Connect with us

Πολιτισμός

«Αντιγόνη» (Εκδοχή β’) στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

«Αντιγόνη»-(Εκδοχή-β’)-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Συνεχίζοντας την καλοκαιρινή της περιοδεία, η παράσταση «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου, θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021, στις 21.00, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων.

Η παράσταση, που είναι μια συνδιοργάνωση της Ομάδας Σημείο Μηδέν και της Δημοτικής Θεατρικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Καβάλας (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ.), πραγματοποιείται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 64ου Φεστιβάλ Φιλίππων

Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για την 3η συνεχή χρονιά που η Αντιγόνη ταξιδεύει σε επιλεγμένους σταθμούς σε όλη την Ελλάδα ενώ αυτό το καλοκαίρι οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μία νέα, δεύτερη, εκδοχή της.

Για τις ανάγκες της ερευνητικής διαδικασίας (έναρξη Οκτώβρης του 2018) και της παράστασης δημιουργήθηκε νέα μετάφραση του έργου από τον Δημήτρη Δημητριάδη.

Σκηνοθετικό Σημείωμα

Το σκεπτικό της παράστασης:

Βλέπουμε την «Αντιγόνη» ως Τραγωδία για τη Διεκδίκηση της Ζωής.

Η ακατάβλητη επιθυμία της Αντιγόνης να θάψει τον νεκρό αδερφό της παρά τις διαταγές του Κρέοντα, δεν τη συνδέει μονάχα με τον κόσμο των νεκρών της και της οικογένειάς της. Ξεκινώντας από τη διεκδίκηση της ταφής απέναντι στην κρατική εξουσία, οδηγείται στη διεκδίκηση νέων όρων για την επανεκκίνηση της Ζωής στην πόλη μετά τον πόλεμο. Η Αντιγόνη επιχειρεί να ενώσει Μνήμη και Πόλη, Ύπαρξη και Ιστορία, Εξέγερση και Κοινωνία.

Ο Κρέων φέρει το τρίπτυχο δύναμης της ανδρικής – κρατικής εξουσίας ως απόλυτη αρχή: πατριαρχία – στρατοκρατία – φαλλοκρατία. Όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του. Κατά τη γνώμη του όλοι και όλα τον απειλούν, όλοι χρηματίζονται για να υποσκάψουν την εξουσία του.

Η Αντιγόνη αντιτίθεται, αντιστέκεται. Η στάση της δεν αφορά μονάχα την οικογενειακή διάσταση του ζητήματος. Στον οίκο των Λαβδακιδών κάθε πράξη είναι άμεσα πολιτική, γιατί επηρεάζει άμεσα την πόλη. Ο κατ’ επιλογή θάνατος της Αντιγόνης αποτελεί κραυγή Ζωής! Επιλέγει τον θάνατο γιατί θέλει να ζήσει ασυμβίβαστα.

Η παράστασή μας παίζεται αμέσως μετά από έναν πόλεμο. Δεν βλέπουμε τον Μύθο στο βάθος του παρελθόντος, αλλά στο Μέλλον. Μπορεί η ζωή να επανεκκινήσει μετά τον πόλεμο; Μπορεί ο άνθρωπος να διεκδικήσει εκ νέου τους όρους της ζωής του; Ο πόλεμος αφορά την οικουμένη και δεν έχει χωρικό όριο. Το ίδιο και η τραγωδία. Μέσα από την οπτική του πολέμου συναντάμε την οντολογική και βιοπολιτική προσέγγιση του έργου ως αστερισμό τραγωδιών μέσα στην τραγωδία:

  • Η τραγωδία του εξεγερμένου Ανθρώπου: Αντιγόνη
  • Η τραγωδία της Εξουσίας: Κρέων
  • Η τραγωδία του Συγκρουσιακού ανθρώπου: Ισμήνη
  • Η τραγωδία του Λόγου: Αίμων
  • Η τραγωδία της Προφητείας: Τειρεσίας
  • Η τραγωδία του βραχυκυκλωμένου ανθρώπου: Ευρυδίκη
  • Η τραγωδία της Υποτακτικότητας: Φύλακας
  • Η τραγωδία της Δημοκρατίας: Χορός

Ο Χορός διαρκώς αναζητά το μέτρο. Θέτει ερωτήματα, αμφισβητεί και αυτό-αμφισβητείται, κρίνει και κρίνεται, αναιρεί και αυτό – αναιρείται. Προσπαθεί με μεγάλη αγωνία να ορίσει το δίκαιο και το άδικο, το σωστό και το λάθος, τον θύτη και το θύμα, χωρίς να υπάρχει καμία εξωκοσμική αρχή να δώσει σαφείς και οριστικές απαντήσεις. Πρόκειται για την Τραγωδία της Δημοκρατίας. Δεν μπορεί κανείς να είναι ήσυχος, αναθέτοντας την ευθύνη πολιτών και πόλης σε κάποιον θεό ή σωτήρα: «Ή θα είμαστε ήσυχοι ή θα είμαστε ελεύθεροι», έγραφε ο Θουκυδίδης.

Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία:

Η αρχαία Τραγωδία είναι τελετουργικό θέατρο προς τιμήν του θεού Διόνυσου, θεού της γονιμότητας και της βίας, της μεταμόρφωσης και των ενστίκτων. Βγαίνει μέσα από το συλλογικό ασυνείδητο της κοινωνίας. Μελετάει τη Ζωή στα ακραία όρια της Φύσης, της Ύπαρξης και της Ιστορίας. Είναι ένα βιοπολιτικό θέατρο, που ασκεί δριμύτατη κριτική στο δημοκρατικό πολίτευμα που το γέννησε, με σκοπό το ίδιο αυτό πολίτευμα να βαθαίνει διαρκώς τα χειραφετητικά του χαρακτηριστικά.

Η Τραγωδία, παιδί και μήτρα της Φιλοσοφίας και της Δημοκρατίας, είναι θέατρο καθολικής αμφισβήτησης. Μας προσκαλεί σε μια ριζική επαναξιολόγηση όλων των αξιών της ζωής, με το βλέμμα στραμμένο στον ενεργό και χειραφετημένο πολίτη σε διαρκή εγρήγορση.

Σάββας Στρούμπος

Έγραψαν για την παράσταση

Αποσπάσματα Κριτικών

«Το θέατρο ανακτά τη βασική του λειτουργία: γίνεται ξανά Τελετή». […] «Όσο για την Έβελυν Ασουάντ, την Αντιγόνη της παράστασης, θυμηθείτε αυτό: αποτελεί από μόνη της λόγο για να πάτε στο νέο χώρο του Άττις, για να ανακαλύψετε την πρώτη μεγάλη τραγωδό της γενιάς της». […] «Στην εκπνοή της σεζόν, κυριολεκτικά στο 90’, […] μας περίμενε μια από τις καλύτερες στιγμές της. Τέτοιες ακριβώς στιγμές είναι που κάνουν τη δουλειά μας να έχει νόημα: μέσα στις εκατοντάδες (χιλιάδες!) πρεμιέρες, τα κουρασμένα μάτια σου γεμίζουν δάκρυα χαράς και συγκίνησης. Νιώθω ευγνώμων…» [Γιώργος Βουδικλάρης | Artivist.gr]

«Η πρόταση της Αντιγόνης του Σάββα Στρούμπου σε ικανή μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, με την ωραία, οργανική μουσική του Λεωνίδα Μαριδάκη, είναι η πιο εύστοχη πολιτικά και η πιο άρτια αισθητικά, σπάνιος συνδυασμός, που επιτυγχάνεται μια φορά στα εξήντα χρόνια (τόσα βλέπω θέατρο). Αυτά μόνο θα πω». [Λέανδρος Πολενάκης | Η Αυγή]

«Η ομάδα, ως σύνολο, με τη γεωμετρημένη της κινησιολογία, τη χρήση παραγλωσσικών σημείων και φωνητικών που συνδυάζονταν ή αναδύονταν μέσα από την ομολογουμένως ενδιαφέρουσα μουσική του Λεωνίδα Μαριδάκη, λειτούργησε ως ένα άψογα οργανωμένο σύνολο, ειδικά στα χορικά ή και συνοδεύοντας φωνητικά το εκάστοτε δραματικό πρόσωπο που διαχωριζόταν από το σώμα της». [Δημήτρης Τσατσούλης | AthensVoice]

«Είναι ένα δεμένο υποκριτικό σύνολο που σε κερδίζει αμέσως, χάρις στο πάθος, την ορμή, τη σωματικότητά του. Σε γοητεύει με τη δύναμη και την αφοσίωσή του. Σε οδηγεί στο κέντρο του κόσμου του Σοφοκλή, στα πανανθρώπινα ζητήματα που θέτει αυτή η τραγωδία». [Γιώργος Μητρόπουλος| Euronews.gr]

«Ο σκηνοθέτης δεν είδε στην Αντιγόνη μια ταφική τραγωδία, αλλά μια τραγωδία για την διεκδίκηση της ζωής. Μιας ζωής, ατομικά και συλλογικά, που αξίζει να την ζήσει κανείς». [Λίτσα Φρυδά | Πριν]

«Η «Αντιγόνη», που παρακολουθήσαμε στο «Σημείο Μηδέν», ήταν μια αποκάλυψη! Σημαδιακό το όνομα του θιάσου» […] «Ο Σάββας Στρούμπος για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μεγάλο του πάθος, τη θεατρική του παιδεία, την πλήρη αφοσίωση και τον απόλυτο σεβασμό, που πρέπει να έχει ένας αληθινός καλλιτέχνης απέναντι σε τέτοια μεγαλειώδη έργα, και εν προκειμένω στην περίφημη «Αντιγόνη» του περίφημου Σοφοκλή» […] «Μία παράσταση που πρέπει να δουν όλοι, μικροί και μεγάλοι» [Ρωξάνη | Ριζοσπάστης]

«Η σκηνοθεσία του Σάββα Στρούμπου, με έντονο βλέμμα και βαθειά μελέτη σε μια ευθεία, σε ένα μικρό δωμάτιο, να κινούνται τα σώματα με έναν τρόπο δραματικό και απολύτως θεατρικό, δημιουργώντας το τραγικό ύφος μέσα από τον σπαραγμό τους και την αποδόμησή τους» [Μαρία Μαρή | Theatromania.gr]

«Από τους πρώτους στίχους της «Αντιγόνης» του Σοφοκλέους που παρακολουθήσαμε, από την ομάδα «Σημείο Μηδέν» στην υπέροχη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη και στη Διονυσιακή σκηνοθεσία του Σάββα Στρούμπου, νιώσαμε αυτό το ρίγος και το δέος της πολλών χιλιετηρίδων συνέχειας της γλώσσας, των μύθων, του ήθους, του Θεάτρου. (Ναι, με κεφαλαίο Θήτα)». [Γιάννης Οικονομίδης | Newsville.be]

«Η Έβελυν Ασουάντ κατέπληξε στο ρόλο της Αντιγόνης, με την ερμηνεία της, την εσωτερικότητα στη φωνή της, την ύψωση των τόνων της, την αξιοπρέπεια και την αποφασιστικότητά της». [Βαγγέλης Ραφτόπουλος | Cityculture.gr]

Στην παράσταση του Σάββα Στρούμπου και της ομάδας Σημείο Μηδέν, η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, γίνεται το πεδίο ανάδειξης των πολιτικών θέσεων που αναπόφευκτα παίρνουν τα πρόσωπα της τραγωδίας, με κύριο παρονομαστή, λόγω του σχήματος που επιχειρεί σκηνοθετικά, το ίδιο το κοινό. Η τεχνική των ηθοποιών, οι έξοχες ερμηνείες, ο ρυθμός και η συνέπεια του λόγου σε συνεπαίρνουν, αυτό όμως που έμενα προσωπικά με καθήλωσε ήταν η συμπερίληψη μου, ως θεατή, η ενεργοποίηση μου ως πολίτη. [Νάγια Παπαπάνου | Boemradio.com]

«Η παράσταση όπως και όλες οι υπόλοιπες της ομάδας δεν είναι ένα θέαμα εν εξελίξει αλλά μια βιωματική εμπειρία που αποκαλύπτει στον κάθε θεατή όχι μόνο το δραματουργικό δρώμενο αλλά και τις εσωτερικές του δυναμικές, τα ψυχικά και πνευματικά όρια του και τη δυνατότητα υπέρβασης τους. Μην την χάσετε». [Μαρία Κυριάκη | EpiSkinis.gr]

«Πράγματι, ο σκηνοθέτης στηρίζεται στη σωματικότητα μέσα από μια γεωμετρική επεξεργασία των ζητημάτων που αποτυπώνουν οι κώδικες των ρόλων. Το σώμα «ανατέμνεται» δημιουργικά συνθέτοντας και αποδομώντας εννοιολογήματα και καταστάσεις του θυμικού μέσα από κορυφώσεις. Οι ηθοποιοί, χάρη στους οποίους επιτυγχάνεται το άρτιο σκηνικό αποτέλεσμα, υπηρετούν πειθαρχημένα ένα ερμήνευμα, προϊόν θεατρικής επεξεργασίας γλωσσικών και παραγλωσσικών επιλογών του σκηνοθέτη». [Νεκτάριος – Γεώργιος Κωνσταντινίδης | Εποχή]

«Σε εξαιρετική μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη, όπου μέρη από το πρωτότυπο διατηρήθηκαν αυτούσια ανάμεσα στο μεταφρασμένο, το κείμενο της Αντιγόνης του Σοφοκλή ζωντανεύει μέσα σε ένα χώρο γυμνό, πάνω σε ένα ξύλινο δάπεδο-αντηχείο. Εκεί, στο θέατρο Άττις-Νέος Χώρος, με βασικό συστατικό το ανθρώπινο σώμα, ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος μάς οδήγησε σε μια παράσταση-εμπειρία». [Νατάσα Γεράρδου | All4fun.gr]

«Ο τρόπος με τον οποίο είναι συγκροτημένος ο χορός φέρει τα χαρακτηριστικά ενός θεάτρου συνόλου, αφού λειτουργεί σαν ένα σώμα, μέσα από τον πλήρη συγχρονισμό των κινήσεων του». [Αθηνά Κακλαμάνη | Theatro.gr]

«Με μια τολμηρή και διεισδυτική καταβύθιση στην καρδιά της τραγωδίας του Σοφοκλή, ο Σάββας Στρούμπος και η ομάδα Σημείο Μηδέν φώτισαν τα καίρια σημεία της και την πολλαπλότητα των χαρακτήρων της, επανεγγράφοντάς την». [Αμέλια Ελευθεριάδου | aftoleksi.gr]

«Ο λόγος, άριστα υποστηριζόμενος από την υποκριτική, ανθίζει και βαθαίνει την απόσταση από την πραγματικότητα, μετατρέποντας το δραματικό γεγονός σε ηχητική και κιναισθητική περιπέτεια». [Μαρία Στέλλα Μπινίκου | Artic.gr]

Συντελεστές:

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

Σκηνοθεσία, διαμόρφωση χώρου, επιμέλεια κοστουμιών: Σάββας Στρούμπος

Μουσική: Λεωνίδας Μαριδάκης

Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης

Δραματολόγος: Μαρία Σικιτάνο

Photo credits: Αντωνία Κάντα, Johanna Weber, Γιώργος Αναστασάκης

Δημιουργία αφίσας: Soul Design

Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Οργάνωση περιοδείας: Σάββας Στρούμπος, Μαριάννα Παπάκη

Διανομή:

Αντιγόνη: Έβελυν Ασουάντ

Κρέων: Κωνσταντίνος Γώγουλος

Τειρεσίας – κορυφαία Χορού: Έλλη Ιγγλίζ

Ισμήνη – Αγγελιαφόρος: Άννα Μαρκά – Μπονισέλ

Αίμων: Γιάννης Γιαραμαζίδης

Ευρυδίκη – κορυφαία Χορού: Ρόζυ Μονάκη

Φύλακας – Εξάγγελος: Μπάμπης Αλεφάντης, Ντίνος Παπαγεωργίου

Χορός: η Ομάδα

Περισσότερες πληροφορίες για την ομάδα, κριτικές των παραστάσεων, συνεντεύξεις και φωτογραφικό υλικό μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://simeiomiden.gr/

Facebook: Ομάδα Σημείο Μηδέν (@omadasimeiomiden)

Instagram: Ομάδα Σημείο Μηδέν (@zeropointtheater)

Με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

Απαγορεύεται η είσοδος στο θέατρο μετά την έναρξη των παραστάσεων.

Είναι υποχρεωτική η χρήση μη ιατρικής μάσκας από τους θεατές κατά την είσοδο και έξοδο από το χώρο, καθώς και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τιμές εισιτηρίων:

15 € Γενική Είσοδος, 10 € μειωμένο (φοιτητές, άνεργοι ΟΑΕΔ, ΑμΕΑ, συνοδός ΑμΕΑ, άνω των 65, ΟΛΜΕ-ΔΟΕ, με την επίδειξη της αντίστοιχης κάρτας)

Προπώληση: Viva.gr

Πληροφορίες:

  • ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 220876 – 7 (ώρες γραφείου)
  • (Ομάδα Σημείο Μηδέν) 210-3225207, http://simeiomiden.gr/
  • Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566, καθημερινά 10:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00.

*Το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων θα πραγματοποιηθεί ακολουθώντας τις ειδικές οδηγίες των υγειονομικών αρχών, με προτεραιότητα τη δημόσια υγεία και με αίσθημα ευθύνης απέναντι στο κοινό και τους καλλιτέχνες.

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα