Connect with us

Πολιτισμός

«Δον Κάρλος» του Φρίντριχ Σίλλερ από το Κ.Θ.Β.Ε. σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά

«Δον-Κάρλος»-του-Φρίντριχ-Σίλλερ-από-το-ΚΘΒΕ.-σε-σκηνοθεσία-Γιάννη-Χουβαρδά

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Το δράμα του 18ου αιώνα του Σίλλερ, έχει προσφερθεί επανειλημμένως σε «πτήσεις» θεατρικής φαντασίας. Ιδεαλισμός, ίντριγκα, αιμομικτική αγάπη, μια εμφάνιση της τελευταίας στιγμής από έναν Μεγάλο Ιεροεξεταστή–πραγματικά, κανείς δεν τον περιμένει– εν μέσω του ασφυκτικού πρωτοκόλλου της ισπανικής αυλής του 16ου αιώνα. 

Αυτό το εξαίσιο δραματικό ποίημα του Σίλλερ δε γεννήθηκε μόνο από καλή έμπνευση, αλλά και με καλή μοίρα. Ο ρόλος του μέσα στην ιστορία του θεάτρου είναι ρόλος αναγέννησης και εξιλασμού.

Πρωτοπαίχτηκε στο αυλικό θέατρο της Μαγχάιμ στις 7 Απριλίου 1788 και για την εποχή του υπήρξε ολόκληρη επανάσταση. Αυτό κυρίως ξεκαθάρισε τη γερμανική σκηνή απ’ τις ανούσιες αστικές ηθικολογίες και τα ιπποτικά κατασκευάσματα. Τόσο, που οι ιστορικοί του θεάτρου να μπορούν σήμερα να παρατηρούν, ότι μέσα σ’ ελάχιστο καιρό το γερμανικό θέατρο έφτασε τότε στο ύψος των μεγαλύτερων πνευματικών αποδόσεων της ανθρωπότητας.

Αλλά ο «Δον Κάρλος» ήταν μια πνευματική κάθαρση και για τον ίδιο το Σίλλερ, επειδή ο ποιητής αφήνει το καταστροφικό μένος της πρώτης δραματικής παραγωγής του και, από αναρχικός επαναστάτης του παρελθόντος, γίνεται ο ονειροπόλος νομοθέτης του μέλλοντος. Δεν κρίνει πλέον αλλά οραματίζεται. Και στους οραματισμούς του δεν εφευρίσκει πρόσκαιρες συνταγές για το παρόν, δίνει συνθήματα για τους αιώνες.

Πολυδιάστατο κείμενο ο «Δον Κάρλος» του Σίλλερ. Τρεις διαφορετικές υποθέσεις πλέκονται με απαράμιλλη μαεστρία μέσα στο ίδιο δράμα : μια ανδρική φιλία, μια οικογενειακή ραδιουργία και μια κοσμοϊστορική διχόνοια. Είναι αληθινός ο μύθος ; Δεν ενδιαφέρει. Αρκεί που ο ποιητής τού έχει εμφυσήσει δραματική ζωή. Η ζωή αυτή είναι η μόνη αλήθεια του θεάτρου.

Αν ο Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας παρέδωσε τον επαναστάτη Ινφάντη του στους ιεροεξεταστές, αν ο Δον Κάρλος είχε αγαπήσει τη βασίλισσα-μητριά του, αν ο μαρκήσιος Πόζας θυσιάστηκε για να σώσει τον φίλο του, αυτά ενδιαφέρουν τους ιστοριοδίφες. Η ιστορία μπορεί να έζησε τα γεγονότα της αλλιώς.Η ποίηση αναπλάθει την ιστορία.

 Άλλωστε, και τα γεγονότα και η πλοκή τους και όλος ο ρομαντικός διάκοσμος του έργου, οι μουσικές , τα ματωμένα μαντίλια, οι λιποθυμίες, οι ίντριγκες, όλα αυτά δεν είναι παρά «το κείμενο για τη μεγάλη μουσική του ήθους». Ακόμα και το δραματικό βάθος του έργου ( το πρόβλημα της αντίθεσης δυο γενεών, η ακατανοησία της παλιάς για την αισθηματική ορμή της νέας), δεν είναι, όπως ο ίδιος ο Σίλλερ εξήγησε, παρά ένα πρόσχημα για να κηρύξει την πολιτική του θεωρία.

 Ας μη γίνει κακή παρανόηση. Ο Σίλλερ δεν καταπιάνεται με μικροζητήματα της ημέρας. Η κοσμοθεωρία του είναι μια πολιτική «με προοπτική χιλιετηρίδων». Αλλά απάνω κι απ’ την ιδεαλιστική θεωρία του είναι το δράμα, ως δράμα. Είναι η παθητική μελωδία της ποίησης. Ο λυρικός παλμός. Το θέατρο, αυτό προπάντων. Το μεγάλο θέατρο.

Το αριστούργημα του Φρίντριχ Σίλλερ εμπνευσμένο από πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα του 16ου αιώνα, γεμάτο έρωτες και πάθη, σταυρούς και ξίφη, ηρωισμούς και ραδιουργίες, ψέματα και αυτοθυσίες, εκμυστηρεύσεις και προδοσίες, αποτελεί μια τρομακτική κραυγή ενάντια στην τυραννία της εξουσίας.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Δον Κάρλος 2024 ή η σκοτεινή νοημοσύνη

Ο Δον Κάρλος αποτελεί ένα κορυφαίο κομψοτέχνημα της παγκόσμιας δραματουργίας. Νεανικό αλλά και ώριμο, ενθουσιώδες αλλά και πυκνό σε νοήματα, δραματουργικά πολυσύνθετο αλλά και θεατρικά απολαυστικό, κλασικό αλλά και σύγχρονο, προσφέρει σε όποιον καλλιτέχνη καταπιαστεί μαζί του τεράστια ανταπόδοση. Και ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τον θεατή.

Ένα έργο που στην πλήρη του ανάπτυξη διαρκεί πάνω από πέντε ώρες, με δεκάδες δραματικά πρόσωπα, δαιδαλώδη εξέλιξη και άπειρες ανατροπές, με πολύπλοκο ιστορικό υπόβαθρο και διπλοκεντημένη γλώσσα, ένα δράμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ταυτόχρονα ερωτικό, πολιτικό, ποιητικό, φιλοσοφικό, υπαρξιακό (για να αναφέρω μερικά μόνο από τα πολλά λογοτεχνικά είδη που το απαρτίζουν), στην παράστασή μας συμπυκνώνεται σε καθαρή διάρκεια 130 λεπτών. Έχει λοιπόν τεράστια σημασία για μας, όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν επί τρεις σχεδόν μήνες για να προσφέρουμε στο κοινό με όσο πιο έντιμο τρόπο μπορούσαμε αυτό το θαυμαστό κείμενο, να έχουμε την πλήρη ενέργεια των θεατών μας, τη συγκέντρωσή τους, τη συμμετοχή τους σ’ αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Και τότε είναι σίγουρο ότι οι θεατές μας θα αποσπάσουν ως ανταμοιβή τους το 100% της αξίας του αριστουργήματος του Σίλλερ.

Ένα έργο γραμμένο στα τέλη του 18ου αιώνα, μπορεί να μιλά τόσο καθαρά, εύστοχα και προφητικά, για τη σχέση του ανθρώπου με την εξουσία, για την ακατάσβεστη ανάγκη του για ελευθερία και τον άπληστο γιγαντισμό των μηχανισμών του κράτους, το οποίο, αφού παρακολουθήσει, καταπιέσει, καταστείλει ανελέητα τους πολίτες του (μεταφορικά, και –στην περίπτωσή μας– κυριολεκτικά, τα ίδια τα παιδιά του), στο τέλος τούς αφαιρεί κάθε έννοια ανθρωπιάς, καταλήγοντας να απεμψυχώσει την ίδια του την υπόσταση και να καταντήσει –όπως συμβαίνει δυστυχώς πολύ φανερά πλέον στις μέρες μας– μια σκοτεινή μηχανή τεχνητής νοημοσύνης.

Γιάννης Χουβαρδάς

Οκτώβριος 2024

Το έργο είχε ανεβεί από το Κ.Θ.Β.Ε. το 2006 σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Δεκαοκτώ χρόνια μετά ο Γιάννης Χουβαρδάς, φημισμένος σκηνοθέτης με «ακριβή» θητεία στο θέατρο, ανεβάζει το «Δον Κάρλος» στον αυτό κρατικό φορέα, υπακούοντας σε ερεθίσματα που αναφέρονται στο παραπάνω σημείωμά του, όπου αναγνωρίζουμε ομόλογες τάσεις της εποχής μας και της χώρας μας, με το ιδεολογικό περιεχόμενο του έργου.

 Η αναφερόμενη,όμως, επικοινωνία με τον σύγχρονο προβληματισμό και η δραστηριότητά της, πιστεύω ότι δεν αγγίζει πια το κοινό. Ο οραματικός φιλελευθερισμός του Σίλλερ είναι μια πεπατημένη και κορεσμένη οδός σήμερα και οι αξίες της, αυταπόδεικτες, δεν αιφνιδιάζουν συγκινητικά την κοινωνική συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου.

 Έστω κι αν παραχωρητικά δεχτεί κανείς ότι ο «Δον Κάρλος» λειτουργεί ακόμη στην ευαισθησία του κοινού, αυτό οφείλεται, ίσως, σε συσχετισμούς και προεκτάσεις του θεατή, που δε θα ήταν εύκολο να μην ελεγχθούν είτε για αφέλεια είτε για αυθαιρεσία.

 Ο κ. Χουβαρδάς μάς δίνει την όψη μιας φροντισμένης παράστασης στη λεπτομέρεια, αλλά με πολλά δάνεια ( ευρήματα) ανακατεμένα μεταξύ τους, ώστε δεν υπάρχει κύριος χαρακτήρας. Από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τη Μπελ Επόκ, την «Αναγέννηση», η οποία αντιπαρέβαλε

στη διάσταση της χριστιανικής αλήθειας που κυριαρχούσε στη χριστιανική

δραματουργία, τα εύστροφα παρωδιακά δείγματα της λαϊκής μεσαιωνικής

κωμικότητας, αλλά και τη κομέντια ντελ άρτε, αν δεχθούμε ότι η κίνηση του Κάρλος- Φραγκούλη ήταν Μολιερική, έως τα κόμικς.

Πλέκονται – υποθέτω για να ελαφρύνει το βάρος των 180 λεπτών και για στεφανωθεί το όλο εγχείρημα με έναν σύγχρονο σφυγμό, ώστε το κοινό να βρει αιτία για γέλιο- το γαλλικό καμπαρέ, τα ισπανόφωνα τραγούδια, με την παρωδία ιεροεξεταστικού τρόμου.

 Η έναρξη είναι επιβλητική και υποβλητική, καθώς τα πρόσωπα της βασίλισσας και της αυλής της εμφανίζονται με βηματισμό μοναρχικού, δικτατορικού καθεστώτος, όπως οι Ναζί του Χίτλερ, όπως οι Βορειοκορεάτες του Κιμ, όπως ο Κόκκινος Στρατός του Στάλιν. Ταυτόχρονα, ακούγονται κραυγές από βασανισμούς των θυμάτων Ιεροεξεταστών. Όλη η σκηνή στιγματίζει το σκοτεινό και ζοφερό τρόπο βασιλείας ενός μονάρχη και προϊδεάζει το κοινό για τη συνέχεια, η οποία κομίζει εκπλήξεις.

Ωστόσο, η εναλλαγή των σκηνών εντυπωσιάζει, επειδή εμφανίζονται ανατροπές αιφνίδιες που δεν ακολουθούν μια συγκεκριμένη συνθήκη. Υπερυψωμένες τηλεοπτικές οθόνες καταγράφουν ό,τι συμβαίνει στη σκηνή και στα βασιλικά ιδιαίτερα διαμερίσματα , τα οποία τοποθετήθηκαν από κάτω της ειρωνικά, πενιχρά, ανάξια του μεγαλείου του τίτλου, όπου εκεί ξαποσταίνει ο βασιλιάς Φίλιππος. Τον θεσμό ο σκηνοθέτης αποδομεί με μια ευτελή χάρτινη κορώνα στο κεφάλι του μονάρχη και μια ευτελή φορεσιά που θυμίζει γκρουμ οπουδηποτε. Μια τεράστια φωτισμένη ουρανοκατέβατη οθόνη, δίκην «Μεγάλου αδερφού» συμπληρώνει το σκηνικό, ενώ περιμετρικά του δαπέδου υπάρχουν σκαλωσιές και μια πολυθρόνα ,ας πούμε, μεγαλόπρεπη.

 Η διάταξη και η κίνηση των προσώπων (Δημήτρη Σωτηρίου), η ιδιαίτερη αντίληψη του αφαιρετικού σκηνικού χώρου ( Νίκης Ψυχογιού), καθώς δεν υπάρχει πουθενά οικιακή άνεση και το απειλητικό κενό στη σκηνή, υποδηλώνουν έντονα την καταπιεστική ατμόσφαιρά του. Αρχικά αντικρίζουμε ένα επικλινές δάπεδο με γραφήματα, όπου τα πρόσωπα βαδίζουν με παιγνιώδη τρόπο. Εκεί αντιλαμβάνεται ο θεατής ότι ο σκηνοθέτης παρωδεί μια συνήθεια συμπεριφοράς αυλικών μπροστά στον μονάρχη. Αργότερα καλύπτεται η επιφάνεια με μαύρο πλαστικό επίστρωμα, ώστε να παραπέμπει το ανακτορο σε σκοτεινή ή διαπλεκόμενη βασιλεία.

Η ανεξάρτητη φύση της Βασίλισσας εκπέμπεται από τα rollers και το πατινάζ που κάνει στη σκηνή, από τις κραυγές της, αλλά και η υποταγή της στο στέμμα με υποχρεωτική σεξουαλική συνεύρεση με τον σύζυγο –μονάρχη.

Ο κ. Χουβαρδάς με σαρκαστικό ύφος ανατρέπει τις κοινωνικές συμβάσεις και ασκεί κριτική στις κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις της εποχής, στο εκάστοτε καθεστώς, αντιπαραθέτoντας με μαεστρία την τραγωδία με την κωμωδία. 

Βεβαίως, στον σκηνοθέτη και διασκευαστή οφείλονται και η οικονομία στον χρόνο και η εικαστική άποψη στα φανταχτερά κοστούμια (Ιωάννας Τσάμη), που ευθέως παραπέμπουν στη μυστικοπαθή Ισπανία, αλλά και η υποβλητική μουσική του Φώτη Σιώτα.

Η συνολική άποψη του σκηνοθέτη, στην παραστατικότητα του κειμένου, περνά – κατά την άποψή μου – το μηνυμα: Ζούμε με αυταπάτες και εξαρτήσεις. Με κυρίαρχους μύθους που δημιουργούν ένα ατιθάσευτο όνειρο και οδηγούν αριθμητικά στον γκρεμό. Κανείς δεν γλίτωσε ποτέ από τον εαυτό του, κανείς δεν κατάφερε να τα βάλει με το περιβάλλον του και να βγει σώος κι ευτυχής. Τουλάχιστον, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα για όποιον θυσιάζει καθημερινά την επιθυμία στον βωμό της κοινωνικής ασφάλειας ή αναγκάζεται να υποβάλει το βαθύ θέλω στον αφρό των αστραφτερών ημερών. Αν κάτι δεν πάει καλά και η εφήμερη ευτυχία –της καριέρας, της σχέσης, της οικογενειακής θαλπωρής– αρχίσει να παραπαίει, τότε οι ψυχικές τρικυμίες παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους.

Θα πω, επίσης, ότι το επικρατέστερο στοιχείο στην παράσταση είναι η εσωτερική ανέλιξη του ήρωα, που την σφραγίζει στην ακραία φάση της, ο θάνατος.

Ο Χάρης Φραγκούλης αγωνίζεται φιλότιμα να ερμηνεύσει τον Δον Κάρλος, όπως τον οραματίστηκε ο σκηνοθέτης. Συναισθηματικό, επαναστατικό, φιλελεύθερο και χιουμορίστα. Έτσι, ο Κάρλος του είναι ένας αβοήθητος ονειροπόλος, μοιραία χτυπημένος από την αγάπη για τη θετή μητέρα του και βάναυσα παραμελημένος από τον σκληρόκαρδο πατέρα του.

 Σε κάθε στάδιο, η σύγκρουση μεταξύ απολυταρχίας και ελευθερίας είναι συνυφασμένη με ένα δράμα για ελαττωματικές προσωπικές σχέσεις.

Το έργο διασπάται δραματικά, με τη μετάθεση του τραγικού βάρους στον ωραίο μαρκήσιο της Πόζα – επαρκέστατος ο Γιώργος Κολοβός στον ρόλο, ως μαχητής της ελευθερίας και της ισότητας – αλλά και στον βασιλιά Φίλιππο, που είναι και το πιο σύνθετο πρόσωπο.

 Ο Γιάννης Χαρίσης είναι έμπειρος ηθοποιός και τον απολαμβάνω εδώ και χρόνια στο θέατρο. Ερμηνεύει σπαραχτικά τον βασιλιά σε όλες του τις εκφάνσεις. Σατράπης κυβερνήτης και σύζυγος αλλά και πατέρας σκληρός, που θα προτιμήσει να οδηγήσει τον μοναχογιό του στον θάνατο, παρά να χάσει το στέμμα.

Φυσικά, πολλές οι αιτίες και περισσότερο η κολακεία των αυλικών και, οπωσδήποτε, η φαρμακερή ζήλεια της πριγκίπισσας ‘Εμπολι (Ζωή Ευθυμίου) προς την Ελισάβετ – την υποδύεται η όμορφη και ελκυστική Λουκία Βασιλείου – με αίτιο τον έρωτα του Δον Κάρλος για τη νεαρή βασίλισσα, ενώ είναι η ίδια ερωτευμένη μαζί του.

Εξαιρετικές όλες οι σκηνές του Βασιλιά Φίλιππου – Γιάννη Χαρίση, ο οποίος είναι ο άνθρωπος που έχει θυσιάσει τραγικά την αγάπη στην εξουσία, νομίζει λανθασμένα ότι βρήκε έναν παρένθετο γιο στον μαρκήσιο της Πόζα, αυτή που γίνεται η πιο στοιχειωμένη της βραδιάς καθώς ο Χαρίσης κοιτάζει στα μάτια του μαρκήσιο – Κολοβό, σαν να ψάχνει στην ψυχή του.

Ο Ιεροεξεταστής, είναι όλος ο απειλητικός και θρησκευτικός σκοταδισμός, χλευάζει τη «ματαιοδοξία της λογικής». Εδώ είναι η αληθινή δυαδικότητα του έργου. Ένας εξαιρετικός Κώστας Σαντάς, γρυλίζοντας σαν άγριο θηρίο αντιμετωπίζει τον Κάρλος, αλλά είναι πάντα συναισθηματικά, δύο γραμμές μπροστά από το σενάριο.

 Πολύ καλός και ο Δημήτρης Τσιλινίκος ως Δούκας της ΄Αλμπα. Δυναμικός, στιβαρός, αλλά και δολοπλόκος, απόλυτα πειστικός στον ρόλο του.

Ο Θάνος Κοντογιώργης είναι ένας πονηρός, ευτελής πατέρας Ντομίνγκο, ο εξομολογητής του βασιλιά.

Και ο υπόλοιπος θίασος αναμετράται επιτυχώς με το έργο, πάντα στη γραμμή που επιβάλλει ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του.

Με τον «Δον Κάρλος» του Σίλερ ολοκληρώνεται μια τετραλογία, προηγήθηκαν «Η άλλη πλευρά της καταιγίδας», «Don’t look back», «Βασιλιάς Ληρ», όπου το κλασσικό κείμενο συναντά τον σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά και αναπαρίσταται στη σκηνή.

Βεβαίως, αν δεχτούμε σαν πάγιο μέλημα τη «διδακτική» – συν τοις άλλοις – αποστολή ενός κρατικού φορέα πολιτισμού, όπως το Κ.θ.Β.Ε., το «Δον Κάρλος», από τα νεανικά κιόλας δείγματα της σιλλερικής δημιουργίας, έχει σήμερα να προσφέρει κάτι ουσιαστικό, από θεατρική άποψη; Και η στενά ιδεαλιστική δομή του αντιτυραννικού μηνύματός του ταιριάζει στον σημερινό αγώνα του ανθρώπου, που έχει διαμετρικά αντίθετη αφετηρία; Το καίριο μειονέκτημα της ρομαντικής ποίησης είναι ότι ανήκει στην εποχή της.

Το θεωρώ απολύτως λογικό να το υπερασπίζεται σε υπερθετικό βαθμό ο σκηνοθέτης, ο οποίος το επεξεργαζόταν για πολύ καιρό, όπως δηλώνει στο παραπάνω σημείωμά του, αλλά εύχομαι το κοινό να συμμεριστεί τις απόψεις του, μετά την αυλαία. Οι ηθοποιοί είναι επαγγελματίες εργάτες του θέατρου και δεν έχουν άλλη επιλογή από το «υπηρετείν» με τον καλύτερό τους εαυτό.

Η παράσταση στο θέατρο της Ε.Μ.Σ., μέσα από την καινοτόμο οπτική του διακεκριμένου σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά, ευτύχησε να μεταφέρει στο κοινό το κείμενο, μεταφρασμένο από τον βραβευμένο και σπουδαίο καθηγητή Γιώργο Δεπάστα, ο οποίος δηλώνει στο σημείωμά του, ότι ξεκίνησε τη μετάφραση σε έμμετρο λόγο, αλλά ήταν εξαιρετικό δύσκολο να συμπεριληφθεί το νόημα του έργου σε ενδεκασύλλαβο ή δεκαπεντασύλλαβο στίχο, οπότε κατέληξε στην κανονική μετάφραση. Μεγάλη απόλαυση για τον θεατή, τα υπέροχα ελληνικά του Γιώργου Δεπάστα.

Επίσης, η παράσταση ευτύχησε να αποδοθεί από έναν εξαιρετικό θίασο δοκιμασμένων ηθοποιών του φορέα, να προσφέρει ένα μεγάλο θέαμα και να προσπαθήσει να κρύψει την φθορά που έφερε ανάλγητα ο χρόνος στο έργο, συμμαζευμένο σε 180 λεπτά.

Επισημαίνω ότι ο «Δον Κάρλος» του Φρίντριχ Σίλλερ, ο οποίος ολοκλήρωσε τη συγγραφή του έργου το 1787 σε ηλικία 28 ετών, έχει 6282 σειρές , τις οποίες ο Σίλερ μείωσε σε 5448 για μια έκδοση του 1801. Πριν πεθάνει συντόμευσε περαιτέρω το έργο σε 5370 γραμμές. Ακόμα κι έτσι, αυτό ξεπερνά πολύ τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, του οποίου οι άκοπες 3929 γραμμές, χρειάζονται σχεδόν πέντε ώρες σε απόδοση.

Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε. εξελίσσεται στη σκηνή του θέατρου της Ε.Μ.Σ η ιστορία ως εξής: Ο Φίλιππος Β’ κυβερνά την Ισπανία και την αυτοκρατορία του με τη σιδερένια γροθιά και με τη βοήθεια της Ιεράς Εξέτασης. Η ελευθερία της έκφρασης αποδοκιμάζεται ως έγκλημα κατά του κράτους, της φύσης και της εκκλησίας. Ο γιος του Φίλιππου, Δον Κάρλος, με τον φίλο του Μαρκήσιο της Πόζα, ονειρεύονται μια πιο φιλελεύθερη Ισπανία, και αυτό τους οδηγεί αναπόφευκτα σε σύγκρουση, όχι μόνο με τον βασιλιά αλλά και με τους αυλικούς του και, τελικά, με την Ιερά Εξέταση.

Η σύγκρουση πατέρα και γιου δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά και συναισθηματική. Ο Κάρλος είναι ερωτευμένος με τη νεαρή βασίλισσα του Βασιλιά, Ελισάβετ, με την οποία είχε αρραβωνιαστεί επίσημα πριν αποφασίσει ο πατέρας του να την παντρευτεί. Αυτό το θανατηφόρο μείγμα ίντριγκας, ζήλιας και προδοσίας, όπου όλα παίζονται κάτω από τα άγρυπνα μάτια του Καρδινάλιου Μεγάλου Ιεροεξεταστή, οδηγεί αναπόφευκτα σε αιματοχυσία.

 Αυτά, σαν σύνοψη των όσων είδαμε και κατανοήσαμε στη μεγαλεπήβολη θεατρική ιδέα του κ. Χουβαρδά.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, 

Διασκευή – Δραματουργική & Σκηνική επεξεργασία μετάφρασης – Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς, 

 Σκηνικά: NίκηΨυγογιού,

 Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, 

Μουσική: Φώτης Σιώτας, 

Κίνηση – Χορογραφίες: Δημήτρης Σωτηρίου,

 Βίντεο Design: Παντελής Μάκκας, 

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας, 

Α΄ Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Παπανικάνδρου, 

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Βίκυ Κίτσιου, 

Γ’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιορδάνης Αϊβάζογλου, 

Βοηθός Σκηνογράφου & Ενδυματολόγου: Δανάη Πανά,

Οργάνωση Παραγωγής: Εύα Κουμανδράκη

Φωτογραφίες: MikeRafail (ThatLongBlackCloud)
 

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):
Ιορδάνης Αϊβάζογλου (Δούκας Μεντίνα-Σιντόνια), Λουκία Βασιλείου (Βασίλισσα Ελισάβετ), Ζωή Ευθυμίου (Πριγκίπισσα Έμπολι, σε διπλή διανομή), Στέλιος Καλαϊτζής (Κόμης Λέρμα), Γιώργος Κολοβός (Μαρκήσιος Πόζα), Θάνος Κοντογιώργης (Ντομίνγκο), Βασίλης Μπεσίρης (Δούκας Φέρια), ΜπέττυΝικολέση (Μαρκησία Μοντεκάρ), Κώστας Σαντάς (Μέγας Ιεροεξεταστής), Θεοφανώ Τζαλαβρά (Πριγκίπισσα Έμπολι, σε διπλή διανομή), Δημήτρης Τσιλινίκος (Δούκας Άλμπα), Χάρης Φραγκούλης (Δον Κάρλος, Διάδοχος του θρόνου), ΕλίζαΧαραλαμπογιάννη (ΛουίςΜερκάδο, ακόλουθος της Βασίλισσας), Γιάννης Χαρίσης (Φίλιππος Β΄)
 

Έκτακτη αντικατάσταση:
Νατάσσα ΔαλιάκαΔημήτρης Καρτόκης

Κυρίες και Κύριοι:
ΛίληΑδρασκέλαΖωή Ευθυµίου, Κωνσταντίνος ΚαπελλίδηςΑίγλη ΚατσίκηΔημήτρης ΚαυκάςΑναστασία ΚελέσηΝίκος ΚουσούληςΠασχάλης ΤερζήςΘεοφανώ Τζαλαβρά 

 
Βίντεο – μοντάζ επί σκηνής: Γιώργος Ζλατάνος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«ΠΕΡΣΕΣ»-του-Αισχύλου-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Η εμβληματική τραγωδία «ΠΕΡΣΕΣ» του Αισχύλου, που έγινε SOLD OUT  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,  σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος  Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 18μελή Χορό.

Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσεγγίζει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του πορεία πάνω σε πολιτικά φορτισμένα και καίρια σύγχρονα ζητήματα.

«Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…»

Είκοσι δύο άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας συντελεσμένης καταστροφής. Όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από το μέτωπο, ο λόγος του δίνει μορφή στον φόβο: η απώλεια είναι απόλυτη. Το σώμα και η σκέψη παραλύουν. Καμία πράξη δεν μοιάζει δυνατή. Μόνο ο θρήνος απομένει.

«Αχ, αχ, μιλάς για των δικών μας τα σώματα…»

Ο θρήνος γίνεται συλλογικός, επίμονος, αδιαπραγμάτευτος. Για τους νεκρούς. Για το παρελθόν που χάθηκε. Για το μέλλον που βυθίστηκε μαζί τους.

«Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…»

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου…

Είκοσι δύο ηθοποιοί, σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή, συγκροτούν έναν Χορό-πρωταγωνιστή. Με εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που στέκεται μουδιασμένη μπροστά στην καταστροφή.

«Τόσοι άνθρωποι, να ξέρεις, ποτέ δεν χάθηκαν σε μία και μόνο μέρα…»

Μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στη μνήμη και την ήττα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ακατάλυτη ανθρώπινη ανάγκη για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα και θεμελιώνει την εξουσία και την άκριτη υποταγή!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός  Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος  Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):  Αλεξανδρόπουλος  Πάρης,  Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης  Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης  Γιώργος , Θεμελή Ξένια,

Κισσανδράκης Γιώργος,  Κωνσταντινίδης Γιώργος,  Μακρής Ντένης,

Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Πατερμαλή Αγγελική,

Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης , Φύτρος Σαμψών

Συντελεστές:

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς 

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης 

Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης 

Φωτισμοί: Ιωάννα ΑθανασίουΤάσος Παλαιορούτας 

Μουσική: Jeph Vanger

Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή 

Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος

Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media

Graphic Design – Photography: Mike Rafail

Οργάνωση παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Διάρκεια : 1.45΄

Ώρα έναρξης : 9. 00 μμ

Προπώληση : more.com

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/summer/perses-periodeia

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

​«Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

​«Τρωάδες»-του-Ευριπίδη-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στις 29 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή—σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού στην πλέον λυρική και συλλογική του διάσταση.

Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα. 

Ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες [31/7]. Μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου μέσα από το φίλτρο του θηλυκού σώματος, που διεκδικεί το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και όταν βρίσκεται υπό κατοχή.

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους, οι Τρωάδες αναμετρώνται και με τις δικές τους ευθύνες, όταν η σιωπηρή αποδοχή του πολέμου αποκαλύπτει τις ολέθριες συνέπειές της. Είναι πια φανερό πως ούτε οι θεοί, ούτε ο μύθος, ούτε η μοίρα ορίζουν τη ζωή τους. Παρά την οδύνη και την απόγνωση μπροστά στην καταστροφή, οι Τρωάδες βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. Οι λέξεις γίνονται τα όπλα της αντίστασής τους —έστω και την ύστατη αυτή στιγμή— απέναντι στη σκλαβιά και την απώλεια της ταυτότητας που η νέα πραγματικότητα τους επιφυλάσσει. Στέκουν όρθιες, βρίσκουν τη φωνή τους και σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη. 

Θα μπορέσουν άραγε οι καταπιεσμένες αυτού του κόσμου να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Να κραυγάσουν τον θυμό και το μίσος τους, να θρηνήσουν, να γελάσουν μες στο χάος και το αδιέξοδο; Θα επαναοικειοποιηθούν ποτέ οι γυναίκες της Τροίας τα σώματά τους;

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά 

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου 
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος 

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου 

Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Η ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη σε περιοδεία

«Η-ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!»-του-Γιώργου-Καπουτζίδη-σε-περιοδεία

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Και αφού ήταν σπασμένη έτσι και αλλιώς! Να κοίτα, Παναγιώτη, και η μύτη της ήταν σπασμένη! Στους Άγγλους που την σπάσανε δεν είπε κανείς τίποτα! Όλα σε εμένα θα τα ρίξουν τώρα! Που δεν είναι καθόλου σωστό να σπας την μύτη του άλλου! Την ξένη μύτη! Αλλά φταίνε και οι Έλληνες! Να γυρίσουν πίσω τα μάρμαρα! Τι καταλάβατε; Μια χαρά ήμασταν και με το αντίγραφο. Το έβλεπα εγώ στην Ακρόπολη και έλεγα «Πω! Πω! Τι ωραίο!» Ωραίο; Πιο ωραίο από το αληθινό!»

Αλεξάνδρα Βελλή, Υπουργός Πολιτισμού πρώην τηλεοπτική δημοσιογράφος και παντρεμένη με τον αδελφό του μεγαλύτερου εμπόρου ναρκωτικών των Βαλκανίων!

Τι συμβαίνει όταν η χαμένη έκτη Καρυάτιδα επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα;
Η χώρα φοράει τα καλά της. Οι κάμερες στήνονται. Οι λόγοι ετοιμάζονται. Οι δηλώσεις ξαναγράφονται. Οι μηχανισμοί δουλεύουν υπερωρίες. Οι τόνοι ανεβαίνουν.
Και κάπου εκεί, η εθνική συγκίνηση συναντά την πολιτική παράνοια, η επίσημη γραμμή συγκρούεται με τα κρυφά παρασκήνια και η Ελλάδα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να μετατρέπει το μεγαλείο σε φιάσκο και το φιάσκο σε γελαστικό
θέαμα.

Με αφορμή μια εξαιρετική θεατρική ιδέα, η Καρυάτιδα γίνεται μια πικρή κωμωδία, μια σάτιρα εθνικής αυτογνωσίας, ένα φαρσοκωμικό πορτρέτο μιας χώρας που μπορεί να συγκινείται βαθιά, να διχάζεται θεαματικά και να αυτοϋπονομεύεται με
αξιοζήλευτη συνέπεια — συχνά όλα μαζί, ταυτόχρονα.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης υπογράφει ένα έργο αιχμηρό, ευφυές και απολαυστικά άβολο, που πίσω από το γέλιο αποκαλύπτει με ακρίβεια χειρουργείου τα αντανακλαστικά, τις αντιφάσεις και τα εθνικά μας σπορ.

Η Κατερίνα Μαυρογεώργη σκηνοθετεί με ρυθμό, νεύρο και απόλυτη αίσθηση του κωμικού timing μια παράσταση που προχωρά με φόρα, εκπλήξεις και αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κέντρο της ελληνικής ψυχής.

Όμως, ο ευφυής Γιώργος Καπουτζίδης έγραψε το έργο κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου. Ανέβηκε, σημείωσε τεράστια επιτυχία και φέτος το καλοκαίρι, οι παραγωγοί σεργιανάνε την παράσταση στη χώρα σε ανοικτούς χώρους.

Ατυχώς, σχεδόν πάντα μια παράσταση σε ανοικτό χώρο υφίσταται καλλιτεχνική απώλεια ή αναγκάζεται σε μερικούς συμβιβασμούς, καθώς τα έργα που σχεδιάζονται για κλειστή αίθουσα βασίζονται σε διαφορετική αισθητική, κλίμακα και τεχνικές ισορροπίες.

Στους κλειστούς χώρους οι ηθοποιοί εκμεταλλεύονται τις ψιθυριστές εντάσεις, τις λεπτές παύσεις και την απόλυτη σιωπή του κοινού. Στα ανοιχτά θέατρα, η ανάγκη για μικροφωνική ενίσχυση ή για πιο εξωτερική/διογκωμένη ερμηνεία, συχνά, καταστρέφει την οικειότητα και τις εσωτερικές διακυμάνσεις του λόγου.

Στο κλειστό θέατρο το σκοτάδι είναι απόλυτο εργαλείο κατεύθυνσης της προσοχής. Στα θερινά θέατρα, το φυσικό φως του σούρουπου, ο περιβάλλοντας αστικός φωτισμός και η απουσία “μαύρου” ακυρώνουν τις λεπτές αντιθέσεις, τις σκιές και την ατμόσφαιρα που είχε στήσει ο φωτιστής.

 Ένα σκηνικό που λειτουργεί υποβλητικά σε μια μικρή ή μεσαία σκηνή μπορεί να δείχνει “φτωχό”, αποκομμένο ή χαμένο στον αχανή χώρο ενός ανοιχτού αμφιθεάτρου.

Και, τέλος, οι εξωτερικοί θόρυβοι και το ανοιχτό τοπίο διασπούν τη συγκέντρωση τόσο των θεατών όσο και των ηθοποιών, δυσκολεύοντας τη διατήρηση της δραματικής έντασης.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν χωρίς φόβο και πάθος, επειδή και η «ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ!» του Γιώργου Καπουτζίδη δε γλυτώνει τις αρνητικές συνέπειες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο η έκτη Καρυάτιδα έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αιχμαλωσίας στο Βρετανικό Μουσείο. Η επιστροφή αυτή θεωρείται ένα μοναδικό γεγονός, καθώς η Καρυάτιδα θεωρείται σύμβολο του πολιτισμού και της ιστορίας της χώρας μας. Αυτή η Καρυάτιδα συγκεντρώνει τα πλήθη θεατρόφιλων, όπου παίζεται και, μπορεί ο Καπουτζίδης να είναι ένας τηλεοπτικός πετυχημένος συγγραφέας, πασίγνωστος στο ελληνικό κοινό, αγαπητός και δικαίως δημοφιλής, με τη συγγραφή θεατρικών έργων τελευταία, καταφέρνει κάτι αξιοσημείωτο. Να σηκώσει τους θεατές από τον καναπέ τους και να τους στείλει στις θεατρικές αίθουσες.

Η έλευση σημαντικής μερίδας κοινού που δεν πηγαίνει συχνά στο θέατρο, μέσω παραστάσεων με «τηλεοπτική αισθητική» (αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί – συγγραφείς από την τηλεόραση, γρήγοροι ρυθμοί, εύπεπτη πλοκή, σπαρταριστό χιούμορ), είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στον χώρο των παραστατικών τεχνών.

Το θέατρο απομυθοποιείται στα μάτια του κόσμου. Παύει να θεωρείται μια τέχνη ελιτίστικη για μυημένους θεατές ή οικονομικά ευκατάστατους.

Αυτό το νέο κοινό έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής. Αυτό το πρώτο βήμα μπορεί να του ανοίξει δρόμο να αναζητήσει αργότερα πιο απαιτητικά έργα.

Εξάλλου, οι γεμάτες αίθουσες εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας και καλύτερες αμοιβές για ηθοποιούς, τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές παραστάσεων.

Βέβαια, οι παραγωγοί κυνηγώντας το εύκολο κέρδος, ενδέχεται να επενδύουν μόνο σε εμπορικά θεάματα, αφήνοντας χωρίς στέγη και χρηματοδότηση νέους δημιουργούς, κλασικά κείμενα ή πρωτοποριακές ομάδες.

Η τηλεοπτική αισθητική, εντέλει, λειτουργεί ως γέφυρα. Το αν αυτή η γέφυρα θα οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό, μόνιμο κοινό ή στην εμπορευματοποίηση της τέχνης εξαρτάται από τους ίδιους τους δημιουργούς: αν χρησιμοποιήσουν την προσέλευση του κόσμου για να του δείξουν κάτι βαθύτερο, το κέρδος για το θέατρο είναι τεράστιο.

Στη συγκεκριμένη κωμωδία με σατιρική πρόθεση του Γιώργου Καπουτζίδη, η υπουργός Πολιτισμού, Αλεξάνδρα Βελλή, προετοιμάζεται για την επίσημη παρουσίασή της στους δημοσιογράφους, όμως το σχέδιο ανατρέπεται και όλα πηγαίνουν λάθος από την αδεξιότητά της. Η ανατροπή αυτή προκαλεί μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις και κωμικές ανατροπές.

Η «Καρυάτιδα!» ακολουθεί τα βήματα από τη μια πλευρά μιας Υπουργού Πολιτισμού (Αγορίτσα Οικονόμου), ενός Πρωθυπουργού (Στέλιος Ξανθουδάκης), της συμβούλου του (Μαρία Φιλίνη), ενός αρχηγού ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (Δρόσος Σκώτης) και από την άλλη πλευρά, ακολουθεί τη ρότα του τίμιου γραμματέα της Υπουργού (Στέλιος Ιακωβίδης ), μιας νεαρής αρχαιολόγου (Ασημίνα Αναστασοπούλου) που είναι γραμματέας της Υπουργού και ενός νεαρού που ντύνεται Καρυάτιδα (Σωτήρης Μανίκας) και ποζάρει με τους τουρίστες.

Αυτοί οι πολύ ανθρώπινοι χαρακτήρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο και τσακώνονται για το πώς θα διαχειριστούν το θέμα μιας κατεστραμμένης Καρυάτιδας. Και αυτό που εκτυλίσσεται σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο ενός φανταστικού υπουργείου είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα της Ελλάδας, που, παρά το άφθονο γέλιο στο σενάριο, καταντά σχεδόν επαχθές.

Όμως, μια πολιτική σάτιρα θεωρείται επιτυχημένη και ποιοτική όταν καταφέρνει να συνδυάσει το χιούμορ με την ουσιαστική κοινωνική και πολιτική κριτική, αποφεύγοντας τον ευτελισμό ή την απλή εμπάθεια ή τον σκόπιμο διδακτισμό.

Ξεπερνά την επιφανειακή διακωμώδηση και εστιάζει στις πολιτικές πράξεις, την υποκρισία, τις αντιφάσεις και τη δημαγωγία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την υπερβολή και την αλληγορία, για να αποκαλύψει παρασκηνιακές αλήθειες.

Η καλή σάτιρα βασίζεται σε μια βαθιά κατανόηση της επικαιρότητας και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το αιχμηρό αστείο στηλιτεύει διεφθαρμένες καταστάσεις, επειδή ο αποδέκτης αναγνωρίζει σε αυτό μια πυρηνική αλήθεια που συχνά δε λέγεται ανοιχτά στον δημόσιο λόγο.

Δε λειτουργεί ως κομματικό εργαλείο ή προπαγάνδα. Ακόμη κι αν ο δημιουργός έχει προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις, η σάτιρα οφείλει να ασκεί κριτική σε κάθε μορφή εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου. Ο στόχος της δεν είναι απλώς το γέλιο, αλλά η αφύπνιση, ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση του status quo. Προκαλεί το κοινό να σκεφτεί κριτικά για τα κοινά, χωρίς όμως να καταλήγει σε στείρο μηδενισμό.

«Η Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη ευφυώς δε μένει στην επιφανειακή χαρά της επιστροφής ενός μνημείου, αλλά σχολιάζει δηκτικά τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ σπεύδουν να καπηλευτούν ένα εθνικό γεγονός για ψηφοθηρικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Αποκαλύπτει την αντίφαση ανάμεσα στην επιφανειακή πρόβα «εθνικής υπερηφάνειας» και στην παρασκηνιακή μικροπολιτική σκοπιμότητα.

Η σάτιρα εδώ λειτουργεί μέσα από την αμήχανη σύγκρουση: από τη μία πλευρά το «απαστράπτον σύμβολο» του αρχαίου πολιτισμού και από την άλλη τα κωμικοτραγικά αντανακλαστικά, η προχειρότητα και η γραφειοκρατία της σύγχρονης Ελλάδας. Το φαντασιακό μεγαλείο συγκρούεται με τη νεοελληνική καθημερινότητα.

Το κέντρο βάρους της κριτικής δεν πέφτει στους απλούς πολίτες, αλλά στους μηχανισμούς εξουσίας, στους πολιτικούς που ετοιμάζουν λόγους, στα δημοσιογραφικά επιτελεία που στήνουν το «θέαμα» και στη συστηματική τάση της πολιτείας να μετατρέπει μια ιστορική στιγμή σε επικοινωνιακό φιάσκο.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο μηδενισμός, αλλά ο καθρέφτης. Το κοινό γελά με τις οικείες παθογένειες, αναγνωρίζοντας ότι η τάση να αυτοϋπονομευόμαστε ως χώρα είναι σχεδόν «εθνικό σπορ».

Παρόλο που το έργο γέρνει δραματουργικά προς τηλεοπτική κωμωδία καταστάσεων, η σκηνοθέτρια Κατερίνα Μαυρογεώργη δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο και σκηνοθετεί εύστοχα μία σατιρική κωμωδία, δίνοντας τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους.

Η υποκριτική ομάδα συνθέτει ένα άρτιο σύνολο και δίνει την αίσθηση ενός πλήρως ενορχηστρωμένου θεατρικού σχήματος δίνοντας επί σκηνής τον καλύτερό της εαυτό.

Η μοναδική Αγορίτσα Οικονόμου είναι απολαυστική στον ρόλο της υπουργού Πολιτισμού, Αλεξάνδρας Βελλή, ενώ με τον ξεχωριστό Στέλιο Ιακωβίδη, συνθέτουν ένα ταιριαστό και εξαιρετικά κωμικό δίδυμο. Στον ρόλο του βοηθού της Υπουργού Πολιτισμού, τον Παναγιώτη, αποκαλύπτει με ευφυή και θαυμάσιο τρόπο όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες που διατρέχουν το πολιτικό πλαίσιο, ιδίως όταν αυτό καλείται να διαχειριστεί μια τόσο σοβαρή και ευαίσθητη θεσμική θέση.

Ακολουθούν όλοι οι καλοί ηθοποιοί που στελεχώνουν τον θίασο, ως μια πηγή αβίαστου γέλιου με τον άψογο συγχρονισμό τους, τη χημεία που γεννά η καλή συνεργασία, το συνταίριασμα στους τόνους και στο ύφος που απαιτεί το κείμενο.

Τα σκηνικά της Άρτεμης Φλέσσα και τα κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη, εξυπηρετούν τη δράση και την περιοδεία του έργου.

Η μουσική του Larry Gus γεμίζει την παράσταση με ενέργεια και σύγχρονο παλμό. Συνδέει παρελθόν και παρόν με παιχνιδιάρικη διάθεση.

Η Σοφία Πάσχου στη κίνηση προσέδωσε στο θίασο ρυθμό, αρμονία και ένα αίσθημα ελευθερίας, που παρασύρει και το κοινό.

Τέλος, η Βάσια Ατταριάν σχεδίασε τους φωτισμούς σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες.

«Με αυτήν εδώ βγάζεις είκοσι χιλιάδες κομματάκια! Να μου την έδιναν εμένα, ξέρεις πόσα λεφτά θα μπορούσα να βγάλω που έσπασε; 
Μα αυτή είναι ανεκτίμητη!
Τι ανεκτίμητη βρε κορίτσι μου!; Για ποιόν; Για εσένα; Ρώτα όποιον θέλεις εδώ έξω! Τι θα προτιμούσε μέσα στο σπίτι του; Αυτό το ερείπιο ή πενήντα χιλιάδες ευρώ; Βάζω στοίχημα οτι όλοι θα παίρναν τα λεφτά! 
Εγώ όχι! 
Εσύ είσαι χαζή!» 

Έξυπνη και ιδιαίτερα αστεία είναι η συμμετοχή στο τέλος της παράστασης μέσω προβολής βίντεο του ίδιου του Γιώργου Καπουτζίδη, πλάι στον Αλέξη Κωστάλα, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δανείζει τη φωνή του στα ηχητικά μηνύματα που ακούγονται, προσθέτοντας μια έξτρα δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού.

Εν πολλοίς, πρόκειται για μια ευθύβολη -γιατί όχι μαύρη- κωμωδία, σαρκαστική και καυστική, αφιερωμένη στην ιστορικά εγνωσμένη ικανότητα του τόπου μας να μπλέκει σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, ένα κείμενο που ξεχειλίζει σπιρτάδα, στοχευμένη κριτική και μπόλικο χιούμορ με την υπογραφή του ευφυούς Γιώργου Καπουτζίδη.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιώργος Καπουτζίδης
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μαυρογεώργη
Σύμβουλος δραματουργίας-Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αντώνης Αντωνόπουλος
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική: Larry Gus
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Φωτισμοί: Βάσια Ατταριάν
Σχεδιασμός βίντεο: Τάσος Γκολέτσος
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Βοηθός σκηνοθέτιδος: Σοφία Σταθάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση
Βοηθός φωτίστριας: Σεραφείμ Ράδης
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Β βοηθός σκηνοθέτιδος: Κορίνα Βεζυργιάννη
Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στέλιος Ιακωβίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Αγορίτσα Οικονόμου, Δρόσος Σκώτης, Σταμάτης Φακορέλης, Μαρία Φιλίνη

Η παράσταση «Η Καρυάτιδα!» είχε παρουσιαστεί από το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά
την περίοδο 2024-2025 και σε επανάληψη την περίοδο 2025-2026.
Η νέα παράσταση που βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία το 2026 πραγματοποιείται σε
συνεργασία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ARK PRODUCTIONS E.E. και του Εθνικού Θεάτρου.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα