Πολιτισμός
Ευριπίδη «Άλκηστις» από το Εθνικό Θέατρο στο 69ο Φεστιβάλ Φιλίππων, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Μια ιστορία στο μεταίχμιο ανάμεσα στον θάνατο και στην επιστροφή, ανάμεσα στη λύτρωση και σε μια ανησυχητική εκκρεμότητα. Στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, τίποτα δεν αποκαθίσταται οριστικά. Η ανατροπή της τελικής έκβασης δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως μια νέα ανοιχτή πληγή, που αφήνει πίσω της το έργο. Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο. Ένα έργο ιδιοφυές. Μια διαρκής αιώρηση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στο παιχνίδι και στον εφιάλτη, στη συντριπτική τραγωδία και στην απροσδόκητη κωμικότητα.
Από τα πιο αμφίσημα κείμενα της αρχαίας δραματουργίας, η «Άλκηστις», μετατρέπει τη θυσία, την αγάπη και τη σωτηρία σε πεδία διαρκούς διαπραγμάτευσης. Το πένθος δε σταθεροποιείται ποτέ σε μία καθαρή μορφή, ενώ ακόμη και το θαύμα μοιάζει να απορροφάται από τη ροή της καθημερινότητας, σαν να υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά, όταν η σκηνή κλείνει.
Ο μύθος ξεκινά με τον βασιλιά της Θεσσαλίας, τον Άδμητο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του. Ο Απόλλωνας, που κατοικεί στο παλάτι του ως μορφή τιμωρίας που του έχει επιβάλει ο Δίας, παρεμβαίνει και τον σώζει. Η σωτηρία όμως έχει όρο: κάποιος άλλος πρέπει να πεθάνει στη θέση του.
Ο Άδμητος απευθύνεται σε όλους γύρω του ζητώντας έναν αντικαταστάτη. Ρωτά τους γονείς του, τους φίλους του, όμως κανείς δεν δέχεται να θυσιαστεί. Τελικά, τη θέση αυτή την παίρνει η Άλκηστις, η οποία αποφασίζει να πεθάνει για τον άντρα της.
Ακολουθεί μια περίοδος έντονου πένθους, ένα πένθος σχεδόν «του αγνώστου», καθώς η απουσία της Αλκήστιδος διατρέχει το παλάτι και τις σχέσεις των προσώπων.
Στο τέλος εμφανίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο ο Άδμητος φιλοξενεί χωρίς να του αποκαλύψει τον θάνατο της γυναίκας του. Όταν ο Ηρακλής μαθαίνει την αλήθεια, αποφασίζει να ανταποδώσει τη φιλοξενία κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο και φέρνοντας πίσω την Άλκηστη, και μάλιστα, χωρίς πέπλο!
Στο ανέβασμα του Δημήτρη Καραντζά, η δραματουργία φωτίζει το κομμάτι της γυναικείας παρουσίας με εμβόλιμα κείμενα- τραγούδια. Υπάρχουν γυναίκες στον Χορό, που αποτελείται και από άντρες, ενώ γυναίκα είναι κι αυτή που ερμηνεύει τον ρόλο της υπομονής, τον Θάνατο, η επιβλητική Θεοδώρα Τζήμου, η οποία βρίσκεται μπροστά από το ογκώδες σκηνικό, «θαμμένη» στους φανταχτερούς ελιγμούς ενός πλούσιου, μαύρου εντυπωσιακού φορέματος, από την έναρξη έως το τέλος της παράστασης. Τα χέρια της δεμένα με χορδές κινούνται άλλοτε ήπια και άλλοτε με αγριότητα, παράγοντας ήχους τρομακτικούς, που προκαλούν δέος.
Το έργο συνομιλεί με το σήμερα, καθώς τα δραματικά γεγονότα μπορούν να ανατραπούν ή να αλλάξουν μορφή. Ο Ευριπίδης σχολιάζει και τη διαφθορά αλλά και το πώς, έννοιες όπως ο θάνατος, μπορούν να μετατραπούν σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται και η φαιδρή πλευρά των πραγμάτων, ανάλογα με το πώς τα διαβάζουμε και τι βάρος τους αποδίδουμε, οπότε το χαρακτηρίζουμε «ιλαροτραγωδία».
Στην παράσταση, αρχικά, οι άντρες διαχειρίζονται τη ζωή της Αλκήστιδος σαν να είναι αντικείμενο. Οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της. Πρώτα από τον Απόλλωνα, έπειτα από τον Άδμητο. Η ίδια δεν έχει ουσιαστική φωνή μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
Ωστόσο, έχει σημασία ότι η Άλκηστις δεν παρουσιάζεται μόνο ως παθητικό πρόσωπο, επειδή εκείνη επιλέγει να πάρει τη θέση του Άδμητου. Πρόκειται για μια συνειδητή πράξη, μια απόφαση πάνω στη ζωή και στον θάνατο, και αυτό μπορεί να διαβαστεί ως ακραία, σχεδόν πολιτική χειρονομία.
Ο θάνατος, επομένως, λειτουργεί ως η μόνη διέξοδος από ένα περιβάλλον που δε μεταβάλλεται. Και η Άλκηστις, μέσα από αυτή την επιλογή επιχειρεί ν’ αφήσει ένα αποτύπωμα και να μετακινήσει τη συνείδηση των άλλων, αναγκάζοντάς τους να δουν τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.
Μπαίνοντας στον χώρο, η πρώτη εντύπωση γίνεται ακόμη πιο επιβλητική, αφού η κατασκευή του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δε μοιάζει με μια παράταιρη εξέδρα, όπως, ίσως, φαντάζεται κανείς από μακριά. Είναι μια τεράστια μεταλλική επικλινής επιφάνεια γλιστερή, φέρουσα τέσσερα κοιλώματα που λειτουργούν ως κρύπτες, θαρρείς, αλλά και ως είσοδοι και έξοδοι των προσώπων. Ενίοτε, τη βλέπεις σαν τεράστια χοάνη που καταπίνει τιμωρητικά ή λυτρωτικά τα ανομήματα ή την παρομοιάζεις με την ίδια τη γη που έχει λυγίσει και μετατόπισε σημεία εδάφους.
«Η κατασκευή του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν οι ηθοποιοί, θα σταθούν, θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί να ανέβει στην επιφάνειά της, χρειάζεται πρώτα να συμφιλιωθεί με τη βαρύτητα. Υπάρχει μια τραχύτητα. Δεν με ενδιέφερε να φτιάξουμε κάτι λείο ή εξωραϊσμένο. Θέλαμε ένα τοπίο που να κουβαλάει πάνω του τον χρόνο, τη φθορά, την αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί πολύ πριν εμφανιστούν οι άνθρωποι», δήλωσε ο σκηνοθέτης σε δεδομένη στιγμή.
Θα μπορούσα να πω, πως αυτή η εικαστική κατασκευή, μπορεί να εκληφθεί σαν ένα κοίλο κάτοπτρο που συλλέγει ηλιακό φως, ένα κεκλιμένο επίπεδο που συμβολίζει το μάτι ενός θεού, εν προκειμένω του Απόλλωνα, γιατί όχι και του Σύμπαντος, που παρακολουθεί τα πάντα.
Θα μπορούσε ακόμη, να αντικατοπτρίζει την ψυχολογία του ήρωα Άδμητου. Όπως το κάτοπτρο μαζεύει το φως σε ένα σημείο, έτσι και ο χαρακτήρας μπορεί να είναι απόλυτα προσηλωμένος σε έναν σκοπό, σε μια ιδέα ή σε μια εμμονή, αγνοώντας νόμους, κανόνες και συμπεριφορές γύρω του.
Ωστόσο, αυτή η συνέπεια του χώρου, που φτάνει στα όρια του τέλους και επιστρέφει αδιάκοπα μαζί με τους ήρωες της τραγωδίας, δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση γι’ αυτό που έρχεται: ο θάνατος της Αλκήστιδος. Και όσο εκείνη βρίσκεται στον Άδη, ο θαυμάσιος και άριστα εκπαιδευμένος Χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος), σε μια διαρκή κινητική συστράτευση, έρχεται και φεύγει, σαν να αναπνέει στον ίδιο θνησιγενή ρυθμό.
Η κίνησή τους γίνεται μέρος της αφήγησης, αποτυπώνοντας τη δυσκολία του ανθρώπου να ισορροπήσει απέναντι στην απώλεια. Ακόμη και η μουσική γεννιέται από τα ίδια τους τα σώματα, από τα χτυπήματα των ποδιών, από τις χορδές και τα δοξάρια, δημιουργώντας ένα συγκινητικά τελετουργικό ηχητικό τοπίο.
Ιλαροτραγωδία, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη δραματική πλευρά παρουσιάζει η άλλη παράμετρος του δράματος: η θυσία της Αλκήστιδος και οι χαρακτήρες της ίδιας και του Άδμητου.
Η Άλκηστις είναι, σίγουρα, μια έξοχη γυναίκα, σύζυγος και μητέρα. Καμμιά σκιά δεν αμαυρώνει αυτή την ηρωική αλλά και τόσο ανθρώπινη μορφή. Θυσιάζεται από αγάπη και χρέος, χωρίς δισταγμούς και χωρίς ρητορείες. Μόνη της έγνοια είναι τα παιδιά της, που θα μείνουν ορφανά.
Στην πλούσια πινακοθήκη της γυναικείας αυτοθυσίας, που έστησε ό «μισογύνης» Ευριπίδης, ή μορφή της Αλκήστιδος είναι μια απ’ τις πιο αγνές, τις πιο ευγενικές και τις πιο συγκινητικές.
Απέναντί της ό Άδμητος μοιάζει ολότελα αξιοθρήνητος. Βέβαια, έχει κι αυτός τις αρετές του. Είναι «άρχοντας», γενναιόδωρος, αισθηματίας, φιλόξενος και αγαπητός σέ όλους. Αλλά δέχεται να πεθάνει η γυναίκα του για λογαριασμό του και «μαλώνει» αυστηρά τον πατέρα του, επειδή δεν προσφέρθηκε εκείνος να θυσιαστεί. Πρόκειται για μια σκηνή από τις πιο «ρεαλιστικές» του Ευριπίδη, όπου πατέρας και γιος, αγκιστρωμένοι και οι δυο στη ζωή, φωτίζονται με ελάχιστα κολακευτικό φως.
Ό «ήρωας» δεν είναι διόλου ήρωας, αλλά ό Ποιητής νοιάζεται, πάνω από όλα, να είναι ανθρώπινοι οι χαρακτήρες του, έστω κι αν έτσι θυσιάζεται το «μεγαλείο» τους.
Πώς, λοιπόν, δικαιολογείται ή θυσία της Αλκήστιδος για έναν τέτοιον εγωιστή και μικρόψυχο άντρα;
Για τον κόσμο και την εποχή του Ευριπίδη, σημασία είχε ή διάσωση του γένους που εξασφαλίζεται από τον άντρα. Το κοινωνικό συμφέρον απαιτούσε, λοιπόν, να θυσιάζεται η γυναίκα στη θέση του άντρα, αν το καλούσε η ανάγκη.
Αλλά ό Άδμητος δε μένει ένας τυφλός εγωπαθής ως το τέλος. Όσο προχωρεί το έργο, όσο ολοκληρώνεται η θυσία της γυναίκας, όσο υψώνεται το ανάστημά της, ό Άδμητος, προχωρεί κι εκείνος σε αυτοανακάλυψη και αυτοκριτική.
Με τον θάνατό της, «άστραψε φως και γνώρισε τον εαυτό του». Γνώρισε τον εγωϊσμό και τη μικρότητά του μα, προπάντων, γνώρισε το μάταιο τού αγώνα να κρατηθεί στη ζωή, πατώντας σ’ ένα αντρικό προνόμιο και εκμεταλλευόμενος την αφοσίωση και την αγάπη μιας γυναίκας. Ο θάνατός της είναι περισσότερο δικός του θάνατος, αφού ή ζωή του από δω και μπρος δε θα’ ναι, παρά οδύνη και περιφρόνηση των άλλων για κείνον, και ακόμα πιο πολύ, περιφρόνηση του ίδιου για τον εαυτό του.
Έτσι, ή θυσία που ξεκινάει από έναν «κοινωνικό καταναγκασμό» μεταμορφώνεται πρώτα σε ψυχικό μεγαλείο της γυναίκας, κι έπειτα σε αυτογνωσία του άντρα. Η γυναίκα – το «ταπεινό» γένος – υψώνεται σε ηρωικές διαστάσεις, με οδηγό την αφοσίωση και τη στοργή της. Ό άντρας – το περήφανο, εγωιστικό γένος – ταπεινώνεται, με οδηγό τη θυσία της γυναίκας.
Οι δυο τους είναι τώρα άξιοι να ζήσουν την κοινή ζωή τους, όπου κανένας δε θα’ ναι εξάρτημα του άλλου, αλλά «δυο άνθρωποι που θα προστατεύουν και θα συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.
Το αρχαιότερο από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, συνδυάζει τη φόρμα και τα χαρακτηριστικά της τραγωδίας με κωμικά στοιχεία, ειρωνική ματιά και αίσια έκβαση.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά ανιχνεύει ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του αρχαίου θεάτρου, μια τραγικομωδία που καταργεί τη φυσική νομοτέλεια και αντιστέκεται στη βούληση του θανάτου.
Ο θάνατος είναι το επίκεντρο του έργου. Ο αναπόφευκτος και οριστικός θάνατος του καθενός μας. Κι όμως, διακαής επιθυμία του ανθρώπου ήταν ανέκαθεν η κατάργησή του, η ματαίωσή του, η παροδική -έστω- αναβολή του. Την ακατανίκητη αυτή ανθρώπινη ανάγκη ενσαρκώνει ο Άδμητος, ο οποίος αποδέχεται τη θυσία της γυναίκας του προκειμένου να ανατρέψει τη μοίρα του με οποιοδήποτε κόστος.
Πόσο βασανιστική μπορεί να είναι, όμως, αυτή η αποδοχή; Η ζωή που κερδήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να είναι ευχάριστη; Μετριάζεται κάποτε το συνειδησιακό βάρος που κουβαλά ο αποδέκτης;
Πλήθος θεμάτων συμπλέκονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα προβληματισμού. Αξίζει η ζωή χωρίς τιμή; Αρκεί η απλή επιβίωση χωρίς ηθική; Τιμωρείται η καταπάτηση όρκων; Η «νεκραναστημένη» Άλκηστις μένει σιωπηλή. Ούτε αποκαλύπτει το οτιδήποτε στην ολιγόωρη παραμονή της στον Άδη ούτε αποφαίνεται για το γεγονός. Η σύνθετη θεματική, όπως και η δομή του, καθιστούν το δρόμο αυτόν ιδιαιτέρως θελκτικό.
Ένα έργο, που ηθελημένα αφήνει αναπάντητα πολλά ερωτήματα για τα κίνητρα και τις επιλογές των ηρώων, τους οποίους ο σοφιστής συγγραφέας δε διστάζει να απομυθοποιήσει και να αμφισβητήσει.
Ωστόσο, αν τον προσεγγίσουμε με τους σημερινούς όρους, ο Καραντζάς δημιουργεί ένα σκηνικό σύμπαν γύρω από την ευτέλεια μιας πολυτελούς θυσίας. Εξάλλου, αυτός ο σκηνοθέτης, πάντοτε πετυχαίνει να αναδείξει, με την εικαστική προσέγγιση και τη φορμαλιστική του πρόταση, την κρυμμένη μαγεία, την ποιητικότητα και τον λυρισμό των επιμέρους σκηνών.
Στην «Άλκηστη», ο σκηνοθέτης ξεπέρασε τον σκόπελο της ρεαλιστικής αναπαράστασης του θανάτου, αλλά και της ανόητης συμπεριφοράς του Άδμητου με έναν άκρως πρωτότυπο τρόπο: παρουσίασε τους ήρωες κινούμενους σ’ ένα κωνικό, επικλινές σκηνικό, σαν να ήταν φιγούρες που ξεπήδησαν από αρχαία αιγυπτιακά ανάγλυφα ή οπό αρχαιοελληνικές επιτύμβιες στήλες, έστω με αλλόκοτα κοστούμια.
Στον ρόλο της Αλκήστιδος εμφανίζεται η Ηρώ Μπέζου σε μια αξιόλογη ερμηνεία.
Ο Γιάννης Νιάρρος, έξοχος ηθοποιός που σηκώνει τον βαρύ ρόλο του Άδμητου και συγκεντρώνει την προσοχή του κοινού στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης, ως ένας ισορροπιστής ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία.
Ο επιβλητικός Κώστας Νικούλι είναι ο Απόλλων, σε μια αξιέπαινη ανάγνωση του Θεού που αντιμετωπίζει το θεϊκό όχι ως σταθερή ισχύ, αλλά ως μορφή ρωγμής, ειρωνείας και αμφισημίας.
Ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης είναι απόλυτα πειστικός, ως Φέρης, πατέρας του Άδμητου. Από τη μία κομψευόμενος και ειρωνικός, από την άλλη εγωκεντρικός, βάζει στο «τραπέζι» όλες τις ευθύνες που αναλογούν στον ίδιο του τον γιο και στη δειλία του.
Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Ζυγούρης , ως Ηρακλής, φέρνει με εντυπωσιακή άνεση το απαραίτητο κωμικό στοιχείο στην παράσταση. Θυμίζει έναν τσιρκολάγνο, αποδίδει θαυμάσια τον χαζοχαρούμενο, ανδροπρεπή Ηρακλή, που μεθοκοπά και βακχεύει στο σπίτι του πένθους, εφόσον μέσα στην αστεία του φόρμα και στην αφέλειά του δεν έχει αντιληφθεί τον θάνατο της Αλκήστιδος.
Αντίστοιχα, στον ρόλο του πιστού υπηρέτη ο Αινείας Τσαμάτης, κατακτά τη σκηνή με την ερμηνευτική του δεινότητα και την άνεση στην κίνηση, καθώς θεσπίζει ένα αξιοθαύμαστο κωμικό ντουέτο με τον Ηρακλή – Ζυγούρη.
Σημαντικές συνιστώσες στο επιτυχημένο σύνολο, η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, τα διαφορετικής χρονικής ταυτότητας κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου και, σαφώς, η δραματουργία της Έρις Κύργια.
Όλες οι σκηνές είναι συναρπαστικές. Από την πρώτη έως την τελευταία. Θα ξεχωρίσω μια σαγηνευτική, ως πραγματικά ευρηματική ιδέα και, γιατί όχι, επαναστατική. Αυτή, της σύνδεσης του Απόλλωνα με τον Θάνατο, μέσω των χορδών-αόρατων κλωστών. Ο ημίγυμνος Απόλλωνας, με λαμπερό γαλάζιο ένδυμα, κείτεται εξαρχής στο επάνω μέρος της εικαστικής εγκατάστασης, ανασηκώνεται αργά, αγγίζει τη χορδή του τόξου του και ένας βαθύς, υπόκωφος ήχος διαπερνά τον χώρο. Λίγο αργότερα, ο Θάνατος κινεί τις ίδιες χορδές. Οι δύο κόσμοι μοιάζουν να επικοινωνούν μέσα από έναν κοινό παλμό, σαν η ζωή και ο θάνατος να αποτελούν δύο όψεις της πραγματικότητας.
Η παράσταση επιχειρεί να αναδείξει τη συνύπαρξη των δύο Κόσμων του έργου. Του ρεαλισμού και της ποίησης, του πικρού σαρκαστικού χιούμορ και της αγωνίας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο.
Η « Άλκηστις» είναι για εμάς ένα αδυσώπητο, κυνικό δράμα που γελά σαρκαστικά και η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά μια ξεχωριστή εμπειρία, υπολογίζοντας ότι τα αρχαία ελληνικά δράματα είναι πέραν γεωγραφικού στίγματος και πέραν χρονολογικού προσδιορισμού. Είναι διαχρονικά και πανανθρώπινα. Άρα, υπάρχει μια βασική ηθική ομπρέλα που διέπει την ανθρωπότητα – την ίδια την ύπαρξη του θνητού ανθρώπου.
Σαν κατακλείδα, να θέσω το ερωτηματικό: Τι χωρίζει μια θεατρική καινοτομία από μια
σύγχρονη, μοντέρνα πρόταση; Μα, το ύψος του ρίσκου στο άλμα. Αρκεί να σταθεί συγκροτημένο και αρτιμελές. Αν είναι και γοητευτικό, ακόμα καλύτερα.
Είναι η περίπτωση της παράστασης του Δημήτρη Καραντζά με την παραγωγή του Εθνικού θεάτρου «Άλκηστις», όπου τίποτα δεν ήταν εύκολο ή τυχαίο.
Η σύνδεση του καινούργιου με το παραδοσιακό, ο σεβασμός του παλιού με την ελευθερία του νέου, το ήθος της αισθητικής και το ύφος του στυλιζαρίσματος, είναι τα υλικά πάνω
στα οποία δούλεψε ο σκηνοθέτης με το κλιμάκιο του Εθνικού θεάτρου.
Το αποτέλεσμα έχει φρεσκάδα και χάρη. Σαν να φύσηξε ένα αεράκι και μας δρόσισε. Όχι, φυσικά όλους. Υπήρξαν και αντιρρήσεις. Θεμιτό.
Συντελεστές
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Σύμβουλος δραματουργίας: Γκέλυ Καλαμπάκα
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική – Ηχητικές κατασκευές: Παναγιώτης Μανουηλίδης
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Κάλτσιου
Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου
Παίζουν (αλφαβητικά)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης: Φέρης
Δήμητρα Βλαγκοπούλου: Υπηρέτρια
Γιώργος Ζυγούρης: Ηρακλής
Ηρώ Μπέζου: Άλκηστις
Γιάννης Νιάρρος: Άδμητος
Κώστας Νικούλι: Απόλλων
Αινείας Τσαμάτης: Υπηρέτης
Θεοδώρα Τζήμου: Θάνατος
Χορός
Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας: Τέσσερα εργαστήρια για όλους
Το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ανοίγει τις πόρτες του για τη σεζόν 2026–2027 με τέσσερα εργαστήρια, από τον Νοέμβριο του 2026 έως τον Απρίλιο του 2027. Απευθύνονται σε εφήβους 12–18 ετών, σε ενήλικες κάθε ηλικίας και, για πρώτη φορά, σε άτομα με αναπηρία.
«WHAT IF? Vol. 5» — Βιωματικό εργαστήριο για εφήβους
Για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσκαλεί εφήβους 12 έως 18 ετών στο WHAT IF?, ένα βιωματικό εργαστήριο όπου η θεατρική πράξη γίνεται τρόπος να μαθαίνεις, να εκφράζεσαι και να μεγαλώνεις. Διδάσκει και φέτος η θεατρολόγος Ελευθερία Μελά, με εξειδικευμένη εμπειρία σε εργαστήρια ερασιτεχνών. Φέτος το εργαστήριο λειτουργεί σε ένα ενιαίο τμήμα.
- Πότε: Κάθε Δευτέρα, 19:00–21:00
- Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
- Έναρξη: Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2026
«Ο Ποιητικός Εαυτός Επιστρέφει» — Εργαστήριο αγωγής προφορικού λόγου και ορθοφωνίας
Για δεύτερη χρονιά η Καβαλιώτισσα ηθοποιός και εμψυχώτρια Δέσποινα Παπάζογλου συνεχίζει στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας το ξεχωριστό της σεμινάριο. Απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να διερευνήσουν τα όρια και τη δύναμη της φωνής τους και να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους ως ηχείο.
- Πότε: Κάθε Σάββατο, 12:00–14:00
- Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
- Έναρξη: Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026
«Μετατοπίσεις» — Εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας
Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει εργαστήριο θεατρικής κινησιολογίας, με διδάσκοντα τον Καβαλιώτη ηθοποιό Δημήτρη Γαλανάκη, απόφοιτο του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ. Αφετηρία είναι η παρατήρηση και η εξερεύνηση του σώματος. Με κινητικούς αυτοσχεδιασμούς και στοιχεία σύγχρονου χορού, οι συμμετέχοντες θα ερευνήσουν τις δυναμικές του σώματος και θα διευρύνουν το κινητικό τους λεξιλόγιο. Θα έρθουν επίσης σε επαφή με τη σύνθεση και τη χορογραφία, δημιουργώντας τις δικές τους κινητικές συνθέσεις. Δεν απαιτείται προηγούμενη εμπειρία στον χορό ή στο θέατρο.
- Πότε: Κάθε Τετάρτη, 18:00–20:00
- Που: Θέατρο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΒΑΛΑΚΟΥ
- Έναρξη: Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2026
«Ένας Κόσμος Αλλιώς» — Θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία
Για πρώτη φορά το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας προσφέρει θεατρικό εργαστήριο για άτομα με αναπηρία που αγαπούν το παιχνίδι, τη φαντασία και τη δημιουργική έκφραση. Διδάσκουν οι θεατρολόγοι και εμψυχώτριες Ελευθερία Μελά και Γεωργία Χουχούμη. Με θεατρικά παιχνίδια, αυτοσχεδιασμούς, μουσική και δημιουργικές δραστηριότητες, οι συμμετέχοντες θα πειραματιστούν, θα φανταστούν και θα επικοινωνήσουν με τρόπους που δεν χρειάζονται πάντα λέξεις. Ο καθένας μας βλέπει τον κόσμο διαφορετικά· όταν οι διαφορετικές ματιές συναντιούνται, μπορεί να γεννηθεί ένας κόσμος αλλιώς.
- Πότε: Κάθε Πέμπτη, 16:30–18:00
- Που: Πολιτιστικό Κέντρο “Πυθαγόρας”
- Έναρξη: Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2026
- Κόστος: 20 ευρώ / μήνα, με σημαντικές μειώσεις ή δωρεάν συμμετοχή σε ειδικές περιπτώσεις. Για πληροφορίες, επικοινωνήστε μαζί μας.
ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- Διάρκεια: Νοέμβριος 2026 – Απρίλιος 2027
- Κόστος συμμετοχής: 20 ευρώ / μήνα για κάθε εργαστήριο
- Δηλώσεις συμμετοχής: έως τις 5 Νοεμβρίου 2026, στο 2510 220 876 (10:00–14:00) και στο thkavala@otenet.gr
Τα εργαστήρια θα πραγματοποιηθούν εφόσον συμπληρωθεί ο ελάχιστος αριθμός συμμετοχών.
Πολιτισμός
«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.
Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;
Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.
Νίκος Νικολάου
Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».
Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.
Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.
Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.
Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».
Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.
Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.
Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.
Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;
Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.
Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.
Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).
Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».
Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.
Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.
Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.
Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.
Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.
Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου
Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου
Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
Φωτογραφίες: Mike Rafail
Διανομή
Νίκος Νικολάου (Στάθης)
Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login