Connect with us

Πολιτισμός

Ευριπίδη «Φοίνισσες» από το Εθνικό θέατρο στο 64ο  Φεστιβάλ Φιλίππων

Ευριπίδη-«Φοίνισσες»-από-το-Εθνικό-θέατρο-στο-64ο -Φεστιβάλ-Φιλίππων

Πρόλογος

Το έργο ανέβηκε ανάμεσα στο 411 και 406 π.Χ.

Τον Χορό συγκροτούν γυναίκες από τη Φοινίκη. Η Φοινίκη συμβολίζει το παρελθόν αλλά και τη νεανική ψυχραιμία ή ανεμελιά, όπως ακριβώς οι Δελφοί παραπέμπουν στην επιθυμητή θρησκευτική γαλήνη. Αντίθετα, η Θήβα καθρεφτίζει όχι μόνο το αφηγηματικό παρόν, αλλά και την απελπισία, τον τρόμο, την απόγνωση των νεαρών κοριτσιών που «οσμίζονται» τον εμφύλιο πόλεμο να πλησιάζει.

Ο Ευριπίδης δεν είναι ο πρώτος που καταπιάνεται με τον μύθο της εκστρατείας των «Επτά» εναντίον της Θήβας. Ποιο, όμως, είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τις Φοίνισσες να ξεχωρίζουν από τις προγενέστερες δραματοποιήσεις του ιδίου μύθου; Είναι, σαφώς, ο τρόπος με τον οποίο ο Ευριπίδης διαχειρίζεται την πλοκή. Πλάθει καινούρια δραματική αφήγηση με πρώτη ύλη το παραδεδομένο μυθολογικό υλικό. Είναι, επίσης, η πολλαπλότητα των επεισοδίων, η έντονη και ζωηρότατη σκηνική δράση και, κυρίως, οι συνεχείς διαψεύσεις των προσδοκιών των θεατών στο έργο αυτό. Ανατρέποντας συνεχώς τις παραδεδομένες εκδοχές του μύθου και ειδικά την αισχύλεια, ο Ευριπίδης δημιουργεί μία δράση γεμάτη προκλήσεις, εκπλήξεις και σασπένς, που εντυπωσιάζει χάρη στον όγκο και την ευρύτητά της.

Οι Φοίνισσες δεν αφηγούνται απλώς , όπως οι «Επτά», την πορεία του Ετεοκλή προς τη μοιραία και λυτρωτική για την πόλη, πτώση. Οι Φοίνισσες είναι, θα πω, η τραγική ιστορία τριών γερόντων γονέων: του Οιδίποδα, της Ιοκάστης και του Κρέοντα, που βλέπουν τα παιδιά τους να σκοτώνονται και, ανήμποροι να αντιδράσουν, παρασύρονται στον όλεθρο. Είναι , επίσης, η τραγική ιστορία δύο γιων και αδελφών: ενός κυνικού αριβίστα, του Ετεοκλή, που δεν ορρωδεί προ ουδενός, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία και ενός αποφασισμένου εκδικητή, του Πολυνείκη, που, ενώ διατηρεί σαφώς το δίκιο με το μέρος του, χάνει το ηθικό του πλεονέκτημα, αφού αποφασίζει να εισβάλει στην πατρική του γη.

Υπόθεση

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή του έργου ο Πολυνείκης, διωγμένος και αδικημένος από τον αδερφό του καταφεύγει στο Άργος, όπου παντρεύεται την κόρη του βασιλιά Αδράστου και εκστρατεύει με στρατό εναντίον της Θήβας. Η μητέρα του (Ιοκάστη) μάταια προσπαθεί να τους συμφιλιώσει. Ο Τειρεσίας προβλέπει ότι η νίκη θα είναι με τους Θηβαίους, εφόσον γίνει ο Μενοικέας (γιος του Κρέοντα) σφάγιο στον Άρη.

Το δράμα προλογίζει η Ιοκάστη που συστήνεται και μας εισάγει στον μύθο. Τελειώνοντας παρακαλεί τον Δία να βοηθήσει αυτήν και τα παιδιά της. Στο δεύτερο μέρος του προλόγου, η Αντιγόνη ανεβαίνει στα τείχη περιμένοντας την άφιξη του αδερφού της Πολυνείκη , που είναι καλεσμένος από τη μητέρα του για να μοιράσουν δίκαια και ειρηνικά την εξουσία. Εκεί τη βρίσκει και συνομιλεί μαζί της η παραμάνα της. Ακολουθεί η πάροδος του Χορού που απαρτίζεται από σκλάβες Φοίνισσες , προφανώς αριστοκρατικής καταγωγής που στάλθηκαν ως ανάθημα της πόλης τους στον θεό Απόλλωνα, για να τον υπηρετήσουν στον δελφικό του ναό.

Ο Πολυνείκης εμφανίζεται και συνομιλεί με τη μητέρα του. Έρχεται και ο Ετεοκλής και επιδίδονται σε έναν λεκτικό αγώνα . Τα δυο αδέρφια εμφανίζονται με εντελώς αντίθετο χαρακτήρα από εκείνον που τους προσάπτει η παράδοση.

Οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Ο Πολυνείκης φεύγει για να επιτεθεί. Ο Ετεοκλής, με προτροπή του Κρέοντα, μένει να υπερασπιστεί τη Θήβα. Ο Τειρεσίας δίνει φοβερό χρησμό. Ο Κρέοντας αρνείται να θυσιάσει τον γιο του. Για να τον σώσει τον στέλνει στους Δελφούς. Εκείνος προσποιείται πως θα πάει και προχωρά σε αυτοθυσία.

Ένας αγγελιαφόρος αναφέρει ότι η επίθεση των «Επτά» απέτυχε και ότι τα δυο αδέρφια ετοιμάζονται για την τελική αναμέτρηση.

Δεύτερος άγγελος πληροφορεί το παλάτι ότι τα αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν , ενώ η μητέρα τους, Ιοκάστη, αυτοκτόνησε πάνω στα πτώματα των παιδιών της. Λέγει ακόμη , ότι τελευταία επιθυμία του Πολυνείκη ήταν να ταφεί στη γενέτειρά του.

Ο Κρέων, νέος άρχοντας, διατάσσει την εξορία του Οιδίποδα και απαγορεύει την ταφή τού Πολυνείκη . Η Αντιγόνη απορρίπτει αυτήν την εντολή και υπόσχεται να θάψει τον αδερφό της. Διαλύει τον αρραβώνα της με τον Αίμονα, γιο του Κρέοντα, και δηλώνει την πρόθεσή της ν’ ακολουθήσει τον πατέρα της στα δεινά του.

Ανάγνωση

Το έργο είναι ιδιαιτέρως πλούσιο, τόσο σε χαρακτήρες όσο και σε γεγονότα. Το σχέδιό του αποτελεί έξοχο παράδειγμα «ανοικτής» δομής. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στον πολλαπλασιασμό των χαρακτήρων και των επεισοδίων. Η πλοκή δεν εκτυλίσσεται γραμμικά ή παρουσιάζοντας τα δραματικά γεγονότα σε ευθεία εξέλιξη, αλλά βασίζεται σε αυτοτελείς σκηνές – επεισόδια. Δεν υπάρχει ένας κεντρικός χαρακτήρας που να κυριαρχεί στη δράση από την αρχή ως το τέλος, αλλά σειρά προσώπων διαδραματίζουν σημαντικό και κρίσιμο ρόλο σε διαφορετικά σημεία του έργου. Υπάρχουν γεγονότα στα οποία προσδίδεται βαρύτητα, όμως η ακριβής σχέση τους με την κύρια δράση εξαρτάται από την ερμηνεία.

Και ο δραματικός χρόνος, επίσης, δεν είναι γραμμικός. Αντιθέτως, το παρελθόν διακόπτει συνεχώς και επηρεάζει το παρόν, ώστε να γίνεται κατανοητό πως τα γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους, αλλά και επαναλαμβάνονται. Η αιτιατή σύνδεση δεν ακυρώνεται, τουναντίον, εμπλουτίζεται από παραλληλισμούς και αντιθέσεις, που οδηγούν τους θεατές σε στοχασμούς.

Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί υποδειγματικά τον μυθικό καμβά της προγενέστερης γνωστής ιστορίας της Θήβας, προκειμένου να οικειοποιηθεί στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια παραλλάζει. Ο ποιητής δίνει την εντύπωση του ταλαντούχου τεχνίτη, ο οποίος διατηρεί τη βάση ενός προηγούμενου οικοδομήματος για να φτιάξει, τελικά, κάτι εντελώς καινούργιο.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης επιχειρεί να φέρει το κοινό σε επαφή μ’ ένα έργο, όπου ο ποιητής Ευριπίδης αφηγείται μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου των Λαβδακιδών. Εκτυλίσσεται τη μέρα που ο Πολυνείκης έχει κυκλώσει με στρατό τη Θήβα, διεκδικώντας από τον αδελφό του Ετεοκλή να τηρήσει τη συμφωνία τους, με όρο να βασιλεύουν εκ περιτροπής στην πόλη.

Ο Γιάννης Μόσχος είχε δηλώσει αρκετά νωρίς : «το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Ευριπίδης βάζει στον μύθο έναν Χορό-παρατηρητή, που μπορεί να δει από απόσταση και να ανακαλέσει όλο το ιστορικό παρελθόν της Θήβας. Είναι αφηγήτριες όλου του κύκλου των Λαβδακιδών, αλλά πηγαίνουν πολύ πίσω, κι αυτή η ιστορική ανασκόπηση αναφέρεται σε πολλά ονόματα και μυθολογικά στοιχεία που σήμερα, ακόμα κι εγώ που διάβασα και ξαναδιάβασα το έργο, με τη βοήθεια του μεταφραστή και της δραματολόγου μου, δυσκολεύτηκα να καταλάβω ποιος είναι ποιος και τι ακριβώς συμβαίνει.

Ο σύγχρονος θεατής δε θα μπορέσει να επικοινωνήσει μ’ αυτό το κομμάτι. Δεν μπορεί να δει την παράσταση με το «λυσάρι». Άρα, το θέμα μου είναι με ποιον τρόπο θα παρακολουθήσει ο θεατής το έργο, θα μπει στην ιστορία, δε θα μπερδευτεί με τα δεκάδες ονόματα. ‘Έτσι, προχώρησα σε μια δραματουργική παρέμβαση στα χορικά απλοποιώντας τα, κρατώντας τον θεματικό πυρήνα, ώστε να καταλάβει το κοινό αυτό που εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια του και πώς συνδέεται το χορικό με το πριν και το μετά των επεισοδίων».

Η κατά Γιάννη Μόσχου παράσταση συμπυκνώνει τον πνευματικό μόχθο και την αγωνία μιας ομάδας καλλιτεχνών στην υπηρεσία του αρχαίου δράματος και συγκεφαλαιώνει σε μια σύγχρονη σκηνική διατύπωση, την κατακτημένη γνώση μιας έρευνας στη δουλειά του Ευριπίδη, αλλά και του Αισχύλου. Είναι καλά δομημένη και ενσωματώνει υφολογική διαύγεια, πλαστική καθαρότητα, ακριβή αίσθηση της κλίμακας των μεγεθών του αρχαίου ποιητικού λόγου και μια κατάθεση επαγγελματικής ευθύνης που καταδύεται στην ταπεινότητα και μετουσιώνεται σε πνευματική άσκηση. Οπωσδήποτε, η παράσταση εμπεριέχει την κιβωτό της γνώσης του Νικηφόρου Παπανδρέου, που υπογράφει την μετάφραση.

Τα σκηνοθετικά ευρήματα εντυπωσιακά, από την έναρξη ακόμη. Ο πρόλογος του έργου δεν αποδόθηκε από την Ιοκάστη, όπως ορίζει ο Ευριπίδης, αλλά πολυφωνικά από τον δεκαμελή γυναικείο Χορό των Φοινισσών. Ευφυής ιδέα του Γιάννη Μόσχου, που στην παρθενική του σκηνοθεσία αρχαίου δράματος ευτύχησε στη σύλληψη και στην εκτέλεση, καθώς μας χάρισε μία εισαγωγή ιδιαίτερα δυναμική και κινητοποίησε το ενδιαφέρον μας. Γρήγορα η ιδέα ενισχύθηκε από την ευφάνταστη σύσταση των κεντρικών ηρώων της τραγωδίας, μέσω των πολύχρωμων βιντεοπροβολών (video design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης), πάνω στο άχρωμο λιτό σκηνικό. Δυο κάθετες επιφάνειες που σχημάτιζαν ορθή γωνία, έγιναν το παλάτι που σχεδίασε η Τίνα Τζόκα. Το εύρημα του βίντεο ο σκηνοθέτης το συνέχισε ως το τέλος της παράστασης είτε άρεσε είτε κούρασε η επανάληψη.

Ο Χορός: Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη, ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της βραδιάς και δικαίως απέσπασε και το θερμότερο χειροκρότημα, επειδή αυτός ανέδειξε όλες τις κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, αλλά και τα πάθη των ηρώων του μύθου. Σαν σμήνος από ωδικά πτηνά στριφογύριζε κυκλικά κάτω από τη σκιά της Σφίγγας (Σεσίλ Μικρούτσιοκου) και γλυκόλαλα τραγουδούσε τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελλούμενα παρασύροντας αρκετά συχνά στον ρυθμό του και τους ήρωες του έργου.

Προσανατολισμένοι από την μετάφραση και τη σκηνοθετική ανάγνωση στη ρεαλιστική αλήθεια του ευριπίδειου λόγου, οι ηθοποιοί τον υπηρέτησαν στο μέτρο της υποκριτικής παιδείας, εμπειρίας και ιδιοσυστασίας τους.

Η Ιοκάστη της Μαρίας Κατσιαδάκη αποστασιοποιήθηκε από τα εγκλήματα του παρελθόντος. Ερμήνευσε μια μορφή αθώα και τραγική μέσα στην οπτιμιστική της αφέλεια και τη μητρική της αγάπη.

Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς λόγω ασθένειας αντικαταστάθηκε από τον εξαιρετικό ηθοποιό Λαέρτη Μαλκότση, ο οποίος υποδύθηκε δυναμικά τον ταλαιπωρημένο Τειρεσία. Αυτός υπέδειξε την ανάγκη για την ανθρωποθυσία του Μενοικέα (Βασίλη Ντάρμα) προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Κρέοντα.

Ο Κρέων , σε μια σημαντική σκηνή της παράστασης, ήταν ο τραγικός πατέρας που έλαβε από τον Τειρεσία την είδηση ότι ο γιος του πρέπει να θυσιαστεί, προκειμένου να σωθεί η πόλη. Η αντίδρασή του υπογράμμισε το αντίθετο της μεγαλοψυχίας και του πατριωτισμού που επέδειξε ο Μενοικέας. Ο συμπαθής Χρήστος Χατζηπαναγιώτης προσπάθησε φιλότιμα να υποστηρίξει τον ρόλο του Κρέοντα, που δεν ήταν σκληρός άρχοντας ούτε διέθετε μεγαλείο ψυχής. Αμφιλεγόμενο το αποτέλεσμα.

Η ερμηνεία της Λουκίας Μιχαλοπούλου είχε μέτρο, είχε παλμό, είχε τραγικότητα, είχε σωστή χρήση εκφραστικών μέσων. Η αξιόλογη ηθοποιός μάς έδωσε μια εξαιρετική Αντιγόνη.

Ευσυνείδητες και οι υπόλοιπες ερμηνείες ρόλων από τους επαγγελματίες ηθοποιούς της παράστασης.

Τα κοστούμια της Ιωάννης Τσάμη, εμφατικά αντίθετα. Θαρρείς, έβγαιναν σε ντεφιλέ υψηλής ραπτικής τα βασιλικά μέλη, με εξαίρεση τον παραβεβλημένο ενδυματολογικά Κρέοντα. Ο Τειρεσίας , σε παρελθούσες παραστάσεις εμφανιζόταν με κουρέλια ή με αναπηρικό καρότσι ή με πατερίτσες ή με συνοδό, όμως εδώ ο σκηνοθέτης και η ενδυματολόγος τον έντυσαν με κομψότατο σημερινό κοστούμι. Προσωπικά το χάρηκα πολύ, διότι και μου έδωσε τη σύγχρονη άποψη και δε συνάντησα πουθενά ότι ο μάντης ήταν απαραίτητα πένητας.

Ο Χορός των γυναικών εμφανίστηκε με αέρινα φορέματα κι έτσι ευνοήθηκε εικαστικά η χορογραφία της Amalia Bennet, η οποία ήταν ένας όμορφος συνδυασμός από σύγχρονο χορό και από κινήσεις κλασσικής παράστασης αρχαίου δράματος.

Στο πνεύμα της σκηνοθετικής προσέγγισης και το λιτό χορωδιακό μοτίβο που δίδαξε η Μελίνα Παιονίδου. Ο δε Θοδωρής Οικονόμου, έγραψε άλλοτε chill out music, άλλοτε κινηματογραφική μουσική κι άλλοτε μουσικό χαλί σε αγωνιώδη αφήγηση.

Στο «δια ταύτα» του έργου φάνηκε ότι οι Φοίνισσες προέβαλαν και συνεχίζουν να προβάλλουν έναν κόσμο που κυβερνιέται από αχαλίνωτη εξουσιολαγνεία. Η μόνη φωτεινή εξαίρεση είναι ο Μενοικέας, του οποίου, όμως, η θυσία, δόθηκε σαν ένας μακρινός απόηχος μιας παρελθούσης ηθικής.

Επίλογος

Το 1904 ήταν η πρώτη παρουσίαση του έργου σε νεοελληνική σκηνή, από τον Θωμά Οικονόμου και το τότε Βασιλικό Θέατρο. Ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο, καταπιάστηκε με το ίδιο έργο στο διάστημα 1960-1988, ενώ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το επέλεξε δύο φορές: το 1971 σε σκηνοθεσία Θάνου Κωτσόπουλου και το 1999 σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη, όπως μας κατατοπίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης στο εισαγωγικό του σημείωμα στο πρόγραμμα του Εθνικού.

Εν κατακλείδι, επρόκειτο για μια σύγχρονη μεν, προσωπική δε ανάγνωση των «Φοινισσών» του Ευριπίδη από τον Γιάννη Μόσχο και τους συνεργάτες του, σ’ αυτήν την φρέσκια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου

Σκηνοθεσία-Δραματουργική προσαρμογή: Γιάννης Μόσχος

Χορογραφία: Amalia Bennett

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Σκηνικά: Τίνα Τζόκα

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Video Design: Αποστόλης Κουτσιανικούλης

Συνεργάτις χορογράφου: Αντιγόνη Γύρα

Επιστημονική σύμβουλος: Ελένη Παπάζογλου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Νάκου

Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Αντωνοπούλου,

Βοηθός σκηνογράφου: Εύα Παπαδουράκη

Σχεδιασμός, κομμώσεων – Περούκες: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή (αλφαβητικά):

Αγγελιαφόρος: Γιώργος Γλάστρας

Ιοκάστη: Μαρία Κατσιαδάκη

Σφίγγα: Σεσίλ Μικρούτσικου

Αντιγόνη: Λουκία Μιχαλοπούλου

Παιδαγωγός: Κώστας Μπερικόπουλος

Τειρεσίας: Λαέρτης Μαλκόζης

Μενοικέας: Βασίλης Ντάρμας

Ετεοκλής: Αργύρης Ξάφης

Οιδίπους: Δημήτρης Παπανικολάου

Πολυνείκης: Θάνος Τοκάκης

Κρέων: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

Χορός (αλφαβητικά):

Νεφέλη Μαϊστράλη, Ζωή Μυλωνά, Ελπίδα Νικολάου, Σταύρια Νικολάου, Κατερίνα Παπανδρέου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θάλεια Σταματέλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα