Πολιτισμός
Ευριπίδη «Άλκηστις» από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Μια ιστορία στο μεταίχμιο ανάμεσα στον θάνατο και στην επιστροφή, ανάμεσα στη λύτρωση και σε μια ανησυχητική εκκρεμότητα. Στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, τίποτα δεν αποκαθίσταται οριστικά. Η ανατροπή της τελικής έκβασης δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως μια νέα ανοιχτή πληγή, που αφήνει πίσω της το έργο. Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο. Ένα έργο ιδιοφυές. Μια διαρκής αιώρηση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στο παιχνίδι και στον εφιάλτη, στη συντριπτική τραγωδία και στην απροσδόκητη κωμικότητα.
Από τα πιο αμφίσημα κείμενα της αρχαίας δραματουργίας, η «Άλκηστις», μετατρέπει τη θυσία, την αγάπη και τη σωτηρία σε πεδία διαρκούς διαπραγμάτευσης. Το πένθος δε σταθεροποιείται ποτέ σε μία καθαρή μορφή, ενώ ακόμη και το θαύμα μοιάζει να απορροφάται από τη ροή της καθημερινότητας, σαν να υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά, όταν η σκηνή κλείνει.
Ο μύθος ξεκινά με τον βασιλιά της Θεσσαλίας, τον Άδμητο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του. Ο Απόλλωνας, που κατοικεί στο παλάτι του ως μορφή τιμωρίας που του έχει επιβάλει ο Δίας, παρεμβαίνει και τον σώζει. Η σωτηρία όμως έχει όρο: κάποιος άλλος πρέπει να πεθάνει στη θέση του.
Ο Άδμητος απευθύνεται σε όλους γύρω του ζητώντας έναν αντικαταστάτη. Ρωτά τους γονείς του, τους φίλους του, όμως κανείς δεν δέχεται να θυσιαστεί. Τελικά, τη θέση αυτή την παίρνει η Άλκηστις, η οποία αποφασίζει να πεθάνει για τον άντρα της.
Ακολουθεί μια περίοδος έντονου πένθους, ένα πένθος σχεδόν «του αγνώστου», καθώς η απουσία της Αλκήστιδος διατρέχει το παλάτι και τις σχέσεις των προσώπων.
Στο τέλος εμφανίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο ο Άδμητος φιλοξενεί χωρίς να του αποκαλύψει τον θάνατο της γυναίκας του. Όταν ο Ηρακλής μαθαίνει την αλήθεια, αποφασίζει να ανταποδώσει τη φιλοξενία κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο και φέρνοντας πίσω την Άλκηστη, και μάλιστα, χωρίς πέπλο!
Στο ανέβασμα του Δημήτρη Καραντζά, η δραματουργία φωτίζει το κομμάτι της γυναικείας παρουσίας με εμβόλιμα κείμενα- τραγούδια. Υπάρχουν γυναίκες στον Χορό, που αποτελείται και από άντρες, ενώ γυναίκα είναι κι αυτή που ερμηνεύει τον ρόλο της υπομονής, τον Θάνατο, η επιβλητική Θεοδώρα Τζήμου, η οποία βρίσκεται μπροστά από το ογκώδες σκηνικό, «θαμμένη» στους φανταχτερούς ελιγμούς ενός πλούσιου, μαύρου εντυπωσιακού φορέματος, από την έναρξη έως το τέλος της παράστασης. Τα χέρια της δεμένα με χορδές κινούνται άλλοτε ήπια και άλλοτε με αγριότητα, παράγοντας ήχους τρομακτικούς, που προκαλούν δέος.
Το έργο συνομιλεί με το σήμερα, καθώς τα δραματικά γεγονότα μπορούν να ανατραπούν ή να αλλάξουν μορφή. Ο Ευριπίδης σχολιάζει και τη διαφθορά αλλά και το πώς, έννοιες όπως ο θάνατος, μπορούν να μετατραπούν σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται και η φαιδρή πλευρά των πραγμάτων, ανάλογα με το πώς τα διαβάζουμε και τι βάρος τους αποδίδουμε, οπότε το χαρακτηρίζουμε «ιλαροτραγωδία».
Στην παράσταση, αρχικά, οι άντρες διαχειρίζονται τη ζωή της Αλκήστιδος σαν να είναι αντικείμενο. Οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της. Πρώτα από τον Απόλλωνα, έπειτα από τον Άδμητο. Η ίδια δεν έχει ουσιαστική φωνή μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
Ωστόσο, έχει σημασία ότι η Άλκηστις δεν παρουσιάζεται μόνο ως παθητικό πρόσωπο, επειδή εκείνη επιλέγει να πάρει τη θέση του Άδμητου. Πρόκειται για μια συνειδητή πράξη, μια απόφαση πάνω στη ζωή και στον θάνατο, και αυτό μπορεί να διαβαστεί ως ακραία, σχεδόν πολιτική χειρονομία.
Ο θάνατος, επομένως, λειτουργεί ως η μόνη διέξοδος από ένα περιβάλλον που δε μεταβάλλεται. Και η Άλκηστις, μέσα από αυτή την επιλογή επιχειρεί ν’ αφήσει ένα αποτύπωμα και να μετακινήσει τη συνείδηση των άλλων, αναγκάζοντάς τους να δουν τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.
Μπαίνοντας στον χώρο, η πρώτη εντύπωση γίνεται ακόμη πιο επιβλητική, αφού η κατασκευή του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δε μοιάζει με μια παράταιρη εξέδρα, όπως, ίσως, φαντάζεται κανείς από μακριά. Είναι μια τεράστια μεταλλική επικλινής επιφάνεια γλιστερή, φέρουσα τέσσερα κοιλώματα που λειτουργούν ως κρύπτες, θαρρείς, αλλά και ως είσοδοι και έξοδοι των προσώπων. Ενίοτε, τη βλέπεις σαν τεράστια χοάνη που καταπίνει τιμωρητικά ή λυτρωτικά τα ανομήματα ή την παρομοιάζεις με την ίδια τη γη που έχει λυγίσει και μετατόπισε σημεία εδάφους.
«Η κατασκευή του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν οι ηθοποιοί, θα σταθούν, θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί να ανέβει στην επιφάνειά της, χρειάζεται πρώτα να συμφιλιωθεί με τη βαρύτητα. Υπάρχει μια τραχύτητα. Δεν με ενδιέφερε να φτιάξουμε κάτι λείο ή εξωραϊσμένο. Θέλαμε ένα τοπίο που να κουβαλάει πάνω του τον χρόνο, τη φθορά, την αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί πολύ πριν εμφανιστούν οι άνθρωποι», δήλωσε ο σκηνοθέτης σε δεδομένη στιγμή.
Θα μπορούσα να πω, πως αυτή η εικαστική κατασκευή, μπορεί να εκληφθεί σαν ένα κοίλο κάτοπτρο που συλλέγει ηλιακό φως, ένα κεκλιμένο επίπεδο που συμβολίζει το μάτι ενός θεού, εν προκειμένω του Απόλλωνα, γιατί όχι και του Σύμπαντος, που παρακολουθεί τα πάντα.
Θα μπορούσε ακόμη, να αντικατοπτρίζει την ψυχολογία του ήρωα Άδμητου. Όπως το κάτοπτρο μαζεύει το φως σε ένα σημείο, έτσι και ο χαρακτήρας μπορεί να είναι απόλυτα προσηλωμένος σε έναν σκοπό, σε μια ιδέα ή σε μια εμμονή, αγνοώντας νόμους, κανόνες και συμπεριφορές γύρω του.
Ωστόσο, αυτή η συνέπεια του χώρου, που φτάνει στα όρια του τέλους και επιστρέφει αδιάκοπα μαζί με τους ήρωες της τραγωδίας, δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση γι’ αυτό που έρχεται: ο θάνατος της Αλκήστιδος. Και όσο εκείνη βρίσκεται στον Άδη, ο θαυμάσιος και άριστα εκπαιδευμένος Χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος), σε μια διαρκή κινητική συστράτευση, έρχεται και φεύγει, σαν να αναπνέει στον ίδιο θνησιγενή ρυθμό.
Η κίνησή τους γίνεται μέρος της αφήγησης, αποτυπώνοντας τη δυσκολία του ανθρώπου να ισορροπήσει απέναντι στην απώλεια. Ακόμη και η μουσική γεννιέται από τα ίδια τους τα σώματα, από τα χτυπήματα των ποδιών, από τις χορδές και τα δοξάρια, δημιουργώντας ένα συγκινητικά τελετουργικό ηχητικό τοπίο.
Ιλαροτραγωδία, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη δραματική πλευρά παρουσιάζει η άλλη παράμετρος του δράματος: η θυσία της Αλκήστιδος και οι χαρακτήρες της ίδιας και του Άδμητου.
Η Άλκηστις είναι, σίγουρα, μια έξοχη γυναίκα, σύζυγος και μητέρα. Καμμιά σκιά δεν αμαυρώνει αυτή την ηρωική αλλά και τόσο ανθρώπινη μορφή. Θυσιάζεται από αγάπη και χρέος, χωρίς δισταγμούς και χωρίς ρητορείες. Μόνη της έγνοια είναι τα παιδιά της, που θα μείνουν ορφανά.
Στην πλούσια πινακοθήκη της γυναικείας αυτοθυσίας, που έστησε ό «μισογύνης» Ευριπίδης, ή μορφή της Αλκήστιδος είναι μια απ’ τις πιο αγνές, τις πιο ευγενικές και τις πιο συγκινητικές.
Απέναντί της ό Άδμητος μοιάζει ολότελα αξιοθρήνητος. Βέβαια, έχει κι αυτός τις αρετές του. Είναι «άρχοντας», γενναιόδωρος, αισθηματίας, φιλόξενος και αγαπητός σέ όλους. Αλλά δέχεται να πεθάνει η γυναίκα του για λογαριασμό του και «μαλώνει» αυστηρά τον πατέρα του, επειδή δεν προσφέρθηκε εκείνος να θυσιαστεί. Πρόκειται για μια σκηνή από τις πιο «ρεαλιστικές» του Ευριπίδη, όπου πατέρας και γιος, αγκιστρωμένοι και οι δυο στη ζωή, φωτίζονται με ελάχιστα κολακευτικό φως.
Ό «ήρωας» δεν είναι διόλου ήρωας, αλλά ό Ποιητής νοιάζεται, πάνω από όλα, να είναι ανθρώπινοι οι χαρακτήρες του, έστω κι αν έτσι θυσιάζεται το «μεγαλείο» τους.
Πώς, λοιπόν, δικαιολογείται ή θυσία της Αλκήστιδος για έναν τέτοιον εγωιστή και μικρόψυχο άντρα;
Για τον κόσμο και την εποχή του Ευριπίδη, σημασία είχε ή διάσωση του γένους που εξασφαλίζεται από τον άντρα. Το κοινωνικό συμφέρον απαιτούσε, λοιπόν, να θυσιάζεται η γυναίκα στη θέση του άντρα, αν το καλούσε η ανάγκη.
Αλλά ό Άδμητος δε μένει ένας τυφλός εγωπαθής ως το τέλος. Όσο προχωρεί το έργο, όσο ολοκληρώνεται η θυσία της γυναίκας, όσο υψώνεται το ανάστημά της, ό Άδμητος, προχωρεί κι εκείνος σε αυτοανακάλυψη και αυτοκριτική.
Με τον θάνατό της, «άστραψε φως και γνώρισε τον εαυτό του». Γνώρισε τον εγωϊσμό και τη μικρότητά του μα, προπάντων, γνώρισε το μάταιο τού αγώνα να κρατηθεί στη ζωή, πατώντας σ’ ένα αντρικό προνόμιο και εκμεταλλευόμενος την αφοσίωση και την αγάπη μιας γυναίκας. Ο θάνατός της είναι περισσότερο δικός του θάνατος, αφού ή ζωή του από δω και μπρος δε θα’ ναι, παρά οδύνη και περιφρόνηση των άλλων για κείνον, και ακόμα πιο πολύ, περιφρόνηση του ίδιου για τον εαυτό του.
Έτσι, ή θυσία που ξεκινάει από έναν «κοινωνικό καταναγκασμό» μεταμορφώνεται πρώτα σε ψυχικό μεγαλείο της γυναίκας, κι έπειτα σε αυτογνωσία του άντρα. Η γυναίκα – το «ταπεινό» γένος – υψώνεται σε ηρωικές διαστάσεις, με οδηγό την αφοσίωση και τη στοργή της. Ό άντρας – το περήφανο, εγωιστικό γένος – ταπεινώνεται, με οδηγό τη θυσία της γυναίκας.
Οι δυο τους είναι τώρα άξιοι να ζήσουν την κοινή ζωή τους, όπου κανένας δε θα’ ναι εξάρτημα του άλλου, αλλά «δυο άνθρωποι που θα προστατεύουν και θα συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.
Το αρχαιότερο από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, συνδυάζει τη φόρμα και τα χαρακτηριστικά της τραγωδίας με κωμικά στοιχεία, ειρωνική ματιά και αίσια έκβαση.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά ανιχνεύει ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του αρχαίου θεάτρου, μια τραγικομωδία που καταργεί τη φυσική νομοτέλεια και αντιστέκεται στη βούληση του θανάτου.
Ο θάνατος είναι το επίκεντρο του έργου. Ο αναπόφευκτος και οριστικός θάνατος του καθενός μας. Κι όμως, διακαής επιθυμία του ανθρώπου ήταν ανέκαθεν η κατάργησή του, η ματαίωσή του, η παροδική -έστω- αναβολή του. Την ακατανίκητη αυτή ανθρώπινη ανάγκη ενσαρκώνει ο Άδμητος, ο οποίος αποδέχεται τη θυσία της γυναίκας του προκειμένου να ανατρέψει τη μοίρα του με οποιοδήποτε κόστος.
Πόσο βασανιστική μπορεί να είναι, όμως, αυτή η αποδοχή; Η ζωή που κερδήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να είναι ευχάριστη; Μετριάζεται κάποτε το συνειδησιακό βάρος που κουβαλά ο αποδέκτης;
Πλήθος θεμάτων συμπλέκονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα προβληματισμού. Αξίζει η ζωή χωρίς τιμή; Αρκεί η απλή επιβίωση χωρίς ηθική; Τιμωρείται η καταπάτηση όρκων; Η «νεκραναστημένη» Άλκηστις μένει σιωπηλή. Ούτε αποκαλύπτει το οτιδήποτε στην ολιγόωρη παραμονή της στον Άδη ούτε αποφαίνεται για το γεγονός. Η σύνθετη θεματική, όπως και η δομή του, καθιστούν το δρόμο αυτόν ιδιαιτέρως θελκτικό.
Ένα έργο, που ηθελημένα αφήνει αναπάντητα πολλά ερωτήματα για τα κίνητρα και τις επιλογές των ηρώων, τους οποίους ο σοφιστής συγγραφέας δε διστάζει να απομυθοποιήσει και να αμφισβητήσει.
Ωστόσο, αν τον προσεγγίσουμε με τους σημερινούς όρους, ο Καραντζάς δημιουργεί ένα σκηνικό σύμπαν γύρω από την ευτέλεια μιας πολυτελούς θυσίας. Εξάλλου, αυτός ο σκηνοθέτης, πάντοτε πετυχαίνει να αναδείξει, με την εικαστική προσέγγιση και τη φορμαλιστική του πρόταση, την κρυμμένη μαγεία, την ποιητικότητα και τον λυρισμό των επιμέρους σκηνών.
Στην «Άλκηστη», ο σκηνοθέτης ξεπέρασε τον σκόπελο της ρεαλιστικής αναπαράστασης του θανάτου, αλλά και της ανόητης συμπεριφοράς του Άδμητου με έναν άκρως πρωτότυπο τρόπο: παρουσίασε τους ήρωες κινούμενους σ’ ένα κωνικό, επικλινές σκηνικό, σαν να ήταν φιγούρες που ξεπήδησαν από αρχαία αιγυπτιακά ανάγλυφα ή οπό αρχαιοελληνικές επιτύμβιες στήλες, έστω με αλλόκοτα κοστούμια.
Στον ρόλο της Αλκήστιδος εμφανίζεται η Ηρώ Μπέζου σε μια αξιόλογη ερμηνεία.
Ο Γιάννης Νιάρρος, έξοχος ηθοποιός που σηκώνει τον βαρύ ρόλο του Άδμητου και συγκεντρώνει την προσοχή του κοινού στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης, ως ένας ισορροπιστής ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία.
Ο επιβλητικός Κώστας Νικούλι είναι ο Απόλλων, σε μια αξιέπαινη ανάγνωση του Θεού που αντιμετωπίζει το θεϊκό όχι ως σταθερή ισχύ, αλλά ως μορφή ρωγμής, ειρωνείας και αμφισημίας.
Ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης είναι απόλυτα πειστικός, ως Φέρης, πατέρας του Άδμητου. Από τη μία κομψευόμενος και ειρωνικός, από την άλλη εγωκεντρικός, βάζει στο «τραπέζι» όλες τις ευθύνες που αναλογούν στον ίδιο του τον γιο και στη δειλία του.
Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Ζυγούρης , ως Ηρακλής, φέρνει με εντυπωσιακή άνεση το απαραίτητο κωμικό στοιχείο στην παράσταση. Θυμίζει έναν τσιρκολάγνο, αποδίδει θαυμάσια τον χαζοχαρούμενο, ανδροπρεπή Ηρακλή, που μεθοκοπά και βακχεύει στο σπίτι του πένθους, εφόσον μέσα στην αστεία του φόρμα και στην αφέλειά του δεν έχει αντιληφθεί τον θάνατο της Αλκήστιδος.
Αντίστοιχα, στον ρόλο του πιστού υπηρέτη ο Αινείας Τσαμάτης, κατακτά τη σκηνή με την ερμηνευτική του δεινότητα και την άνεση στην κίνηση, καθώς θεσπίζει ένα αξιοθαύμαστο κωμικό ντουέτο με τον Ηρακλή – Ζυγούρη.
Σημαντικές συνιστώσες στο επιτυχημένο σύνολο, η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τα διαφορετικής χρονικής ταυτότητας κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου και, σαφώς, η δραματουργία της Έρις Κύργια.
Όλες οι σκηνές είναι συναρπαστικές. Από την πρώτη έως την τελευταία. Θα ξεχωρίσω μια σαγηνευτική, ως πραγματικά ευρηματική ιδέα και, γιατί όχι, επαναστατική. Αυτή, της σύνδεσης του Απόλλωνα με τον Θάνατο, μέσω των χορδών-αόρατων κλωστών. Ο ημίγυμνος Απόλλωνας, με λαμπερό γαλάζιο ένδυμα, κείτεται εξαρχής στο επάνω μέρος της εικαστικής εγκατάστασης, ανασηκώνεται αργά, αγγίζει τη χορδή του τόξου του και ένας βαθύς, υπόκωφος ήχος διαπερνά τον χώρο. Λίγο αργότερα, ο Θάνατος κινεί τις ίδιες χορδές. Οι δύο κόσμοι μοιάζουν να επικοινωνούν μέσα από έναν κοινό παλμό, σαν η ζωή και ο θάνατος να αποτελούν δύο όψεις της πραγματικότητας.
Η παράσταση επιχειρεί να αναδείξει τη συνύπαρξη των δύο Κόσμων του έργου. Του ρεαλισμού και της ποίησης, του πικρού σαρκαστικού χιούμορ και της αγωνίας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο.
Η « Άλκηστις» είναι για εμάς ένα αδυσώπητο, κυνικό δράμα που γελά σαρκαστικά και η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά μια ξεχωριστή εμπειρία, υπολογίζοντας ότι τα αρχαία ελληνικά δράματα είναι πέραν γεωγραφικού στίγματος και πέραν χρονολογικού προσδιορισμού. Είναι διαχρονικά και πανανθρώπινα. Άρα, υπάρχει μια βασική ηθική ομπρέλα που διέπει την ανθρωπότητα – την ίδια την ύπαρξη του θνητού ανθρώπου.
Σαν κατακλείδα, να θέσω το ερωτηματικό: Τι χωρίζει μια θεατρική καινοτομία από μια
σύγχρονη, μοντέρνα πρόταση; Μα, το ύψος του ρίσκου στο άλμα. Αρκεί να σταθεί συγκροτημένο και αρτιμελές. Αν είναι και γοητευτικό, ακόμα καλύτερα.
Είναι η περίπτωση της παράστασης του Δημήτρη Καραντζά με την παραγωγή του Εθνικού θεάτρου «Άλκηστις», όπου τίποτα δεν ήταν εύκολο ή τυχαίο.
Η σύνδεση του καινούργιου με το παραδοσιακό, ο σεβασμός του παλιού με την ελευθερία του νέου, το ήθος της αισθητικής και το ύφος του στυλιζαρίσματος, είναι τα υλικά πάνω
στα οποία δούλεψε ο σκηνοθέτης με το κλιμάκιο του Εθνικού θεάτρου.
Το αποτέλεσμα έχει φρεσκάδα και χάρη. Σαν να φύσηξε ένα αεράκι και μας δρόσισε. Όχι, φυσικά όλους. Υπήρξαν και αντιρρήσεις. Θεμιτό.
Συντελεστές
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Σύμβουλος δραματουργίας: Γκέλυ Καλαμπάκα
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική – Ηχητικές κατασκευές: Παναγιώτης Μανουηλίδης
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Κάλτσιου
Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου
Παίζουν (αλφαβητικά)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης: Φέρης
Δήμητρα Βλαγκοπούλου: Υπηρέτρια
Γιώργος Ζυγούρης: Ηρακλής
Ηρώ Μπέζου: Άλκηστις
Γιάννης Νιάρρος: Άδμητος
Κώστας Νικούλι: Απόλλων
Αινείας Τσαμάτης: Υπηρέτης
Θεοδώρα Τζήμου: Θάνατος
Χορός
Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ευχαριστεί τους συντελεστές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων
Το 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων ολοκλήρωσε τη φετινή του διαδρομή, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στις καλοκαιρινές μας νύχτες. Έχοντας ως κεντρικό άξονα τη «Μεταμόρφωση», η φετινή διοργάνωση μετατράπηκε σε ένα ανοιχτό εργαστήριο ιδεών, συναισθημάτων και καλλιτεχνικής αναζήτησης, αποδεικνύοντας στην πράξη πως η δύναμη της τέχνης και της δημιουργίας μπορεί πραγματικά να μεταμορφώσει την καθημερινότητά μας.
Η επιτυχία αυτής της διαδρομής δεν θα ήταν δυνατή αν δίπλα μας, σε όλο το ταξίδι αυτής της μεταμόρφωσης, δεν είχαμε ανθρώπους που με τη συμβολή και τη στήριξή τους έδωσαν μορφή και πνοή στο όραμά μας.
Ο Πρόεδρος κ. Αρχέλαος Γρανάς, το Διοικητικό Συμβούλιο, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια κ. Εύα Οικονόμου – Βαμβακά και οι εργαζόμενοι του θεάτρου ευχαριστούμε θερμά όλο τον κόσμο που αγκάλιασε με τη συγκινητική παρουσία του το σύνολο των εκδηλώσεων. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, οφείλουμε ένα τεράστιο ευχαριστώ στους ανθρώπους που με την προσφορά τους κάνουν κάθε χρόνο δυνατή την ύπαρξη αυτού του ιστορικού θεσμού.
Αρχικά, ευχαριστούμε τους εθελοντές του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων που για μια ακόμη χρονιά στάθηκαν συγκινητικά κοντά μας, προσφέροντάς μας την πολύτιμη βοήθεια αλλά και τον χρόνο τους.
Ευχαριστούμε επίσης τον Δήμο Καβάλας που χρηματοδότησε το σύνολο των δράσεων του Φεστιβάλ και το Υπουργείο Πολιτισμού, με την υποστήριξη του οποίου πραγματοποιήθηκε το 10ο Διεθνές Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος.
Ευχαριστούμε ακόμα την Αρχαιολογική Υπηρεσία Καβάλας και ιδιαίτερα τους αρχαιοφύλακες που ξενύχτησαν μαζί μας, την Υπηρεσία Καθαριότητας και την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Καβάλας, το ΕΚΑΒ, την Αστυνομική Διεύθυνση και την Τροχαία Καβάλας, τον Αστυνομικό Σταθμό Κρηνίδων, το Περιφερειακό Τμήμα Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Καβάλας και τη γιατρό κ. Τεστέμπαση Κυριακή, που σε όλες τις παραστάσεις παρείχαν αφιλοκερδώς τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Παράλληλα, ευχαριστούμε τους χορηγούς μας: τη Βιομηχανία Σωλήνων Πολυαιθυλενίου ΒΕΗ, αλλά και τους χορηγούς επικοινωνίας μας ΕΡΤ3, ΕΡΤ Καβάλα, Cosmote TV, Εφημερίδα των Συντακτών, culturenow.gr, in2life.gr, INFOWOMAN, KOITAMAGAZINE, CUE, viewtag.gr, για την έμπρακτη υποστήριξή τους. Ευχαριστούμε, τέλος, συνολικά όλα τα ΜΜΕ και τον δημοσιογραφικό κόσμο, που συνέβαλαν ουσιαστικά με τον χρόνο και τον χώρο που μας διέθεσαν στη φετινή επιτυχία της μεγάλης αυτής διοργάνωσης.
Κι επειδή πίσω από κάθε παράσταση κρύβεται η ουσιαστική συμβολή ξεχωριστών ανθρώπων, ευχαριστούμε το διοικητικό (Τόνια Μανάλη, Έφη Πριμικυρλίδου, Βέρα Λαζαρίδου, Χρύσα Πουρτουλίδου, Χριστίνα Μπέζα, Στέισι Χίντρι, Ολυμπία Σουγκάρη, Γιώτα Δημητριάδη, Σταυρούλα Σαββίδου, Λιλή Νταλανίκα) και το τεχνικό (Γιώργος Μαστοράκης, Γιάννης Σταυρίδης, Κώστας Γαρουφαλίδης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Παναγιώτης Λαζαρίδης, Δημήτρης Χατζόπουλος) προσωπικό του ΔΗΠΕΘΕ, που στήριξε με τις ιδέες και την ενέργειά του το σύνολο των δράσεων.
Ευχαριστούμε επίσης την εταιρεία Toucan Advertising Agency, η οποία διαχειρίστηκε φέτος την προβολή του Φεστιβάλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Studio Hervik, που κατάφερε να “μεταμορφώσει” τις ιδέες μας σε εικόνα, δίνοντας στο φετινό Φεστιβάλ μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα.
Και φυσικά, ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας όλους τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν στις παραγωγές μας και μεταμόρφωσαν τη σκηνή καταθέτοντας την ψυχή και το μυαλό τους. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτούς.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στην καινοτομία που εφαρμόστηκε για δεύτερη φορά φέτος στο Φεστιβάλ: την προσθήκη ελληνικών και αγγλικών υπερτίτλων στις παραστάσεις του Αρχαίου Θεάτρου Φιλίππων. Με αυτόν τον τρόπο, οι παραστάσεις έγιναν πιο προσιτές σε όλους, τόσο στους ξενόγλωσσους επισκέπτες όσο και στο ευρύτερο ελληνικό κοινό, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και την προσβασιμότητα του θεσμού. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την πολύτιμη συμβολή του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας και της προϊσταμένης της Σταυρούλας Δαδάκη, της αρχιτέκτονος μηχανικού Μιχαήλας Πλιαπλιά, καθώς και την άρτια συνεργασία με τους Αθανάσιο Βαλαβάνη, Βύζικας Σκαλωσιές και Supertitles.gr. Στο πλαίσιο αυτό, ευχαριστούμε επίσης τους Παναγιώτη Λαζαρίδη και Στέλα Δημητριάδη, που ανέλαβαν τη διαχείριση των υπερτίτλων.
Ευχαριστούμε θερμά τον Φωτογραφικό Όμιλο Καβάλας και τα μέλη του, που με τη δημιουργική τους ματιά συνέβαλαν στη σύνθεση της Εικαστικής & Ηχητικής εγκατάστασης με τίτλο «Μεταμορφώσεις: και δεν ξανακυνήγησα ποτέ μου», δίνοντας μια ξεχωριστή αισθητική διάσταση στη φετινή μας θεματική.
Η αυλαία του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων πέφτει, αφήνοντας τη διαδρομή της φετινής μεταμόρφωσης να αντηχεί ακόμα μέσα μας και να αφήνει ένα βαθύ, ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές μας. Γεμάτοι από τη μαγεία αυτού του ετήσιου ταξιδιού και με την εμπειρία αυτού του «μικρού θαύματος» ως πυξίδα, σας αποχαιρετάμε και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη χρονιά -έτοιμοι να ανακαλύψουμε μαζί νέους, ακόμα πιο μακρινούς ορίζοντες.
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Πολιτισμός
Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα
Ματαιώνεται η συναυλία της Μάρθα Φριντζήλα
Η συναυλία «Μάρθα Φριντζήλα The Kubara Project + Kalogeraki Bros» που ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων, ματαιώνεται για λόγους ανωτέρας βίας σύμφωνα με ανακοίνωση της παραγωγής, όπως αναφέρεται παρακάτω:
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Βρισκόμαστε στην δυσάρεστη θέση να ακυρώσουμε την προγραμματισμένη συναυλία της Μάρθας Φριτζίλα για την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου στο Αρχαίο θέατρο Φιλίππων για λόγους ανωτέρας βίας της παραγωγής.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί ηλεκτρονικά έχουν ήδη ακυρωθεί και θα επιστραφούν τα χρήματα στις κάρτες από τις οποίες αγοράστηκαν.
Όλα τα εισιτήρια που έχουν αγοραστεί από τα φυσικά σημεία προπώλησης θα επιστραφούν στα σημεία από όπου αγοράστηκαν.
Περισσότερες πληροφορίες στα info@flashlive.gr και στο τηλέφωνο 2610 223443
Ευχαριστούμε για την κατανόηση,
Flash live Events
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας
Πολιτισμός
Ελκυστικές οι «Βάκχες» του Ευριπίδη από τον Javor Gardev στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Στο πέρασμα των χρόνων, λίγο ως πολύ, τις σωζόμενες αρχαιοελληνικές τραγωδίες ο σύγχρονος θεατής μπορεί να τις καταλάβει. Αλλά αυτούς τους «ήρωες» των «Βακχών» του Ευριπίδη, αυτόν τον θεό Διόνυσο που έρχεται να επιβάλει τη λατρεία του, αυτόν το βασιλιά της Θήβας Πενθέα, που αντιτίθεται στη νέα λατρεία και διώκει τον «Προφήτη» και τους οπαδούς της, αυτή τη βασιλομήτορα Αγαύη, που λυσσομανάει με τις άλλες μαινάδες στον Κιθαιρώνα και, εντέλει, κατασπαράζει τον ίδιο της το γιο, τον Πενθέα, αυτά τα αλλόκοτα πρόσωπα μιας ανοίκειας ιστορίας -σε αντίθεση με τα «ανθρώπινα» θέματα των περισσότερων άλλων τραγωδιών- πώς τα αντιμετωπίζει ο σύγχρονος θεατής;
Με απλά λόγια, ποιο είναι το «νόημα» αυτού του μυστήριου έργου, που έβαλε τελεία και παύλα στην αρχαία ελληνική τραγωδία, κλείνοντας τόσο τη ζωή του δημιουργού της, του Ευριπίδη (406 π.Χ.) όσο και τον Χρυσό Αιώνα της ελληνικής αρχαιότητας;
Τι είναι οι «Βάκχες»; Απλώς, δραματική αξιοποίηση ενός μύθου; Ποιητική σύνοψη του βίαιου χρονικού της επέλασης κάθε νέας θρησκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας; Φιλοσοφική πραγματεία, εν είδει θεατρικού έργου, πάνω στη σχέση του ανθρώπου με το θείο; Καυστικό σχόλιο ενός αβόλευτου πνεύματος, όπως ο Ευριπίδης, πάνω στις ακραίες τάσεις της εποχής του; Στοχαστική καταβύθιση σε υπαρξιακά, ερωτήματα;
Ναι, στις «Βάκχες» πρέπει να σκάψει κανείς λιγάκι για να νιώσει, να έρθει σε στιγμιαία έστω επαφή με ένα « άλλο ρίγος ». Και πολύ σπάνια τον βοηθάει μια παράσταση. Διότι, απλούστατα, οι «Βάκχες» σπάνε κόκκαλα και πολύ δύσκολα πετυχαίνει μια παράσταση, μαγευτικό αποτέλεσμα.
Να όμως που το φετινό ανέβασμα των «Βακχών» προσφέρει μια ανάγνωση, η οποία όχι μόνο «διαβάζει» με καθαρότητα το έργο, κατορθώνοντας μάλιστα να διασώζει και την ποίησή του, αλλά κοσμείται και με άλλα επιτεύγματα.
Η σκηνοθεσία του Javor Gardev ακολουθώντας ένα «τελετουργικό» ύφος, συνέθεσε σε αρμονικό όλον τους επιμέρους τομείς: ερμηνείες, μουσική, χορογραφία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς.
Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονός, την εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα.
Όταν έγραφε ο Ευριπίδης το έργο στη Μακεδονία, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν και μόνο η θύμησή του επιζούσε, σε μυθική μορφή.
Η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολύμπιων θεών, ενώ οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση, δρούσαν ακόμα με άλλες μορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη.
Οι Βάκχες είναι η κατεξοχήν τραγωδία για το συλλογικό ασυνείδητο του διονυσιακού κόσμου. Ο Ευριπίδης ενορχηστρώνει αριστοτεχνικά την έλευση ενός νέου Θεού, ο οποίος διεκδικεί την αποδοχή και την λατρεία σε μια προσπάθεια να συμβιβάσει και να εξισορροπήσει την ζωώδη με την έλλογη φύση του ανθρώπου.
Ο Θεός Διόνυσος, γιος του Δία και της Σεμέλης, επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Θήβα, προκειμένου να διδάξει την ιερή βακχεία στην πόλη του. Βρίσκοντας αντίσταση από την Αρχή της πόλης, τον ξάδελφό του Πενθέα, ξεσηκώνει τις γυναίκες της πόλης σε μια ιερή τρέλα, την Βακχεία, προκειμένου να δείξει την δύναμή του.
Ο Πενθέας τον συλλαμβάνει, προσπαθώντας να επιβάλει τη δύναμή του και να φυλακίσει έναν θεό. Ο Θεός όμως έχει ήδη παρακινήσει τις Βάκχες του στον Κιθαιρώνα, όπου μέσα στην ιερή φύση εκείνες κάνουν θαύματα, αποδεχόμενες τη διάσταση της φύσης του ανθρώπου.
Η εκδίκηση του Θεού έρχεται σαν κεραυνός του Δία που είχε κατακάψει την μητέρα του Σεμέλη. Παρασυρμένος από τη δίψα του να μην αποδεχτεί τον θεό, ο Πενθέας μεταμφιεσμένος ανεβαίνει στον Κιθαιρώνα προκειμένου να δει με τα ίδια του τα μάτια το μελωδικό μεθύσι των Βακχών και τα θαύματα που κάνουν.
Εκεί, όμως, τον κατασπαράσσει ζωντανό η ίδια η μητέρα του, Αγαύη, νομίζοντας ότι είναι νεαρό λιοντάρι. Ο Διόνυσος, θριαμβευτής επιβάλλει τη δύναμή του στη Θήβα, η οποία τον λατρεύει σαν θεό και θεραπευτή.
Φέρνοντας για πολλοστή φορά τους συμπολίτες του αντιμέτωπους με τις ανθρώπινες συμπεριφορές που στηλίτευε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνθέτει μια τραγωδία – από τις λίγες που έχουν ως αντικείμενο τον θεό Διόνυσο – για τη σύγκρουση του θεού με τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη αρετή και αγριότητα, τη σύνεση και την πλάνη, το λογικό και το άλογο. Για τον Ευριπίδη, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τα κτηνώδη ένστικτά του, όταν η βαρβαρότητα ξυπνά μέσα του με λύσσα, κάθε κοινωνική συνύπαρξη ακυρώνεται, ακόμα κι αν πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνίας, τη σχέση μάνας-παιδιού.
Είναι η βία που σημαίνει το τέλος της πόλης-κράτους των Αθηνών. Και καθώς η τραγωδία καταπιάνεται με την ουσία της ανθρώπινης ταυτότητας, πολιτικής ή ατομικής, με το τέλος αυτής της τελευταίας, οι Βάκχες καθίστανται -από πολλές απόψεις- ένα δράμα για τον θάνατο της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας.
Οι Βάκχες, έρχονται στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, με την ειδική συμμετοχή του διεθνούς φήμης βρετανικού συγκροτήματος «The Tiger Lillies» , οι οποίοι όχι μόνον υπογράφουν τη μουσική αλλά και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση του έργου.
Σοφή επιλογή. Έχοντας το εκπληκτικό αγγλικό συγκρότημα, με τη διεθνή ακτινοβολία, στη σκεπή της σκηνής να επιβάλλουν τη δική τους θεατρικότητα, δεν υπάρχει ανάγκη για άλλες, δεύτερης επιλογής συμπληρωματικές θεατρικότητες. Η μουσική δημιουργεί το τοπίο μέσα στην παράσταση, μας και ο λόγος χτίζει πνευματικές εικόνες που θα το κατοικήσουν.
Ο θίασος του Διόνυσου παραμένει κυρίαρχος στη σκηνή και τα μέλη του κρατούν με πίστη τον θύρσο της μαρτυρίας του.
Ο ίδιος ο Χορός, που με τη χορογραφία της Uršula Teržan αποκαλύπτει ένα θεατρικό όργανο εξαιρετικά δουλεμένο, με πειθαρχία, εσωτερικό ρυθμό και έντονη σωματικότητα, αποκαλύπτει επίσης κι έναν συλλογικό οργανισμό που αναπνέει με ελευθερία στον χώρο, έχει μεν διονυσιακά στοιχεία, αλλά εκπέμπει και μια εσωτερική, στατική ενέργεια.
Η παράσταση δεν περιορίστηκε στην ορχήστρα ούτε αντιμετώπισε το φυσικό τοπίο ως ένα όμορφο σκηνικό. Αντίθετα, αξιοποίησε κάθε στοιχείο του χώρου, μετατρέποντας το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων σε τόπο, όπου ο μύθος φαινόταν να επιστρέφει στη φυσική του κατοικία και αυτή η επιλογή της κίνησης των Βακχών δίπλα στο κοινό, στις σκάλες και στα διαζώματα, μεταφέρει την ατμόσφαιρα των μαινάδων στο κοίλο, ενώ εντάσσονται στο ίδιο αισθητικό σύμπαν, καθώς συνομιλούν οργανικά τόσο με τον βακχισμό όσο και με το σκοτεινό καμπαρέ των Tiger Lillies.
Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι εκθαμβωτικά, καθώς δίνουν μια αλλόκοτη μορφή στις Βάκχες, κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο ζωώδες.
Και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία της σκηνοθεσίας. Οι απότομες μεταβάσεις από τις θερμές στις ψυχρές τονικότητες, από το κίτρινο στο βαθύ κόκκινο, σηματοδοτούν τις συνεχείς μεταπτώσεις του έργου από τη γοητεία στην απειλή, από τη μέθη στη βία, από την απολλώνια διαύγεια στη διονυσιακή έκσταση.
Αδιευκρίνιστη παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης η πρόθεση ανάδειξης της τραγικότητας στην πρόταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Cardev (οι μεταμορφώσεις περιορίζονται σε ένα κλουβί που αλλάζει τα πρόσωπα που φιλοξενεί) και, εγκαταλείποντας την κανονικότητά μιας κλασσικής παράστασης, μένουμε στο θέαμα ενός μιούζικαλ, ενός σόου -υψηλών- προδιαγραφών.
Σ’ αυτή τη φιλοσοφία τον κύριο λόγο έχουν οι The Tiger Lillies, που χτίζουν το προφίλ του εγχειρήματος με τις προδιαγραφές δρώμενου σε καμπαρέ, σε τσίρκο, σε περφόρμανς με ήρωες-μαριονέτες ή θύτες και θηράματα. Δρουν σε ένα σκηνικό με κάγκελα, σε μια «μάχη» -προφανώς- με τη μοίρα, προσπαθώντας να την ανατρέψουν. Παράδειγμα, η εικόνα του «εγκλωβισμένου» Πενθέα στο κλουβί -εκεί που λίγο πριν είχε οδηγηθεί ο Διόνυσος- και οι ορεγόμενες Βάκχες που τον καρτερούν.
Στη συνθήκη αυτή ο Διόνυσος (Leonid Yovchev) καταφτάνει, για να συντονίσει την εξέλιξη από τις κερκίδες, αγέρωχος, επιβλητικός, εκθαμβωτικός. Και είναι καλός ως καθοδηγητής των Βακχών του, ως φαινομενικό θύμα του Πενθέα αρχικά, ως διαχειριστής του αργότερα, ως θεός που φέρει τη λύση, στο τέλος.
Η παράσταση είναι μια σημαντική συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), με τη σκηνοθετική υπογραφή του Γιάβορ Γκάρντεφ και τη συμμετοχή ενός μεικτού θιάσου Ελλήνων και Βούλγαρων ηθοποιών μεταξύ των οποίων ο διεθνούς ακτινοβολίας γερμανοβούλγαρος ηθοποιός Σάμουελ Φίντζι και η εξαιρετική Λουκία Μιχαλοπούλου, ως Αγαύη, που, από στοργική μητέρα γίνεται μανιασμένη δολοφόνος του παιδιού της και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μια μάνα που θρηνεί για την τραγική απώλειά του.
Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά – πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών. Στον Ευριπίδη, η διονυσιακή μανία δεν είναι μια αθώα γιορτή αλλά δοκιμασία της ίδιας της ιδέας του πολιτισμού, που ωθεί στα άκρα τη διατήρηση του ελέγχου, των ηθών – εθών, των νόμων και της αυτοεικόνας μας.
Τον ρόλο του θεού Διόνυσου ερμηνεύει ο Βούλγαρος ηθοποιός Λεονίντ Γιόβτσεφ, ένας από τους πιο χαρισματικούς και τολμηρούς πρωταγωνιστές της γενιάς του, γνωστός για τις καθηλωτικές του ερμηνείες και συχνά αποκαλούμενος ως το «enfant terrible» του βουλγαρικού θεάτρου.
Τον ρόλο του Κάδμου ενσαρκώνει ο πολύ καλός Αλέξανδρος Μυλωνάς, με τη θαυμάσια του αγγλική προφορά.
Ο υπερταλαντούχος Μιχάλης Ταμπακάκης είναι ένας συγκλονιστικός Πενθέας και, μάλιστα, στην Αγγλική γλώσσα, ο οποίος από ισχυρός βασιλιάς και γενναίος άνδρας μετατρέπεται σε ευάλωτη προσωπικότητα και καταδικασμένη γυναίκα που καταλήγει θύμα. Η σκηνή με την αναμέτρηση Πενθέα- Διόνυσου, συναρπαστική.
Ο εντυπωσιακός δωδεκαμελής Χορός των Βακχών, που δρουν κυρίως υπό τους ήχους των Tiger Lillies, το πρόσημο είναι θετικότατο, επειδή είναι άριστα συντονισμένες ταλαντούχες γυναίκες, ρυθμικές, που χορεύουν, τραγουδούν -το προσκλητήριο θανάτου (come, come…) εκρηκτικό, σαν κάλεσμα σε λαϊκό πανηγύρι- μπλέκονται με τον ερωτιάρη Διόνυσο αλλά και με το κοινό, θυμίζουν περιφερόμενα ξωτικά, όπως στα παραμύθια και χειροκροτούνται από το κοινό επάξια.
Οι «The Tiger Lillies», υπογράφοντας και εκτελώντας ζωντανά τη μουσική, ενσωματώνονται στη δράση ως σκοτεινοί τροβαδούροι, με τις μορφές τους να αντλούν έμπνευση από το διονυσιακό σύμπαν. Αυτή η συνέργεια μεταξύ των θεατρικών οργανισμών, των ηθοποιών και της ζωντανής μουσικής δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που αμφισβητεί τις βεβαιότητες της λογικής. Επί της ουσίας, η παράσταση στήθηκε από αυτούς, για αυτούς και το κοινό απολαμβάνει το σχέδιο.
Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης: «Οι Βάκχες είναι εκείνη η τραγωδία που φτάνει πιο μακριά από κάθε άλλη στο ενδιαφέρον για τις ανορθολογικές παρορμήσεις και την παραφροσύνη. Τόσο μακριά, που αποδεικνύεται επικίνδυνη και ριψοκίνδυνη και για τους θεατές, οι οποίοι καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τους βαθύτερους και ισχυρότερους φόβους τους».
Πρόκειται για μια δυνατή, ολοκληρωμένη προσπάθεια όλων των συντελεστών, με προσοχή σε λεπτομέρειες που δείχνουν σεβασμό και μελέτη πάνω στο έργο του Ευριπίδη και, εν γένει, στο αρχαίο θέατρο, όπως η τιμή του Διονύσου πάνω στη «θυμέλη», στον βωμό, στο κέντρο της ορχήστρας. Σκηνοθετικά, ο Γκάρντεφ υπηρέτησε την πρότασή του μέχρι το τέλος.
Πιστεύω ότι το πλήθος που συνέρρευσε στα ανοικτά θέατρα για αυτές τις «Βάκχες» είχε δυνατά κίνητρα. Τους Tiger Lillies, αλλά και τη σύμπραξη δυο κρατικών θεάτρων: του Εθνικού Θέατρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» και του Κρατικού Θέατρου Βορείου Ελλάδος.
Οι παραστάσεις συνεχίζονται το καλοκαίρι και μέχρι τον Οκτώβριο, σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Ευριπίδης
Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson
Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova
Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev
Σκηνοθεσία: Javor Gardev
Μουσική: Martyn Jaques
Live επί σκηνής: The Tiger Lillies (Martyn Jaques, Adrian Stout, Budi Butenop)
Σκηνικά: Nikola Toromanov
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Ursula Terjan
Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Δραματουργική ανάλυση: Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Pavlina Dublekova
Βοηθός σκηνοθέτη: Liuba Todorova
Διεύθυνση σκηνής: Bogdan Dimitrov
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Ρίτα Σίσιου
Social Media: Άποψη, Δημήτρης Κοντογιάννης
Διανομή
Leonid Yovchev (Διόνυσος)
Samuel Finzi (Τειρεσίας)
Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κάδμος)
Λουκία Μιχαλοπούλου (Αγαύη)
Μιχαήλ Ταμπακάκης (Πενθέας)
Ivan Youroukov (Αγγελιαφόρος Α’)
Martin Dimitrov (Αγγελιαφόρος Β’)
Ivan Nikolov (Δούλος)
Ραψωδοί (The Tiger Lillies)
Μεσαίος — Martyn Jacques
Aιθέριος — Adrian Stout
Χθόνιος — Budi Butenop
Χορός των Βακχών:
Kremena Slavcheva
Ξένια Γραμματικού
Δανάη Σταματοπούλου
Αλεξάνδρα Γαϊδατζή
Nadya Keranova
Νεφέλη Ανθοπούλου
Ελένη Θυμιοπούλου
Alexandra Svilenova
Αγγελική Κιντώνη
Ζωή Ευθυμίου
Ευθυμία Δανιηλίδου
Πολυξένη Σπυροπούλου
Συμπαραγωγή του «Ιβάν Βάζοφ» Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του ΚΘΒΕ και της ΒΕΓΑΣ Πολιτιστική
Στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους.
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login