Connect with us

Πολιτισμός

«Βάκχες» του Ευριπίδη: Μια από τις πιο αινιγματικές τραγωδίες της αρχαιοελληνικής γραμματείας στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων

«Βάκχες»-του-Ευριπίδη:-Μια-από-τις-πιο-αινιγματικές-τραγωδίες-της-αρχαιοελληνικής-γραμματείας-στο-66ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Οι Βάκχες στον 21ο αιώνα

Την τελευταία θεατρική δεκαετία είχαμε αρκετές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους σκηνοθετικές προτάσεις γύρω από το ανέβασμα των Βακχών, οι οποίες σε βάθος χρόνου μπορούν να εκτιμηθούν σε μια συγκριτική ερμηνευτική ανάλυση. Πρόκειται για ένα έργο ιδιαιτέρως δεκτικό σε διαφορετικές προσεγγίσεις παραμένοντας, ωστόσο, «ρευστό» και «χιμαιρικό». Από την πολυσυζητημένη εμφάνιση του Σάκη Ρουβά, ως Διόνυσου στην παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη το 2013 ( για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν»), μέχρι τις «Βάκχες δωματίου» του Έκτορα Λυγίζου (Υπόγειο Θεάτρου Νέου Κόσμου – 2013) και από τις «θρακιώτικες» Βάκχες σε σκηνοθεσία Τάσου Ράτζου του ΚΘΒΕ το 2006, μέχρι τον «γυναικείο» Διόνυσο της Αγλαΐας Παππά στην παράσταση της Άντζελας Μπρούσκου στην Επίδαυρο (2014) , είχαμε την ευκαιρία να «βακχευτούμε» και να ξαναγνωρίσουμε την αγαπημένη ευριπίδεια τραγωδία.

Το 2013 επίσης, η Μάρθα Φριντζήλα ανέβασε τις «Βάκχες» μ’ έναν 60μελή θίασο, ως μουσικό θεραπευτικό δρώμενο. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε και η ροκ εκδοχή από τον Άρη Μπινιάρη το 2018 στη Στέγη, με πρωταγωνιστές τους: Χρήστο Λούλη, Γιώργο Γάλλο, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την οποία είχαμε την ευκαιρία να ξαναδούμε εν μέσω καραντίνας στο επίσημο κανάλι της Στέγης στο youtube.

Στο πλαίσιο του θεσμού « Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» παρουσίασε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή, σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους, με την Κωνσταντίνα Τάκαλου σε δυο ρόλους: Πενθέα και Αγαύης.

Ο Χρήστος Σουγάρης επέλεξε μια κωμικοτραγική γραμμή το 2020 στο ανέβασμα των «Βακχών», τοποθετώντας τη δράση σε μια παρηκμασμένη παιδική χαρά, αναδεικνύοντας το κομμάτι της τρέλας που είναι εγγενές στην βακχεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο απέδωσε τους χαρακτήρες του δράματος, ως τους «τρελούς» του πάρκου, αξιοποιώντας στοιχεία του τσίρκου αλλά και αναγνωρίσιμων φιγούρων από τον αχανή αστικό κόσμο.

Κορυφαία θεωρείται η ιστορική παράσταση των «Βακχών» από την ομάδα του Θεόδωρου Τερζόπουλου (1986), που έχει κυκλοφορήσει κινηματογραφημένη , ενώ προβλήθηκε και στο θεατρικό Φεστιβάλ Dubitanda το 2017.

 Το 2020, επίσης, η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθέτησε τις «Βάκχες» και τις έφερε και στους Φιλίππους.

 Τέλος, η διεθνώς πολυβραβευμένη Izumi Ashizawa, το 2019 συμπράττει με το κυπριακό θεατρικό σχήμα «Belacqua Theatre» και σκηνοθετεί τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, συνδυάζοντας τους κώδικες του Ιαπωνικού θεάτρου «Νο» και του αρχαίου Ελληνικού δράματος.

Υπόθεση

 Ο Διόνυσος είναι γιος του Δία και της Σεμέλης, κόρης του βασιλιά της Θήβας, Κάδμου. Στη Θήβα αμφισβητούν τη θεότητά του και ισχυρίζονται ότι η Σεμέλη φόρτωσε στον Δία κάποιο αμάρτημά της. Ο Διόνυσος, μετά από πολλές περιπλανήσεις στον Ασιατικό χώρο, στον οποίο έχει εδραι­ώσει τη λατρεία του, έρχεται να την επιβάλει και στην Ελλάδα, ξεκινώντας από τη γενέτειρά του, τη Θήβα. Ακολουθείται από αλλοπαρμένες γυναίκες- μαινάδες, που αποτελούν τον θίασό του.

Στον πρόλογο έχουμε το Διόνυσο με ανθρώπινη μορφή να μας εξιστορεί το ιστορικό του και τις περιπέτειες του. Φτάνει στη Θήβα, οιστρηλατεί τις αδερφές της μάνας του αλλά και όλον τον θηλυκό πληθυσμό της πόλης, που σε κατάσταση μανίας κι άλογος, εγκαταλείπει τα σπίτια του και περιφέρεται στα όρη, χορεύοντας και συμβιώνοντας αρμονικά με τη φύση. Τη βασιλεία τώρα στη Θήβα την έχει ο Πενθέας, που διακρίνεται για τα αντιβακχικά του αισθήματα.

Ο μάντης Τειρεσίας, στεφανωμένος με κισσό (Διονυσιακό σύμβολο) έρχεται και συναντά τον Κάδμο, που κι αυτός είναι οπαδός του Διόνυσου. Του ζητάει να βγουν στα όρη για να δοξάσουν και να υμνήσουν τον θεό. Εκείνη την ώρα καταφθάνει ο νέος βασιλιάς, ο Πενθέας, που έλειπε και είχε ακούσει “για τις γυναίκες που πήραν τα βουνά και επιδίδονται σε βακχεύματα και διονυσιακή μέθη.

Όσες μπόρεσε τις συνέλαβε, ενώ οργανώνει αποστολή για να φέρει πίσω και τις υπόλοιπες (ανάμεσα τους κι η μητέρα του, Αγαύη ), ώστε να υπηρετήσουν τους άντρες τους. Θεωρεί τον Διόνυσο μάγο και λωποδύτη που του αξίζει η αγχόνη. Γεμάτος έκπληξη βλέπει στολισμένους βακχικά τον Τειρεσία και τον παππού του και βάζει τα γέλια. θεωρεί υπεύθυνο τον Τειρεσία, ενώ για τον Χορό τα λόγια του συνιστούν ύβρη απέναντι στον θεό.

Παρά τις συμβουλές του Τειρεσία ο Πενθέας δεν πείθεται και δίνει εντολή να καταστρέψουν όλα τα μαντικά του σύνεργα να συλλάβουν και να δέσουν τον «θηλύμορφο ξένο». Μετά το χορικό, ένας δούλος φέρνει τον Διόνυσο, ο οποίος στον δρόμο απελευθερώνεται μόνος του από τα δεσμά.

Ακολουθεί ανάκριση, στην οποία ο Διόνυσος απαντά με προθυμία και εξοργίζει τον Πενθέα. Τον στέλνει να χορέψει στα σκοτάδια της φυλακής. Ο Διόνυσος όμως εύκολα δραπετεύει και εξευτελίζει τον Πενθέα, που τον συναντά μπροστά στο παλάτι. Τότε έρχεται τρέχοντας αγγελιαφόρος από τον Κιθαιρώνα, ο οποίος έβοσκε το κοπάδι του και βρέθηκε αντιμέτωπος με το θέαμα των μαινάδων που έκαναν πράξεις ασυνήθιστες, αναπάντεχα τρομερές και ακατονόμαστες.

 Συστήνει στον Πενθέα να δεχθεί τον νέο θεό, αλλά αυτός ετοιμάζει ασπιδοφόρους. Είναι έτοιμος να φέρει πίσω τις αφιονισμένες γυναίκες. Ο Διόνυσος προσπαθεί να τον αποτρέψει. Η διήγηση του βοσκού έχει εξάψει την περιέργεια του Πενθέα που πείθεται απ’ το Διόνυσο ν’ ανέβει στην κορυφή ενός έλατου για να μορφώσει προσωπική άποψη.

Δεύτερος αγγελιοφόρος έρχεται και ανακοινώνει ότι ο Πενθέας καταξεσκίστηκε από τη μητέρα του που έβγαζε αφρούς απ’ το στόμα και δεν είχε το λογικά της. Στο λιντσάρισμα συμμετείχαν και οι άλλες μαινάδες. Η περιγραφή είναι ωμή και προκαλεί φρίκη και συμπάθεια για τον άτυχο Πενθέα, που αντέταξε τη λογική του μπροστά στο παράλογο. Στη σκηνή εμφανίζεται η Αγαύη που κρατάει πάνω σε θύρσο το κεφάλι του σκοτωμένου και θριαμβολογεί. Το υπόλοιπο σώμα μεταφέρεται απ’ τον Κάδμο. Η Αγαύη σιγά σιγά συνέρχεται, συνειδητοποιεί τη φοβερή πραγματικότητα. Ακολουθεί διάλογος Αγαύης και Κάδμου που δεν είναι ολοκληρωμένος.

Στην έξοδο ο Διόνυσος, επιβλητικός, διώχνει στην εξορία την Αγαύη και τις αδερφές της. Στον Κάδμο υπόσχεται ανάπαυση στο νησί των Μακάρων, μαζί με τη γυναίκα του, την Αρμονία.

 Ανάγνωση

Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι «Βάκχες» έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονός: την εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα.

 Όταν έγραφε ο Ευριπίδης, το θέμα άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν, και μόνο η θύμηση του επιζούσε, σε μυθική μορφή.

Η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολύμπιων θεών.

Οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση δρούσαν ακόμα, με άλλες μορφές, στην Αθήνα του Ευριπίδη. Αν πρόκειται να κατανοήσουμε τούτο το έργο, πρέπει να γνωρίζουμε μερικά πράγματα σχετικά με τη διονυσιακή θρησκεία, δηλαδή την έννοια ορισμένων από τις ιεροτελεστίες της, τη σημασία μερικών από τους μύθους της και τα σχήματα που είχε πάρει στον καιρό του Ευριπίδη: Ωμοφαγία, ορειβασία, οινοποσία, χορός. Ακόμη, τα όργια δεν είχαν τη σημερινή έννοια αλλά ήταν πράξεις ευλάβειας, το δε «βακχεύειν» δε σημαίνει «γλεντώ», αλλά «αποκτώ μια ιδιαίτερη θρησκευτική εμπειρία», την εμπειρία της κοινωνίας με το Θεό, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε βάκχο ή βάκχη.

Σε πολλά από αυτά τα πλάσματα θα μπορούσαμε ν’ αναγνωρίσουμε ενσαρκώσεις του θεού σε ζώο, όπου οι πιστές του φωνάζουν να παρουσιαστεί σαν ταύρος, φίδι είτε λιοντάρι. Για λαούς βουκολικούς, όπως της Βοιωτίας ή της Ήλιδας, δεν υπάρχει πιο έκπαγλο σύμβολο της κραταιής φύσης από τον ταύρο.

 Αλλά δεν πρέπει, πάλι, να μεταπηδήσουμε στο συμπέρασμα ότι ο Ευριπίδης θεωρούσε την Αφροδίτη ή τον Διόνυσο σαν δαίμονες του κακού είτε σαν πλάσματα της φαντασίας. Για μια τέτοια ερμηνεία των Βακχών, μοιραίο εμπόδιο είναι ο χαρακτηρισμός του Πενθέα. Αν η διονυσιακή λατρεία είναι μια ανήθικη δεισιδαιμονία και τίποτα παραπάνω, βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Πενθέας είναι ένας από τους μάρτυρες του διαφωτισμού. Αλλά είναι πολύ πιο εύκολο να αμαυρώσουμε το Διόνυσο παρά να ξεπλύνουμε τον Πενθέα. Μερικοί ορθολογιστές κριτικοί επιχείρησαν αυτό το τελευταίο· αλλά πρέπει ορισμένως να έχεις παρωπίδες για να ανακαλύψεις στον Πενθέα τον «υπερασπιστή της συζυγικής πίστης», έναν «αδιάλειπτα αξιαγάπητο χαρακτήρα».

 Ο Ευριπίδης θα μπορούσε βέβαια να τον παραστήσει έτσι, θα μπορούσε χωρίς άλλο να τον κάνει ένα δεύτερο Ιππόλυτο, φανατικό, αλλά μ’ ένα συγκινητικό και ηρωικό φανατισμό. Δεν το αποφάσισε. Αντίθετα, τον προίκισε με τα χαρακτηριστικά ενός τυπικού τυράννου τραγωδίας: έλλειψη αυτοελέγχου, προθυμία να παραδεχτεί τα χειρότερα στηριζόμενος σε φήμες ή και σε τίποτα, βάναυση συμπεριφορά απέναντι στους αδύνατους και μια βλακώδη εμπιστοσύνη στη σωματική δύναμη, σαν μέσο για τη ρύθμιση πνευματικών προβλημάτων. Επιπλέον, του έχει δώσει την ανόητη φυλετική αλαζονεία μιας Ερμιόνης και τη σεξουαλική περιέργεια ενός ηδονοβλεψία. Δεν παριστάνονται έτσι οι μάρτυρες του «διαφωτισμού». Ούτε και απαρνούνται τέτοιοι μάρτυρες την πίστη τους, την ώρα του θανάτου, όπως κάνει ο Πενθέας .

 Η παράσταση

Με εφόδιο τον πλούτο της γλώσσας του Θόδωρου Στεφανόπουλου ξεκινά ο Διόνυσος, αρχικά ως απόκοσμη, υπερφυσική φιγούρα κι ύστερα ως άνθρωπος, να προετοιμάζει το κοινό με τον πρόλογό του, στον οποίο παραθέτει όσα πρόκειται να συμβούν. Η πρώτη αυτή εικόνα μάς προϊδεάζει πως ό,τι ακολουθεί εντάσσεται στην ιερουργία μιας ανορθόδοξης τελετής. Θαρρείς, μας εισάγει στην άγρια χαρά και στον υπόκωφο θρήνο του παράξενου πονήματος του πιο απελπισμένου, αλλά και πιο ειρωνικού από τους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. Άλλωστε, η σκηνοθεσία ανασύρει -όπως διαπιστώνουμε – τόσο την απελπισία, όσο και την κωμικοτραγική ειρωνεία των «Βακχών», επομένως διαβάζει με καθαρότητα το έργο, διασώζει την ποίηση και το κοσμεί με άλλα επιτεύγματα., όπως τα κερασφόρα προσωπεία, τα παγανιστικά κοστούμια από τομάρια ζωών και τις παραδοσιακές μουσικές.

 Όντως, ένας Χορός ξεπηδά από το κείμενο του Ευριπίδη. Ο λόγος του διακόπτεται από αναπαραστάσεις – μνήμες ενός τετελεσμένου γεγονότος – με κεντρικό ήρωα τον Πενθέα και την οργή του. Μια νέα δραματουργία στήνεται στη Θυμέλη, ως σχόλιο στο έργο του Ευριπίδη.

 Ο Χορός ( Κική Καραΐσκου, Δήμητρα Κούζα, Σοφία Κουλέρα, Χριστίνα Μαριανού, Μαριάμ Ρουχάτζε) και, ταυτόχρονα, ο στρατός του θεού Διονύσου, είναι ο αδιαφιλονίκητος βασικός φορέας της αφήγησης.

Ειδικά η επαφή των ηθοποιών με το γυμνό χώμα παραπέμπει ευθέως στο αρχέγονο διονυσιακό στοιχείο, το οποίο έλκει την καταγωγή του στην επαφή με τη γη, τον αδόμητο χώρο, την άγρια φύση και την ιερή μανία που προκαλεί η οινοποσία και η ένωση με τον Θεό.

Στην πολυεπίπεδη τραγωδία, η καλά διαβασμένη Έλενα Μαυρίδου, στρέφει την προσοχή της στον Διόνυσο, τον θεό των μυστηριακών τελετών, τον διπλογεννημένο, τον μασκοφόρο, τον θυρσοκρατούντα, αλλά και στη μορφή του Πενθέα. Αυτός ο νέος βασιλιάς της Θήβας είναι ο εκφραστής της ανάγκης για το μέτρο και την εγκράτεια. Φτάνει στην αποστείρωση. Καταλήγει στον φόβο για τον Ξένο, στη βίαιη αντίδραση, σε κάθε τι που δεν κατανοεί.

Ο ερχομός του θεού Διόνυσου σε τούτη την παράσταση, μας καλεί να αποδεχτούμε την ύπαρξη των ενστίκτων. Μας υπενθυμίζει την ανάγκη για αναγνώριση της τελετουργικής φύσης μας και την ανάγκη για συλλογικότητα.

 Ο Δημήτρης Λάλος καθηλώνει το κοινό με την απαράμιλλη ερμηνεία του. Ένας έξοχος Διόνυσος, με πληθωρική κίνηση και στεντόρεια φωνή, συγκινεί και σαγηνεύει τα πλήθη, με την επιβλητική του εικόνα. Άλλωστε, το κοίλο ήταν ασφυκτικά γεμάτο σε τούτη την παράσταση και, θαρρώ, πώς κίνητρό τους ήταν και το έργο του Ευριπίδη και το ζευγάρι Λάλος- Μαυρίδου.

Ακολουθώντας η ευρηματική σκηνοθέτις ένα ταιριαστό τελετουργικό ύφος στο δράμα, συνθέτει σε αρμονικό σύνολο τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, σκηνικά, κοστούμια, μάσκες, κίνηση, φωτισμούς. Έχει δε επιλέξει για τα πρόσωπα, εξαιρετικούς ηθοποιούς.

Δεσπόζει στην ορχήστρα ένα κεκλιμένο πέταλο κι ένα τριμερές πέτασμα, σαν ορμητήριο του Βάκχου και των ακολούθων του, ενώ η χρήση ζωόμορφου περιάνθιου κεφαλής, εξυπηρετεί ανάγκες υλοποίησης σκηνογραφικής άποψης και σκηνοθετικού ευρήματος. Τα τελάρα του σκηνικού μεταβάλλονται έξυπνα σε καμβάδες ζωγραφικής ή σε οθόνη θέατρου σκιών, αλλά και σε πύλη εισόδου – εξόδου. Παράλληλα, η σκηνοθετική έμπνευση δίνει εικαστική διάσταση στο κερασφόρο- γλυπτό έργο τέχνης – κράνος.

Στην αρχαία Ελλάδα άλλωστε, η μεταμφίεση ήταν συνυφασμένη με τα διονυσιακά δρώμενα. Αυτές οι θεατρικές κατασκευές – προσωπεία, αποτέλεσαν την απαρχή της μάσκας των παραστατικών τεχνών που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Τότε, τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονταν οι μάσκες ήταν από πηλό ή δέρματα ζώων και ήταν ζωόμορφες. 

 Φορώντας τη μάσκα, ο ηθοποιός δραπετεύει από τον εαυτό του, παίζει με υψηλούς συμβολισμούς και εκπέμπει τη μαγική δύναμη του χαρακτήρα που παριστά η μάσκα ή το περίβλημα κεφαλής.

Ο Τειρεσίας, ο τυφλός μάντης της Θήβας, έρχεται στη σκηνή ως Μαινάδα. Η καθόλου συνάδουσα με την ηλικία και το φύλο του ενδυμασία, το παρουσιαστικό και η στάση του «εικονογραφούν» τη δύναμη του Διονύσου. Πολύ καλή η επιλογή της Βίκυς Βολιώτη για τον Τειρεσία, η οποία ερμηνεύει με ασίγαστο οίστρο ένα αλλόκοτο πλάσμα, έμπλεο σεξουαλικών εμμονών, δάνειο, θαρρείς, από τον αλληγορικό «Λαβύρινθο του Πάνα» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Απλώνει επιδέξια ένα τεράστιο κύμα ηχοχρωμάτων στην ορχήστρα και με σπασμωδικές κινήσεις, φορώντας τη κερασφόρο μάσκα της, ολοκληρώνει αριστοτεχνικά την ιδέα της Μαυρίδου.

 Ο εξαιρετικός Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας γήινος Πενθέας. Ο καλός ηθοποιός υποδύεται με εντυπωσιακή δεινότητα τον δύσκολο ρόλο του Βασιλιά, πριν και μετά την παρενδυσία.

Η Έλενα Μαυρίδου και ο Θανάσης Δόβρης είναι δοκιμασμένοι ηθοποιοί, έμπειροι, με ισχυρό ένστικτο κι όπου τους είδα τους θαύμασα, όπως κι εδώ. Μια σπαρακτική Αγαύη κι ένας στιβαρός Κάδμος. Μάλιστα, η Έλενα Μαυρίδου κερδίζει ένα επικό ρίγος στην «ανάνηψη», σκηνή – από μόνη της – ένα καθηλωτικό θεατρικό αναλόγιο. Οι Αγγελιαφόροι των Γιώργου Τριανταφυλλίδη και Δημήτρη Κούζα, στο μέγεθος που τους πρέπει.

Αναπόσπαστο στοιχείο της παράστασης, η πρωτότυπη μουσική επί σκηνής από τους Γιώργο Μαυρίδη και Βασίλη Κόκλα. Η παράσταση προσεγγίζει ερμηνευτικά το έργο και διερευνά την διονυσιακή μανία ή «βακχεία» με βασικά εργαλεία τον λόγο του Ευριπίδη, τον συνδυασμό της σύγχρονης με την παραδοσιακή μουσική. Η κινησιολογία βασίζεται στην τελετουργία των Αναστεναριών, που πιθανότατα αποτελεί επιβίωση θρησκευτικών πρακτικών από τη λατρεία του Διονύσου. 

Αξίζουν ιδιαίτερης αναφοράς τα εντυπωσιακά κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα, η οποία υπογράφει και το λιτό, όμως άκρως λειτουργικό σκηνικό.

 Επίλογος

«Προτείνουμε μια δυναμική εκδοχή του έργου του Ευριπίδη, συνδυάζοντας τον φυσικό ήχο της λύρας και του νταουλιού με το ηχοτοπίο και το sound design της σύγχρονης μουσικής τεχνολογίας, σ’ έναν σκηνικό χώρο, όπου τα υλικά της φύσης αναμιγνύονται και συνομιλούν με σύγχρονα, συνθετικά υλικά κι έτσι οδηγούμαστε σταδιακά στην βακχεία του Διονύσου. Καθώς εκτυλίσσεται η τραγωδία, τα σώματα των ηθοποιών ελευθερώνονται σε έναν οργιαστικό χορό, καταργώντας τα θεατρικά όρια», αναφέρει σε δήλωσή της η σκηνοθέτις Έλενα Μαυρίδου.

Το δράμα τελειώνει παράξενα. Απέναντι στον θρήνο της Αγαύης και τις κατάρες της, στο παράπονο του Κάδμου και του λαού της Θήβας – όλη η χώρα τιμωρείται απάνθρωπα από τον θεό – απέναντι στη φρίκη και στον θυμό των ανθρώπων για την υπερβολική, αδικαιολόγητη κακία του Διονύσου, στέκεται σιωπηλός κι αμήχανος ο θεός.

 Η τελευταία φράση του είναι ένας ψίθυρος, μια άναρθρη απολογία: “Δεν φταίω εγώ για όλα αυτά. Άλλος τα αποφάσισε, από πολύ παλιά”. Υποτίθεται, ο Δίας.

Συντελεστές

Μετάφραση Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνοθεσία Έλενα Μαυρίδου
Μουσική Γιώργος Μαυρίδης
Σκηνικό – Κοστούμια Δήμητρα Λιάκουρα
Φωτισμοί Περικλής Μαθιέλλης
Δραματολόγος Κατερίνα Διακουμοπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη Πέτρος Αλαφούζος
Βοηθός σκηνογράφου/ ενδυματολόγου Ευγενία Μπουρντά
Video Θωμάς Παλυβός
Φωτογραφίες Ηλίας Ντζόιδος – Ελίνα Γιουνανλή
Διεύθυνση παραγωγής Μαρίνα Γαβριηλίδου
Επικοινωνία Ειρήνη Λαγουρού
Παραγωγή Πέμπτη Εποχή – Θέατρο του Νέου Κόσμου

Διανομή
Διόνυσος Δημήτρης Λάλος
Κάδμος Θανάσης Δόβρης
Πενθέας Γιώργος Χριστοδούλου
Τειρεσίας Βίκυ Βολιώτη
Δούλος Στέργιος Κοντακιώτης
Άγγελος α’ Γιώργος Τριανταφυλλίδης
Άγγελος β’ Δήμητρα Κούζα
Αγαύη Έλενα Μαυρίδου

Χορός
Κική Καραΐσκου, Δήμητρα Κούζα, Σοφία Κουλέρα,
Χριστίνα Μαριανού, Μαριάμ Ρουχάτζε

Μουσικοί επί Σκηνής
Γιώργος Μαυρίδης, Βασίλης Κόκλας

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ

ΤΕΤΑΡΤΗ 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΑΡΓΟΣ | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΓΟΥΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΗΛΙΔΑ | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΗΛΙΔΑΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΛΕΥΚΑΔΑ | ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΑΡΤΑ | ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΤΑΙΩΝ
ΤΡΙΤΗ 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ | ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΤΙΝΑΛΜΑΖΗ
ΤΕΤΑΡΤΗ 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΒΑΛΑ | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΔΕΛΦΟΙ | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΡΥΝΙΧΟΣ
ΤΡΙΤΗ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗ | ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΣΟΥΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΤΕΤΑΡΤΗ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΛΑΜΑΤΑ | ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΣΤΡΟΥ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου

«black-birthday»-του-Κώστα-Σταύρου-στο-Φουαγιέ-Θεάτρου-ΕΜΣ.-σε-σκηνοθεσία-Νίκου-Νικολάου

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.

Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;

Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.

Νίκος Νικολάου

Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».

Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.

 Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.

 Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.

Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.

Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».

Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.

 Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.

 Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.

Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;

Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.

Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.

Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).

 Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».

Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.

 Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.

Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.

 Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.

Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.

Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.

Συντελεστές      

Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου

Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου

Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε

Μουσική: Μάριος Στρόφαλης

Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

Διανομή

Νίκος Νικολάου (Στάθης)

Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη

Μηνάς-Βιντιάδης-«ΤΟ-ΜΙΣΟ-ΤΟΥ-ΜΗΔΕΝ»-στο-«Μικρό»-της-Μονής-Λαζαριστών-σε-σκηνοθεσία-Γιώργου-Κιουρτσίδη

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.

Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.

Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!

Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.

«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.

Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.

Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.

«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.

Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.

 Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.

Γιώργος Κιουρτσίδης

Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.

Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.

 Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.

Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.

Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.

Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.

 Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.

Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!

Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.

Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.

Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.

Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;

Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.

Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.

«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.

Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.

 Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.

Διάρκεια παράστασης: 75′

*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές

Συγγραφέας: Μηνάς Βιντιάδης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου

Μουσική: Γεώργιος Μάρκος

Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας

Video Art: Άντα Λιάκου

Βοηθός φωτιστή: Τουλίν Οσμάν

Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης

Φωτογραφίες: Mike Rafail

*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ

Διανομή

Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βήτα

Ρέα Καραδέδου Ισουά – Κόρη

Θοδωρής Πολυζώνης – Άλφα

Ελευθερία Τέτουλα – Γυναίκα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

«Ο-Γλάρος»-του-Τσέχοφ-ή-«Η-ικανότητα-να-αντέχεις»-στο-«Αριστοτέλειον»-Θεσσαλονίκης

Τελευταία Θέματα

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
  • «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
    Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
  • Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
    Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
    Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά.
  • Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
    Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. 
  • Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
    Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός  και η απουσία του. Η πίστη  και η δοκιμασία της. Η εξέγερση  και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της.
  • Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
    Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν;
  • Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
    Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα
  • αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
    Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
     Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα.
  • Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
  • Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
    Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα!
  • Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
  •  Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
  • Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
  • Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
  • Ο Τάκης Σακελλαρίου  είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
  • Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
  • Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
  • Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής. 
  • Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
  • Ταυτότητα παράστασης
  • Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
  • Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
  • ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα