Connect with us

Πολιτισμός

«Ζ Βασίλη Βασιλικού ǀ Ευριπίδη Εκάβη» στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων από το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας

«Ζ-Βασίλη-Βασιλικού-ǀ-Ευριπίδη-Εκάβη»-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων-από-το-ΔΗΠΕΘΕ-Καβάλας

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Οι νεκροί δεν μιλούν πια.

Ντυμένοι με την ωραιότητα του θανάτου.

Έχουν πάρει μαζί τους τόσα μυστικά.

Που καμιά άνοιξη.

Με όσα βλαστάρια.

Δεν μπορεί να μας φανερώσει.

 *Βασίλης Βασιλικός

.

Ο εμβληματικός λόγος του Βασίλη Βασιλικού συνομιλεί με τον λόγο του Ευριπίδη και τη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη.

Η ιστορία του ανθρώπου, η αέναη δίψα του για εξουσία, καταστροφή και πόλεμο, ως σπαρακτικό πορτρέτο του σύγχρονου κόσμου, με όχημα τον λόγο του Βασίλη Βασιλικού και του Ευριπίδη. Μια μελέτη πάνω στον πόλεμο, την προσφυγιά, την γενοκτονία, την ελπίδα, το όνειρο, τον εφιάλτη και το σκοτάδι.

Το πρόσωπο. Η μάνα. Η γη. Η πατρίδα. Η Βασίλισσα. Η Εκάβη μέσα από τον κόσμο των νεκρών διασχίζει τον χρόνο σαν κυρτό βέλος. Περιπλανιέται ανάμεσα στα ερείπια, στα νεκρά σώματα, στην λάσπη, στο αίμα. Το γέρικό της σώμα πεσμένο στην «σκληρή, καμένη γη» συνομιλεί με θεούς και ανθρώπους. Αγωνίζεται, αντιστέκεται, σηκώνεται και κοιτάζει κατάματα το τρομερό πρόσωπο του πολέμου. Ο λόγος της αντηχεί εκκωφαντικά μέσα στους αιώνες ξανά και ξανά. Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και η μουσική. Μια «άλλη» περιπλάνηση. Ανθρώπινα βήματα. Ο ρυθμός κάποτε γρήγορος, κάποτε αργός, σταθερός ή ακανόνιστος, βέβαιος ή αβέβαιος αφηγείται την ιστορία κάθε ανθρώπου που περιπλανιέται σε μια άδεια, κατεστραμμένη πόλη. Γρήγορες ανάσες, ρόγχοι, κατακερματισμένοι ψίθυροι.

Μια περιπλάνηση. Θραύσματα λόγου. Ήχοι. Ρυθμοί. Σώματα. Πρόσωπα. Κινήσεις. Η Ιστορία σαν κυρτό βέλος. Κι η μουσική. Πρόκειται για μια συρραφή -όχι διασκευή- καθώς ο λόγος του τραγικού ποιητή θα είναι αυτούσιος και θα συνδιαλέγεται με τη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη.

Την Εκάβη, σαν μια «προτομή» που κάθε μέρα «ξυπνά», θυμάται και περιπλανιέται μέσα στους αιώνες στα ερείπια της Τροίας, υποδύεται ο Κωνσταντίνος Χατζής.

 Η διανοητική υπεροχή της διακρίνεται επανειλημμένως σε ρητορικούς λόγους γυναικών στα έργα του Ευριπίδη. Ο σκηνοθέτης- διασκευαστής αναδεικνύει τον τρόπο µε τον οποίον ο ποιητής , χρησιμοποιώντας αυτή τη δεξιότητα του χειρισμού του λόγου, εξισώνει τις γυναίκες µε τους άνδρες.

Η Εκάβη, μέσα στην απέραντη θλίψη της από τις συμφορές που την έχουν βρει και µε κορυφωμένο το µίσος της για τον Πολυµήστορα, ο οποίος φάνηκε ανάξιος της εμπιστοσύνης που του είχαν δείξει αυτή και ο Πρίαμος, διακρίνει αστραπιαίως στο πρόσωπο του Αγαμέμνονα τον άνθρωπο που θα της σταθεί αρωγός για το εγχείρημα που έχει ήδη συλλάβει: την τιμωρία του φονιά του παιδιού της.

Η ταχύτατη αυτή επινόηση είναι, φυσικά, δείγμα και του έντονου πάθους και του ηθικού αναστήματος της Εκάβης. Αποκαλύπτει, ωστόσο, ένα ευφυές μυαλό, το οποίο μέσα σε ανείπωτες συφορές βρίσκει τρόπο να εξυφάνει σχέδια, έστω, καταστροφής.

 Η αµφιταλάντευσή της είναι δηλωτική της υψηλής στάθμης της αξιοπρέπειάς της, η οποία δεν της επιτρέπει να περιπέσει στην ανάγκη του κατακτητή Αγαμέμνονα, όμως ο πόθος της για εκδίκηση είναι ανυπέρβλητος.

Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Χατζής υιοθετεί τη μίξη του ποιητικού λόγου του Βασιλικού, με τα στοιχεία της μυθοπλασίας του Ευριπίδη και δημιουργεί έναν έντονα πύρινο, μα και λυρικό κόσμο, όπου τα πάντα δείχνουν μεταβατικά και μετέωρα, με τους ήρωες να αγωνίζονται να βγάλουν από πάνω τους το κέλυφος μιας απωθητικής και δυσβάστακτης βαρβαρότητας, η οποία το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει μια πολλαπλά νωθρή και απαξιωμένη κοινωνία.

Έτσι, το κεντρικό πρόσωπο στην «Εκάβη» υπόκειται στο μοτίβο της μεταμόρφωσης, γι’ αυτό και είναι δυνατόν να επανέρχεται στη ζωή μετά από κάθε θάνατο είτε ψυχολογικό είτε πραγματικό . Η ηρωίδα μεταλλάσσεται, μέχρι που φτάνει στην αιωνιότητα, σε ένα επίπεδο ψυχικής διεργασίας, όπου έχει νικηθεί ο φόβος του θανάτου και έχει αντιληφθεί πως είναι απαραίτητη η υπέρβαση των υλικών επιθυμιών, για να κατακτηθεί ένας ανώτερος πνευματικός σκοπός. Αυτή, εξάλλου, είναι και η ουσιαστική εσωτερική πάλη της Εκάβης, που συνίσταται στην προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, χωρίς να απεμπολήσει τις προσωπικές της επιθυμίες.

 Γίνεται σαφές, λοιπόν, πως και οι δυο συγγραφείς, ο αρχαίος Ευριπίδης και ο νεοέλληνας Βασιλικός, καλλιέργησαν το πολιτικό μυθιστόρημα. Το «Ζ» του Βασιλικού έγινε σύμβολο αντιδικτατορικού αγώνα κι η «Εκάβη» του Ευριπίδη είναι ένα διαχρονικό σύμβολο αγώνα ανακάλυψης αλήθειας και δίκαιης τιμωρίας των φονιάδων των παιδιών της.

Στην εικαστικής διάστασης παράσταση – περφόρμανς η οργή γίνεται θλίψη και μετά δίψα για εκδίκηση. Υπάρχει μεν μια συζήτηση περί δικαιοσύνης μεταξύ της Εκάβης και του Αγαμέμνονα, αλλά ο Ευριπίδης παίρνει πολύ φανερά το μέρος της, σύμφωνα με την δραματουργική επεξεργασία της Αντιγόνης Καράλη.

 Η παράσταση ξεκινά με τον ποιητικό λόγο του Βασίλη Βασιλικού από πέντε σώματα και στόματα με εξαίσιες φωνές, ενώ ο δεξιοτέχνης, πολυτάλαντος Κωνσταντίνος Χατζής, ως μαυροφορούσα Εκάβη, περιφέρεται στην ορχήστρα περιμετρικά και τελετουργικά με βουβές οιμωγές, πλήρως κατανοητές από την εσωτερική ερμηνεία του.

Ο χαρισματικός, σπουδαγμένος χορωδός Στέφανος Καλτσής ανεβαίνει στο κοίλο και από εκεί συμμετέχει με τη θεία του φωνή στα δρώμενα, εκτελώντας μαγευτικά λυρικά κομμάτια, βυζαντινούς ύμνους, αποσπάσματα από δημοφιλή μιούζικαλ, αλλά και πεζό λόγο. Όλο το κομμάτι που αφορά το «Ζ» του Βασιλικού εξελίσσεται με αναμμένα φώτα στην ορχήστρα και στο κοίλο, δημιουργώντας έτσι μια άκρως ποιητική ατμόσφαιρα στο αρχαίο θέατρο, το στεφανωμένο από τα απομεινάρια των βράχων και των τειχών του 360 π.Χ., ενώ στο βάθος ο κάμπος των Φιλίππων αγκαλιάζει τους πρόποδες του λόφου ΄Όρβηλου.

 ΟΙ άλλοι επιλεγμένοι ηθοποιοί: Πάνος Θεοδωρακόπουλος, Παντελής Καλογεράκης,

Θάνος Κόνιαρης, μένουν στη Θυμέλη και ερμηνεύουν όλους τους ρόλους, αλλά και αφηγούνται με παραστατικό τρόπο το δράμα της Εκάβης, το πλεγμένο με άρες και αναθέματα, με ανόσια, ανίερα λόγια στο πρώτο άκουσμά τους, και με προσθήκες δοξασιών, όπως το «Τη υπερμάχω» ή το «Χριστός Ανέστη» ή το «Αι Γενναιαί Πάσαι», αλλά όταν θεατής παραμερίζει την «ιεροσυλία», αντιλαμβάνεται τον συμβολισμό, την ανθρώπινη ανάγκη να δεηθεί σε υπερδύναμη, την ικεσία στο Θείο για δικαιοσύνη, ανεξαρτήτως εποχής και δόγματος.

Στη συνέχεια σκοτεινιάζει στο κοίλο κι αρχίζει η τραγωδία του Ευριπίδη από έναν σπαρακτικό, καθηλωτικό Κωνσταντίνο Χατζή – Εκάβη, πλαισιωμένο από τους ξεχωριστούς ηθοποιούς του θιάσου, που συγκινούν το πλήθος. Η Εκάβη θρηνεί, ενώ η επωδός «Ο Ζήτα είναι νεκρός» επαναλαμβάνεται διαρκώς στην εξέλιξη της τραγωδίας, ως συνδετικός κρίκος με το έργο του Βασιλικού.

 Στον Τρωικό πόλεμο η χαροκαμένη μάνα χάνει τα αρσενικά παιδιά της και μετά την άλωση στερείται και την Κασσάνδρα , που την είδε να φεύγει αιχμάλωτη και παλλακίδα του Αγαμέμνονα. Χάνει την κόρη της Πολυξένη , που θυσιάστηκε πάνω στον τάφο του Αχιλλέα, αλλά και τον Πολύδωρο, τον πιο μικρό της γιο, αυτόν που ο Πρίαμος είχε εμπιστευτεί στον Θράκα βασιλιά Πολυμήστορα.

 Τον θάνατο του αδικοχαμένου γιου εκδικείται η αιχμάλωτη Εκάβη με τρόπο σκληρό -τυφλώνει τον φονιά του Πολυμήστορα – ενώ άλλες αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες σκοτώνουν τα παιδιά του Θράκα βασιλιά.

 Στην παράσταση οι ρόλοι εναλλάσσονται από πρόσωπο σε πρόσωπο, ώστε οι θεατές αγκαλιάζουν όλη την ορχήστρα, προσηλώνονται στη δράση και αποδίδουν τα εύσημα στους συντελεστές με παρατεταμένα χειροκροτήματα.

Η μουσική, ως δευτερογενής κώδικας της θεατρικής έκφρασης και «ως σημείο» της σκηνής του θεάτρου, αποτελεί έναν τομέα σύνθετης καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο οποίος καλείται να υπηρετήσει την παράσταση διευκολύνοντας αφενός την επικοινωνία με τον θεατή και αφετέρου, μαζί με τα άλλα θεατρικά σημεία να αποτελέσει το υπόστρωμα για την ανάπτυξη της υποκριτικής τέχνης και γενικότερα του σκηνικού θεάματος.

 Οπότε, η μουσική του σπουδαίου Γιώργου Κουμεντάκη στην παράσταση του Κωνσταντίνου Χατζή, ο οποίος υπογράφει και τα κοστούμια, παίζει έναν ρόλο καθοριστικό, επειδή αναδεικνύει τη συνθήκη που τοποθετείται η παράσταση.

Οι φωνητικές συγχορδίες, οι οποίες δίνουν δύναμη, αντοχή, σταθερότητα και ελαστικότητα στις δουλεμένες φωνές των άριστων ηθοποιών , τα κρουστά, η κίνηση και η διάταξη των ηθοποιών, σχηματοποιούν εικαστικά κάδρα και μεγεθύνουν το τελετουργικό της αφήγησης.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη, ευφρόσυνη παράσταση, την οποία χαρήκαμε οι τυχεροί που βρεθήκαμε στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία, συρραφή κειμένων, απόδοση: Κωνσταντίνος Χατζής

Μουσική: Γιώργος Κουμεντάκης

Δραματουργική Επεξεργασία: Αντιγόνη Καράλη

Σχεδιασμός φωτισμών: Βασίλης Αποστολάτος

Κοστούμια: Κωνσταντίνος Χατζής

Κατασκευή κοστουμιών: Παναγιώτα Τζομπανάκη

Εικαστική Επιμέλεια: Ιωάννης Χαλάς

Βοηθός Σκηνοθέτη: Πάνος Θεοδωρακόπουλος

Φωτογραφίες: Άγγελος Χίλλ

Γραφίστας: Ιωάννης Τσίγκας

Έκδοση βιβλίου/προγράμματος: Κάπα Εκδοτική

Ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά:

Πάνος Θεοδωρακόπουλος

Παντελής Καλογεράκης

Στέφανος Καλτσής

Θάνος Κόνιαρης

Δημήτρης Τσίκλης

Κωνσταντίνος Χατζής

*Το τραγούδι της «Κόρης» θα ακουστεί από την Σοφία Χίλλ σε Μουσική Γιώργου Κουμεντάκη και στίχους του Γιάννη Χουβαρδά.

  • Το τραγούδι «Ποτέ δεν μπήκα σε καράβι» είναι σε μουσική σύνθεση της Σοφίας Χίλλ.

Οι φωτογραφίες είναι του Λάσκαρη ΤσούτσαΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα