Connect with us

Πολιτισμός

Κώστα Μουρσελά: «Εκείνος κι Εκείνος» σε καλοκαιρινή περιοδεία!

Κώστα-Μουρσελά:-«Εκείνος-κι-Εκείνος»-σε-καλοκαιρινή-περιοδεία!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ο  Κώστας Μουρσελάς έγραψε μια σάτιρα, όπου δύο απλοί άνθρωποι του δρόμου, σατιρίζουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και προσπαθούν με σχόλια, απόψεις, συζητήσεις να κατανοήσουν τον παραλογισμό και τον προβληματισμό που διέπουν την ελληνική πραγματικότητα και κατ΄ επέκταση, τη διεθνή.

Είναι σαν δύο κλασικοί «Ρωμιοί», που προσπαθούν να καταλάβουν συμπεριφορές και δοξασίες.  Πρωταγωνιστές είναι  ο Λουκάς και ο Σόλων. Είναι απροσάρμοστοι της ζωής, δύο συμπαθητικοί αλήτες. Μένουν εκτός των τειχών και εκτός των αγαθών που τους προσφέρει η σύγχρονη κοινωνία. Τα αρνούνται όλα για να μπορέσουν να διατηρήσουν την εσωτερική τους ελευθερία.

Σ’ αυτούς τους δύο συναντάμε στοιχεία Αριστοφάνη, Καραγκιόζη, βωβού κινηματογράφου και τσίρκου. Άρχισε να παρουσιάζεται με την μορφή αυτοτελών επεισοδίων στην τηλεόραση, το 1972. Έγινε μεγάλη επιτυχία με τον Λουκά και τον Σόλωνα να αποκτούν εμβληματική θέση και να συμβολίζουν, με τον δικό τους τρόπο, τον πόθο για δημοκρατία και ελευθερία. Έκτοτε ανεβαίνει διασκευασμένη ιστορία  ως θεατρική παράσταση, συχνά -πυκνά.

Το φημισμένο, λοιπόν,  εμβληματικό έργο του Μουρσελά  «Εκείνος κι Εκείνος» είναι ένας ύμνος στην ποιητική αλητεία, στην παράλογη λογική σκέψη και στο ελεύθερο χιούμορ. Ένα έργο που συγγενεύει με το θέατρο του παραλόγου και με την επιθεώρηση, μα πάνω απ’ όλα, με την σατιρική – σκεπτόμενη κωμωδία. Μία κωμωδία “αναρχική” – “αλήτικη” – “ανατρεπτική”. Μία κωμωδία υπεράνω σκέψεων, υπεράνω καταστάσεων, υπεράνω λογικής.

Στη φρέσκια  παράσταση, που σκηνοθέτησε ο Αλέξανδρος Ρήγας,  Ο Λουκάς (Γιώργος Κωνσταντίνου) και ο Σόλων (Λεωνίδας Κακούρης), οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές του έργου, είναι δύο σοφοί περιπλανώμενοι μποέμ τύποι,  που θέλουν να είναι ελεύθεροι και τίποτα να μην τους εμποδίζει στο ταξίδι της ελευθερίας τους.

 Ο Λουκάς και ο Σόλων, μέσα από αυτή την περιπλάνηση  στους δρόμους της πόλης, αντιμάχονται ιδέες, περιουσίες, ανθρώπους και θεούς. Δύο ουσιαστικά περιθωριακοί  άστεγοι, δύο πολίτες ενεργής σκέψης, δύο άνθρωποι συνειδητά εκτός συστήματος, που σατιρίζουν, σαρκάζουν και αυτοσαρκάζονται και θέτουν ερωτήματα για όλα αυτά που τους καίνε τον εγκέφαλο στην καθημερινότητα και στην αιωνιότητα.

 Δύο αληθινά αναρχικοί, που δε δέχονται κανενός είδους εξουσίας. Ακολουθούν τους δρόμους της πόλης και όχι τα φώτα της. Αντιθέτως, τα φώτα τα αγνοούν,  σπάνε τα στερεότυπα, σπάνε την καθεστηκυία τάξη, σπάνε «το αυγό», όπως οι ίδιοι ονομάζουν το σύστημα, σπάνε και τα νεύρα… τα δικά τους και των άλλων. Σατιρίζουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας και κυρίως διερωτώνται και για τα «καλώς κείμενα» αν είναι όντως «καλώς κείμενα»!

Ο Σόλων είναι μορφωμένος, έξυπνος και βρίσκει λύσεις για κάθε πρόβλημα. Ο Λουκάς είναι ένας απλός άνθρωπος, κάποτε ρολογάς, που δεν μπορεί να λύσει μόνος του τα προβλήματά του. Δικαιούσαι  να τον πεις βραδύνοα  ή αφελή. Μερικές φορές λέει κάποια λογικά  πράγματα  και, σύμφωνα με τον Σόλωνα, δείχνουν ότι σκέφτεται. Έχει την ανάγκη να είναι πάντα μαζί με τον Σόλωνα. Η ζωή του είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή του φίλου του. Έχουμε έναν άνθρωπο που είναι δοσμένος στον άλλον, αλλά αυτό του αρέσει και δεν μπορεί να φανταστεί έναν  διαφορετικό τρόπο ζωής.

Αυτό που βλέπουμε στη διασκεδαστική παράσταση  είναι η άμεση και άκριτη εξάρτιση ενός ανθρώπου από έναν άλλον. Ο ένας είναι ο Μεσσίας και ο άλλος ο υποτακτικός του.

Στο κείμενο του  «Εκείνος κι εκείνος» δε δηλώνεται  ότι  αυτή η σχέση είναι   της υποταγής, αλλά εννοείται. Τα λόγια και η κίνηση του σώματος  του ενός και του άλλου, υπονοούν αυτά που δεν μπορούν να εκφρασθούν με ρητό τρόπο.

Πράγματι, αν δηλωνόταν ότι ο Λουκάς έχει υποταχθεί στον Σόλωνα θα είχαμε ένα εύπεπτο θέαμα που δεν θα άφηνε διέξοδο προς την φαντασία. Εδώ το αίτημα για ελευθερία και δημοκρατία είναι παντού, μπορούμε να το βρούμε στην υπονόηση και έτσι να το εμπλουτίσουμε, ως θεατές, με τις δικές μας απαιτήσεις και ανάγκες. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί ο καθένας από το κοινό  ν’ απαντήσει αν είναι θεμιτό κάποιος να έχει υποταχθεί, άκριτα ή μη  σε έναν άλλο ή θα πρέπει να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει, με όποια δύναμη διαθέτει.

Σ’ αυτό το σημείο η παράσταση κερδίζει σε δύναμη. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Ποιοι είναι στην πραγματικότητα  οι  συγκεκριμένοι άνθρωποι, ποια είναι τα συστατικά της υπόστασής τους; Είναι εύκολο ο θεατής να αναγνωρίσει, στην πληθώρα των στοιχείων των δύο χαρακτήρων, κάποια δικά του που, ίσως, δημιουργούν μια αμφισβήτηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να ταυτιστεί, μερικά ή ολικά, και να ανακαλύψει το δικό του αίτημα για ελευθερία και δημοκρατία, αλλά και τι προσδοκά από ένα δημοκρατικό πολίτευμα.

Για να γίνει πιο προσδιορισμένο αυτό το σύμπλεγμα χαρακτήρων χρειάζεται κάτι ακόμη.

Η γυναίκα  αναμεσά τους (Σοφία Μανωλάκου) παίρνει διαφορετικές μορφές και διάφορα χαρακτηριστικά. Είναι αυτό το στοιχείο που λειτουργεί ως σημείο σύνδεσης της παράστασης με το κοινωνικό πεδίο. Είναι αυτή που μας φέρνει στο νου καταστάσεις που και εμείς έχουμε ζήσει. Μας προτείνει να είμαστε είτε ο Σόλων είτε ο Λουκάς. Κάνει πιο εύκολη την ταύτιση, μερική ή ολική, είναι ο μεσολαβητής μεταξύ της παράστασης «Εκείνος κι εκείνος» και του θεατή. Επιπροσθέτως, δημιουργεί ρυθμό που η παράσταση δεν έχει, αφού αυτό που κυριαρχεί είναι ο λόγος που εκφέρεται είτε από τον ένα είτε από τον άλλο πρωταγωνιστή. Δίνει αυτό τον ρυθμό που έχει ανάγκη η παράσταση για να αρθρώσει τον λόγο της.

Ο Αλέξανδρος Ρήγας, ως σκηνοθέτης, πολύ σωστά βάζει την γυναίκα ως ένα σύνδεσμο και ως ένα συνεκτικό στοιχείο που το έχει ανάγκη για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Έβαλε και μια άλλη επιλογή  για να δημιουργήσει επιπλέον ρυθμό. Πρόσθεσε έναν ρόλο που ανέλαβε το Δημήτρης Σταρόβας να φέρει σε πέρας, σύμφωνα τις γνωστές δυνατότητες του.

 Ο αειθαλής Γιώργος Κωνσταντίνου εντυπωσιάζει και συγκινεί με την ερμηνεία του και ο χαρισματικός Λεωνίδας Κακούρης δίνει έξοχη υπόσταση στον άστεγο που υποδύεται με εντυπωσιακή  δεινότητα, εξαιρετική ενέργεια κι αυτή την αξιοθαύμαστη άρθρωση  που διαθέτει.

Οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου  είναι απλοί, αποδίδοντας το ρεαλιστικό, αν και υπήρχε η δυνατότητα να απομονώσει, κάποιες στιγμές ένα πρόσωπο, όταν χρειαζόταν να εστιάσει σε αυτό.

Τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Γιαννιώτη αποδίδουν το ρεαλιστικό στον Σόλωνα και τον Λουκά και το γκροτέσκο στη γυναίκα, στο σημείο σύνδεσης και αμφισβήτησης.  Το δε σκηνικό του Γιάννη Σπανόπουλου, είναι λιτό και απλά, λειτουργικό.

Η παράσταση «Εκείνος κι εκείνος»  έχει πετύχει στην απόδοση των χαρακτήρων και στον υπαινιγμό του απροσάρμοστου και της, αναμενόμενης, κοινωνικής ανατροπής.

Πέμπτη 10 Ιουλίου ήταν στο θέατρο  Φρουρίου Καβάλας  και έπεται μεγάλη περιοδεία σε αστικά κέντρα της χώρας. Επόμενοι σταθμοί οι πρωτεύουσες Νομών της Θράκης.

Συντελεστές

Κείμενο: Κώστας Μουρσελάς

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας

Σκηνικά: Γιάννης Σπανόπουλος

Κοστούμια: Κωνσταντίνος Γιαννιώτης

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Δανάη Σταματοπούλου

ΠΑΙΖΟΥΝ

Γιώργος Κωνσταντίνου, Λεωνίδας Κακούρης, Δημήτρης Σταρόβας, Σοφία Μανωλάκου

Δημόσιες Σχέσεις: Νταίζη Λεμπέση

Οργάνωση Παραγωγής: Χριστιάνα Σακαρέλη

Διεύθυνση Παραγωγής: Θοδωρής Γκόγκος

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Λευτέρης Πλασκοβίτης

Παραγωγή: Non Grata Productions – Βασίλης Ζήσης

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων»: Έκθεση για τον Ελληνισμό της Ανατολίας στο ΥΜΑΘ

«Η-Καππαδοκία-των-Ζώντων-Μνημείων»:-Έκθεση-για-τον-Ελληνισμό-της-Ανατολίας-στο-ΥΜΑΘ

Σε κλίμα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» του Ελληνισμού στην Ανατολία πραγματοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης τα εγκαίνια της μεγάλης Έκθεσης «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων».
Η Έκθεση συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης, το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών Η Ναζιανζός, την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, την Εφορία Αρχαιοτήτων Καβάλας και τον Δήμο Καβάλας.

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός Εσωτερικών-Μακεδονίας και Θράκης Κωνσταντίνος Π. Γκιουλέκας τόνισε τη σημασία της διατήρησης της εθνικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Ανατολίας.

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών Καπλάνης Ιωσηφίδης, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη προσπάθεια του Κέντρου για την διάσωση και προβολή του Ελληνισμού της Καππαδοκίας και στο πλούσιο έργο του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη, από το οποίο προέρχονται τα εκθέματα, βραβεύθηκε το 1997 ως ένα από τα πέντε καλύτερα Μουσεία της Ευρώπης, στο είδος του, με το European Museum of the year award.

Στα εγκαίνια της Έκθεσης, που τελέστηκαν στο αίθριο του Διοικητηρίου με μια εκδήλωση γεμάτη μνήμες και αρώματα Ανατολής, παρευρέθη πλήθος φίλων και μελών του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και εκπροσώπων των Αρχών, μεταξύ των οποίων ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Τριανταφυλλίδης ως εκπρόσωπος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου, η βουλευτής Καβάλας της ΝΔ Αγγελική Δεληκάρη, ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Χρήστος Μήττας. Ακόμη παρευρέθηκαν ο Δήμαρχος Καρβάλης της Καππαδοκίας Ουνάλ Ντερμιτζίογλου, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Necmettin Erbacan του Ικονίου Μέτε Μιμίρογλου και μεγάλη αντιπροσωπεία του Δήμου Selcuklu του Ικονίου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή της χορευτικής ομάδας του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, που απέδωσε Καππαδοκικούς χορούς και τραγούδια.

Η Έκθεση «Η Καππαδοκία των Ζώντων Μνημείων» θα λειτουργεί στο ΥΜΑΘ μέχρι τις 17 Μαΐου 2026.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Χορωδιακή-Πανδαισία-στο-Μεγάλο-Αμφιθέατρο-της-Πανεπιστημιούπολης 

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Χορωδιακή Πανδαισία στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης 

Ένα μουσικό γεγονός που υπόσχεται ν’ αγγίξει καρδιές και να μείνει αξέχαστο έρχεται για δεύτερη χρονιά στην Καβάλα!
Το Σάββατο 9 Μαΐου το Μεγάλο Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης (πρώην Τ.Ε.Ι) Καβάλας μεταμορφώνεται σε μια μεγάλη μουσική σκηνή και σας προσκαλεί σε μια Χορωδιακή Γιορτή, με τη συμμετοχή 7 εξαιρετικών χορωδιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σε μια βραδιά όπoυ η φωνή συναντά την ψυχή, το κοινό θα απολαύσει ένα πλούσιο ελληνικό ρεπερτόριο, με αγαπημένα έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια, που θα ζωντανέψουν μέσα από τις αρμονικές αποχρώσεις και τις πολυφωνίες των χορωδιών. Κάθε ομάδα φέρνει μαζί της τη μουσική ταυτότητα του τόπου της, σε μια μαγική ανταλλαγή πολιτισμού και συναισθημάτων.
Μια βραδιά που ενώνει κουλτούρες και καρδιές.
Ελάτε να ζήσετε τη μαγεία της συλλογικής έκφρασης, της μελωδίας και της συγκίνησης.
Ελάτε να τραγουδήσουμε μαζί!
Είσοδος Ελεύθερη
Διοργάνωση: Χορωδιακά Φεστιβάλ «Music Life»

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν από το ΚΘΒΕ

«Λαχταρώ»-της-Σάρα-Κέιν-από-το-ΚΘΒΕ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.”

Χάρολντ Πίντερ, 5.2.2001
(Γραμμένο ειδικά για την παράσταση του “Καθαροί, πια” από τη “Νέα Σκηνή”)

Το εμβληματικό έργο της σπουδαίας Βρετανίδας δραματουργού «Λαχταρώ» ζωντανεύει στη σκηνή του Φουαγιέ θεάτρου της Ε.Μ.Σ., με καθαρότητα, τόλμη και βαθιά ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου.

 Τέσσερις φωνές αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση -μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο σε ένα έργο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα.

Γραμμένο λίγους μήνες πριν την αυτοχειρία, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998), είναι η τολμηρή απόπειρα της ίδιας της Κέιν να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της και να τους καταγράψει μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικές της εξομολογήσεις.

 Αυτό είναι το τέταρτο και προτελευταίο έργο μιας ψυχικά διαταραγμένης νεαρής γυναίκας που, σε ηλικία 28 ετών (το 1999), κρεμάστηκε στο μπάνιο ενός νοσοκομείου. Δύο μέρες πριν, μια συγκάτοικός της είχε αποτρέψει την προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας της. Με τη σοφία τής εκ των υστέρων γνώσης, είναι εύκολο να θεωρήσουμε το «Crave» ως το παρατεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας ενός κλινικά καταθλιπτικού και, ως εκ τούτου, αυτοκαταστροφικού μυαλού.

Κείμενο, σε αποσπασματικό ύφος εμπνευσμένο από το έργο « Η Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, το» Crave» ορίζει τέσσερις φωνές – χαρακτήρες, που αναγνωρίζονται μόνο ως Α, Β, Γ και Μ ( Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μ – Μομώ Βλάχου, Γ – Άννα Ευθυμίου, Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος) σε διακειμενικό διάλογο που μετέφρασε ο Αντώνης Γαλέος.

Η απόδοση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να διατηρήσει τον «κοφτό», νευρώδη ρυθμό της Κέιν, μετατρέποντας την αγγλική απόγνωση σε έναν ζωντανό, ελληνικό συναισθηματικό χείμαρρο.

Κοινή μοίρα ή καταγωγή όλων τους τα λόγια της M: «Αν αυτοκτονήσεις, θ’ αναγκαστείς να επιστρέψεις και να τα ξαναπεράσεις. Όλα. Και πάλι».

Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα, γνωρίζουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους, αφανισμό. Γιατί ο έρωτας είναι ταυτόχρονα η ελπίδα και η συντριβή τους. Όπλα τους είναι οι λέξεις, οι κραυγές, τα θραύσματα αναμνήσεων, η ποίηση, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους.

 Σε αυτό, το ΚΘΒΕ τα κατάφερε άψογα, επιλέγοντας ένα άγονο σκηνικό (Αλεξάνδρα ΜπουσουλέγκαΡάνια Υφαντίδου) με τους τέσσερις ηθοποιούς να παραμένουν στο ίδιο μέρος για ολόκληρη την πράξη, φωτισμένο με χρώματα και σκιές.

Ο σχεδιασμός φωτισμών από τη Δήμητρα Αλουτζανίδου, αξιοποιεί στον – όχι βολικό – χώρο του Φουαγιέ του θέατρου της ΕΜΣ, ευτυχώς εύστοχα, ποιότητες και χαρακτηριστικά, όπως ένταση, μορφή, κίνηση, κατεύθυνση, χρώμα, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη «παρτιτούρα», ένα «σενάριο» για την εξέλιξη της φωτιστικής ιστορίας μέσα στην παράσταση.

 Η σκηνοθεσία συμπληρώνει τέλεια την αποπροσανατολιστική φύση του κειμένου, με την έλλειψη φυσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηθοποιών, και αποτυπώνει τον απομονωτικό αντίκτυπο που έχουν εμπειρίες, όπως ο βιασμός, η αιμομιξία, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η παιδοφιλία.

Η κύρια οπτική εστίαση παρέχεται από προβολές σε πλάνα κομμένα, ώστε να μοιάζουν με θραύσματα σπασμένου γυαλιού (το οποίο, αν και από μόνο του ένα φθαρμένο τροπάριο, λειτουργεί καλά σε αυτό το πλαίσιο), αντανακλώντας ιδέες κατακερματισμού της ταυτότητας που διατρέχουν όλο το έργο.

 Το «Λαχταρώ» σηματοδοτεί μια αλλαγή στο στυλ της Κέιν, από το τολμηρό, προκλητικό και αυθάδες, σε μια προσπάθεια για κάτι πιο ποιητικό, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός των δύο.

Ούτε αρκετά αφηρημένο για να προκαλέσει στοχασμό ούτε αρκετά γραφικό για να σοκάρει, παράγει φράσεις όπως «Πού πήγε η προσωπικότητά μου… Είμαι συναισθηματικός λογοκλόπος», οι οποίες (για μένα) δε μεταφέρουν την πολυπλοκότητα των ζητημάτων που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. 

Ενώ υπήρχαν κάποιες ατάκες που άφησαν περιθώρια για σκέψη, όπως η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι οι κακοποιητές ενός παιδιού είναι ο πατέρας και ο παππούς του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου έπεσε σε κουρασμένα στερεότυπα.

 Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Crave», πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτά τα ανατρεπτικά θέματα, που η παρουσίασή τους στο θέατρο δεν αποτελεί πλέον αιτία διαμάχης από μόνη της, και η γραφή της Κέιν είναι ανοιχτή σε σύγκριση με μεταγενέστερα κείμενα που έχουν ασχοληθεί με τα ίδια θέματα, όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτότητα. Απόψεις, θα πείτε. Έχετε δίκιο.

 Επαινώ, όμως, την τόλμη του ΚΘΒΕ να παρουσιάζει έργα που είναι ταυτόχρονα «άβολα», «βρώμικα» αλλά και «όμορφα» και απαραίτητα για ρεπερτόριο μιας κρατικής σκηνής.

Το έργο έχει σχεδιαστεί για να δείξει ότι η θεατρική τέχνη είναι ισοδύναμη με την αφηρημένη τέχνη. Περιλαμβάνει τέσσερις χαρακτήρες, που ονομάζονται απλώς «Α», «Β», «Γ» και «Μ». Η δομή του είναι μη γραμμική, που σημαίνει ότι όταν μιλάει ο καθένας από τους χαρακτήρες, οι ατάκες του δεν ακολουθούν απαραίτητα κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ούτε το κοινό είναι πάντα σίγουρο σε ποιον απευθύνονται.

Υπάρχουν σημεία στο έργο, όπου ορισμένες συζητήσεις έχουν νόημα με την παραδοσιακή έννοια, αλλά το να ακούς τις φράσεις που λέγονται – κάτι αντίστοιχο με κείμενα του Σαίξπηρ- χρειάζεται λίγος χρόνος για να καταλάβεις τι συμβαίνει, πριν επιτευχθεί ένα επίπεδο σαφήνειας, άρα και κατανόησης.

 Η Κέιν το σχεδίασε με αυτόν τον τρόπο, έτσι ώστε το κοινό να μην είναι ποτέ σίγουρο για τι ακριβώς πρόκειται. Τα «ονόματα» των χαρακτήρων έχουν νόημα για τη θεατρική συγγραφέα και ενώ θα μπορούσε να είχε αποδώσει ένα συγκεκριμένο ψευδώνυμο στα αρχικά, το αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να περιορίσει το κοινό σε μια συγκεκριμένη αντίληψη.

 Ήθελε τα υπονοούμενα να αναλυθούν από τους θεατές. Επομένως, το «Crave» δεν είναι για όλους, παράδειγμα για κείνους που αναζητούν μια αφήγηση εύκολη, με πλοκές χαρακτήρων που διδάσκουν κάτι ή που να έχει μια λυτρωτική κατάληξη.

 Αντίθετα, για θετές που τους συνεπαίρνουν συναισθήματα όπως θυμός, θλίψη, χαρά κ.λπ., ως πιο πρωτόγονα, πιο ωμά, σαν αυτά που αποδίδονται περισσότερο στα ζωώδη ένστικτά μας, κόντρα στην ανθρώπινη φύση μας, τότε αυτή η παραγωγή είναι συγκλονιστική.

 Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο σκέψης, με έντονη γραφή, που πρέπει να το αποκωδικοποιήσει ο θεατής και ο καλύτερος τρόπος είναι να το αφήσει να τον κυριεύσει.

 Οι συζητήσεις για την υπόθεση ή το όποιο μήνυμα εκλύει, μπορούν να γίνουν αργότερα, μετά την αυλαία, κι όταν ωριμάσει η αναμόχλευσή της, θα έρθει και η κατανόηση. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή εξετελέσθη για τη Sarah Kane.

Αυτό που δεν αμφισβητείται, ωστόσο, είναι η ποιότητα της παραγωγής και της παρουσίασης του «Crave» από το ΚΘΒΕ.

Η σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου είναι εντυπωσιακή, η οπτική των θεατών απέναντι στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών, είναι σαν να κοιτάζουν τις ζωές τους μέσα από μια βιτρίνα πολυκαταστήματος, με μια λίμνη νερού ανάμεσά τους, τόσο για να αντανακλώνται αυτά τα βαθιά συναισθήματα, όσο και για να προσδίδει το νερό μια λυτρωτική ποιότητα στις συνθήκες διαβίωσής τους.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό σχέδιο από την Χριστίνα Χατζηβασιλείου, με ηχητικά εφέ από τον Φίλιππο Θεοχαρίδη, που ξεκινά απαλά, αλλά η ένταση μεγεθύνεται καθώς η πλοκή γίνεται πιο σκοτεινή και πιο ωμή, καταφέρνοντας να απλώσει δίχτυα, ίσως φοβικά, αλλά και ποίησης, μέσω των εικόνων.

Όπως ανέφερα, ο διάλογος παρουσιάζεται με μη γραμμικό τρόπο και αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς να εκτελούν τις ατάκες τους γρήγορα και με τρόπο που να κρατά το κοινό σε αγωνία, άσχετα αν σε πολλές περιπτώσεις δεν απευθύνονται προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Είναι έργο πολύ γρήγορο, πολύ σύντομο και δομημένο σαν νοητικός χάρτης, για να προσπαθήσουμε να το διακρίνουμε σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι η ποιότητα της απαγγελίας – αφήγησης – ερμηνείας, ανεξάρτητα από τη μέθοδο.

 Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος ως «Α», έχει μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο συναισθηματικά ποικίλους μονολόγους, και η μεταφορά τους γίνεται με απόλυτη ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του είναι σαφώς προβληματισμένος και αγωνίζεται να αποδεχτεί έναν χαμένο έρωτα που φαίνεται ανεπανόρθωτος, λόγω σκοτεινών κι ανίερων πράξεών του.

Ο «Β» του Ιωάννη Αθανασόπουλου και η «Μ» της Μομώς Βλάχου, έχουν μια ανταλλαγή απόψεων που είναι άλλοτε τεταμένη κι άλλοτε ελαφρώς χιουμοριστική, αλλά και οι δύο είναι σαφώς προβληματισμένοι με τα δικά τους σοβαρά θέματα, ώστε το άγχος μεταφέρεται στις σχέσεις τους.

 Η ΄Άννα Ευθυμίου ως Γ, δίνει μια έξοχη ερμηνεία, μιλώντας για κακοποίηση στην παιδική ηλικία, διπλασιάζοντας την αγωνία της και ξεστομίζοντας αγοραίες λέξεις από οργή, ενώ οι εκφράσεις της και το ηχόχρωμα της φωνής της δημιουργούν ένα σύμπαν – συνονθύλευμα συναισθημάτων που εκρήγνυνται στη ροή του έργου, άλλοτε με οργή, άλλοτε με ωμότητα κι άλλοτε με χιούμορ, πάντα με ρεαλισμό.

Πρόκειται για τέσσερις ιδιόμορφους χαρακτήρες, που ασχολούνται με πολύ δύσκολα ζητήματα, και τέσσερις εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν με ρεαλισμό το ωμό, χωρίς αναστολές έργο της Σάρα Κέιν, όπως εκείνη ήθελε να είναι.

Μοιράζονται τον χώρο και τον χρόνο αλλά κατοικούν σε διαφορετικές σφαίρες, ελεύθεροι να πιάσουν μια λέξη από την ιστορία κάποιου άλλου και να την κάνουν δική τους. Η σχέση του «εδώ και τώρα», ή οι αναμνήσεις από περασμένα περιστατικά, συχνά βάναυσες και ενοχλητικές, πλημμυρίζουν τη συνείδηση, αφηγούνται επεισοδιακά και στη συνέχεια υποβιβάζονται στις σκιές. 

 Ουσιαστικά, οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Υπάρχει, όμως, και πιο απλή γλώσσα: «Είμαι τόσο γαμημένα μόνος», λέει ο ένας, μέσα σε ένα ηχοτοπίο. «Δεν νιώθω τίποτα», λέει ένας άλλος. Αλλά τότε, ξαφνικά, κάποιος λέει «Σε ονειρεύομαι», ενώ κάποιος άλλος μιλάει για «μια απαλή χρυσή θάλασσα κάτω από έναν απαλό ροζ ουρανό» και αυτές οι ξαφνικά ελπιδοφόρες στιγμές μοιάζουν με σπίρτα που έχουν ανάψει στο σκοτάδι.

 Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ως χαρακτήρες, ίσως ήθελαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν για λίγο, να διαφωνήσουν ή να βασανίσουν ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε μία φορά δεν μπόρεσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η σωματική πείνα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, καθώς οι τέσσερίς τους πρέπει να αποδώσουν την επιθυμία και τον πόνο τους αποκλειστικά με τη δική τους κίνηση και έκφραση, ανίκανοι να βασιστούν φυσικά στους άλλους γύρω τους και αυτή την ανάγκη την αποδίδουν έξοχα όλοι τους.

Το «Λαχταρώ», του ΚΘΒΕ δεν είναι παράσταση για ένα ευρύ κοινό.

 Αν είστε από τους θεατρόφιλους που θέλουν μια όμορφα δομημένη ιστορία, που εγείρει ενσυναίσθηση και δεν απαιτεί πολλή σκέψη η εξέλιξή της στη σκηνή, αυτό το έργο δεν είναι το ιδανικό για εσάς.

 Αλλά αν σας αρέσει να σας προκαλεί μια θεατρική παράσταση που σας ζητά να δουλέψετε τη σκέψη και να αφήσετε τα λόγια και τα καλλιτεχνικά του στοιχεία να ρέουν πάνω σας, τότε το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που ψάχνετε.

Βεβαίως, η γραφή στο «Crave» είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ενώ αρχικά φαινόταν να επιβεβαιώνει τα συναισθήματα μίσους και απελπισίας που εκλύονται από την περφόρμανς, σταδιακά φαίνεται να επιβεβαιώνει την αγάπη και τη λύτρωση μέσα από δύο ισχυρά αντίθετα: τη σκληρότητα και τη συμπόνια».

Ωστόσο, οι αμφιβολίες μερίδας θεατών, δικαίως είναι ηθικές αλλά και καλλιτεχνικές. Ας δεχτούμε ότι αναρωτιέται τι επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η παραγωγή σε μερικά μέλη του κοινού που είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Θα μπορούσε να προκαλέσει να μιμηθούν κάποιοι το αποτέλεσμά της ή μήπως η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους σ’ αυτό το «πηγάδι» εμποδίζει να νιώθουν τόσο απελπισμένοι;

Το «Crave» παραμένει το πιο ερμητικό, μηδενιστικό και σκοτεινό έργο της Κέιν, η οποία λαχταρά να αγαπηθεί και να αγκιστρωθεί από κάπου μέχρι και την ύστατη στιγμή. Λιτό, με μια οδυνηρή, ασάλευτη ησυχία σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της και μια μοναξιά που γιγαντώνεται φράση τη φράση μέχρι που ο θάνατος να μοιάζει βάλσαμο». (Χριστίνα Χατζηβασιλείου, Σύγχρονη Βρετανική Δραματουργία: Το θέατρο στα μούτρα ως ανάγνωση της κοινωνικής τοπογραφίας του 1990, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 298).

*Κατάλληλο άνω των 16 ετών

Σημείωση περιεχομένου: η παράσταση αγγίζει ζητήματα ψυχικής υγείας και σεξουαλικής, σωματικής και αυτοστρεφούς βίας.

Διάρκεια παράστασης: 55 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Συντελεστές

Συγγραφέας – Σάρα Κέιν

Μετάφραση – Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία – Χριστίνα Χατζηβασιλείου

Σκηνικά – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Κοστούμια – Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου

Ηχητικό περιβάλλον – Φίλιππος Θεοχαρίδης

Φωτισμοί – Δήμητρα Αλουτζανίδου

Βοηθός σκηνοθέτη – Αλεξία Παραμύθα

Οργάνωση παραγωγής – Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Β – Ιωάννης Αθανασόπουλος

Μ – Μομώ Βλάχου

Γ – Άννα Ευθυμίου

Α – Γιάννης Παρασκευόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα