Connect with us

Πολιτισμός

«Η δεύτερη έκπληξη του έρωτα» του Μαριβώ στο Βασιλικό Θέατρο από το Κ.Θ.Β.Ε. 

«Η-δεύτερη-έκπληξη-του-έρωτα»-του-Μαριβώ-στο-Βασιλικό-Θέατρο-από-το-ΚΘΒΕ. 

Πρόλογος

Σ’ αυτή την κωμωδία ο Marivaux εστιάζει στην ιδέα ενός αναπάντεχου έρωτα μεταξύ Εκείνης και Εκείνου, που γεννήθηκε από την απώλεια ή την αποτυχία των προηγούμενων σχέσεών τους.

Μέσω της εξυπνάδας “marivaudage”(χαριτωμένης και επιτηδευμένης συζήτησης), το έργο αποκτά μια φεμινιστική και εκπληκτικά σύγχρονη τροπή. Οι χαρακτήρες της Μαρκησίας και της υπηρέτριας Λιζέτ καθοδηγούν την πλοκή και, σε αντίθεση με τα περισσότερα κλασικά γαλλικά έργα, σ’ αυτό το λιγότερο γνωστό του Marivaux οι γυναίκες είναι ελεύθερες να έχουν πρόσβαση στην αλήθεια των συναισθημάτων τους και να ενεργούν πάντα σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Υπόθεση

Μια απαρηγόρητη Μαρκησία, που έχασε τον άντρα της έναν μήνα μόλις μετά τον γάμο τους. Η Λιζέτ, η πονηρή της υπηρέτρια. Ο εγκαταλειμμένος απ’ την ερωμένη του Ιππότης. Ο Λουμπέν, ο αφελής υπηρέτης του. Ένας ερωτευμένος Κόμης που διεκδικεί τη Μαρκησία, ενώ ο λογοτεχνικός της σύμβουλος Ορτένσιος, σταχυολογεί ψυχαγωγικά αναγνώσματα, για να της απαλύνουν τη βασανιστική της μοναξιά.

Η επιμονή της Λιζέτ να φέρει κοντά την Κυρία της με τον Ιππότη, προκειμένου να μην χάσει η ίδια τον Λουμπέν που αγαπά, θέτει σε κίνηση έναν ολόκληρο μηχανισμό από δηλώσεις, υπεκφυγές, ανατροπές, παρεξηγήσεις, αποπλανήσεις και, τελικά, οδηγεί στην έκπληξη του έρωτα.

Η «Δεύτερη έκπληξη του έρωτα», παίχτηκε στην Κομεντί – Φρανσαίζ το 1727 κι έχει αρκετές ομοιότητες με την «Έκπληξη του έρωτα» που έγραψε ο συγγραφέας το 1722. Πρόκειται για μια αισθηματική κωμωδία, όπου οι ήρωές της παγιδευμένοι στις συμβάσεις και στους θεσμούς της εποχής τους γίνονται έρμαια της γλώσσας, που με τόση χάρη αρθρώνουν, όμως χάνουν την ειλικρίνειά τους και μπλέκουν σε έναν «αναποφάσιστο» έρωτα που ακροβατεί ανάμεσα στο πάθος και την ευπρέπεια, αλλά στο τέλος αποδεικνύεται ανίκητος.

Ανάγνωση

Ο απόλυτος εκφραστής του πρώιμου Διαφωτισμού Marivaux, που ακροβατεί όχι μόνον λεκτικά µε το περίφημο marivaudage αλλά και σε θέματα μορφής μεταξύ της ιταλικής κωμωδίας και των προσταγμάτων των νέων καιρών, δουλεύει την τρίπρακτη κωμωδία σε πεζό λόγο.

Μεταξύ της Μαρκησίας και του Ιππότη, όπως και μεταξύ των αντίστοιχων υπηρετών τους, Λιζέτ και Λουμπέν, τα λόγια έχουν αντικαταστήσει τις χειρονομίες κα τις πράξεις. Από τον θάνατο του συζύγου της πρώτης και τον γάμο της αγαπημένης του δεύτερου, έχουν βυθιστεί σε μια βαθιά θλίψη και οι δύο, που έχει μεταμορφώσει τη στάση ζωής τους σε «modus vivendi». Το μόνο που τους μένει για να χτίσουν μια στιβαρή σχέση είναι η γλώσσα, της οποίας τη σωτήρια δύναμη, την ικανότητα να ανακουφίζει τον πόνο – χάρη στον διάλογο που συνεπάγεται – ανακάλυψαν, ως πολύτιμο μέσο επικοινωνίας.

Γύρω τους τη γλώσσα χρησιμοποιούν κι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές, όμως, ως όπλο, για να εκκολάψουν συνωμοσίες υπέρ ή σε βάρος του ζευγαριού που, επειδή δεν τολμούν να εκφράσουν καθαρά τα συναισθήματά τους από τον φόβο της υπερέκθεσης στα μάτια όλων, παίρνουν το ρίσκο να καλύψουν τον έρωτά τους με μανδύα φιλίας, ώστε να μη θέσουν σε κίνδυνο την εμβρυϊκή τους αγάπη.

Όπως συχνά συμβαίνει στα έργα του Marivaux, όλα είναι θέμα φινέτσας και ακρίβειας, ενώ το ειδικό βάρος των λέξεων – αναμφίβολα καθοριστικό – κρατά τους χαρακτήρες διαρκώς σε μια κατάσταση επισφαλούς ισορροπίας, με κίνδυνο να καταρρεύσει το συναισθηματικό τους «οικοδόμημα» από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο συγγραφέας

Ο ΠιέρΚαρλέ ντε Σαμπλαίν ντε Μαριβώ (Pierre Carlet de Chamblain de Marivaux), πιο γνωστός ως Μαριβώ, (1688 -1763), ήταν δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, αλλά, πρωτίστως, θεατρικός συγγραφέας της εποχής του Διαφωτισμού.

Γόνος ευκατάστατης οικογένειας από τη Νορμανδία, σπούδασε νομικά στο Παρίσι και προοριζόταν για δικηγόρος. Ο νεαρός Μαριβώ, όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για τη λογοτεχνία και τα αυλικά θεάματα. Σε ηλικία 20 ετών έγραψε την πρώτη του κωμωδία ο Συνετός και δίκαιος πατέρας ή Κρισπίνος, ο ευτυχισμένος κατεργάρης ( le Pèreprudenteté quitable, ouCrispinl’heureuxfourbe).

Πριν στραφεί στο θέατρο πειραματίστηκε σε διάφορα είδη: μυθιστόρημα-παρωδία, ποίημα μπουρλέσκ ή δημοσιογραφικά δημοσιεύματα.

Διασκεύασε, παρωδώντας, έργα των κλασικών συγγραφέων και τα μετέτρεψε σε πρωτότυπα, σύμφωνα με το νεο-επιτηδευμένο πνεύμα που χειριζόταν με «ελαφρύ» τρόπο «μεγάλα θέματα». Έτσι, έγραψε τον μεταμφιεσμένο Τηλέμαχο το 1714-1715 (αναφέρεται στη δυστυχία των Ουγενότων) και την διασκευασμένη Ιλιάδα το 1716, μια παρωδία του έργου του Ομήρου, το τέταρτο δημοσιευμένο έργο του και το πρώτο που υπογράφηκε με το όνομά του.

Θεωρούνταν λαμπρός ηθικολόγος, ένας νέος Λα Μπρυγιέρ. Παντρεύτηκε το 1717 με την Κολόμπ Μπουλόν, κόρη ενός πλούσιου δικηγόρου, σύμβουλου του βασιλιά, της οποίας η προίκα επέτρεπε στο ζευγάρι να ζει άνετα. Έχασε τον πατέρα του το 1719.

Το 1720 καταστράφηκε οικονομικά εξαιτίας της κατάρρευσης του συστήματος Λω, έχασε τη σύζυγό του το 1723 και έπρεπε πλέον να γράφει θεατρικά έργα για να ζήσει και να μεγαλώσει την κόρη.

Ο Μαριβώ υπήρξε ένας παραγωγικότατος συγγραφέας.Από το 1713 έως το 1755 δημοσίευε σχεδόν κάθε χρόνο. Έγραψε περίπου σαράντα έργα, σε μία ή τρεις πράξεις συνήθως, επτά μυθιστορήματα και παρωδίες, κείμενα σε τρεις εφημερίδες και δεκαπέντε δοκίμια.

Άρρωστος από το 1758, πέθανε στο Παρίσι στις 12 Φεβρουαρίου του 1763.

Η παράσταση

Σ’ ένα μινιμαλιστικό σκηνικό (Άγγελος Μέντης), αρθρωτό όπως ο εγκέφαλος – εν προκειμένω, του συγγραφέα- και στο γκρίζο της στενοχώριας τα χρώματα στις καμπυλωτές στροφές των κυψελών, ρέουν τα λόγια και μετουσιώνονται σε ρόλους, οι οποίοι ενσαρκώνονται επιδέξια από τους ηθοποιούς, τους ενδεδυμένους στο γκρίζο και στο μαύρο του πένθους, αντικατοπτρίζοντας τη συνθετότητα της εποχής την οποία αντανακλά το έργο.

Έξι ηθοποιοί υπό την καθοδήγηση του μαέστρου αναπαράστασης της γαλλικής φαρσο- κωμωδίας, Βασίλη Παπαβασιλείου, ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους και μέσα από την τεχνική της Κομέντρια ντελ’ άρτε, ερμηνεύουν, αφηγούνται, απογειώνουν τη φάρσα, στεφανώνουν τους υπαινιγμούς, τις προφάσεις, τις ιδιοτροπίες του κειμένου (φόβος, ανασφάλεια, πρόκληση, αγάπη, κίνδυνος, υποκρισία, αυθορμητισμός), έτσι όπως τις γέννησε η ευστροφία του Μαριβώ , ο οποίος αρέσκονταν στη μεταφυσική προσέγγιση του έρωτα και χαρίζουν γενναιόδωρα στο κοινό, ευφορία. Τουλάχιστον.

Η Μαρκησία έχει βυθιστεί στο πένθος εδώ και έξι μήνες. Όχι πολύ μακριά, ο γείτονάς της, ο Ιππότης, έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να παντρευτεί την αγαπημένη του που τον απαρνήθηκε. Τόσο η χήρα, όσο και ο απελπισμένος εραστής, πιστεύουν ότι δεν έχουν τίποτα άλλο να μοιραστούν παρά τη θλίψη. Αυτό είναι ένα τέλειο σημείο εκκίνησης για κωμωδία! Καθώς οι δύο μοναξιές τους συναντώνται, θέτουν – άθελά τους – ξανά τον χρόνο σε κίνηση. Αλλά ο χρόνος βιώνεται από τους χαρακτήρες του Marivaux, σαν να ζούνε σε ένα αυτοσχέδιο μυθιστόρημα. Επομένως, η μετάβαση από τη φιλία στην αγάπη δεν είναι ποτέ απολύτως βέβαιη.

Πρόκειται για μια ρομαντική, λόγια κωμωδία του δέκατου όγδοου αιώνα, που παίζεται ακριβώς όπως περιμένεις.

Με άλλα λόγια η αδυναμία και η δύναμή της είναι οι ευδιάκριτες εκπλήξεις σε μια, κατά τα άλλα, στιβαρή, αξιόπιστη παράσταση.

Σ’ αυτό το έργο που τίθενται σε προτεραιότητα οι παρεξηγήσεις, οι αναλήθειες και η χρήση ψεύτικων και σημασιολογικών ολισθήσεων, ο τελειομανής διανοούμενος σκηνοθέτης και μεταφραστής Βασίλης Παπαβασιλείου, ο οποίος σκηνοθετεί για πέμπτη φορά Μαριβώ, βυθίζεται στην αγαπημένη του γαλλική γλώσσα και το ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στο Κ.Θ.Β.Ε.

Οι θεατές ακούμε και βλέπουμε τον εκπαιδευμένο θίασο ηθοποιών της παράστασης να ερμηνεύει το κείμενο με θαυμαστή ακρίβεια, νιώθουμε την προσοχή στη λεπτομέρεια, ακόμα και τις μικροαναπνοές, μέσα σε ένα «αντίγραφο» όπου τονίζονται ιδιαίτερα οι χυμώδεις λέξεις κι έρχονται στην πλατεία πλήρεις υπαινιγμών αλλά και σαφών νοημάτων. Στο αυτί, το σύνολο φτάνει με αξιοσημείωτη ρευστότητα, διαύγεια και ευκολία. Στην καθοδήγηση των ηθοποιών ο σκηνοθέτης διδάσκει την εκφορά του λόγου με τον τρόπο που ο Marivaux τροφοδοτεί χαρακτήρες, ώστε το απόσταγμα των λέξεων να ρέει μέσα τους.

Οι έξι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. υπηρετούν τους ρόλους τους με πειθαρχία στη σκηνοθετική γραμμή αλλά και με την υποκριτική δεινότητα που ο καθένας απέκτησε από την εμπειρία του κι από το ένστικτό του.Εμβαθύνουν,όπως οι μάσκες της Κομέντια κωμωδίας, στην εκφραστική χειρονομία και στα λάτσι (χωρατά, σκηνικά παιχνίδια), τα οποία και αποτελούν έναν πιο εκλεπτυσμένο αλλά πάντοτε παιγνιώδη τρόπο διαμόρφωσης του διαλόγου, ένα είδος σκηνοθεσίας όλων των παραγλωσσικών στοιχείων της υπόκρισης του ηθοποιού.

Οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ αξιέπαινοι, δημιουργούν γκρίζα ατμόσφαιρα και δίνουν υπόσταση στη μεγάλη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί οι εκλάμψεις στην τελευταία πράξη, όπου και εκρήγνυται το «ηφαίστειο» τη στιγμή που επισφραγίζεται η ένωση του ερωτευμένου ζευγαριού της ιστορίας.

Ο Γιώργος Καύκας, ως Ιππότης, είναι χάρμα ιδέσθαι. Χρησιμοποιεί τη μανιέρα του με τρόπο αριστοτεχνικά αποτελεσματικό, ώστε ταυτίζεται με τον ήρωα του 18ου αιώνα. Μεγιστοποιεί προς όφελος του έργου τα ακκίσματα της γλώσσας και του σώματός του, μετατοπίζει εύστροφα, άμεσα, με χαριτωμένο παιγνιώδη τρόπο τη σοβαρότητα με την υποκρισία, το δήθεν με το αληθινό και είναι ένας απολαυστικότατος Ιππότης.

Εξαιρετικός υπηρέτης Λουμπέν ο Γιώργος Κολοβός, ηθοποιός με ευρύτατη γκάμα, πλάθει έναν αρλεκίνο υπηρέτη, έναν μπαγαπόντη, καταφερτζή και ερωτευμένο υπηρέτη με σπινθηροβόλο πνεύμα κι εύπλαστο κορμί, δείχνει να διασκεδάζει το ίδιο με τους θεατές. Αμφίδρομη υπόθεση , αναπάντεχη διάδραση.

Η πλατεία χαίρεται στον ίδιο βαθμό και τον Θέμη Πάνου, έναν σπουδαίο ηθοποιό, δοκιμασμένο σ’ όλο το εύρος της θεατρικής υπόκρισης. Είναι ο Ορτένσιος που κερδίζει πολύ γρήγορα το κοινό και φέρνει μια κωμική φλέβα στη σκηνή, πρωτόγνωρη για πολλούς θεατές που τον θαυμάζουμε.

Ο Ταξιάρχης Χάνος δίνει έναν χλιαρό, άνευρο Κόμη, υποθέτω, έτσι όπως τον φαντάστηκε ο συγγραφέας. Η Ζωή Μυλωνά, Λιζέτ και η Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Μαρκησία, κινούνται με άνεση και τεχνική , στο πλαίσιο της σκηνοθετικής γραμμής.

Την κίνηση επιμελήθηκε ο εξαιρετικός Δημήτρης Σωτηρίου, ενώ πρωτότυπη μουσική δεν γράφτηκε, αλλά τις μουσικές επιλογές ρύθμισε η Νικολέττα Φιλόσογλου.

Επιστρέφοντας στον Μαριβώ, που αποδίδει απίστευτα μεγάλη εμπιστοσύνη στη θεραπεία μέσω της γλώσσας, ο έμπειρος Βασίλης Παπαβασιλείου, εγνωσμένης αξίας σκηνοθέτης και ηθοποιός, στήνει για το Κ.Θ.Β.Ε. μια κωμωδία εμπλουτισμένη μ’ όλα τα στοιχεία της Commedia dell’arte κι εμείς μένουμε εκστατικοί, επειδή ο Μαριβώ, χάρις της μελετημένης προσέγγισης του μεταφραστή και σκηνοθέτη, μας συγκινεί, εκθειάζει το θέατρο, εξερευνά με ταχύτητα τις δυνάμεις και τα σχήματά του, υμνεί τη θεατρική απόλαυση και το εισπράττουμε στον 21ο αιώνα.

Λέγει ο Βασίλης Παπαβασιλείου για το έργο: Η «Δεύτερη έκπληξη του έρωτα» ξεκινά από μία συνθήκη πένθους. Οι δύο βασικοί ήρωες πενθούν, η Μαρκησία κυριολεκτικά, γιατί έχει χάσει τον άνδρα της και ο Ιππότης μεταφορικά, γιατί η αγαπημένη του παντρεύεται κάποιον άλλον. Το πένθος, κυριολεκτικό ή μεταφορικό, έχει το ίδιο αποτέλεσμα: ανατροπή της τάξης του κόσμου, διασάλευση της εύθραυστης σχέσης τού μέσα με το έξω.

Η Μαρκησία και ο Ιππότης, αν κινδυνεύουν τελικά από κάτι, είναι τα ίδια τους τα λόγια. Εκπρόσωποι ενός κόσμου που είναι σε αποδρομή (το έργο γράφεται 62 χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση), του κόσμου του «αδρανούς συμφέροντος», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την αριστοκρατία, στέκουν μπροστά στα αισθήματά τους σαν μπροστά σε ένα κενό. Έχοντας όλο τον χρόνο στη διάθεσή τους να μιλούν, μην «ξέροντας κάποιες φορές τι λένε», όπως ομολογεί η Μαρκησία. Ή, όπως θα ‘λεγε ο Σαίξπηρ (που είναι η κρυφή μεγάλη αγάπη του Μαριβώ), «λόγια, λόγια, λόγια…». Η ρητορική του αισθήματος υποκαθιστά το αίσθημα και στο φινάλε του έργου οι δυο ήρωες απομένουν σαν άδεια σακιά, στήλες άλατος, μέσα σε ένα μπουρίνι, που κυοφορείτο σε όλη τη διάρκεια του έργου και τώρα ξεσπά (ω, της ειρωνείας!) τη στιγμή που επισφραγίζεται η ένωσή τους

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση–Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνικά–Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Δραματουργία– Μουσική επιμέλεια– Συνεργάτης σκηνοθέτης: Νικολέτα Φιλόσογλου

Επιμέλεια κίνησης: Δημήτρης Σωτηρίου

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Μαρία Ιακώβου

Βοηθός Σκηνογράφου–ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη

Βοηθός φωτιστή: Αθηνά Μπανάβα

Οργάνωση Παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη- Μαρίνα Χατζηϊωάννου

Παίζουν: Σταυρούλα Αραμπατζόγλου (Μαρκησία), Γιώργος Καύκας (Ιππότης), Θέμης Πάνου (Ορτένσιος), Ταξιάρχης Χάνος (Κόμης), Zωή Μυλωνά (Λιζέτ), Γιώργος Κολοβός (Λουμπέν)

Σε πανελλήνια πρώτη στο Βασιλικό Θέατρο

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα