Πολιτισμός
«Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου στο 65ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Πρόλογος
Τιμώντας τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα 113 χρόνια από τη γέννηση της Διδώς Σωτηρίου, η Gr Entertainment World Ltd περιοδεύει στη χώρα την παράσταση «Ματωμένα Χώματα».
Το εμβληματικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που αγαπήθηκε από γενιές και γενιές Ελλήνων, μεταφέρεται στη σκηνή σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, με έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών και ανοίγει αυλαία στο 65ο Φεστιβάλ Φιλίππων.
Δραματουργία
Μέσα στην επική ατμόσφαιρα του βιβλίου, που είναι ένα είδος “Πολέμου και Ειρήνης” της Ελλάδας, αντί να αναζωπυρώνεται το μίσος, ζωντανεύει το ανθρώπινο δράμα όλων των μικρών λαών που σφαγιάζονται στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.
“Πόλεμοι και ξανά πόλεμοι! Τι στο καλό θα βγάλει η μαγκούφα η εποχή μας και κοιλοπονάει τόσο άγρια;”
Μπήκε το κακό με τους Βαλκανικούς Πολέμους και άργησε να βγει. Χρόνια σπαρμένα με θυσίες, πολέμους και νεκρούς. Η Μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή.
Η ιστορία του Μανώλη Αξιώτη, Μικρασιάτη αγρότη από τον Κιρκιντζέ. Άνθρωπος του μόχθου, δεμένος με τον τόπο του, το πατρικό του σπίτι, τους χωριανούς του. Ο άντρας που πάλεψε με κορμί και με ψυχή.
Στο Αμελέ Ταμπουρού, τα Τάγματα Εργασίας της Άγκυρας, το 1915.
Στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ το 1922.
Μια λεύτερη πατρίδα ονειρευόταν καθώς έσφιγγε τα δόντια και έλεγε:
“Ώρα μάχης, Αξιώτη, ώρα θυσίας. Δεν έχεις ελόγου σου κανένα πάρε δώσε με την πολιτική. Το χρέος σου κάνεις”.
Γνώρισε κακουχίες και στερήσεις, είδε βασανιστήρια και θανάτους, έζησε την αιχμαλωσία και την προσφυγιά, για να συλλογιστεί:
“Θηρίο είν’ ο άνθρωπος!”
Το μνημειώδες έργο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χαρακτηρίστηκε “Βίβλος της σύγχρονης εξόδου του Μικρασιάτικου Ελληνισμού”. Από το 1962 που πρωτοεκδόθηκαν μέχρι σήμερα τα Ματωμένα Χώματα έχουν ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 400.000 αντίτυπα. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στις εξής γλώσσες: αγγλικά, βουλγαρικά, εσθονικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, ουγγρικά, ρωσικά, ρουμανικά, σερβικά, ισπανικά, ιταλικά, τουρκικά και κέλτικα βρετονικά.
Στην Τουρκία το βιβλίο είχε συγκλονιστική απήχηση, επειδή η συγγραφέας παρουσιάζει με εντελώς ωμό τρόπο τις φρικαλεότητες, τον πόνο, τον φόβο και τα βασανιστήρια που βίωσαν οι Έλληνες από τους Τούρκους αλλά και οι Τούρκοι από τους Έλληνες. Δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, απλά καταγράφει γεγονότα και από τις δύο πλευρές. Προσπαθεί, μάλιστα, να ερμηνεύσει το ιστορικό γεγονός και κατονομάζει θαρραλέα τους αίτιους. Αποδίδει την ευθύνη της μικρασιατικής καταστροφής όχι στην αντιπαλότητα των δύο λαών, αλλά σε παράγοντες, όπως η διείσδυση των Μεγάλων Δυνάμεων που επιδίωκαν σχέσεις (κυρίως οικονομικές και εμπορικές) με την Τουρκία, ο αυξανόμενος τουρκικός εθνικισμός, η κακή εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, η απληστία ορισμένων Ελλήνων για περισσότερα κέρδη, που τους οδήγησε σε κακή συμπεριφορά απέναντι στους Τούρκους και τους ομοεθνείς τους.
Υπόθεση
Ο Μανώλης Αξιώτης είναι ένας αγρότης από το χωριό Κιρκιντζέ της Μικράς Ασίας, που η ζωή του είναι συνυφασμένη με τη δουλειά στα χτήματα, με την οικογένειά του, αλλά και με τα γενικότερα προβλήματα της ελληνικής κοινότητας. Βρισκόμαστε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και Έλληνες εκείνα τα χρόνια υπήρχαν πολλοί σε όλα τα παράλια της Ιωνίας, στο εσωτερικό της Τουρκίας, καθώς και στον Πόντο. Από τον αυτοβιογραφικό λόγο του Αξιώτη πληροφορούμαστε για όλα τα δεινά που υπέστησαν οι Έλληνες τόσο στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όσο και λίγο αργότερα: την περίοδο του μικρασιατικού πολέμου (1919-1922). Όπως οι περισσότεροι Έλληνες, έτσι και ο Αξιώτης θα γνωρίσει τα τρομερά Αμελέ Ταμπουρού, δηλαδή τα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας, με τα οποία οι Τούρκοι ήθελαν να κάμψουν το φρόνημα του ελληνικού στοιχείου και ταυτόχρονα να εξοντώσουν τον αντρικό πληθυσμό. Τα όσα θα βιώσει και θα υποστεί ο κεντρικός ήρωας την περίοδο της αιχμαλωσίας, η Διδώ Σωτηρίου, η οποία καταγόταν από εκείνα τα μέρη και έζησε τα γεγονότα από κοντά, τα αποδίδει παραστατικά και όλο ζωντάνια. Βέβαια, το βιβλίο κλείνει με ένα φιλειρηνικό μήνυμα, κάτι που το κάνει να είναι διαχρονικό και αγαπητό σε Ελλάδα και Τουρκία.
Μέσα από τον κεντρικό αφηγητή του βιβλίου, τον Μανώλη Αξιώτη, ερχόμαστε κοντά στους ανθρώπους εκείνων των ημερών, στα απίστευτα συμβάντα που βίωσαν και στην εσωτερική τους μάχη για τις αξίες της ζωής.
Στιγμές αδικίας, προδοσίας, εκμετάλλευσης και στυγνής βαρβαρότητας περνούν καταιγιστικά στο ανάγνωσμα, καθώς και στιγμές βαθιάς φιλίας, κατανόησης και αγάπης.
Η συγγραφέας
Η Διδώ Σωτηρίου (1909-2004) ήταν μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου. Το 1919 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στη Σμύρνη και μετά την καταστροφή του 1922 κατέφυγαν στην Ελλάδα. Στην Αθήνα ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της με δασκάλους. Φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1937 παρακολούθησε για λίγους μήνες μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Από το 1936 στράφηκε επαγγελματικά προς τη δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε με το περιοδικό “Γυναίκα” και τις εφημερίδες “Νέος Κόσμος” και “Ριζοσπάστης”, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνεργάστηκε με τις: Μέλπω Αξιώτη, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού, Ηλέκτρα Αποστόλου, Χρύσα Χατζηβασιλείου και άλλες Ελληνίδες της αντίστασης.
Πήρε μέρος στο συνέδριο της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη το 1935, όπου γνωρίστηκε με τη σύντροφο του Λένιν Αλεξάνδρα Κολοντάι και στο ιδρυτικό συνέδριο της Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών το 1945 στο Παρίσι.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1959 με την έκδοση του μυθιστορήματος “Οι νεκροί περιμένουν”. Έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ένα κομμάτι του έργου της έχει γνωρίσει επιτυχία στο εξωτερικό, και ιδιαίτερα στην Τουρκία. Η Διδώ Σωτηρίου ανήκει στους Έλληνες πεζογράφους του μεσοπολέμου. Το έργο της κινείται στο πλαίσιο του ρεαλισμού με έντονη την παρουσία του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της συναισθηματικής συμμετοχής του συγγραφέως στις περιπέτειες των ηρώων της, ενώ αντλεί τη θεματολογία του από τη μικρασιατική καταστροφή, την περίοδο του εμφυλίου και την μετά τον εμφύλιο περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Με τα “Ματωμένα χώματα” η Σωτηρίου εγκαινίασε την πορεία της προς μια γραφή που συνδυάζει τη μυθιστορηματική τεχνική με μια προοπτική εξέτασης των θεμάτων της από ιστορική σκοπιά, πορεία που συνέχισε και στα δύο επόμενα μυθιστορήματά της την “Εντολή”, με θέμα την υπόθεση Μπελογιάννη και το “Κατεδαφιζόμεθα”.
Τιμήθηκε με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί, το 1983, με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 1989, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1990 και με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, το 1995. Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο “Διδώ Σωτηρίου”, το οποίο απονέμεται “σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα”. Πέθανε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου του 2004.
Η παράσταση
Χρειάστηκε πολλή δουλειά για να πάρει τη μορφή λαϊκού θέατρου το πολυδιαβασμένο και πολυμεταφρασμένο βιβλίο «Ματωμένα Χώματα». Αν και υφίσταται πάντα , ως είδος, το λαϊκό θέατρο πλάι στο λογοτεχνικό θέατρο, οι μπροστάρηδες των συντελεστών αυτής της παράστασης συνεργάστηκαν και τελειοποίησαν, τελικά, ένα «θέατρο ντοκουμέντο», που βασίστηκε πάνω σε αυθεντικές πήγες μιας κοινωνικοπολιτικής γραφίδας με καταξιωμένο ονοματεπώνυμο: Διδώ Σωτηρίου.
Δε θα ήταν άστοχο να χαρακτηρίσουμε την όλη εργασία «ολικό θέατρο», εφόσον χρησιμοποιήθηκαν όλα τα διαθέσιμα καλλιτεχνικά μέσα, δηλαδή ένα οργανικό σύνολο δικτύων σχέσεων φωτός, χώρου, κίνησης, ήχου, μουσικής, ηθοποιών, ώστε να δημιουργηθεί ένα θέαμα που απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις και που δημιουργεί την εντύπωση συνολικότητας και πληθώρας σημασιών, καθηλώνοντας το κοινό.
Η παράσταση ξεκινά από τις τελευταίες στιγμές στην προκυμαία της Σμύρνης, επιστρέφει στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στα εδάφη της Μικράς Ασίας από το 1914 και μετά, για να καταλήξει και πάλι στη Σμύρνη. Κάνει έναν κύκλο το εγχείρημα, που αφήνει τα ίχνη του στο σήμερα, καθώς η αυλαία ανοίγει με την προβολή μιας παλιάς φωτογραφίας από τη γεμάτη πλατεία του θεάτρου της πόλης –σαν αντικατοπτρισμός απέναντί μας– και οι ηθοποιοί αναφέρονται στους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που έφτασαν στα λιμάνια Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Μυτιλήνης, Χίου, Πειραιά.
Επί σκηνής δημιουργείται μια ενιαία, σχεδόν κινηματογραφική ροή, αξιοποιώντας αξιοπρόσεχτα τη λειτουργία της αναδρομικής αφήγησης, με αφηγητή τον Νικήτα Τσακίρογλου, ως Μανώλης Αξιώτης, να κοσμεί σταθερά το αριστερό μέρος της σκηνής. Ο υπόλοιπος θίασος μας μεταφέρει τα μετατοπίσματα στον χρόνο, τη ζωντανή μουσική, το θέατρο σκιών, τους φωτισμούς , όλη τη δράση που απλώνεται σε έξυπνα επίπεδα και τους ευφυείς συμβολισμούς, για παράδειγμα η ένταξη της βάρκας.
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλούμπης μαζί με τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο ολοκλήρωσαν μια κατάκτηση. Μετέφεραν στη σκηνή ένα λογοτεχνικό κείμενο πυκνό και πολυπρόσωπο, που καλύπτει χρονικά τα τελευταία 10-15 χρόνια πριν από την καταστροφή. Η δραματουργική προσαρμογή απαίτησε γενναίο ψαλίδισμα για λόγους θεατρικής οικονομίας. Σταχυολογώντας στιγμές και γεγονότα που εξυπηρετούν την ιστορική αλληλουχία, καταφέρνουν οι δυο τους να συνθέσουν ένα οδοιπορικό που εξασφαλίζει επάρκεια γεγονότων.
Ο πόλεμος είναι σαν την Κίρκη, ακούγεται στη δράση, γιατί μεταμορφώνει σε γουρούνια τους ανθρώπους. Και η παράσταση το δείχνει αυτό, καταφέρνοντας να εστιάσει στην πολυπλοκότητα αλλά και στα όρια της ανθρώπινης φύσης, όταν εγκλωβίζεται σε μια ακραία συνθήκη, όπως αυτή του πολέμου.
Τα «Ματωμένα Χώματα» είναι ένα βαθιά ουμανιστικό έργο και η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώργου Παλούμπη τον δικαιώνει και για τη διασκευή και για τα ευρήματά του. Κοινωνούμε, πέραν της ιστορίας, εκφραστικά μέσα, όπως την ενσωμάτωση του θεάτρου σκιών – φιγούρες του Σπύρου Αγγελόπουλου- ως ένας φόρος τιμής σε μια πολιτιστική κληρονομιά που υπογραμμίζει την λαϊκότητα του έργου.
Η ροκ μουσική σύνθεση του Κώστα Νικολόπουλου συνθέτει έναν πολυφωνικό σκηνοθετικό καμβά που αποτρέπει την επίπεδη αφήγηση, ώστε να μην κουράσει, λόγω της αναπόφευκτης διάρκειας του έργου και του δυνατού συναισθηματικού περιεχομένου.
Το ίδιο ισχύει και για τις βιντεοπροβολές του Θωμά Πολυβού και για το σκηνικό της Νατάσσας Παπαστεργίου, το οποίο αφήνει τους ηθοποιούς να κινηθούν με άνεση στη σκηνή.
Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα ενισχύουν και διαιρούν το χώρο για τις επιμέρους δράσεις που συμβαίνουν παράλληλα. Τα κοστούμια των Έλενας Γιαννίτσα και Νατάσσας Παπαστεργίου είναι μελετημένα πάνω στις λαογραφικές αναφορές της εποχής, όπως και τα χορευτικά μέρη της Βρισηίδας Σολωμού.
Ο έμπειρος Νικήτας Τσακίρογλου αφηγείται με παλμό τα όσα έζησε ο Αξιώτης στον καιρό της νιότης του, ενώ ο εξαιρετικός Μιχάλης Σαράντης οργώνει τη σκηνή και «ενηλικιώνεται» δραματουργικά ζυμώνοντας το σύγχρονο παίξιμο του σε ένα άξιο επαίνου ερμηνευτικό κρεσέντο. Ο πολύ καλός Αντίνοος Αλμπάνης αναπτύσσει ωραία χημεία με τον Σαράντη- Αξιώτη, κινείται επιδέξια σ’ όλο το εύρος σκηνής κάνοντας κτήμα του το πολιτικό μέρος του έργου, απογειώνοντας τον χαρακτήρα που ερμηνεύει. Όλος ο μελετημένος θίασος πλαισιώνει τους κεντρικούς ρόλους με δύναμη και υποκριτική δεινότητα και σφραγίζει τη λεπτομέρεια στη σκηνοθετική άποψη.
Επίλογος
Χαμένες πατρίδες, χαμένες ζωές. Πόνος και ξεριζωμός. Κι όμως, η συγγραφέας δεν καλλιεργεί το μίσος, δε διδάσκει τον πόλεμο, αντιθέτως κατανοεί, συγκινεί και ευαισθητοποιεί. Δε διαχωρίζει τους δύο λαούς. Υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν και αντιδρούν στα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο, γίνονται θύματα των ίδιων ψυχώσεων και ζουν με το ιδανικό της απλής, ήρεμης και ειρηνικής ζωής. Και όμως, οι άνθρωποι αυτοί, κάτω από συνθήκες που δημιουργεί ο πόλεμος, χάνουν τον ανθρωπισμό τους, μεταβάλλονται, χωρίς να το αντιληφθούν, σε πραγματικά κτήνη. Ο μεγάλος υπεύθυνος για την τραγωδία του μικρασιατικού λαού είναι ο πόλεμος και τα συμφέροντα που τον υποκινούν. Και εναντίον του στρέφεται η συγγραφέας.
Συμπερασματικά πρόκειται για μια προσεγμένη παράσταση, με έμφαση στη λεπτομέρεια, που εκμεταλλεύεται τα πολλά διαφορετικά της στοιχεία εντάσσοντάς τα στη δομή της αφήγησης και φτιάχνοντας όμορφες αισθητικά εικόνες από τον πόνο του πολέμου. Καθόλου κουραστική παρά τη μεγάλη της διάρκεια, η παράσταση λειτουργεί σαν ένα τσίμπημα, αναβιώνοντας την αίσθηση που σου δίνει το βιβλίο.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης
Θεατρική προσαρμογή: Γιώργος Παλούμπης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος
Σκηνικά: Νατάσσα Παπαστεργίου
Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Μουσική σύνθεση: Κώστας Νικολόπουλος
Σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία: Χρήστος Λαμπρόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Λόξας
Κοστούμια: Έλενα Γιαννίτσα, Νατάσσα Παπαστεργίου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Σιαβίκη
Επιμέλεια κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Βοηθός ενδυματολόγου: Τζούλια Κατζηλέλη
Φιγούρες Θεάτρου Σκιών: Σπύρος Αγγελόπουλος
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης
Βίντεο promo και θεάτρου σκιών: Θωμάς Παλυβός
Κατασκευή σκηνικών: Μιχάλης Λαγκουβάρδος, Παναγιώτης Λαλουδάκης
Παίζουν:
Νικήτας Τσακίρογλου, Μιχάλης Σαράντης, Αντίνοος Αλμπάνης, Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Μαρία Νεφέλη Δούκα, Τζένη Κόλλια, Φώτης Λαζάρου, Δάφνη Λιανάκη, Ευθύμης Ξυπολιτάς, Παναγιώτα Παπαδημητρίου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Κώστας Φυτίλης, Aντώνης Χρήστου
Παραγωγή: Gr Entertainment World Ltd
Διεύθυνση παραγωγής: Τάκης Γεώργας, Γιώργος Γεώργας
Επικοινωνία- Οργάνωση Περιοδείας: ECOPOLIS -Μανάφης Σάκης 6972776991
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
Ευριπίδη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η παρωχημένη άποψη ότι η «Μήδεια» του Ευριπίδη είναι δράμα ζηλοτυπίας έχει καταδικαστεί. Η αμηχανία των σκηνοθετών, ωστόσο, δεν έχει βρει ακόμα διέξοδο. Πού «πατάει» αυτή η άγρια παιδοκτονική τραγωδία του Ευριπίδη; Σε τι επικεντρώνεται;
Η αντίληψη του συρμού, που συμπορεύεται και με σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς, είναι πως η «Μήδεια» είναι μια ακραία μορφή επαναστατημένης γυναίκας και, ως εκ τούτου, έργο φεμινιστικό!
Αυτή είναι η επικρατέστερη άποψη και σ’ αυτή στηρίχθηκαν λίγο – πολύ οι «Μήδειες» που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Άποψη, κατά τη γνώμη μου, απολύτως περιπλανημένη.
Γυναίκα σημαίνει, καταρχάς, μητρότητα. Οι αρχαίοι πρόγονοι , χωρίς τη δική μας αλλοτρίωση στα θέματα της αναπαραγωγής του είδους, δεν είχαν μειωμένη έννοια της μητρότητας, οπότε, θα πρέπει να ήταν αδιανόητο ένα έργο που, για να προβάλει τα δικαιώματα της γυναίκας, την καθιστά παιδοκτόνο. Της καταργεί, δηλαδή, τα αισθήματα της μητρότητας.
Η πράξη της Μήδειας, αν κριθεί στο πλαίσιο σύγχρονων αντιλήψεων, κάνει το έργο ακραία αντιφεμινιστικό. Η Μήδεια είναι η κορύφωση της έννοιας του τραγικού.
Στα πρόσωπα της Μήδειας και του Ιάσωνα, ο Ευριπίδης βρήκε την ιδανική περίπτωση να αντιπαραθέσει δυο βασικά στοιχεία που συγκρούονται σ’ όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης περιπέτειας, παράγοντας την τραγικότητα του ανθρώπου. Το ορμέμφυτο, το φυσικό ένστικτο απ’ τη μια και την ιστορική ανάγκη, τη σκοπιμότητα, από την άλλη.
Αν ο θεατής δε σταθεί προκατειλημμένα απέναντι στον Ιάσωνα, θα διαπιστώσει πως η λογική της σκοπιμότητας, στα όσα λέει για τους σκοπούς του γάμου του, είναι τετράγωνη.
Σήμερα δε, που μας έχει καταλάβει απόλυτα αυτή η λογική, ποιος ή ποια θα θεωρήσουν τη θέση του Ιάσωνα ανήθικη; Ποιος ή ποια θα δικαιώσει τη Μήδεια, που για την εγκατάλειψή της από τον σύζυγο, σκοτώνει την αντίζηλο και τον πατέρα της και σφάζει τα παιδιά της εν ψυχρώ;
Φόνοι σχεδιασμένοι, προμελετημένοι και με πρόβλεψη για τη φυγή και την ατιμωρησία. Με τα σημερινά μέτρα τίποτα δε δικαιώνει τη Μήδεια ούτε, άλλωστε, και στην εποχή του Ευριπίδη. Γιατί γράφτηκε λοιπόν αυτή η τραγωδία με βασικό πρόσωπο μια ειδεχθή φόνισσα;
Ο Nikita Milivojević, διεθνής σκηνοθέτης με βαθιά σχέση με την ελληνική γραμματεία, επιστρέφει για να προσεγγίσει αυτή τη φορά τη Μήδεια, φωτίζοντας την ανθρώπινη διάσταση του μύθου. Η παράσταση διατηρεί τον κλασικό άξονα του κειμένου, αφήνοντας τα υπόγεια ρεύματα μιας ισχυρής μνήμης να διαπερνούν τη δράση. Η ιστορία μοιάζει να ξεδιπλώνεται μέσα από όσα ανακαλεί η ίδια η Μήδεια, σαν εικόνες, που επιστρέφουν επίμονα: ο έρωτας, η φυγή, τα παιδιά, η προδοσία.
«Επειδή τον Νικίτα τον ενδιέφερε το τι ακριβώς συμβαίνει στον ψυχισμό της Μήδειας μετά τον φόνο των παιδιών, η παράσταση στήνεται κατά κάποιον τρόπο σαν μια αναβίωση των γεγονότων που συνέβησαν μέσα στο ταραγμένο της μυαλό. Είναι σαν φρικτό όνειρο, σαν ένας εφιάλτης που τη βασανίζει. Ακόμα και ο Χορός που είναι γυναίκες της Κορίνθου, εμφανίζεται να αποτελείται από οντότητες παράξενες. Είναι κάτι σαν δαίμονες που έχουν στοιχειώσει την ψυχή της. Όλο αυτό, έχει ένα πολύ έντονο εικαστικό ενδιαφέρον», αναφέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε συνέντευξή της.
Η Τροφός ανοίγει την παράσταση στο πρωτότυπο, με έναν από τους πιο εμβληματικούς μονολόγους του αρχαίου δράματος. Στη συγκεκριμένη σκηνική ανάγνωση, η προσέγγιση του ρόλου εμπεριέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανατροπή. Η διασκευή του Νικήτα Μιλιβόγεβιτς επιλέγει να ανοίξει την παράσταση με την ίδια τη Μήδεια, η οποία καταρρέει σωματικά και ψυχικά μετά τον φόνο των παιδιών της. Από εκείνο το σημείο και μετά, η ηρωίδα ξαναζεί ολόκληρη την ιστορία της μέσα σε ένα όνειρο ή, μάλλον, μέσα σε έναν εφιάλτη. Όλα τα πρόσωπα του έργου αναδύονται σταδιακά μέσα από τον Χορό, αφαιρώντας τις μάσκες τους, γεγονός που τοποθετεί τη λειτουργία της μνήμης σε πρώτο πλάνο.
Έτσι, η Τροφός (Ρένη Πιττακή) δε μεταφέρει τον παραδοσιακό, εκτενή εναρκτήριο μονόλογο. Κρατάει ένα μικρό, αλλά εξαιρετικά πυκνό σπάραγμα αυτού του εμβληματικού κειμένου, ενώ παράλληλα δανείζεται φράσεις τόσο από τον Χορό όσο και από τον Παιδαγωγό, καθώς ο τελευταίος δεν υφίσταται ως ξεχωριστός χαρακτήρας στη διανομή.
Πρόκειται για μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών από τον πολιτιστικό οργανισμό “Λυκόφως” του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου, που περιοδεύει φέτος το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα κι έφτασε και στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων. Η υπογραφή του Σέρβου σκηνοθέτη Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς επικυρώνει την ποιητική διάσταση της τραγωδίας.
Στο αρχαίο δράμα, άλλωστε, οι ήρωες δε μιλούν μόνο για το «εδώ και τώρα». Η ποίηση επιτρέπει στον λόγο τους να ανοίγεται σε πανανθρώπινα μεγέθη κι όταν η ποίηση είναι καταφανής, μια φράση για το σκοτάδι ή το φως, για τη μοίρα ή τον νόμο, ξεπερνά το συγκεκριμένο έργο και αντηχεί στην ψυχή του θεατή, ως μια διαχρονική αλήθεια για την ανθρώπινη κατάσταση. Ό,τι ακριβός συμβαίνει στην τωρινή «Μήδεια» που φωτίζει εξαιρετικά ο Νίκος Βλασόπουλος, υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη.
Εδώ, δώδεκα ηθοποιοί συγκροτούν ένα συμπαγές σκηνικό σώμα, όπου οι φωνές ενώνονται και λειτουργούν ως καθρέφτης της πτώσης της ηρωίδας. Δύο μουσικοί επί σκηνής συμμετέχουν οργανικά στη δράση, με τη ζωντανή μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού να διατρέχει την παράσταση με ένταση και υποβλητικότητα, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που συνομιλεί με τον αρχαίο λόγο.
Τρεις από τους κύριους ρόλους είχανε ανατεθεί το 1997 από το Εθνικό Θέατρο στους: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Άρη Λεμπεσόπουλο , οι οποίοι βρίσκονται και στην τωρινή διανομή, οι οποίοι είναι εξαιρετικοί και στην τωρινή παράσταση, ιδίως ο Ιάσων του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, που σαν χαροκαμένος πατέρας στο τελευταίο μέρος, καταθέτει οδύνη και σπαραγμό, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στο κοινό.
Η σπουδαία Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έχει αναμετρηθεί πολλάκις με τη Μήδεια, πάντα με επιτυχία. Κι εδώ, είναι ηρωίδα βαθύτατα ανθρώπινη και ψυχολογικά απόλυτα αληθοφανής, παρά τη φρίκη των πράξεων που αποτολμά ωθημένη από το μίσος, την εκδίκηση και τον θυμό. Εξεγείρεται με τα εγκλήματά της κατά της ποταπότητας του κόσμου που την περιβάλλει και κατά της μοίρας της, ως περιπλανώμενης και καταδιωγμένης ξένης.
Θύματά της ο Κρέων (Άρης Λεμπεσόπουλος) και η κόρη του, νέα σύζυγος του Ιάσονα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος). Ο τελευταίος θα παραστεί ανήμπορος στο θάνατο των δύο παιδιών του, που η Μήδεια σκοτώνει σε κρίση μίσους κι εκδίκησης.
Στην παράσταση του Μιλιβόγιεβιτς, η Μήδεια ενσαρκώνεται με ευαισθησία και σκηνική σοφία – για άλλη μια φορά – από τη σημαντική ηθοποιό. Είναι αδαμάντινη, απαράμιλλη στο ερωτικό πάθος και στην ερωτική απόγνωση. Εκπληκτική ως κίνηση, ως έκφραση, ευθύβολη, καίρια, υπογραμμίζει όλες τις αποχρώσεις του μεγάλου αυτού ρόλου, επιδεικνύοντας τα άφθονα υποκριτικά της μέσα. Ως πειθαρχημένος εργάτης του θέατρου ακολουθεί τη σκηνοθετική επιταγή. Σπουδαία ερμηνεία.
Βέβαια, η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει το έργο όπως συνηθίζονταν στο παρελθόν, όπου αβανταδόρικες «αλήθειες» περί αιώνιας γυναίκας, συζυγικής απιστίας κ.λπ. , μοιραία απολήγουν σε σκιερά ξέφωτα.
Τι είδους τραγική διαδρομή πορεύεται η ηρωίδα εάν, με τις εκλογικεύσεις μας, την εντάξουμε σε μια κοινή πληγωμένη αλλά ανάλγητη παιδοκτόνο;
Θαρρώ, ότι η ανειρήνευτη πάλη του Ευριπίδη με το θεολογικό πρόβλημα, ανάγλυφα δοσμένη και στο κύκνειο άσμα του, τις «Βάκχες», απαντά στο παραπάνω ερώτημα. Είναι η θεϊκή καταγωγή της ηρωίδας που οπλίζει το χέρι της.
Εγγονή του Ήλιου, ενανθρωπίζεται για το χατίρι ενός θνητού αλαζόνα, του μοιχού Ιάσωνα.
Όταν η ερωτική θυσία της διαψεύδεται, η Μήδεια επανακτά τη θεία περιωπή της και στο δικαίωμα (ή την υποχρέωση) στην εκδίκηση -αυτοδικία!
Η σύζυγος – μάνα γίνεται πάλι θεά, Άτη και Νέμεση. Τιμωρεί τον θνητό για την ύβριν του, δευτερευόντως δε και -αυτοπαθώς – τον εαυτό της.
Αναγκαίο λοιπόν να ζητάμε αναγωγή στις πληροφορίες του μύθου, εφόσον δηλώνονται στο κείμενο: Η Μήδεια επικαλείται τον Δία και την προσωπική προστάτιδά της, μνησίκακη ερωτικά, Ήρα, η ανάληψή της γίνεται με το άρμα του πάππου της Ήλιου και υπόσχεται στον Αιγέα το μυστικό της τεκνοποιίας.
Εδώ εγκαθίσταται καθαρός διάλογος ανάμεσα στο έλλογο και στο υπέρλογο στοιχείο, γι’ αυτό και η αποκατάσταση της «αρμονίας», δεν μπορεί να αναζητείται υποβαθμισμένη στα ανθρώπινα μέτρα.
Ο Nikita Milivojević έκρινε ότι η σύγχρονη επικαιρότητα δίνει φρέσκα παραδείγματα (όντως δίνει, εάν αναμοχλεύσουμε το γιατί και το διότι της υπόθεσης Πισπιρίγκου), οπότε μιλά στην παράστασή του για την προδοσία, την εξορία, την αξιοπρέπεια και το οριακό σημείο, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη.
Η παρούσα παράσταση δεν αντιμετωπίζει τη Μήδεια ως «τέρας», αλλά ως μια συνειδητή ανθρώπινη ύπαρξη που φτάνει στο έσχατο όριο.
Ο σκηνοθέτης με τους συνεργάτες του στήνουν μια τραγωδία που βασίζεται πολύ έντονα στη συλλογική ενέργεια.
Το όραμα του Μιλιβόγιεβιτς επιχειρεί να φωτίσει με ιδιαίτερο βάρος τη σκληρότητα μιας πατριαρχικής κοινωνίας, η οποία σπρώχνει τον άνθρωπο στα άκρα.
Όμως η Μήδεια στην παράσταση, δεν είναι μια απλώς σκληρή ή μονοδιάστατα εκδικητική γυναίκα.
Είναι ένας άνθρωπος βαθιά πληγωμένος, μια ξένη σε έναν εχθρικό κόσμο που την αποδιώκει, την υποτιμά και την απαξιώνει.
Μια συνιστώσα με διαρκή συμμετοχή στο αρχαίο δράμα, η μετάφραση του – προσφάτως εκλιπόντα – ποιητή Γιώργου Μπλάνα, ο οποίος δεν αντιμετώπισε το κείμενο του Ευριπίδη στενά φιλολογικά ή μουσειακά, αλλά προσέδωσε έναν λόγο που «ρέει» στη σκηνή. Η μετάφρασή του έχει εσωτερικό ρυθμό, αποφεύγει τις αρχαιοπρέπειες που ξενίζουν τον σύγχρονη θεατή, αλλά παράλληλα διατηρεί το ειδικό βάρος και την ιερότητα του τραγικού λόγου.
Η επόμενη συνιστώσα του έργου συνόλου είναι η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού. Στην παράσταση, η επικοινωνία με το κοινό ενισχύεται δραστικά από τη ζωντανή μουσική, που ερμηνεύεται από τους Στέλιο Κατσατσίδη και Βαγγέλη Παρασκευαΐδη.
Στο κέντρο της σκηνής υπάρχει ένας μεγάλος κύκλος, μια σειρά από κόκκινες πόρτες, σύμβολα της μνήμης, του ασυνείδητου, της ζωής και του θανάτου. Μια εξαιρετική εικαστική εγκατάσταση του σκηνικά Σωτήρης Μελανού, ενώ στις δύο πλευρές του έχουν τοποθετηθεί δύο ξεχωριστές μουσικές εστίες με τύμπανα και ακορντεόν. Αυτό το ζωντανό ηχητικό τοπίο λειτουργεί ως μια συνεχής, πανίσχυρη τόνωση για τον θίασο.
Ακόμα, όπως ο αρχαίος αυλητής καθοδηγούσε τα βήματα και το μέλος του Χορού, έτσι και ο σύγχρονος μουσικός δίνει το σύνθημα για την κίνηση και τον τόνο των ηθοποιών σε πραγματικό χρόνο, με τους άνδρες της παράστασης: Τάσο Σωτηράκη, Διονύση Πιφέα, να φανερώνουν την «ελλειπτικότητα» του φύλου και του χαρακτήρα τους απέναντι στις γυναίκες.
Και στα λυρικά μέρη της τραγωδίας πρυτανεύει η φορμαλιστική σκηνοθετική γραμμή.
Έτσι, ο εξαμελής Χορός των Κορινθίων μεταμορφώνεται στους δαίμονες της Μήδειας. Δεν τραγουδάει αλλά σχολιάζει τη δράση, αποτελώντας τη σκηνική έκφραση όσων συμβαίνουν μέσα στο μυαλό της ηρωίδας και κινείται σε σχήματα, όπως τον δίδαξε η Amalia Bennett.
Απέριττη, υποδειγματική Τροφός, με την έντονη προσωπικότητά της, η Ρένη Πιττακή, φέρει τη φωνή τής μνήμης και της συνείδησης της τραγωδίας.
Μιλά για την προδοσία, την εξορία, την αξιοπρέπεια και το οριακό σημείο, όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη.
Η παράσταση επικεντρώνεται στο καταστροφικό πάθος του έρωτα και στη σύγκρουση της ηρωίδας με μια κοινωνία που την ταπεινώνει. Όταν ο Ιάσονας προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυριζόμενος με κυνισμό ότι έκανε τον νέο γάμο για το κοινό τους συμφέρον και ότι εκείνη πρέπει να συμβιβαστεί, η Μήδεια αντιδρά απέναντι σε επιχειρήματα που για την ίδια είναι ανυπόστατα και εξωφρενικά. Αυτή η σύγκρουση παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη.
Πέρα από την ιστορία μιας προδομένης γυναίκας, η Μήδεια αποτελεί μια από τις πιο δυνατές φωνές γένους θηλυκού της αρχαίας δραματουργίας. Μέσα από τον λόγο και τη στάση της αναδύονται ζητήματα που αφορούν διαχρονικά τη γυναικεία θέση στην κοινωνία όπως η ανισότητα, η εξάρτηση, η απώλεια της φωνής, η ανάγκη για αναγνώριση κι αξιοπρέπεια.
Είναι μια ηρωίδα που ακόμα και μέσα στην ακραία της πράξη, φέρνει στο προσκήνιο την εμπειρία κάποιας που αρνείται να παραμείνει αόρατη. «Αιώνες πριν διατύπωσε τα αιτήματα που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, όπως την ανάγκη να μην υπάρχει αυτή η απίστευτη ανισότητα. Γιατί εκείνη την εποχή, ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός ανδρών.
Ο Ευριπίδης αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων και της μοίρας που καθορίζει τις πράξεις μας.
Η “Μήδεια” ακολουθεί την παραδοσιακή δομή της αρχαίας τραγωδίας, με πρόλογο, πάροδο, επεισόδια, και έξοδο.
Ο διάλογος είναι γεμάτος συναισθηματική ένταση, ειδικά στους μονολόγους της Μήδειας, όπου εκφράζει τον βαθύ ψυχικό της πόνο και την απόγνωση.
Το στυλ του Ευριπίδη είναι περισσότερο ρεαλιστικό από τους προηγούμενους τραγικούς ποιητές, και η «Μήδεια» φέρει την αίσθηση της εσωτερικής ψυχολογικής διαμάχης και της ανθρώπινης ευαλωτότητας.
Η γλώσσα είναι πλούσια και συχνά αποκαλύπτει τις αντιφάσεις των χαρακτήρων.
Έτσι, οι θεατές εισπράττουν το διά ταύτα της σκηνοθετικής άποψης. Αιτία όλων των γεγονότων είναι ο έρωτας, από το πιο απλό στο πιο σύνθετο. Η Μήδεια έρχεται στην Ελλάδα, γιατί ερωτεύεται τον Ιάσονα. Αυτός εγκαταλείπει την αγαπημένη και τα παιδιά του, γιατί ερωτεύεται την κόρη του Κρέοντα. Η Μήδεια υποφέρει και οδηγείται στη μανία, την παραφροσύνη και την αγριότητα του τραγικού τέλους του έργου.
Ο Σέρβος σκηνοθέτης, γνωρίζει πως ο ποιητής «ερωτεύεται» τον έρωτα, τον λατρεύει και δε διστάζει να δείξει, μέσα από τις ερμηνείες, τη δύναμή του σ’ όλη την έκταση του έργου.
Ταυτόχρονα, τολμά να μιλήσει για τις προσδοκίες των ανθρώπων και πώς αυτές μπορούν να τον απογοητεύσουν. Από τη μία αυτός που πιστεύει στο δούναι και λαβείν και προσδοκά μια κοινή ζωή και από την άλλη αυτός που αψηφά τις υποσχέσεις του και εγκαταλείπει τα κοινά τους όνειρα για μια νέα αρχή. Ποιος έχει περισσότερο θράσος;
Αυτή την ερώτηση έρχεται να απαντήσει ξεκάθαρα στη συνέχεια του έργου, με τον Ιάσονα να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τις πράξεις του. Βέβαια, το αν τον δικαιολογεί ο θεατής, έχει να κάνει με την δική του κοσμοθεωρία.
Με τη δική του κοσμοθεωρία, όμως, καλείται να δικαιολογήσει ή όχι και ένα άλλο κομμάτι του έργου : τα εγκλήματα της Μήδειας. Εγκληματεί, διαπράττει ύβρις, διαπράττει αισχρό αδίκημα. Το κάνει όμως αναίτια; Ακούγοντας τα λόγια όλων των ηρώων, όπως τα έφερε στα νεοελληνικά ο Γιώργος Μπλάνας, θα φτιάξει και το δικό του προφίλ για τον καθένα τους.
Ο Ευριπίδης, τελικά, έκανε για άλλη μια φορά αυτό που είχε στο μυαλό του. Άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην τέχνη και στην τραγωδία. Συνδύασε μέσα σ’ ένα μόνο έργο την ευαισθησία της ανθρώπινης ψυχής και τις συγκινήσεις που την διακατέχουν, τόσο τις αγνές όσο και τις άγριες παρεκκλίσεις τους. Δεν είναι τυχαίο που, κανείς, πέρα των σχολαστικών μελετητών, δε θυμάται τις «Μήδειες» που έφυγαν για άλλη χώρα ή αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους εξαιτίας ενός πολέμου.
Δεν είναι τυχαίο που όλοι θυμόμαστε την πληγωμένη Μήδεια του Ευριπίδη, οπότε, η τραγωδία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες, συγγραφείς και σκηνοθέτες, καθώς τα κεντρικά θέματα της προδοσίας, της εκδίκησης και της κοινωνικής αδικίας παραμένουν διαχρονικά και οικουμενικά.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Nikita Milivojević
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνογραφία: Σωτήρης Μελανός
Πρωτότυπη μουσική / δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Κίνηση: Amalia Bennett
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου: Κώστας Μπώκος
Μετάφραση στα Σέρβικα: Natasa Mijatovic
Βοηθοί σκηνοθέτη: Νίκος Τσιμάρας – Γιώτα Σερεμέτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδώρου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Δήμητρα Σαρρή
Βοηθός Κινησιολόγου: Κατερίνα Γεβετζή
Βοηθοί σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΕΚΠΑ:
Πηνελόπη Πανταζή, Βασιλική Χατζηχαμπή
Πρωταγωνιστούν:
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Λάζαρος Γεωργακόπουλος
Άρης Λεμπεσόπουλος
Τάσος Σωτηράκης
Διονύσης Πιφέας
Στον ρόλο της Τροφού η Ρένη Πιττακή
Χορός:
Εβίτα Αγαΐτση
Ηλέκτρα Καρτάνου
Εμμανουήλ Κοντός
Ιωάννα Μπιτούνη
Μαριάμ Ρουχατζέ
Νίκος Τσιμάρας
Μουσικός επί σκηνής: Στέλιος Κατσατσίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Έναρξη του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων με συναυλία του Simon Zhu και της Camerata Junior
Με μία σημαντική μουσική συνάντηση άνοιξε το βράδυ της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026 η αυλαία του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, παρουσία του Δημάρχου Καβάλας, Θόδωρου Μουριάδη και του Προέδρου του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, Αρχέλαου Γρανά.
Ο λόγος για τη σύμπραξη του χαρισματικού βιολονίστα Simon Zhu, νικητή του Διεθνούς Διαγωνισμού Βιολιού «Παγκανίνι» το 2023, και της Camerata Junior, της Ορχήστρας Νέων των Φίλων της Μουσικής, που κέρδισε το ζεστό χειροκρότημα των θεατών στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων!
Επρόκειτο για την πρώτη συνεργασία του Σύλλογου “Οι Φίλοι της Μουσικής / Friends of Music Society, με έδρα το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, κατά τη διάρκεια της οποίας παρουσιάστηκε το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολί του Νικολό Παγκανίνι, καθώς και η εκρηκτική Έβδομη Συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ένα από τα πιο απαιτητικά έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Camerata Junior – Ορχήστρα Νέων των Φίλων της Μουσικής
Βιολί: Simon Zhu
Διδασκαλία, μουσική διεύθυνση: Νίκος Χαλιάσας
Βοηθός μαέστρου: Αριστέα Τσιχλή
Βοηθός διδασκαλίας: Χριστίνα Καμινάρη
Διδασκαλία πνευστών: Σπύρος Μουρίκης
Αποκλειστικός χορηγός ορχήστρας: Φωτεινή Γ. Λιβανού
Πολιτισμός
«Οικογένεια Τσεκμέ» του Τόλη Παπαδημητρίου στο Φρούριο Καβάλας!
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Κωμωδία παρεξηγήσεων, ίσως, πάντως σύγχρονη, με ύφος ποικιλόμορφων καταστάσεων της μόδας και στιλ πάνω – κάτω, των κωμωδιών ταχείας κατανάλωσης των Ρέπα- Παπαθανασίου ή των Ρήγα – Αποστόλου, με τη διαφορά ότι εδώ πρωτοστατεί η άκρατη βωμολοχία.
Η υπόθεση της κωμωδίας «Οικογένεια Τσεκμέ» είναι ένα σουρεαλιστικό κομφούζιο, που έχει την πρόσθεση να σατιρίσει την ελληνική πραγματικότητα, την οικογενειακή τρέλα και τα στερεότυπα. Οι θεατές εισπράττουν γρήγορα το ιλαρό της προσπάθειας, άρα, ο Παπαδημητρίου ξέρει τον δρόμο που οδηγεί στην επιτυχία. Είναι ο γρήγορος ρυθμός και το ατέλειωτο βρισίδι.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η οικογένεια Τσεκμέ (τα ξαδέρφια του διαβόητου Τάκη Τσεκμέ, που γνώρισαν οι φαν του είδους στην προηγούμενη επιτυχία του δημιουργού, τη «Μαύρη Σαμπούκα»).
Τα μέλη αυτής της οικογένειας είναι το ένα πιο δυσλειτουργικό και αλλοπρόσαλλο από το άλλο: ένας αποτυχημένος κλαριντζής, μια θεοσεβούμενη φιλόλογος, ένας τράπερ/στρίπερ, μια influencer, μια κοπελιά που κάνει γιόγκα, ένας μυστήριος γείτονας με πιτζάμες και ένας… παπαγάλος.
Όλα ξεκινούν όταν στο σπίτι της οικογένειας καταφτάνει ένας ανυποψίαστος Ισπανός τουρίστας (ο Μπενίσιο Πίπα Ροντρίγκο Καλιέντε), ο οποίος ψάχνει ένα μέρος για να μείνει, μέσω πλατφόρμας τύπου Airbnb.
Αντί για ένα ήρεμο δωμάτιο, ο ξένος πέφτει πάνω στο απόλυτο χάος.
Η οικογένεια Τσεκμέ αποφασίζει να του προσφέρει μια «αξέχαστη» εμπειρία ελληνικής φιλοξενίας, η οποία όμως εξελίσσεται σε κανονική ομηρία – παγίδα.
Η οικογένεια κρύβει μυστικά, οικονομικές κομπίνες και μια περίεργη καθημερινότητα.
Για να συνεννοούνται μεταξύ τους μπροστά στα μάτια του Ισπανού (αλλά και για να μην τους καταλαβαίνουν οι έξω), χρησιμοποιούν τη δική τους, κωδικοποιημένη διάλεκτο, μια δική τους αργκό.
Ο Ισπανός προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει πού έχει μπλέξει και να επιβιώσει, οι παρεξηγήσεις διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, οι χαρακτήρες συγκρούονται για τα λεφτά, την καριέρα και τις ιδιοτροπίες τους, ενώ το κοινό παρακολουθεί μια ακραία σάτιρα για το τι σημαίνει «σύγχρονη ελληνική οικογένεια».
Πιο αναλυτικά, οι χαρακτήρες είναι:
Σάκης: Ταλαντούχος στρίπερ και ανερχόμενος τράπερ.
Στέλιος: Έχει μεγάλο πάθος για το κλαρίνο, αλλά δυστυχώς… μηδενικό ταλέντο.
Ρόζα: Φιλόλογος που έχασε για ένα μόριο τη Νομική και το έχει ρίξει στον δρόμο του Θεού.
Κική: Η πολιτικά ορθή σύντροφος του Στέλιου που λατρεύει τη γιόγκα.
Νάνσυ: Η εντυπωσιακή και ενίοτε πονηρή κοπέλα του Σάκη.
Παρασκευάς: Ο αθώος, συνεσταλμένος γείτονας που κλέβει την παράσταση με τις πιτζάμες του.
Bonus character: Ένας παπαγάλος που μιλάει πάντα την πιο ακατάλληλη στιγμή.
Η παράσταση μοιάζει με live-action καρτούν ή με μια καλά δομημένη σύγχρονη ελληνική ανατρεπτική κωμωδία, με έντονους ρυθμούς.
Αν ξύσουμε την επιφάνεια του δελτίου τύπου, αυτό που πραγματικά βλέπει ο θεατής είναι
το «Χάος», ως κινητήριο μοχλό.
Η πλοκή δεν ακολουθεί μια κλασική γραμμική δομή. Ξεκινάει από μια απλή παρανόηση και μετατρέπεται σ’ ένα non-stop ντόμινο ανατροπών.
Τα σκηνικά της Λίας Ασβεστά είναι μοντέρνα, ευφάνταστα, σε έντονα χρώματα, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τον κόσμο της παράστασης.
Ο χώρος δράσης περιορίζεται σε ένα σαλόνι, το οποίο, όμως, αξιοποιείται πλήρως σκηνοθετικά, λειτουργώντας άλλοτε ως πεδίο οικογενειακών συγκρούσεων και άλλοτε ως σκηνή καθαρής φάρσας.
Ο φωτισμός του Περικλή Μαθιέλλη είναι ιδανικός και παίζει καθοριστικό ρόλο στην καθοδήγηση των σκηνών, ενισχύοντας την ένταση ή την κωμική κορύφωση, όπου χρειάζεται.
Αντίστοιχα, τα κοστούμια της Ελένης Σκιρτοπούλου είναι όμορφα, συχνά προκλητικά, και συμβάλλουν στη γελοιογραφική αλλά αναγνωρίσιμη απεικόνιση των χαρακτήρων.
Οι ερμηνείες είναι αληθοφανείς, μέσα στο πλαίσιο της υπερβολής που απαιτεί το είδος. Ο Τόλης Παπαδημητρίου, ο οποίος σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, δίνει τον τόνο με άνεση και αυτοσαρκασμό, ενώ το σύνολο του θιάσου λειτουργεί δεμένο και με σαφή αίσθηση του πρέποντος ρυθμού. Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα οι σκηνές χορού, όπου η ενέργεια κορυφώνεται, αλλά και η αισθησιακή σκηνή του Παπαδημητρίου με την Πηνελόπη Πλάκα υπό το μουσικό background του «Down in Mexico», η οποία συνδυάζει χιούμορ και πρόκληση με απόλυτη σκηνική ακρίβεια.
Αλλά και όλοι οι χαρακτήρες είναι «στα όρια» νευρικής κρίσης με το μεγαλύτερο highlight, που συζητιέται έντονα, είναι η Μαρία Κίτσου.
Έχοντας ταυτιστεί στο μυαλό του κοινού με δραματικούς ρόλους, εδώ «τσαλακώνεται» πλήρως, παίζει με απίστευτη σωματικότητα και αποδεικνύει ότι διαθέτει και εξαιρετική κωμική φλέβα.
Ο Τόλης Παπαδημητρίου γράφει μ’ έναν τρόπο που υπαινίσσεται βιωματικές καταστάσεις και των θεατών. Υπάρχουν στιγμές που η ενέργεια σπάει τον τέταρτο τοίχο, κάνοντας το κοινό να νιώθει μέρος της τρέλας.
Πρόκειται για μια παράσταση καθαρά ψυχαγωγική, φτιαγμένη για να κάνει το κοινό να γελάσει χωρίς να προβληματιστεί, αλλά με πολύ υψηλή τεχνική στο πώς στήνονται τα αστεία.
Οι απολαυστικοί Άννη Θεοχάρη και Κωνσταντίνος Γαβαλάς, ένα ζευγάρι που μαζί δεν κάνει και χώρια δεν μπορεί, θα φύγουν διακοπές αφήνοντας τον αδελφό τού ενός, τον οποίο υποδύεται ο Τόλης Παπαδημητρίου, να φροντίσει τα διαδικαστικά για τον τουρίστα που θα νοικιάσει το σπίτι τους, όσο αυτοί θα λείπουν.
Κι εκεί τα πράγματα ξεκινούν να πηγαίνουν λάθος! Και θα γίνουν ακόμα χειρότερα όταν η κοπέλα του, την οποία υποδύεται η Πηνελόπη Πλάκα, αλλά και η αδερφή του, θα προσπαθήσουν να τον βοηθήσουν να τα διορθώσει, χωρίς να τους πάρει είδηση ο αδιάκριτος γείτονας.
Η Μαρία Κίτσου είναι αποκάλυψη στον ρόλο της αδερφής Ρόζας Τσεκμέ και, μαζί με τον φύσει κομεντιέν Αντώνη Καλομοιράκη στον ρόλο του γείτονα, αποτελούν σπαρταριστό δίδυμο για το κοινό. Η εξαιρετική ηθοποιός έρχεται να αποδείξει με τον πιο απολαυστικό τρόπο, πως ένας πραγματικά σπουδαίος ερμηνευτής δεν περιορίζεται σε μία μόνο υποκριτική ταυτότητα. Η παρουσία της όχι μόνο ενσωματώνεται οργανικά στην παράσταση, αλλά γίνεται και αφορμή για μία από τις πιο ευρηματικές στιγμές του έργου.
Το ίδιο το κείμενο αξιοποιεί έξυπνα τη δραματική εικόνα που έχει χτίσει η ίδια όλα αυτά τα χρόνια, δημιουργώντας ξεκαρδιστικές καταστάσεις. Όπως μια ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας, η Ρόζα χάνεται στιγμιαία μέσα στις δραματικές της αναφορές, προσφέροντας πολυπρισματική διάσταση στην παράσταση.
Τέλος, ο Αντώνης Στάμος, καταφέρνει μια εντυπωσιακή ερμηνεία στον ρόλο του ανυποψίαστου Ισπανού τουρίστα.
Όλοι μαζί είναι η οικογένεια Τσεκμέ, σε μια από αυτές τις κωμωδίες που προσφέρουν απροβλημάτιστο γέλιο και είναι ιδανική επιλογή για ένα ευχάριστο καλοκαιρινό βράδυ. Βέβαια, στον ανοικτό χώρο η παράσταση χάνει ένα σοβαρό ποσοστό επιτυχίας, ιδίως στο θέατρο Φρουρίου Καβάλας, όπου ο χώρος είναι αχανής και η απόσταση Σκηνής και Πλατείας, τεράστια.
Επειδή ο Τόλης Παπαδημητρίου υπογράφει κείμενο και σκηνοθεσία, ξέρει ακριβώς πώς να ζωντανέψει τις λέξεις του στο σανίδι.
Όταν έχεις μια κωμωδία παρεξηγήσεων με κρυμμένα μυστικά, παράνομα χόρτα και έναν παπαγάλο, η δράση πρέπει να εξελίσσεται με μαθηματική ακρίβεια.
Οι είσοδοι και οι έξοδοι των ηρώων είναι τόσο γρήγορες, ώστε θυμίζουν κλασική γαλλική φάρσα, αλλά μεταφερμένη στο σήμερα.
Οι καλοί ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους με τον λόγο, το σώμα, την έκφραση. Σε γρήγορο τέμπο κινούνται στη σκηνή, κρύβονται, αντιδρούν στα αιφνιδιαστικά συμβάντα ταχύτατα και απολαυστικά.
Ο Παπαδημητρίου έχει θητεύσει στην τηλεόραση (γράφοντας για πετυχημένα στο ευρύ κοινό show και σειρές), και αυτό φαίνεται στη δομή της παράστασης.
Η σκηνοθεσία επιβάλλει έναν ρυθμό που μοιάζει με γρήγορο κινηματογραφικό μοντάζ.
Οι σκηνές εναλλάσσονται πριν προλάβει ο θεατής να κουραστεί, κρατώντας την προσοχή του τεντωμένη.
Ας πούμε ότι το πασπαλισμένο κείμενο με υπερβολικό βρίσιμο, δε γίνεται για να σοκάρει, αλλά για να δείξει την απόλυτη παρακμή της οικογένειας.
Οι χαρακτήρες είναι στα όρια νευρικής κρίσης, οπότε κάθε δεύτερη λέξη τους είναι «μπινελίκια», κατά τη γλώσσα του έργου. Όταν μάλιστα αρχίζει να μιλάει και ο παπαγάλος του σπιτιού (ο οποίος έχει μάθει μόνο τις βρισιές που ακούει όλη μέρα), το σπίτι γίνεται κανονικό «χαμαιτυπείο».
Αν λοιπόν σας ελκύει η σκηνοθεσία που έχει νεύρο, καθαρή γεωμετρία στον χώρο και δεν αφήνει «νεκρούς χρόνους», αν σας αρέσει το σημερινό αστείο με την αγοραία γλώσσα που επικρατεί στην καθημερινότητα των νεοελλήνων, η συγκεκριμένη παράσταση έχει μεγάλο ενδιαφέρον να την παρατηρήσει κανείς από αυτήν και μόνο τη σκοπιά. Ασφαλώς, υπάρχει και το δέλεαρ: Μαρία Κίτσου.
Συντελεστές
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Τόλης Παπαδημητρίου
Σκηνικά: Λία Ασβεστά
Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης
Κοστούμια: Ελένη Σκιρτοπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σίλια Κόη
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
Trailer: Γιώργος Χαρίσης
Social Media: Renegade Media
Δημόσιες Σχέσεις: Ρίτα Σίσιου, Μαρκέλλα Καζαμία
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη
Οργάνωση Παραγωγής: Eβελίνα Αλεξανδροπούλου
Πρωταγωνιστούν:
Tόλης Παπαδημητρίου
Πηνελόπη Πλάκα
Κωνσταντίνος Γαβαλάς
Αντώνης Στάμος
Αντώνης Καλομοιράκης
Άννη Θεοχάρη
Στο ρόλο της Ρόζας Τσεκμέ η Μαρία Κίτσου
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα6 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login