 έχει ολοκληρώσει το έργο κι είναι πλέον έτοιμο για έκδοση.

Όμως, κανένας εκδότης  δεν έχει προθυμία να το εκδώσει. Τότε,  δανείζεται 150 χρυσά νομίσματα και το εκδίδει ο ίδιος ανώνυμα, τον Ιούνιο του 1781, σε 800 αντίτυπα. Στέλνει εφτά από αυτά στον εκδότη Σβαν, στο Μανχάιμ, ο οποίος αρνείται να το επανεκδώσει, γιατί, όπως εξηγεί:  «το έργο περιέχει σκηνές, τις οποίες εγώ θεωρώ ανάρμοστο να τις πουλάω σ’ ένα έντιμο και ευπρεπές κοινό».

Συνέστησε, όμως,  στον Διευθυντή του Θεάτρου του Μανχάιμ, στον Ντάλμπεργκ, να το ανεβάσει στο θέατρο και ενημέρωσε τον Σίλλερ γι’ αυτό το ενδεχόμενο, τονίζοντάς του  ότι: «πρέπει, πριν από το ανέβασμα, να το καθαρίσεις από τις βρομιές του». Ο Σίλλερ δέχεται να αμβλύνει τις οξύτητες του κειμένου και από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβρη του 1781 διαγράφει, διορθώνει, λειαίνει το έργο και, πλέον, δίνεται η πρεμιέρα στο θέατρο του Μανχάιμ, στις 13 Ιανουαρίου του 1782.

 Υπόθεση

Στο έργο του Φρήντριχ Σίλλερ «Οι Ληστές», ο λόγος και η κίνηση έχουν στοιχεία έπους. Πρόσωπα και βιώματά τους θυμίζουν δομή και πλούτο μυθιστορήματος. Το θεατρικό  έργο φέρνει στον νου μας το  «Γκετς φον Μπέρλιχινγκεν»

του Γκαίτε, τον μακρινότερο “Ριχάρδο τον Γ΄” του Σαίξπηρ και από τους νεότερους τον “Νταντόν” και τον “Βόυτσεκ” του Μπύχνερ.

Η δράση διαδραματίζεται στη Γερμανία τον 18ο αιώνα, μεγάλο μέρος της στο κάστρο του κόμη Μαξιμίλιαν φον Μουρ, στη Φραγκονία, και διαρκεί περίπου δύο χρόνια.

Ο πανάσχημος και ανήθικος Φραντς, εξανίσταται κατά του φεουδαρχικού συστήματος, το οποίο δίνει τίτλους και περιουσία στον πρωτότοκο γιο  Καρλ,  και χρησιμοποιεί τα πάντα.Ψέμα, δωροδοκία, κολακεία, υποκρισία, τρομοκρατία, βία, κυριολεκτικά κάθε μέσο, για να εξοβελίσει τον Καρλ από τα πατρικά αισθήματα και να υποκατασταθεί ο ίδιος στα ωφελήματα του πρωτότοκου.

 Ο ρομαντικός και ελευθερόφρων Καρλ πιστεύει ότι θα εξαλείψει την υποκρισία, τη διαφθορά και την αδικία της κοινωνίας της εποχής του, οργανώνοντας μιαομάδα επαναστατημένων συνομηλίκων του.  Η συμμορία εκτελεί επώνυμους και πλούσιους αξιωματούχους,  ιερωμένους, και εξευτελίζει θεσμούς και εξουσίες.

«Οι ληστές», παίχτηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Εθνικό Θέατρο, κατά την περίοδο του 1867 – 1870, και το 1983 στην παρούσα μετάφραση, της οποίας όμως τις μπαλάντες και μεγάλα τμήματα είχαν αφαιρέσει ο δραματουργός Βέρνερ Χάινιτς και ο σκηνοθέτης Ούβε Χάους, λόγω μεγάλης διάρκειας, όπως είπαν.

 Το ανέβασμα του έργου και πάλι  στο Εθνικό Θέατρο το 1983, επί προεδρίας Κώστα Νίτσου, προκάλεσε συζητήσεις και κριτικές, που παρουσιάστηκαν σε 65 δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και στα περιοδικά της χώρας.

Η υπόθεση, όπως είδαμε,  περιστρέφεται γύρω από τη σύγκρουση δύο αριστοκρατών αδελφών, του χαρισματικού και επαναστάτη Καρλ και του μικρότερου αδερφού του, που συνωμοτεί για να αφαιρέσει τον τίτλο και την κληρονομιά του Καρλ. Το κεντρικό μοτίβο είναι η σύγκρουση μεταξύ λογικής και συναισθήματος και το ουσιαστικό  θέμα  είναι η σχέση μεταξύ νόμου και ελευθερίας.

 Ανάγνωση

Το περιεχόμενο αυτής της τραγωδίας είναι η επαναστατική χειρονομία ενός νεαρού συγγραφέα – ήταν το πρώτο έργο του Φρίντριχ Σίλλερ – ενάντια στην κοινωνία και τις αδικίες της εποχής του, επηρεασμένος από το ρομαντικό κίνημα που είχε ήδη εξαπλωθεί στη Γερμανία. Έτσι, στο έργο συνυπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά της σχολής, που ενθουσίασε τόσο πολύ  τους συγχρόνους του: υπερβολικό πάθος, βαθύς ιδεαλισμός, υπερβολικά συναισθήματα, απίθανες καταστάσεις, επιθυμία του ρομαντικού ήρωα για ελευθερία, μελαγχολία, έρωτας, μοναξιά και θάνατος. Η καλλιτεχνική του αρτιότητα, ως θεατρικό έργο, του έχει δώσει μια αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία.

Ο Σίλλερ εγείρει πολλά ανησυχητικά για την εποχή ζητήματα. Αμφισβητεί τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της προσωπικής ελευθερίας και του νόμου και διερευνά την ψυχολογία της εξουσίας, τη φύση του ηρωισμού και τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ καλού και κακού. Επικρίνει έντονα τόσο την υποκρισία της κυρίαρχης τάξης και της θρησκείας, όσο και τις οικονομικές ανισότητες της γερμανικής κοινωνίας. Διεξάγει, επίσης, μια περίπλοκη έρευνα για τη φύση του κακού.

Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την υπόθεση μεταξύ άλλων από το έργο Σχετικά με την «Ιστορία της Ανθρώπινης Καρδιάς» (1775) του Κρίστιαν Σούμπαρτ. Χρησιμοποίησε ως πρότυπο τη ζωή ενός διαβόητου Γερμανού ληστή, του Νικόλ Λιστ. Μέχρι το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι συμμορίες ληστών δεν ήταν ασυνήθιστες στη Γερμανία.

Αφήγηση φλογερή, αντιπροσωπευτική του αισθητικού κινήματος «Θύελλα και Ορμή», οι «Ληστές» μετουσιώνουν σε τέχνη τις ιδέες ενάντια στην καταπιεστική εξουσία και τον αυταρχισμό. Ένα «επαναστατικό παραμύθι», που αντανακλά το ξέσπασμα της οργής για την κοινωνική αδικία και ανισότητα, θίγοντας ζητήματα διαχρονικά, όπως η σύγκρουση της λογικής με το συναίσθημα, η ασυμμετρία ισχύος μέσα στην κοινωνία, η σχέση του νόμου με την ελευθερία. Χαρακτηρίστηκε σκάνδαλο την εποχή που γράφτηκε, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

 Η παράσταση

Ο Ακύλας Καραζήσης χρησιμοποιεί τη δοκιμασμένη μετάφραση (2014) του πολυβραβευμένου, καταξιωμένου  Γιώργου Δεπάστα   και τοποθετεί τη δράση σε μια άχρονη συνθήκη, θα έλεγα έναν διαχρονικό χώρο, όπου λυμαίνονται τον τόπο ληστές- τρομοκράτες, με επικεφαλής τον Σπήγκελμπεργκ που μοιράζεται σε δυο καλούς ηθοποιούς, τον Χρίστο Νταρακτσή και τη Φωτεινή Τιμοθέου.  Εύρημα, ας πούμε,  και η προσθήκη μιας γυναίκας στην παρέα των ληστών (Χαρά Γιώτα).

Η παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. μοιάζει με  προϊόν της οργής, αυτή που ένας νέος νιώθει στα σωθικά του για την κοινωνική αδικία, νιώθει μια  φλόγα  που τον καίει και τον ωθεί να καταγγείλει το κακό, να «διορθώσει» τον κόσμο και να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Εκείνο, όμως, στο οποίο καταλήγει είναι το τραγικό αδιέξοδο της επαναστατικής δράσης. Ο ήρωας που γίνεται ο «Ληστής», ο Καρλ (ο Γιώργος Κολοβός αποδίδει σωστά το αδιέξοδο αυτό),  που βγαίνει στην παρανομία για να διεκδικήσει το δίκαιο του απλού καταπιεζόμενου ανθρώπου, που «έχει περάσει τον Ρουβίκωνα» κι έχει διαπράξει ύβρη, ώστε  γι’ αυτόν, δεν υπάρχει επιστροφή στην ομαλότητα.

Ο άλλος που μένει πίσω, ο Φραντς (ο Γιάννης Τσεμπερλίδης, υπερβολικός  μέσα στην ιδιοτέλεια και την τιμωρία του), ο παραγκωνισμένος αδελφός που εκμεταλλεύεται την απουσία του  Καρλ, για να οικειοποιηθεί τα του οίκου,  μετατρέπεται σε ένα είδος Κάιν για τον αδελφό του,  βγάζει εκτός μάχης τον πατέρα ( ερμηνεύει η σημαντική ηθοποιός Έφη Σταμούλη τον ρόλο,  ως σκηνοθετική άποψη) για να αποκαταστήσει την αδικία που έχει υποστεί, θα πληρώσει επίσης το τίμημα.

Ο πατέρας  είναι ο εμβληματικότερος χαρακτήρας του έργου, ο οποίος ακροβατεί στο όριο, όπου το γελοίο αγγίζει την τραγωδία. Και η Έφη Σταμούλη τον αποδίδει εξαιρετικά. Ιδίως,  στη σκηνή του ονείρου συγκινεί με την υποκριτική της δεινότητα.

Το μήλο της έριδος που χωρίζει τον Φραντς από τον αδελφό του δεν είναι μόνο η περιουσία, αλλά και η Αμάλια (Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου), ευκίνητη, αεικίνητη, ευέλικτη, τραγικά πιστή και, ίσως, σκοπίμως φάλτσα, παράφωνη στο τραγούδι της, υπαινικτικά ένας  μελωδικός θυμός. Ο «Ληστής», τον οποίο ακολουθεί μια παρέα αμοραλιστική, στυγνή και αυθάδης, έτοιμη και για πράγματα, τα οποία ο ίδιος δεν θα ήθελε, μπορεί να είναι ο άσωτος του Ευαγγελίου, μπορεί να είναι κι ένας «ζηλωτής» ή ακόμα και ένας «Χριστός», τηρουμένων των αναλογιών.

Η παράσταση κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα του τότε και του τώρα. Τον χρόνο του έργου, τον χρόνο του τότε και τον χρόνο του σήμερα, τον χρόνο δηλαδή των ηθοποιών και των θεατών. Το Θέατρο είναι, έτσι κι αλλιώς, ένας σύνθετος και (ακόμη) γοητευτικός αναχρονισμός.

Το σχέδιο του σκηνοθέτη Ακύλλα Καραζήση είναι να αντιμετωπίσει την ποιητική γλώσσα μέσα από μπρεχτικά γκέστους,  δηλαδή  ο  ρεαλισμός του  να  είναι περιγραφικός. Παράδειγμα, η διαμάχη Φράντς και Αμάλιας,  είναι ένα αβυσσαλέο κοντράρισμα, μια αδιάλλακτη πεισματική αναμέτρηση πέρα από  κάθε συμβατικότητα, στημένη σα σελίδα κόμικς και παραγεμισμένη με εξωτερικευμένο ψευδοπάθος. Οι σκηνικές συμπεριφορές των δύο αυτών προσώπων, όπως τις δίδαξε ο σκηνοθέτης, δεν πιστοποιούν ούτε εσωτερικές αντιφάσεις  ούτε μια παραλληλία με τη νοοτροπία των ευγενών. Είναι άκρως βερμπαλιστικές και εξουθενωτικές και για  τους καλούς ηθοποιούς και για το κουρασμένο κοινό.

 Επίσης, η μοιρασιά του αρχιληστή σε δυο στόματα αρσενικού και θηλυκού, δε διεκδικεί οργανική και πολύπλευρη θέση στο δράμα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των δυο καλών ηθοποιών.

 Ο μόχθος που  καταβάλλεται από  όλους  τους ερμηνευτές  για τους  «Ληστές» , έτσι όπως τους θέλησε η σκηνοθεσία, αξίζει να υπογραμμιστεί και σε γενικές γραμμές να επαινεθεί.

 Η υποκριτική δουλειά του  Γιώργου Κολοβού και του  Γιάννη Τσεμπερλίδη στους ρόλους των Κάρλ και Φραντς φον Μουρ αντίστοιχα, βοηθά τα μέγιστα την παράσταση. Είναι ο ένας πόλος, η μία άκρη του νήματος που ξετυλίγει  μέσα στη σιλλερική δίνη, κατακλυσμό οργής και υπεραφθονία αισθημάτων.

Δεύτερος πόλος είναι η συμμορία των ληστών (Χαρά Γιώτα, Κωστής Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος) που, σαν ομαδική κίνηση και σκιτσαρισμένες φυσιογνωμίες,  καταφέρνει να προκαλέσει θερμά ρεύματα και εντάσεις.

  Ο Γιώργος Κολοβός παίζει έναν Καρλ εξαγριωμένο,  που  η κακότητα, η προδοσία, η αδικία του αδερφού και ο αδυσώπητος μηχανισμός της εξουσίας,τον ωθούν   στην  απελπισία και την αλαζονεία ν’ ανοίξει μόνος με το σπαθί του τον δρόμο της δικαιοσύνης. Ακραίος, εγωπαθής, μανιασμένος, έχοντας την πεποίθηση του ελεύθερου νου, που πιστεύει σε αξίες, αλλά και φτάνει στην αγριότητα, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο ακέραιος, αμόλυντος προορισμός,  λάθεψε.

 Μια αρνητική όψη του ιδίου νομίσματος, είναι ο δολοπλόκος, υποκριτής, στυγνός φονιάς, ο Φράντς του ταλαντούχου  Γιάννη Τσεμπερλίδη. Μια αράχνη μπερδεμένη στον ιστό των μηχανορραφιών της.

 Η μετάφραση του καθηγητού Γιώργου Δεπάστα δικαιώνει το πρωτότυπο.

 Στα αδιάφορα της παράστασης τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά, μια αλέα από χριστουγεννιάτικα δένδρα κι ένας γκρίζος φουτουριστικός, άχαρος όγκος, ως κάστρο, τα παρδαλά, περίεργα, ακαθόριστα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, οι  σκοτεινοί φωτισμοί  της  Μαριέττας  Παυλάκη.  Ενδιαφέρουσα η μουσική σύνθεση της Λόλας Τότσιου.

 Αν  ζούσε στις μέρες μας ο Σίλλερ, το πιθανότερο θα ήταν να βάλει τον Καρλ και τη συμμορία του να ρίχνει  βόμβες Μολότοφ , να ληστεύει Τράπεζες και να προβαίνει σε απαγωγές. Επειδή αυτή η «επαναστατημένη» νεολαία κάνει ανταρσία και όχι επανάσταση.

Ο σκηνοθέτης Ακύλλας Καραζήσης δήλωσε πρόσφατα  πώς είδε αυτό  το έργο :  «Είναι μια οικογενειακή τραγωδία από τη μια, που είναι πολύ κλασσικό θέμα, όπως είναι οι Ατρείδες, ο Θηβαϊκός κύκλος ή ο Οιδίποδας και από την άλλη υπάρχουν οι ληστές, η εξέγερση. Ο άσωτος υιός, ο οποίος από ελευθεριακός φοιτητής, που στη δική μας τη γενιά θυμίζουν πολλά πράγματα, γίνεται ληστής, κοινωνικός ληστής, κάτι σαν τον Ρομπέν των Δασών ή όπως ήταν κάποιοι κλέφτες το 1821. Έτσι δημιουργείται και ένα κοινωνικό αίτημα, ένα ζήτημα εξέγερσης, επανάστασης, αμφισβήτησης.

Ακόμη και για την κακία υπάρχει κάτι μακιαβελικό, με την έννοια την αναγεννησιακή. Είναι η ανατομία της καλής πράξης που, όταν την ανατέμνεις, βλέπεις ότι συμπεριλαμβάνει μια κατανόηση και έναν ορθολογισμό. Αναρωτιέσαι για τη συγγένεια: Γιατί είναι ιερή η συγγένεια; Γιατί είναι ιερή η σχέση πατέρα γιού;

 Υπάρχει, δηλαδή, μια αμφισβήτηση της ηθικής και συγχρόνως το αίτημα της καταπολέμησης της αδικίας από τη μεριά των ληστών. Όλα αυτά μπερδεμένα με πολλά προσωπικά ζητήματα, με πολλές σάλτσες και πράγματα που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Είναι ένα έργο τεράστιο, το οποίο το έχω κόψει πάρα πολύ για να παίζεται στη σημερινή εποχή σε δύο ώρες».

 Επίλογος

Ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι παρακολούθησε την παράσταση αυτού του έργου στη Μόσχα, όταν ήταν μόλις δέκα ετών. Το έργο είχε ισχυρό αντίκτυπο πάνω του: «Όταν ήμουν γύρω στα  δέκα, είδα μια παράσταση των «Ληστών» του Σίλλερ στη Μόσχα, με τον Μοτσάλοφ, και μπορώ να σας πω ότι η τεράστια εντύπωση που μου έκανε τότε άσκησε  γόνιμη επιρροή στο πνευματικό μου σύμπαν».

 Το αναφέρει στους «Αδελφούς Καραμάζοφ», όπου Ο Φιοντόρ Καραμάζοφ συγκρίνει τον εαυτό του με τον κόμη φον Μουρ, ενώ τον μεγαλύτερο γιο του, Ντμίτρι, με τον Φραντς Μουρ και τον Ιβάν Καραμάζοφ με τον Καρλ Μουρ.

Το έργο αναφέρεται,επίσης, στο πρώτο κεφάλαιο της «Πρώτης αγάπης του Ιβάν Τουργκένιεφ» και εν συντομία στο κεφάλαιο 28 της «Τζέιν Έιρ» της Σαρλότ Μπροντέ.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης

Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική σύνθεση: Λόλα Τότσιου

Επιμέλεια Ομαδικής Κίνησης: Ηλέκτρα Καρτάνου

Φωτισμοί: Μαριέττα Παυλάκη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάρα Τσικάρα

Βοηθός Σκηνογράφου & Ενδυματολόγου: Σόνια Καϊτατζή

Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδωράκη,

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Ληστές (Σβάιτσερ, Ρόλλερ, Σούφτερλε, Γκριμ): Χαρά Γιώτα, Κωστής Καπελλίδης, Φαμπρίτσιο Μούτσο, Γιάννης Σύριος

Σπήγκελμπεργκ: Χρίστος Νταρακτσής, Φωτεινή Τιμοθέου

Μαξιμίλιαν φον Μορ: Έφη Σταμούλη

Φραντς φον Μορ: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Καρλ φον Μορ: Γιώργος Κολοβός

Αμάλια: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

Χέρμαν: Μάρα Τσικάρα

Μπαλαντέρ (Περιπλανώμενη): Ηλέκτρα Καρτάνου

Το παιδί (Μαργαρίτα): Λωξάνδρα Λούκας

Μουσικοί επί σκηνής: Αλίκη Μάρδα (βιολοντσέλο), Κατερίνα Ταντανόζη (τρομπέτα)

Το τραγούδι της Αμάλια είναι αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού πάνω σε ένα κέλτικο σκοπό.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ευχαριστεί τους συντελεστές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων

Το-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας-ευχαριστεί-τους-συντελεστές-του-69ου-Φεστιβάλ-Φιλίππων

Το 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων ολοκλήρωσε τη φετινή του διαδρομή, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στις καλοκαιρινές μας νύχτες. Έχοντας ως κεντρικό άξονα τη «Μεταμόρφωση», η φετινή διοργάνωση μετατράπηκε σε ένα ανοιχτό εργαστήριο ιδεών, συναισθημάτων και καλλιτεχνικής αναζήτησης, αποδεικνύοντας στην πράξη πως η δύναμη της τέχνης και της δημιουργίας μπορεί πραγματικά να μεταμορφώσει την καθημερινότητά μας.

Η επιτυχία αυτής της διαδρομής δεν θα ήταν δυνατή αν δίπλα μας, σε όλο το ταξίδι αυτής της μεταμόρφωσης, δεν είχαμε ανθρώπους που με τη συμβολή και τη στήριξή τους έδωσαν μορφή και πνοή στο όραμά μας.

Ο Πρόεδρος κ. Αρχέλαος Γρανάς, το Διοικητικό Συμβούλιο, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια κ. Εύα Οικονόμου – Βαμβακά και οι εργαζόμενοι του θεάτρου ευχαριστούμε θερμά όλο τον κόσμο που αγκάλιασε με τη συγκινητική παρουσία του το σύνολο των εκδηλώσεων. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, οφείλουμε ένα τεράστιο ευχαριστώ στους ανθρώπους που με την προσφορά τους κάνουν κάθε χρόνο δυνατή την ύπαρξη αυτού του ιστορικού θεσμού.

Αρχικά, ευχαριστούμε τους εθελοντές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων που για μια ακόμη χρονιά στάθηκαν συγκινητικά κοντά μας, προσφέροντάς μας την πολύτιμη βοήθεια αλλά και τον χρόνο τους.

Ευχαριστούμε επίσης τον Δήμο Καβάλας που χρηματοδότησε το σύνολο των δράσεων του Φεστιβάλ και το Υπουργείο Πολιτισμού, με την υποστήριξη του οποίου πραγματοποιήθηκε το 10ο Διεθνές Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος.

Ευχαριστούμε ακόμα την Αρχαιολογική Υπηρεσία Καβάλας και ιδιαίτερα τους αρχαιοφύλακες που ξενύχτησαν μαζί μας, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Καβάλας, το ΕΚΑΒ, την Αστυνομική Διεύθυνση και την Τροχαία Καβάλας, τον Αστυνομικό Σταθμό Κρηνίδων, το Περιφερειακό Τμήμα Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Καβάλας και τη γιατρό κ. Τεστέμπαση Κυριακή, που σε όλες τις παραστάσεις παρείχαν αφιλοκερδώς τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.

Παράλληλα, ευχαριστούμε τους χορηγούς μας: τη Βιομηχανία Σωλήνων Πολυαιθυλενίου ΒΕΗ, αλλά και τους χορηγούς επικοινωνίας μας ΕΡΤ3, ΕΡΤ Καβάλα, Cosmote TV, Εφημερίδα των Συντακτών, culturenow.gr, in2life.gr, INFOWOMAN, KOITAMAGAZINE, CUE, viewtag.gr, για την έμπρακτη υποστήριξή τους. Ευχαριστούμε, τέλος, συνολικά όλα τα ΜΜΕ και τον δημοσιογραφικό κόσμο, που συνέβαλαν ουσιαστικά με τον χρόνο και τον χώρο που μας διέθεσαν στη φετινή επιτυχία της μεγάλης αυτής διοργάνωσης.

Κι επειδή πίσω από κάθε παράσταση κρύβεται η ουσιαστική συμβολή ξεχωριστών ανθρώπων, ευχαριστούμε το διοικητικό (Τόνια Μανάλη, Έφη Πριμικυρλίδου, Βέρα Λαζαρίδου, Χρύσα Πουρτουλίδου, Χριστίνα Μπέζα, Στέισι Χίντρι, Ολυμπία Σουγκάρη, Γιώτα Δημητριάδη, Σταυρούλα Σαββίδου, Λιλή Νταλανίκα) και το τεχνικό (Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Παναγιώτης Λαζαρίδης, Δημήτρης Χατζόπουλος) προσωπικό του ΔΗΠΕΘΕ, που στήριξε με τις ιδέες και την ενέργειά του το σύνολο των δράσεων.

Ευχαριστούμε επίσης την εταιρεία Toucan Advertising Agency, η οποία διαχειρίστηκε φέτος την προβολή του Φεστιβάλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Studio Hervik, που κατάφερε να “μεταμορφώσει” τις ιδέες μας σε εικόνα, δίνοντας στο φετινό Φεστιβάλ μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα.

Και φυσικά, ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας όλους τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν στις παραγωγές μας και μεταμόρφωσαν τη σκηνή καταθέτοντας την ψυχή και το μυαλό τους. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτούς.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στην καινοτομία που εφαρμόστηκε για δεύτερη φορά φέτος στο Φεστιβάλ: την προσθήκη ελληνικών και αγγλικών υπερτίτλων στις παραστάσεις του Αρχαίου Θεάτρου Φιλίππων. Με αυτόν τον τρόπο, οι παραστάσεις έγιναν πιο προσιτές σε όλους, τόσο στους ξενόγλωσσους επισκέπτες όσο και στο ευρύτερο ελληνικό κοινό, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και την προσβασιμότητα του θεσμού. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την πολύτιμη συμβολή του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας και της προϊσταμένης της Σταυρούλας Δαδάκη, της αρχιτέκτονος μηχανικού Μιχαήλας Πλιαπλιά, καθώς και την άρτια συνεργασία με τους Αθανάσιο Βαλαβάνη, Βύζικας Σκαλωσιές και Supertitles.gr. Στο πλαίσιο αυτό, ευχαριστούμε επίσης τους Παναγιώτη Λαζαρίδη και Στέλα Δημητριάδη, που ανέλαβαν τη διαχείριση των υπερτίτλων.

Ευχαριστούμε θερμά τον Φωτογραφικό Όμιλο Καβάλας και τα μέλη του, που με τη δημιουργική τους ματιά συνέβαλαν στη σύνθεση της Εικαστικής & Ηχητικής εγκατάστασης με τίτλο «Μεταμορφώσεις: και δεν ξανακυνήγησα ποτέ μου», δίνοντας μια ξεχωριστή αισθητική διάσταση στη φετινή μας θεματική.

Η αυλαία του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων πέφτει, αφήνοντας τη διαδρομή της φετινής μεταμόρφωσης να αντηχεί ακόμα μέσα μας και να αφήνει ένα βαθύ, ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές μας. Γεμάτοι από τη μαγεία αυτού του ετήσιου ταξιδιού και με την εμπειρία αυτού του «μικρού θαύματος» ως πυξίδα, σας αποχαιρετάμε και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη χρονιά -έτοιμοι να ανακαλύψουμε μαζί νέους, ακόμα πιο μακρινούς ορίζοντες.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα

Ματαιώνεται-η-συναυλία-της-Μάρθα-Φριντζήλα

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα

Η συναυλία «Μάρθα Φριντζήλα The Kubara Project + Kalogeraki Bros» που ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, ματαιώνεται για λόγους ανωτέρας βίας σύμφωνα με ανακοίνωση της παραγωγής, όπως αναφέρεται παρακάτω:

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Βρισκόμαστε στην δυσάρεστη θέση να ακυρώσουμε την προγραμματισμένη συναυλία της Μάρθας Φριτζίλα για την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου στο Αρχαίο θέατρο Φιλίππων για λόγους ανωτέρας βίας της παραγωγής.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί ηλεκτρονικά έχουν ήδη ακυρωθεί και θα επιστραφούν τα χρήματα στις κάρτες από τις οποίες αγοράστηκαν.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί από τα φυσικά σημεία προπώλησης θα επιστραφούν στα σημεία από όπου αγοράστηκαν.
Περισσότερες πληροφορίες στα info@flashlive.gr και στο τηλέφωνο 2610 223443
Ευχαριστούμε για την κατανόηση,
Flash live Events

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ελκυστικές οι «Βάκχες» του Ευριπίδη από τον Javor Gardev  στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων

Ελκυστικές-οι-«Βάκχες»-του-Ευριπίδη-από-τον-javor-gardev- στο-69ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Στο πέρασμα των χρόνων, λίγο ως πολύ, τις σωζόμενες αρχαιοελληνικές τραγωδίες ο σύγχρονος θεατής μπορεί να τις καταλάβει. Αλλά αυτούς τους «ήρωες» των «Βακχών» του Ευριπίδη, αυτόν τον θεό Διόνυσο που έρχεται να επιβάλει τη λατρεία του, αυτόν το βασιλιά της Θήβας Πενθέα, που αντιτίθεται στη νέα λατρεία και διώκει τον «Προφήτη» και τους οπαδούς της, αυτή τη βασιλομήτορα Αγαύη, που λυσσομανάει με τις άλλες μαινάδες στον Κιθαιρώνα και, εντέλει, κατασπαράζει τον ίδιο της το γιο, τον Πενθέα, αυτά τα αλλόκοτα πρόσωπα μιας ανοίκειας ιστορίας -σε αντίθεση με τα «ανθρώπινα» θέματα των περισσότερων άλλων τραγωδιών- πώς τα αντιμετωπίζει ο σύγχρονος θεατής;

Με απλά λόγια, ποιο είναι το «νόημα» αυτού του μυστήριου έργου, που έβαλε τελεία και παύλα στην αρχαία ελληνική τραγωδία, κλείνοντας τόσο τη ζωή του δημιουργού της, του Ευριπίδη (406 π.Χ.) όσο και τον Χρυσό Αιώνα της ελληνικής αρχαιότητας;

Τι είναι οι «Βάκχες»; Απλώς, δραματική αξιοποίηση ενός μύθου; Ποιητική σύνοψη του βίαιου χρονικού της επέλασης κάθε νέας θρησκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας; Φιλοσοφική πραγματεία, εν είδει θεατρικού έργου, πάνω στη σχέση του ανθρώπου με το θείο; Καυστικό σχόλιο ενός αβόλευτου πνεύματος, όπως ο Ευριπίδης, πάνω στις ακραίες τάσεις της εποχής του; Στοχαστική καταβύθιση σε υπαρξιακά, ερωτήματα;

Ναι, στις «Βάκχες» πρέπει να σκάψει κανείς λιγάκι για να νιώσει, να έρθει σε στιγμιαία έστω επαφή με ένα « άλλο ρίγος ». Και πολύ σπάνια τον βοηθάει μια παράσταση. Διότι, απλούστατα, οι «Βάκχες» σπάνε κόκκαλα και πολύ δύσκολα πετυχαίνει μια παράσταση, μαγευτικό αποτέλεσμα.

Να όμως που το φετινό ανέβασμα των «Βακχών» προσφέρει μια ανάγνωση, η οποία όχι μόνο «διαβάζει» με καθαρότητα το έργο, κατορθώνοντας μάλιστα να διασώζει και την ποίησή του, αλλά κοσμείται και με άλλα επιτεύγματα.

Η σκηνοθεσία του Javor Gardev ακολουθώντας ένα «τελετουργικό» ύφος, συνέθεσε σε αρμονικό όλον τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, χορογραφία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς.

Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονός, την εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα.

 Όταν έγραφε ο Ευριπίδης το έργο στη Μακεδονία, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν και μόνο η θύμησή του επιζούσε, σε μυθική μορφή.

Η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολύμπιων θεών, ενώ οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση, δρούσαν ακόμα με άλλες μορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη.

Οι Βάκχες είναι η κατεξοχήν τραγωδία για το συλλογικό ασυνείδητο του διονυσιακού κόσμου. Ο Ευριπίδης ενορχηστρώνει αριστοτεχνικά την έλευση ενός νέου Θεού, ο οποίος διεκδικεί την αποδοχή και την λατρεία σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει και να εξισορροπήσει την ζωώδη με την έλλογη φύση του ανθρώπου.

Ο Θεός Διόνυσος, γιος του Δία και της Σεμέλης, επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Θήβα, προκειμένου να διδάξει την ιερή βακχεία στην πόλη του. Βρίσκοντας αντίσταση από την Αρχή της πόλης, τον ξάδελφό του Πενθέα, ξεσηκώνει τις γυναίκες της πόλης σε μια ιερή τρέλα, την Βακχεία, προκειμένου να δείξει την δύναμή του.

Ο Πενθέας τον συλλαμβάνει, προσπαθώντας να επιβάλει τη δύναμή του και να φυλακίσει έναν θεό. Ο Θεός όμως έχει ήδη παρακινήσει τις Βάκχες του στον Κιθαιρώνα, όπου μέσα στην ιερή φύση εκείνες κάνουν θαύματα, αποδεχόμενες τη διάσταση της φύσης του ανθρώπου.

Η εκδίκηση του Θεού έρχεται σαν κεραυνός του Δία που είχε κατακάψει την μητέρα του Σεμέλη. Παρασυρμένος από τη δίψα του να μην αποδεχτεί τον θεό, ο Πενθέας μεταμφιεσμένος ανεβαίνει στον Κιθαιρώνα προκειμένου να δει με τα ίδια του τα μάτια το μελωδικό μεθύσι των Βακχών και τα θαύματα που κάνουν.

Εκεί, όμως, τον κατασπαράσσει ζωντανό η ίδια η μητέρα του, Αγαύη, νομίζοντας ότι είναι νεαρό λιοντάρι. Ο Διόνυσος, θριαμβευτής επιβάλλει τη δύναμή του στη Θήβα, η οποία τον λατρεύει σαν θεό και θεραπευτή.

Φέρνοντας για πολλοστή φορά τους συμπολίτες του αντιμέτωπους με τις ανθρώπινες συμπεριφορές που στηλίτευε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνθέτει μια τραγωδία – από τις λίγες που έχουν ως αντικείμενο τον θεό Διόνυσο – για τη σύγκρουση του θεού με τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη αρετή και αγριότητα, τη σύνεση και την πλάνη, το λογικό και το άλογο. Για τον Ευριπίδη, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τα κτηνώδη ένστικτά του, όταν η βαρβαρότητα ξυπνά μέσα του με λύσσα, κάθε κοινωνική συνύπαρξη ακυρώνεται, ακόμα κι αν πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνίας, τη σχέση μάνας-παιδιού.

Είναι η βία που σημαίνει το τέλος της πόλης-κράτους των Αθηνών. Και καθώς η τραγωδία καταπιάνεται με την ουσία της ανθρώπινης ταυτότητας, πολιτικής ή ατομικής, με το τέλος αυτής της τελευταίας, οι Βάκχες καθίστανται -από πολλές απόψεις- ένα δράμα για τον θάνατο της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας.

Οι Βάκχες, έρχονται στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος «The Tiger Lillies» , οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.

Σοφή επιλογή. Έχοντας το εκπληκτικό αγγλικό συγκρότημα, με τη διεθνή ακτινοβολία, στη σκεπή της σκηνής να επιβάλλουν τη δική τους θεατρικότητα, δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες, δεύτερης επιλογής συμπληρωματικές θεατρικότητες. Η μουσική δημιουργεί το τοπίο μέσα στην παράσταση, μας και ο λόγος χτίζει πνευματικές εικόνες που θα το κατοικήσουν.

Ο θίασος του Διόνυσου παραμένει κυρίαρχος στη σκηνή και τα μέλη του κρατούν με πίστη τον θύρσο της μαρτυρίας του.

Ο ίδιος ο Χορός, που με τη χορογραφία της Uršula Teržan αποκαλύπτει ένα θεατρικό όργανο εξαιρετικά δουλεμένο, με πειθαρχία, εσωτερικό ρυθμό και έντονη σωματικότητα, αποκαλύπτει επίσης κι έναν συλλογικό οργανισμό που αναπνέει με ελευθερία στον χώρο, έχει μεν διονυσιακά στοιχεία, αλλά εκπέμπει και μια εσωτερική, στατική ενέργεια.

Η παράσταση δεν περιορίστηκε στην ορχήστρα ούτε αντιμετώπισε το φυσικό τοπίο ως ένα όμορφο σκηνικό. Αντίθετα, αξιοποίησε κάθε στοιχείο του χώρου, μετατρέποντας το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων σε τόπο, όπου ο μύθος φαινόταν να επιστρέφει στη φυσική του κατοικία και αυτή η επιλογή της κίνησης των Βακχών δίπλα στο κοινό, στις σκάλες και στα διαζώματα, μεταφέρει την ατμόσφαιρα των μαινάδων στο κοίλο, ενώ εντάσσονται στο ίδιο αισθητικό σύμπαν, καθώς συνομιλούν οργανικά τόσο με τον βακχισμό όσο και με το σκοτεινό καμπαρέ των Tiger Lillies.

Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι εκθαμβωτικά, καθώς δίνουν μια αλλόκοτη μορφή στις Βάκχες, κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο ζωώδες.

Και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία της σκηνοθεσίας. Οι απότομες μεταβάσεις από τις θερμές στις ψυχρές τονικότητες, από το κίτρινο στο βαθύ κόκκινο, σηματοδοτούν τις συνεχείς μεταπτώσεις του έργου από τη γοητεία στην απειλή, από τη μέθη στη βία, από την απολλώνια διαύγεια στη διονυσιακή έκσταση.

Αδιευκρίνιστη παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης η πρόθεση ανάδειξης της τραγικότητας στην πρόταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Cardev (οι μεταμορφώσεις περιορίζονται σε ένα κλουβί που αλλάζει τα πρόσωπα που φιλοξενεί) και, εγκαταλείποντας την κανονικότητά μιας κλασσικής παράστασης, μένουμε στο θέαμα ενός μιούζικαλ, ενός σόου -υψηλών- προδιαγραφών.

Σ’ αυτή τη φιλοσοφία τον κύριο λόγο έχουν οι The Tiger Lillies, που χτίζουν το προφίλ του εγχειρήματος με τις προδιαγραφές δρώμενου σε καμπαρέ, σε τσίρκο, σε περφόρμανς με ήρωες-μαριονέτες ή θύτες και θηράματα. Δρουν σε ένα σκηνικό με κάγκελα, σε μια «μάχη» -προφανώς- με τη μοίρα, προσπαθώντας να την ανατρέψουν. Παράδειγμα, η εικόνα του «εγκλωβισμένου» Πενθέα στο κλουβί -εκεί που λίγο πριν είχε οδηγηθεί ο Διόνυσος- και οι ορεγόμενες Βάκχες που τον καρτερούν.

Στη συνθήκη αυτή ο Διόνυσος (Leonid Yovchev) καταφτάνει, για να συντονίσει την εξέλιξη από τις κερκίδες, αγέρωχος, επιβλητικός, εκθαμβωτικός. Και είναι καλός ως καθοδηγητής των Βακχών του, ως φαινομενικό θύμα του Πενθέα αρχικά, ως διαχειριστής του αργότερα, ως θεός που φέρει τη λύση, στο τέλος.

Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η εξαιρετική Λουκία Μιχαλοπούλου, ως Αγαύη, που, από στοργική μητέρα γίνεται μανιασμένη δολοφόνος του παιδιού της και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μια μάνα που θρηνεί για την τραγική απώλειά του.

Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά – πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών – εθών, των νόμων και της αυτοεικόνας μας.

Τον ρόλο του θεού Διόνυσου ερμηνεύει ο Βούλγαρος ηθοποιός Λεονίντ Γιόβτσεφ, ένας από τους πιο χαρισματικούς και τολμηρούς πρωταγωνιστές της γενιάς του, γνωστός για τις καθηλωτικές του ερμηνείες και συχνά αποκαλούμενος ως το «enfant terrible» του βουλγαρικού θεάτρου.

Τον ρόλο του Κάδμου ενσαρκώνει ο πολύ καλός Αλέξανδρος Μυλωνάς, με τη θαυμάσια του αγγλική προφορά.

Ο υπερταλαντούχος Μιχάλης Ταμπακάκης είναι ένας συγκλονιστικός Πενθέας και, μάλιστα, στην Αγγλική γλώσσα, ο οποίος από ισχυρός βασιλιάς και γενναίος άνδρας μετατρέπεται σε ευάλωτη προσωπικότητα και καταδικασμένη γυναίκα που καταλήγει θύμα. Η σκηνή με την αναμέτρηση Πενθέα- Διόνυσου, συναρπαστική.

Ο εντυπωσιακός δωδεκαμελής Χορός των Βακχών, που δρουν κυρίως υπό τους ήχους των Tiger Lillies, το πρόσημο είναι θετικότατο, επειδή είναι άριστα συντονισμένες ταλαντούχες γυναίκες, ρυθμικές, που χορεύουν, τραγουδούν -το προσκλητήριο θανάτου (come, come…) εκρηκτικό, σαν κάλεσμα σε λαϊκό πανηγύρι- μπλέκονται με τον ερωτιάρη Διόνυσο αλλά και με το κοινό, θυμίζουν περιφερόμενα ξωτικά, όπως στα παραμύθια και χειροκροτούνται από το κοινό επάξια.

Οι «The Tiger Lillies», υπογράφοντας και εκτελώντας ζωντανά τη μουσική, ενσωματώνονται στη δράση ως σκοτεινοί τροβαδούροι, με τις μορφές τους να αντλούν έμπνευση από το διονυσιακό σύμπαν. Αυτή η συνέργεια μεταξύ των θεατρικών οργανισμών, των ηθοποιών και της ζωντανής μουσικής δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που αμφισβητεί τις βεβαιότητες της λογικής. Επί της ουσίας, η παράσταση στήθηκε από αυτούς, για αυτούς και το κοινό απολαμβάνει το σχέδιο.

Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης: «Οι Βάκχες είναι εκείνη η τραγωδία που φτάνει πιο μακριά από κάθε άλλη στο ενδιαφέρον για τις ανορθολογικές παρορμήσεις και την παραφροσύνη. Τόσο μακριά, που αποδεικνύεται επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη και για τους θεατές, οι οποίοι καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τους βαθύτερους και ισχυρότερους φόβους τους».

 Πρόκειται για μια δυνατή, ολοκληρωμένη προσπάθεια όλων των συντελεστών, με προσοχή σε λεπτομέρειες που δείχνουν σεβασμό και μελέτη πάνω στο έργο του Ευριπίδη και, εν γένει, στο αρχαίο θέατρο, όπως η τιμή του Διονύσου πάνω στη «θυμέλη», στον βωμό, στο κέντρο της ορχήστρας. Σκηνοθετικά, ο Γκάρντεφ υπηρέτησε την πρότασή του μέχρι το τέλος.

Πιστεύω ότι το πλήθος που συνέρρευσε στα ανοικτά θέατρα για αυτές τις «Βάκχες» είχε δυνατά κίνητρα. Τους Tiger Lillies, αλλά και τη σύμπραξη δυο κρατικών θεάτρων: του Εθνικού Θέατρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Κρατικού Θέατρου Βορείου Ελλάδος.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται το καλοκαίρι και μέχρι τον Οκτώβριο, σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Ευριπίδης

Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson

Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος

Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova

Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev

Σκηνοθεσία: Javor Gardev

Μουσική: Martyn Jaques

Live επί σκηνής: The Tiger Lillies (Martyn Jaques, Adrian Stout, Budi Butenop)

Σκηνικά: Nikola Toromanov

Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Χορογραφία: Ursula Terjan

Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Δραματουργική ανάλυση: Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Pavlina Dublekova

Βοηθός σκηνοθέτη: Liuba Todorova

Διεύθυνση σκηνής: Bogdan Dimitrov

Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Ρίτα Σίσιου

Social Media: ΆποψηΔημήτρης Κοντογιάννης

Διανομή

Leonid Yovchev (Διόνυσος)

Samuel Finzi (Τειρεσίας)

Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κάδμος)

Λουκία Μιχαλοπούλου (Αγαύη)

Μιχαήλ Ταμπακάκης (Πενθέας)

Ivan Youroukov (Αγγελιαφόρος Α’)

Martin Dimitrov (Αγγελιαφόρος Β’)

Ivan Nikolov (Δούλος)

Ραψωδοί (The Tiger Lillies)

Μεσαίος — Martyn Jacques

Aιθέριος — Adrian Stout

Χθόνιος — Budi Butenop

Χορός των Βακχών:

Kremena Slavcheva

Ξένια Γραμματικού

Δανάη Σταματοπούλου

Αλεξάνδρα Γαϊδατζή

Nadya Keranova

Νεφέλη Ανθοπούλου

Ελένη Θυμιοπούλου

Alexandra Svilenova

Αγγελική Κιντώνη

Ζωή Ευθυμίου

Ευθυμία Δανιηλίδου

Πολυξένη Σπυροπούλου

Συμπαραγωγή του «Ιβάν Βάζοφ» Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ Πολιτιστική

Στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα