Πολιτισμός
Η «Μήδεια» του Ευριπίδη σε εμπνευσμένη σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια στο 65ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Πρόλογος
Τον καιρό που ο Ευριπίδης έφτιαχνε τη δική του Μήδεια, στην Αθήνα επικρατούσε η εκδοχή του Κρεώφυλου: η Μήδεια σκότωσε τον βασιλιά της Κορίνθου και οι Κορίνθιοι -έχει σημασία αυτό- για εκδίκηση σκότωσαν τα παιδιά της και διέδωσαν ότι φονιάς ήταν η μάνα τους. Επομένως, για τους Αθηναίους η Μήδεια δε σκότωσε τα παιδιά της. Οι Κορίνθιοι το έκαναν, οι εχθροί των Αθηναίων (βρισκόμαστε στα 431 π. Χ., τη χρονιά που ξεσπάει ο Πελοποννησιακός πόλεμος) και η Κόρινθος είναι σύμμαχος της μισητής Σπάρτης και, μάλιστα, οι Κορίνθιοι φόρτωσαν το έγκλημα στη Μήδεια.
«Άλυτο πρόβλημα» θεωρείται για τους μελετητές το ποιος σκέφτηκε πρώτος τη Μήδεια παιδοκτόνο. Αλλά μιας και ο Ευριπίδης ήθελε τη Μήδεια φόνισσα, ας δούμε τη δικιά του εκδοχή.
Δραματουργία
Σκοτεινή, βάρβαρη, μάγισσα, ιέρεια, μητριαρχική, απρόβλεπτη, μεθοδική, εκδικήτρια, εγκληματική, σαγηνευτική, θελκτική αλλά και απεχθής και αποκρουστική. Αυτή η γυναίκα έχει την ικανότητα να είναι, ταυτόχρονα, απατημένη, χειραφετημένη, τραγική, δυστυχισμένη, σύζυγος, γυναίκα, ερωμένη, μητέρα. Όλες οι παραπάνω ιδιότητες συγκλίνουν σε ένα όνομα: Μήδεια.
Πρόσωπο πολυδιάστατο με ανεξέλεγκτα συναισθήματα, χαρακτήρας σύνθετος και συναρπαστικός, η Μήδεια παλεύει ανάμεσα στον έρωτα, στα μητρικά αισθήματα, στην προδοσία, στον παραλογισμό και στην εκδικητική μανία.
Στην τραγωδία η Μήδεια χάνει την υπερβατική της μορφή και παύει να είναι η μυθική απρόσιτη φιγούρα, αλλά αποκτά ανθρώπινα στοιχεία και μοιράζεται παρόμοια πάθη και αδυναμίες με τους θεατές. Με την τεχνική αυτή εξασφαλίζεται η συμπάθεια του κοινού και προετοιμάζεται το έδαφος για την αριστοτέλεια κάθαρση.
Αυτός ο ρεαλισμός επιτυγχάνει και ένα άλλο αποτέλεσμα, καθώς μετασχηματίζει τη μυθολογία σε πραγματικότητα, προς όφελος της πολιτείας. Τα πρόσωπα στην ορχήστρα θα μπορούσαν να είναι ο οποιοσδήποτε από τους ακροατές. Και τα πάθη, τα διλήμματα, οι συνέπειες των ενεργειών τους μπορεί να είναι τα δικά τους. Επομένως, οι κρίσεις που διαδραματίζονται επί σκηνής έχουν μια επιπλέον αξία να αποτελέσουν παράδειγμα ηθικής κρίσης για τις αποφάσεις του λαού.
Γι’ αυτόν τον λόγο λέμε πως οι τραγωδίες δε διασκέδαζαν αλλά δίδασκαν. Συγκροτούσαν χαρακτήρες αντί να διασκορπίζουν διαθέσεις. Ποτέ άλλοτε και καμιά άλλη μορφή τέχνης δεν άγγιξε τέτοιο βαθμό στράτευσης με το καθεστώς, όσο η αττική τραγωδία.
Υπόθεση
Όταν ο Ιάσων έφτασε στην Κολχίδα για να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας, η Μήδεια, η κόρη του βασιλιά της χώρας Αιήτη, τον ερωτεύτηκε παράφορα, τον βοήθησε αποφασιστικά και όταν έφυγε τον ακολούθησε στην Ελλάδα αποκόπτοντας κάθε δεσμό με τους δικούς της και την πατρίδα της.
Μαζί με τα δυο τους παιδιά ζουν τώρα εξόριστοι στην Κόρινθο.
Ο Ιάσων, με την πάροδο του χρόνου, αποφασίζει να την εγκαταλείψει για να παντρευτεί την κόρη του Κρέοντα, βασιλιά της Κορίνθου, τη Γλαύκη. Ο ίδιος ο Κρέων, επειδή φοβάται την επικίνδυνη μάγισσα, την καλεί να φύγει από τη χώρα. Η Μήδεια τού ζητάει να παραμείνει μια μέρα και ο Κρέων ενδίδει. Εκείνη σκέφτεται να εκδικηθεί φονεύοντας τον Ιάσονα, τον Κρέοντα και την κόρη του, όμως διστάζει, κατανοώντας ότι κανείς δε θα τη δέχεται έπειτα από μια τέτοια πράξη.
Στο μεταξύ, περνάει από την Κόρινθο ο άκληρος βασιλιάς της Αθήνας, Αιγέας, για να συναντήσει τον βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα και να του εξηγήσει ένα δυσνόητο χρησμό που του δόθηκε στους Δελφούς. Η Μήδεια, με τις μαγικές της ικανότητες, προσφέρεται να τον βοηθήσει να αποκτήσει παιδιά και εκείνος της υπόσχεται άσυλο, αν φτάσει στην Αθήνα.
Η Μήδεια στέλνει με τα παιδιά της δώρα υφαντά στην κόρη του Κρέοντα, πανέμορφα μεν, θανατηφόρα δε. Η Γλαύκη τα φοράει και βρίσκει φρικτό τέλος, όπως και ο πατέρας της, που σπεύδει να τη βοηθήσει.
Έπειτα από πάλη με τον εαυτό της η Μήδεια σκοτώνει και τα παιδιά της, τα οποία θάβονται από την ίδια στο ιερό της Ήρας, όπου γίνονται γιορτές και θυσίες. Εκείνη δραπετεύει πάνω σε φτερωτό άρμα που της χάρισε ο πατέρας της, ο Ήλιος.
Ανάγνωση
«Μήδεια» , δράμα ζηλοτυπίας! Μια απατημένη σύζυγος εκδικείται τον μοιχό σύζυγο και σκοτώνει τα παιδιά της. Ασφαλώς και δεν είναι έτσι. Η παρωχημένη αυτή άποψη έχει καταδικασθεί. Η αμηχανία των σκηνοθετών, ωστόσο, δεν έχει βρει ακόμη διέξοδο. Πού πατάει αυτή η άγρια παιδοκτονική τραγωδία του Ευριπίδη; Σε τι επικεντρώνεται; Η αντίληψη του συρμού, που συμπορεύεται και με σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς, λέει πως η «Μήδεια» είναι μια ακραία μορφή επαναστατημένης γυναίκας και ,ως εκ τούτου, έργο φεμινιστικό. Αυτή είναι η επικρατέστερη άποψη και σ΄’ αυτήν στηρίχτηκαν οι «Μήδειες» που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Μάλλον άποψη παραπλανημένη.
Γυναίκα σημαίνει μητρότητα. Οι αρχαίοι, πιο κοντά στους αρχετυπικούς ρόλους, χωρίς τη δική μας αλλοτρίωση στα θέματα της αναπαραγωγής του είδους, δεν είχαν μειωμένη την έννοια της μητρότητας. Θα πρέπει, λοιπόν, να ήταν αδιανόητο ένα έργο που, για να προβάλει τα δικαιώματα της γυναίκας, την καθιστά παιδοκτόνο. Επομένως, η πράξη της Μήδειας κάνει το έργο ακραία αντιφεμινιστικό.
Το σωστό είναι, κατά την άποψη μου, ότι η «Μήδεια» του Ευριπίδη είναι η κορύφωση της έννοιας του τραγικού. Στα πρόσωπα της Μήδειας και του Ιάσονα ο Ευριπίδης βρήκε την ιδανική περίπτωση να αντιπαραθέσει δυο βασικά στοιχεία που συγκρούονται σ’ όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης περιπέτειας. Το ορμέμφυτο, το φυσικό αίτιο από τη μία και την ιστορική ανάγκη, τη σκοπιμότητα, από την άλλη. ΄Άλλωστε, το βιογραφικό του Ιάσονα και της Μήδειας, καθώς και ο χαρακτήρας τους, ήταν σε όλους γνωστά. Μ’ αυτό το δεδομένο ο ποιητής επιλέγει τους ήρωές του.
Η στάση του Ιάσονα είναι σε όλα τα κείμενα, προγενέστερα και μεταγενέστερα του Ευριπίδη, η ίδια. Η ηθική ενός διπλωμάτη ή ενός μάνατζερ πολυεθνικής εταιρίας. Ποια είναι, ωστόσο, η πρόθεση του ποιητή; Μα, να καταγγείλει την υπέρμετρη επικράτηση της πρακτικής τής σκοπιμότητας. Το ωφελιμιστικό πνεύμα που κατέπνιξε το συναίσθημα, το ένστικτο, το πάθος, την παρόρμηση. Και να προειδοποιήσει πως οι ανεπίδεκτοι, οι ασυμβίβαστοι, μπορεί να εκραγούν με τραγικές συνέπειες. Είτε άτομα είναι αυτά, είτε ομάδες μέσα στην κοινωνία, είτε κράτη, έθνη.
Η παράσταση
Οι σκηνοθέτες – διασκευαστές Αιμίλιος Χειλάκης και Μανώλης Δούνιας προσέγγισαν τη Μήδεια με βάση το ενδιαφέρον του Ευριπίδη για τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά που είτε βρίσκονταν στον μύθο είτε τα πρόσθεσε αυτός. Αρχικά, την εσωτερική πάλη της Μήδειας στην σύγκρουση του θυμού με τα βουλεύματά της, έπειτα, τη δεινή της θέση ως βάρβαρη γυναίκα αλλά πνευματικά ισάξια με τους άντρες αντιπάλους της, στη συνέχεια, την αντίστιξη μεταξύ δύο διαφορετικών ειδών ευτυχίας: της υλιστικής συμφεροντολογικής καλοτυχίας που προτάσσει ο σοφιστής Ιάσονας και της άυλης και συναισθηματικής, σχεδόν ιερής, ευδαιμονίας που αντιπροσωπεύει η Μήδεια, και, τέλος, τον θρίαμβο της Μήδειας όταν από θύμα προδοσίας μετατρέπεται σε ανελέητο εκδικητή.’ Άλλωστε, η πάλη των αντιθέσεων δε γέννησε ποτέ πιο γοητευτικό πλάσμα και πιο τρομακτικό συνάμα.
Η σύγκρουση, επομένως, της Μήδειας με τον Ιάσονα υπερβαίνει μια διένεξη ανδρόγυνου και λαμβάνει διαστάσεις κοσμοαντιλήψεων για την συγκρότηση της κοινωνίας. Ο Ιάσων αντιπροσωπεύει τους νόμους του συμφέροντος ενώ η Μήδεια τους δεσμούς του αίματος.
Στη μη προσβλητική, μη υποβλητική, αλλά με επιβλητική τη θεήλατη ηρωίδα παράσταση, πρώτη βγαίνει η Μήδεια (Αθηνά Μαξίμου), αρχοντική, απόμακρη, αναστατωμένη, πληγωμένη, αλλά εκλογικευμένη. Οι σκάλες- φλύαρο εξπρεσιονιστικό σκηνικό – που σχηματοποιούν συμβολικά την ασφαλή φωλιά της οικίας της, την κρύβουν, όμως εκεί κρύβει τις οιμωγές της. Εμφανίζονται ο Παιδαγωγός (ένα από τα τρία πρόσωπα που υποδύεται ο Αιμίλιος Χειλάκης) και ο Τροφός (ένα από τα τρία πρόσωπα που υποδύεται ο Αναστάσης Ροϊλός). Όλοι φορούν γκρι κοστούμια με τα κουμπιά στην πλάτη. Εύρημα που χαρίζει άμεσα το επίθετο «σύγχρονη» στην παράσταση. Αντεστραμμένη ανδρόγυνη όψη. Αντεστραμμένα αισθήματα.
Το ολέθριο πάθος της Μήδειας αρχίζει να ξεδιπλώνεται μέσα από τη νέα θαυμάσια μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Και είναι σπαρακτικό, είναι πάντα επίκαιρο. Φέτος, μάλιστα, σαν να έχει μια παραπάνω φόρτιση, έναν παραπάνω συμβολισμό. Κι όχι μόνο για τον τρόπο που οι άντρες επιβάλλονται και εκμεταλλεύονται τις γυναίκες καταρρακώνοντας την ψυχή και την αξιοπρέπειά τους.
Και όλα αυτά τα τραγικά και τα αδιανόητα που συμβαίνουν, απεικονίζονται και με τη γλώσσα των σωμάτων του Χορού κι όλων των ηθοποιών, της σπουδαίας Γιώτας Νέγκα συμπεριλαμβανομένης. Η εντυπωσιακά δουλεμένη κίνηση σε συνδυασμό με το ευφυές σκηνικό της Εύας Νάθενα ( ξύλινες σκάλες- βάθρα- άμβωνες) και η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, ο οποίος είναι διαρκώς επί σκηνής και σχηματίζει τους ήχους με μικρά αντικείμενα-όργανα, δίνουν στο εμβληματικό έργο του Ευριπίδη, μια εξαίρετη θεατρική και, γιατί όχι, κινηματογραφική όψη, που συνομιλεί επιτυχημένα με το κοινό.
Η Μήδεια της Αθηνάς Μαξίμου έχει όλες τις ρωγμές και όλες τις μεταπτώσεις αυτού του περίπλοκου και συναρπαστικού ρόλου. Η τεχνική της ξεπερνά το μέγεθος αυτών που έχει ερμηνεύσει στο αρχαίο δράμα. Δείχνει ότι εγκεφαλικά σχεδιάζει τους φόνους, με απέραντο θυμό αλλά και ψυχραιμία, δονούμενη από το ατίθασο, δαιμονισμένο πάθος του κορμιού, της ψυχής και του μυαλού. Συγκλονιστική σε όλη τη διαδρομή της, με προεξάρχουσα σκηνή αυτή του θριαμβολογήματός της, με τα χέρια ψηλά, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Κρέοντα και της κόρης του. Θέση ηθοποιού και άκρως ενδιαφέρουσα άποψη σκηνοθετών, που τέρπει το κοινό.
Την ίδια στιγμή, η μουσική που συνοδεύει την παράσταση, αντανακλά τον χτύπο της καρδιάς και τα νοητικά ταξίδια της Μήδειας, προσδίδοντας στη σκηνοθετική ιδέα μια εξπρεσιονιστική διάσταση, απόλυτα ταυτισμένη με την κινησιολογία χορού και πρωταγωνιστών (κίνηση-χορογραφία: Πατρίσια Απέργη) και των έξοχων χαμηλών, γεμάτων σκιές φωτισμών του Νίκου Βλασόπουλου. Μια πετυχημένη συνεργασία που ταξιδεύει τον θεατή από το «Μητρόπολης» του Φριτς Λάνγκ, στο «The wall» των Pink Floyd, έως τα σύγχρονα ικριώματα, όπου γης.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης, με την εξαιρετική άρθρωση και το επιβλητικό, συμπαγές μέταλλο φωνής του, είναι στιβαρός στον ρόλο του Ιάσονα και ετοιμόρροπος άνακτας σ’ αυτόν του Κρέοντα . Ευρηματική η είσοδος του βασιλιά με τις σκάλες- σκηνικό να καταρρέουν, ως προφητική ένδειξη πτώσης εξουσίας. Ηθοποιός έμπειρος και πειστικός σε κάθε σημείο.
Είναι η πολλοστή φορά που βλέπω στη σκηνή τον Αναστάση Ροϊλό και θαυμάζω την ευκολία του να διαχειρίζεται με άνεση και βάθος διαφορετικούς χαρακτήρες. Ως Αγγελιαφόρος ξεχωρίζει για την ερμηνεία του και στέκεται στο ύψος των απαιτήσεων των ρόλων του Τροφού και του Αιγέα. Η κορυφαία ευρηματική σκηνοθετική στιγμή βρίσκεται στη σκηνή της ανακοίνωσης των τραγικών φονικών γεγονότων από τον αγγελιαφόρο στην Μήδεια: οι σκάλες τοποθετούνται με τρόπο τέτοιο ώστε να θυμίζουν ντόμινο, ως αλληγορία στην τραγική αλληλουχία γεγονότων που ανακοινώνει ο αγγελιαφόρος, ανεβασμένος στην κορυφή της σκάλας, εν είδει βάθρου, με τη Μήδεια να βρίσκεται στο επίπεδο του εδάφους και τις κινήσεις της να θυμίζουν μαέστρο, που μόλις ενορχήστρωσε το ολέθριο τέλος των λοιπών πρωταγωνιστών.
Εκφραστικά ώριμη και μεστή η Μυρτώ Αλικάκη, ως κορυφαία του Χορού, επωμίζεται τη μοιρασιά των στίχων των χορικών, πριν τραγουδηθούν από τη Γιώτα Νέγκα και γίνεται ερευνήτρια του ψυχισμού της Μήδειας που την οδήγησε στην παιδοκτονία.
Ο Δημήτρης Καμαρωτός έγραψε τις μουσικές και δίδαξε στις κοπέλες τα ονειρικά χορικά, μέσα από τα οποία οι θεατές εισπράττουμε ότι η Μήδεια, απελπιστικά μόνη και προδομένη, βρίσκεται ξένη σε ένα αφιλόξενο τόπο, χωρίς να την στέργει κανείς εκτός από τις Κορίνθιες γυναίκες του Χορού. Αλλά και αυτές, ως γυναίκες και Ελληνίδες, είναι αδύναμα πλάσματα, ανίσχυρες να πράξουν αντίθετα στους άνδρες και δεν μπορούν να την βοηθήσουν εκτός από το να της εκφράζουν την συμπάθεια τους.
Η Γιώτα Νέγκα – σπουδαία δωρική φωνή – μια καινοτομία στα χορικά, εφόσον αποδίδει με τον ξεχωριστό της τρόπο μελωδίες και στίχους, χωρίς ποτέ να μετατρέπεται η τραγωδία σε μουσική παράσταση, επειδή ο συνθέτης ενέταξε τα τραγούδια σε πλήρη αρμονία με τα χορικά μέρη, άρρηκτα συνδεδεμένα με τη δράση και το συναίσθημα της στιγμής.
Η ακριβής επιλογή των κοριτσιών και αγοριών του Χορού: Πετρίνα Γιαννάκου, Μάιρα Γραβάνη, Αλεξάνδρα Δρανδάκη, Γιώργος Ζυγούρης, Ελευθερία Κοντογεώργη, Εριέττα Μανούρη, Βασίλης Μπούτσικος, Γιώργος Νούσης, Δάφνη Σταθάτου, καθορίζει τη σκηνοθετική ιδέα να καταδείξει στο κοινό, ότι το ζήτημα «Μήδεια» δεν αφορά μόνο γυναίκες αλλά όλους τους πολίτες μίας συλλογικής συνείδησης. Είναι εξαιρετικά στοχευμένη η άποψη επί του έργου.
Επίλογος
Ο Ευριπίδης έκανε για άλλη μια φορά αυτό που είχε στο μυαλό του. Άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην τέχνη και στην τραγωδία: συνδύασε μέσα σε ένα μόνο έργο την ευαισθησία της ανθρώπινης ψυχής και τις συγκινήσεις που την διακατέχουν, τόσο τις αγνές όσο και τις άγριες παρεκκλίσεις τους. Δεν είναι τυχαίο που κανείς, πέρα των σχολαστικών μελετητών, δε θυμάται τις Μήδειες που έφυγαν για άλλη χώρα ή αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους εξαιτίας ενός πολέμου. Δεν είναι τυχαίο που όλοι θυμόμαστε τη Μήδεια του Ευριπίδη. «Όχι γυναίκα αλλά θηρίο ανήμερο, πιο άγρια και από τη Σκύλλα» . Λέει ο Ιάσων.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία – Διασκευή: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
Πρωτότυπη Μουσική – Διδασκαλία Χορικών: Δημήτρης Καμαρωτός
Σκηνικά- Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Κίνηση – Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Λογοθεραπεία – αγωγή λόγου: Ηλίας Παπαθανασίου
Βοηθός Σκηνοθετών: Νίκος Τσιμάρας
Βοηθός Σκηνογράφου-Ενδυματολόγου: Δάφνη-Χρυσή Φωτεινάτου
Βοηθός Χορογράφου: Εμμανουέλα Σακελλάρη
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Μακιγιάζ: Σίσσυ Πετροπούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Έφη Πανουργιά
Εκτέλεση παραγωγής: Γιάννης Κουλούρης
Υπεύθυνη περιοδείας: Αλεξάνδρα Κούζουνα
Social Media -Διαφήμιση: Renegade Media / Βασίλης Ζαρκαδούλας
Παραγωγή: ΘΕΑΤΡΟΧΩΡΟΣ
ΜΗΔΕΙΑ | Αθηνά Μαξίμου
ΙΑΣΩΝ – ΚΡΕΩΝ – ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ | Αιμίλιος Χειλάκης
ΑΙΓΕΑΣ – ΤΡΟΦΟΣ – ΑΓΓΕΛΟΣ | Αναστάσης Ροϊλός
ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΧΟΡΟΥ | Μυρτώ Αλικάκη, Γιώτα Νέγκα
ΜΟΥΣΙΚΟΣ – ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ | Δημήτρης Καμαρωτός
ΧΟΡΟΣ: Πετρίνα Γιαννάκου, Μάιρα Γραβάνη, Αλεξάνδρα Δρανδάκη, Γιώργος Ζυγούρης, Ελευθερία Κοντογεώργη, Εριέττα Μανούρη, Βασίλης Μπούτσικος, Γιώργος Νούσης, Δάφνη Σταθάτου
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Συντελεστές
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά
Διάρκεια: 60 λεπτά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα5 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login