Connect with us

Πολιτισμός

Ένας διόλου «γαλαζοαίματος» βασιλιάς Κρέων στην «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ, σε μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία από την Μαρία Πρωτόπαππα!

Ένας-διόλου-«γαλαζοαίματος»-βασιλιάς-Κρέων-στην-«Αντιγόνη»-του-Ζαν-Ανούιγ,-σε-μια-εμπνευσμένη-σκηνοθεσία-από-την-Μαρία-Πρωτόπαππα!

Πρόλογος

«Την Αντιγόνη του Σοφοκλή την είχα διαβάσει και ξαναδιαβάσει, σχεδόν την ήξερα απέξω και ήταν ένα σοκ όταν την ξαναδιάβασα στη διάρκεια του πολέμου. Την ξανάγραψα με τον τρόπο μου, τη συντόνισα με την τραγωδία που βιώνουμε τώρα». Με αυτά τα λόγια ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Ζαν Ανούιγ μιλά για τη «δική του» Αντιγόνη.

Ο Ανούιγ δε διασκευάζει απλώς τον αγαπημένο του μύθο, αλλά μέσα στο ζοφερό κλίμα της γερμανικής Κατοχής, το 1944, αποφασίζει να κάνει κάτι πιο τολμηρό. Μαζί με τον Αντρέ Μπαρσάκ, σκηνοθέτη και διευθυντή του Théâtre de l’Atelier, ανεβάζουν μια Αντιγόνη στο Παρίσι των συλλήψεων, των προκηρύξεων, των επιθέσεων, του φόβου και της βίας, δημιουργώντας μέσα από το πρόσωπό της ένα σύμβολο, που ενσαρκώνει τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς.

Με την ίδια ορμή φτάνει η Αντιγόνη του Ανούιγ και στο σήμερα, έρχεται στη δική μας εποχή, ιδιόμορφη, πολεμική, ποιητική, για να μας κατακτήσει με τις ίδιες της τις αντιφάσεις, να μας συγκινήσει σχεδόν βίαια με τη δύναμη της φωνής της.

«Αν δεν έχεις φοβηθεί δεν αναγνωρίζεις τον φόβο, αν δεν έχεις ερωτευθεί δεν αναγνωρίζεις τον έρωτα»

Το έργο

Γραμμένο το 1942 στη διάρκεια της ιδιόρρυθμης ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία, η Αντιγόνη του Ανούιγ συνιστά μια μεταφορά για το άτομο και τον αγώνα του απέναντι σε ένα παντοδύναμο, γερασμένο, αυταρχικό κράτος. Η νεότητα και το γήρας, η ομορφιά και η ασχήμια, η δύναμη και η αδυναμία, το δίκαιο και το άδικο αντιπαραβάλλονται για να ξεσκεπάσουν μια κοινωνία φοβισμένη, βουτηγμένη στον ατομικισμό και τη διαφθορά, μια κοινωνία σε σημείο μηδέν.

Η Αντιγόνη στο Σοφοκλή υπερασπίζεται τη θεία ρήση, ενώ στον Ανουίγ το θείο στοιχείο λείπει, όμως τονίζει χαρακτηριστικά πως «αυτό που μπορούμε πρέπει να το κάνουμε». Πρόκειται για μια ιδεαλίστρια που επιμένει στον ηθικό νόμο και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ οι κανόνες της βρίσκονται σε μια διαρκή σύγκρουση με τους νόμους της πολιτείας. Ο έρωτας για εκείνη δεν αποτελεί πηγή δύναμης, αντιθέτως, ο θάνατος τον υπερνικά. Οι αποφάσεις της, στο τέλος, οδηγούν την ηρωίδα σε μια ακατάπαυστη αμφισβήτηση της ηρωικής της πράξης, αναζητώντας πια τον πραγματικό λόγο που επέλεξε τη θυσία.

 Ανάγνωση

Ο Ανούιγ, δραματουργός μετά τον Πιραντέλο και πριν τον Μπέκετ, στα καλά του έργα ερωτοτροπεί με τη νεωτερικότητα, χωρίς όμως να τολμά και τη ρήξη με το συμβατικό παρελθόν. Το παράδοξο και το υπαρξιστικό (η ηρωίδα επαναστατεί για να επαναστατήσει, μην αντέχοντας μια ανυπόφορη ζωή), μαζί με ένα χρώμα βαθιάς κατήφειας του αδιεξόδου (ό,τι χαρακτηρίζει το μεταπολεμικό κλίμα), χρωματίζουν την Αντιγόνη.

Πολλοί αναχρονισμοί, το σύγχρονο αναπηδά μέσα στο αρχαίο (καθόλου αυτονόητο για εκείνη την εποχή), η γλώσσα λιτή και σκληρή με πολλή πεζή καθομιλουμένη, κλίμα αφαιρετικό, εκτός τόπου και χρόνου, που προαναγγέλλει το θέατρο του παραλόγου. Ο Ανούιγ εδώ επινοεί μια σύγχρονη αντίληψη του τραγικού. Η δική του Αντιγόνη πρεσβεύει την άρνηση στο όνομα του απόλυτου. Η εικοσάχρονη γυναίκα αρνείται τη φθοροποιό ζωή, την ελπίδα, την ευτυχία. Η συζυγική ευδαιμονία που της υπόσχεται ο πατέρας του Αίμωνα, Κρέων, φαντάζει σ’ αυτήν κοινωνική ασχήμια.

Η τραγικότητα προκύπτει, χωρίς τη θεϊκή προϋπόθεση (Σοφοκλής, Κλωντέλ), αλλά και χωρίς τη μηδενιστική βάση (Σαρτρ, Καμύ), ως παράδοξο και αναπότρεπτο προϊόν με φόντο τη ροή της καθημερινής ιστορικότητας. Ενώ όλες οι σπουδαίες και μεγάλες αυτοθυσίες και αυτοκαταστροφές συμβαίνουνε στο Παλάτι, οι άνθρωποι της μάζας, οι Φρουροί, παίζουν αδιάφοροι χαρτιά και χασκογελάνε, έχοντας στον νου τους ίσως μόνο τον μισθό, τα επιδόματα, το κρασί και τις γυναίκες.

Αντιγόνη (η ρομαντική εξέγερση της νεότητας), Κρέων (ο ρεαλιστικός συμβιβασμός της ωριμότητας), Φρουροί (ο ζωώδης κυνισμός της μετριότητας, χωρίς ηλικία). Το ποιος από τους τρεις έχει δίκιο παραμένει το άλυτο αίνιγμα, που ο Ανούιγ έθεσε για να μας δελεάζει, “εκμοντερνίζοντας” τον αρχαίο τραγικό μύθο. Δημιουργεί έτσι, μια ακόμα πειστική μετενσάρκωση της διαχρονικής «σκοτεινής κοπέλας» (Σεφέρης).

Σ’ αυτήν την πολιτεία – ναυάγιο που η μυρωδιά του πτώματος του Πολυνείκη χρησιμοποιείται ως μέσο σωφρονισμού των πολιτών, όπου οι νεκροί είναι εναλλάξιμοι, ο Κρέων έρχεται ως σωτήρας, λέει «ναι» στην εξουσία και ως πειθήνιος εργάτης της «διοικεί ανθρώπους».

Η Αντιγόνη, παιδί κι αυτή μιας άρρωστης κοινωνίας με το ένστικτο της νιότης, αντιστέκεται, θάβει τον νεκρό αδελφό της, λέει «όχι» στη «βρόμικη» ελπίδα που επικαλείται η εξουσία. Στο τέλος, πλάι σε έναν Φρουρό που έχει ακυρώσει όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, κλονίζεται, πεθαίνει.

Ο αμετανόητος Κρέων θα συνεχίσει να κρατάει τα ηνία της πολιτείας, οι Φρουροί θα συνεχίσουν να πίνουν και να παίζουν χαρτιά. Ένα σύγχρονο γηροκομείο, μια κοινωνία που περιμένει να πεθάνει, ένας στίχος που υμνεί τον ήρωα Ετεοκλή και η φωνή της Αντιγόνης που αντηχεί αέναα, φωτίζοντας, κάθε φορά, νέες όψεις του τραγικού.

Η παράσταση

Το έργο εκτυλίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μια μέρα, σε έναν χώρο απροσδιόριστο, ας πούμε αύλειος χώρος στο παλάτι ή, γιατί όχι, αποστειρωμένο νεκροτομείο, πάντως είναι καθαρός συμβολισμός για μια καθεστωτική δυστοπία. Οι έξι ηθοποιοί είναι καθισμένοι σε ευθεία γραμμή, συγκεντρώνονται, αφουγκράζονται το κοινό, αναπνέουν, θαρρείς, την ενσυναίσθησή του και, ενώ δίνουν αρχικά την εντύπωση θεατρικού αναλογίου, αίφνης γίνονται ρόλοι- χαρακτήρες, κάθε που το επιτάσσει η ιστορία και η μελετημένη στη λεπτομέρεια άποψη – στοχαστική προσέγγιση της σκηνοθέτιδος.

Η δράση απαλλάσσεται από διαιρέσεις– στάσιμα. Οι οκτώ σκηνές του έργου αναγγέλλονται από τον αφηγητή, χαμένος τις περισσότερες φορές μέσα στην πλατεία ή από τη σκηνοθέτιδα, που άλλοτε κάθεται στη σκηνή κι άλλοτε ανάμεσα στους θεατές.

Αυτή η Αντιγόνη του Ανούιγ στηρίζεται στις δραματικές ενότητες, όπως οικειοποιήθηκαν από τους Γάλλους κλασικιστές. Ο Χορός- αφηγητής πλαισιώνει την τραγωδία με πρόλογο και επίλογο. Στον πρόλογο απευθύνεται άμεσα στο κοινό και εμφανίζεται συνειδητοποιημένος ως προς το θέαμα: «είμαστε εδώ απόψε για να πάρουμε μέρος στην ιστορία της Αντιγόνης».

Σε αντίθεση με το συμβατικό μελόδραμα, για παράδειγμα, δεν μας ζητείται να αναστείλουμε τη δυσπιστία μας ή να παρακολουθήσουμε ένα θέαμα που θα περνούσε απρόσκοπτα ως πραγματικότητα. Κατά κάποιο τρόπο, όπως και ο αρχαίος προκάτοχός του, Ο αφηγητής- Χορός (εξαιρετικός ο Χρήστος Στέργιογλου) προετοιμάζει μια τελετουργία.

Η απουσία τέτοιων τελετουργιών στο σύγχρονο θέατρο, ίσως εξηγεί γιατί αυτή η πρώτη σκηνή μπορεί να φαίνεται κάπως «τεχνητή». Στο αρχαίο ελληνικό δράμα ο Χορός καθοδηγούσε το κοινό σε μια σαφή, σωστή θεματοποίηση. Στην «Αντιγόνη» του Ανούιγ το δράμα είναι περίπλοκο, θολό και ηθικά διφορούμενο, για να θεωρηθεί μια άμεση αλληγορία ή μια ξεκάθαρη πολιτική πράξη.

Και είναι ακριβώς οι ηθικές ασάφειες που κατοικούν στο σχέδιο της αρχιτεκτόνισσας – σκηνοθέτιδας Μαρίας Πρωτόπαππα, το οποίο φανερώνει στη σκηνή ότι η ενσάρκωση αυτών των αμφισημιών δεν είναι, τελικά, η Αντιγόνη, αλλά ο χαρακτήρας που δεσπόζει στην καρδιά της ιστορίας. Ο Κρέοντας!

Ο Κρέων, που ξέρει τη βρωμιά της εξουσίας, ωφελιμιστής, αποδέχεται τη ζωή και προσπαθεί με τον δικό του τρόπο και κάνει ό,τι του επιτρέπει ο τίτλος του, η θέση του, να καταστήσει τον κόσμο ετούτο λιγότερο εξωφρενικό. Ρεαλιστής και απολύτως προσγειωμένη προσωπικότητα, συνειδητοποιημένη ως προς εκείνο που τάχτηκε να υπηρετήσει.

Επιφανειακά είναι ένα παιχνίδι επιχειρημάτων αυτή η μεταμοντέρνα παράσταση. Ο ορθολογικός Κρέων μιλά για την κοινωνική αξία της τάξης. Η αντιδραστική νεαρή Αντιγόνη μιλά για δικαιοσύνη, όμως η ανάλυση των επιχειρημάτων τους είναι σαν να εξερευνάμε τη νομική θεωρία στο «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Είναι η ποίηση η σημασία των ονείρων ή ο εφιάλτης; Ο εφιάλτης υποδηλώνει φασισμό, ωστόσο, θολώνει τα όρια του χρόνου.

Το κακό όνειρο αποκτά υπόσταση χάρις στο στατικό σκηνικό της Εύας Νάθενα, με τα πτώματα στους σάκους, οδυνηρός συμβολισμός του πολέμου και των συνεπειών του. Ακόμα και το λευκό, στις καρέκλες και στον τοίχο – φόντο, είναι απλά ένας καμβάς, στον οποίο η σκηνοθεσία μεταφέρει όλες τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Θαρρώ, πώς το λευκό χρώμα είναι η βάση για ένα άτομο να εκφράσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του. Το βρίσκω εύρημα που λειτουργεί συμβολικά και προϊδεάζει το κοινό για μια ιδιόμορφη, ιδιαίτερη συνθήκη, πέρα από τις καθιερωμένες θεατρικές συμβάσεις στις σύγχρονες μεταφορές παλιότερων έργων.

Αντίθετα, τα κοστούμια είναι απλά και σημερινά, (με εξαίρεση το ταγιέρ του/των Φρουρών, υποθέτω αναγωγή στους αρχέγονους χρόνους, όπου ο άνθρωπος ήταν μυθολογικά ανδρόγυνος), αποπνέουν ανθρωπιά και καθημερινότητα. Σημειωτέον ότι το ελάχιστο ηχητικό περιβάλλον που δημιουργεί ο Λόλεκ, καθώς και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα υπογραμμίζουν τη μετάβαση από την ανθρώπινη οντότητα στην «ινδαλματική» της υπόσταση.

Η σκηνοθέτις χαράσσει τη γραμμή της σε μια ζώνη ασφυκτική, που περιστασιακά τη χαλαρώνει με την ανάμειξη ηθοποιών και θεατών.

Άλλωστε ο Ανούιγ έγραψε το έργο σε κρίσιμη καμπή της ναζιστικής κατοχής. Ο Κρέοντας εδώ ισοδυναμεί, θαρρείς, με συνεργάτη της δωσίλογης «κυβέρνησης του Βισύ» και η Αντιγόνη με μια Γαλλίδα αντιστασιακή που διαθέτει πάθος, νιάτα, επαναστατικό χαρακτήρα και ιδεολογικά κίνητρα στην ανυπακοή της. Ο Βασιλιάς είναι το γήρας, η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, οι διεφθαρμένοι συμβιβασμοί της Realpolitik.

Οι ερμηνείες, συναρπαστικές. Ο Χρήστος Στέργιογλου είναι ο ιδανικός είρωνας αφηγητής – Χορός, με φωνή και βλέμμα, βέλη που βρίσκουν στο κέντρο τον στόχο τους.

Η χαρισματική ηθοποιός και ευρηματική σκηνοθέτις Μαρία Πρωτόπαππα, ελίσσεται αριστοτεχνικά ανάμεσα σε ρόλους και σε σκηνοθέτη. Ερμηνεύει χαρακτήρες ( Ισμήνη και Αντιγόνη), καθοδηγεί την ομάδα, αφηγείται την ιστορία. Είναι ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος στην παράσταση. Άλλοτε αυστηρή, άλλοτε τρυφερή, άλλοτε επίπεδη, πάντα εντυπωσιακή και ουσιαστική.

Η πρωτοεμφανιζόμενη Ηλέκτρα Μπαρούτα, καλότυχη, μυρώνεται στο δράμα από σημαντικούς «αναδόχους», είναι η απείθαρχη Αντιγόνη που αντιστέκεται σθεναρά στις εθιμοτυπικές και νομικά επιβεβλημένες απαιτήσεις του Βασιλιά. Είναι η μόνη που διεκδικεί και πληρώνει για τη θέση της: «Εγώ μπορώ ακόμα να πω όχι». Με αυτή και μόνο τη φράση φέρνει την ανθρώπινη όψη της ιστορίας του Σοφοκλή, που επανάφερε ο Ανούιγ στο 20Ο αιώνα, με τη δική του άποψη- τοποθέτηση.

Ο εξαίρετος Γιάννης Τσορτέκης ερμηνεύει συγκλονιστικά τον, κάθε άλλο παρά γαλαζοαίματο Κρέοντα, που, ως κατ’ ανάγκη βασιλιάς, δεν έχει άλλη επιλογή από το να παίξει στην ιστορία πειστικά τον ρόλο του εξουσιαστή, του αντιπαθούς και ανάλγητου ηγέτη. Γνωρίζει ότι η θέση που υπηρετεί δεν είναι περιπέτεια, αλλά υποχρέωση στο καθήκον. Και είναι, όντως, ένας νομοταγής «κακός», ένας άνακτας – κοινός θνητός, που, είτε σου αρέσει είτε όχι, τον αποδέχεσαι και τον εκτιμάς.

Η Αντιγόνη πεθαίνει και ακολουθούν οι παράπλευρες απώλειες. Πεθαίνει και ο υιός Αίμων (πολύ καλός ο Δημήτρης Μαμιός), έχοντας προλάβει να πει στον πατέρα του «μπαμπά, κάνε με να σε θαυμάσω πάλι», η Ισμήνη το ίδιο, όπως και οι Φρουροί. Σταδιακά οι καρέκλες αδειάζουν. Τα λευκά σπετσάτα- τοιχία στο βάθος της σκηνής αφαιρούνται και το μαύρο του σκότους κυριαρχεί πλέον. Μένει τελευταίος στη σκηνή ο αφηγητής – αγγελιαφόρος που λέει τις θλιβερές ειδήσεις. Κλείνει τα φερμουάρ στους νεκρικούς σάκους. Οι νεκροί κείτονται στα δάπεδο. Εικόνα που δεν έλλειψε από τα μάτια μας μέχρι σήμερα κι ούτε πρόκειται να εκλείψει ποτέ. Ο αφηγητής- Χορός δίνει σήμα: αυλαία!

 Επίλογος

Ο Σοφοκλής έγραψε μια τραγωδία που στον πυρήνα της υπάρχουν οι αρχές που μας διέπουν: η τιμή, η οικογένεια και οι Θεοί. Ο Ανούιγ την μετατρέπει σε ένα ισχυρό αντιπολεμικό δράμα γεμάτο αιχμές για την άρχουσα τάξη, την εξουσία και την δύναμη ενός ανθρώπου που τολμά να στέκει απέναντι της ολομόναχος, χωρίς δεκανίκια – θεούς.

Αυτή η παράσταση που φιλοξενεί το «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης, εστιάζει στη μεταθεατρικές πτυχές του έργου, που είναι, κυρίως, οι καταστάσεις στις οποίες είμαστε παγιδευμένοι, δίχως να έχουμε δυνατότητα απεγκλώβισης ή, έστω, κάποιου ελέγχου σ’ αυτές.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Σκηνοθεσία, Δραματουργική Επεξεργασία: Μαρία Πρωτόπαππα

Σκηνικός χώρος-Κοστούμια: Εύα Νάθενα

Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη

Μουσική: Λόλεκ

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δημήτρης Σταυρόπουλος, Ορέστης Σταυρόπουλος

Βοηθός Ενδυματολόγου: Έλσα Γκόγκογλου

Φωτογραφίες προώθησης: Ρούλα Ρέβη

Φωτογραφίες παράστασης: Μαριλένα Αναστασιάδου

Μακιγιάζ προωθητικής φωτογράφισης: Σίσσυ Πετροπούλου

Κοσμήματα φωτογράφισης: Noilence

Video-trailer παράστασης: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Γραφιστικά- Σχεδιασμός Αφίσας: Γιάννης Σταματόπουλος

Επικοινωνία παράστασης: ΑνζελίκαΚαψαμπέλη

Διεύθυνση παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη

Εκτέλεση Παραγωγής: KartProductions-Μαρία Ξανθοπουλίδου

ΠΑΙΖΟΥΝ: Χρήστος Στέργιογλου, Γιάννης Τσορτέκης, Δημήτρης Μαμιός, Δημήτρης Μαργαρίτης, Ηλέκτρα Μπαρούτα και η Μαρία Πρωτόπαππα

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

Μολιέρου «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων!

Μολιέρου-«Ο-κατά-φαντασίαν-ασθενής»-στο-αρχαίο-θέατρο-Φιλίππων!

Διασκευή – σκηνοθεσία: Μιχάλης Ρέππας – Θανάσης Παπαθανασίου

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία σε επίπεδο υποδομών, αξιών και στάσεων ζωής, σύμφωνα με τα δεδομένα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η συνάντηση γιατρού-ασθενούς δύναται να βασιστεί σε πατερναλισμό, πληροφόρηση, ερμηνεία ή συζήτηση. Ανάλογα με την επιστημονική πληρότητα του «πομπού» και του μορφωτικού επιπέδου του «δέκτη». Αυτή η συνάρτηση είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η κωμωδία του Μολιέρου «Ο κατά φαντασίαν ασθενής».

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Παλαί – Ρουαγιάλ του Παρισιού στις 10 Φεβρουαρίου του 1673, ως κωμωδία τριών πράξεων, με πρόζα, χορευτικά και μουσική, σε συνθέσεις του Μάρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον συγγραφέα.

Στη χώρα μας έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές, με πρώτη καταγεγραμμένη παράσταση αυτή του του Εθνικού Θεάτρου (1953/54), σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολωμού και με τον Χριστόφορο Νέζερ στον ρόλο του Αργκάν.

 Το 1972 το Κ.Θ.Β.Ε. ανεβάζει τη γνωστή κωμωδία του Μολιέρου – με τον Μίμη Φωτόπουλο στον κεντρικό ρόλο – σε μετάφρασή Ιωάννη Πολέμη και σκηνοθεσία Πιερ Πεϊρού και κάνει πρεμιέρα στην Καβάλα, στο ΔημοτικόΘέατρο «Παλλάς», σημερινό «Αντιγόνη Βαλάκου».

Στη συνέχεια το επιλέγει για τη σαιζόν 1998-99, με τον Διονύση Καλό στον κεντρικό ρόλοκαισε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, ενώ το 2012 το ανεβάζει και πάλι, με τον Γιώργο Κωνσταντίνου να ερμηνεύει τον Ακργκάν, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.

Ο Αργκάν είναι κατά φαντασίαν άρρωστος. Πιστεύει ότι πάσχει από αναρίθμητες ασθένειες και θέλει συνεχώς να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι του γιατροί και να τον εξετάζουν. Έτσι, γίνεται θύμα επιτήδειων που τον εκμεταλλεύονται. Η δεύτερη γυναίκα του τον απατά με έναν γιατρό, απατεώνες θεραπευτές απομυζούν τα χρήματά του, ενώ προσδοκά να παντρέψει τη μεγάλη του κόρη με γιατρό της επιλογής του.

Εκείνη, που είναι ερωτευμένη με τον Κλεάνθη, αναγκάζεται να παρουσιάσει τον αγαπημένο της ως επιστημονική αυθεντία ιατρικής, προκειμένου να γίνει αποδεκτός από τον πατέρα της.

Ο αδελφός του, ο Βεράλδος, σε συνεργασία με την υπηρέτριά του Τουανέττα, θα προσπαθήσει να τον “θεραπεύσει” από τις φαντασιοπληξίες του. Τον πείθουν να παραστήσει τον νεκρό, ώστε να ανακαλύψει ποιος πραγματικά τον αγαπάει και του είναι πιστός. Θα αποδειχθεί, τελικά, ότι η δεύτερη σύζυγός του Μπελίνα κυνηγούσε μόνο τον Αργκάν και θα επιτρέψει στην κόρη του Αγγελική να παντρευτεί τον άντρα που έχει επιλέξει εκείνη.

Ο Μολιέρος, άρρωστος ο ίδιος από μικρή ηλικία, στρέφει τα βέλη του εναντίον των γιατρών της εποχής του. Η κατάσταση της ιατρικής του 17ου αιώνα δικαιολογούσε τέτοιες αποδοκιμασίες, ψόγους, μομφές. Υπήρχαν πολλοί τσαρλατάνοι και περιπλανώμενοι κομπογιαννίτες δίπλα στους επιστήμονες, οι οποίοι με καθάρσια, υποκλυσμούς, φλεβοτομές, με ύφος πομπώδες και φανταχτερές λατινικές ορολογίες ασκούσαν το επάγγελμα του γιατρού, καμουφλάροντας έτσι την ανεπάρκεια των γνώσεών τους και την αναξιοπιστία των συνταγών τους.

Σήμερα η διάγνωση σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν «υποχονδριακή νεύρωση» και οι φροϋδικοί ψυχαναλυτές θα ξάπλωναν τον ήρωα- Αργκάν, τουλάχιστον, τέσσερις φορές την εβδομάδα στο γνωστό ντιβάνι, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψουν τι πήγε λάθος στα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του.

Η παράσταση αποτελεί διασκευή του ομώνυμου έργου του Μολιέρου, διά χειρός Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα. Διατηρήθηκε ο δραματουργικός ιστός και κάποια από τα πρόσωπα της Γαλλικής κωμωδίας, αλλά το συγγραφικό δίδυμο άλλαξε όχι μόνον την εξέλιξη, αλλά και την δραματουργική εστίαση του πρωτότυπου έργου. Ως αποτέλεσμα, πρόκειται πλέον για μια κωμωδία χαρακτήρων, παρά για καυστική σάτιρα του Γάλλου συγγραφέα, ο οποίος θέλησε να στηλιτεύσει την τάξη των ιατρών της εποχής εκείνης, που με την αμάθεια και τη φιλαυτία τους παραπλανούσαν τους ασθενείς τους, οδηγώντας τους ακόμα και στην τελευταία κατοικία τους.

Ο Αργκάν, άρρωστος μόνο στην φαντασία του, καταντάει με τον εγωισμό του και τις εμμονές του να ταπεινωθεί, να εξευτελιστεί και να γίνει έρμαιο στα χέρια των επιτήδειων «πρακτικών» της εποχής του. Ακόμα, με τις ακρότητές του γίνεται τύραννος για τους ανθρώπους που έχει κάτω από την επίβλεψή του, κάνοντας τα παιδιά του να υποφέρουν. Θέλει να παντρέψει την κόρη του Αγγελική με γιατρό για να έχει δωρεάν ιατρική φροντίδα. Ο αδερφός του Βεράλδος μαζί με την υπηρέτρια του Αργκάν, Τουανέττα, θα προσπαθήσουν να τον θεραπεύσουν από τις φαντασιοπληξίες του.
 

Ο Μολιέρος ήταν απόλυτος. Ξεπερνώντας τη συνηθισμένη του σάτιρα σ’ αυτό το κείμενο – ούτε λίγο ούτε πολύ – αρνείται κάθε θεραπευτική αγωγή που προτείνει η ιατρική επιστήμη. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι όποιος αρρωστήσει κι εφαρμόζει «κούρες» χάνει τον καιρό του. Πιστεύει δε, ότι η φύση είναι ο απόλυτος θεραπευτής. Παίζοντας ο ίδιος τον ρόλο του «ασθενούς κατά φαντασίαν» στη σκηνή, καταρρέει και μέσα σε λίγες ώρες πεθαίνει αβοήθητος.

Από τις αρχές του 17ου αιώνα το λογοτεχνικό ρεύμα «μπαρόκ» ήταν παρών στη Γαλλία. Ωστόσο, το 1661 κατά την άφιξη του βασιλιά Λουδοβίκου 14 ου , του περίφημου βασιλιά «Ήλιου», εμφανίζεται μια νέα λογοτεχνική τάση, ο κλασικισμός. Αρκετοί συγγραφείς, όπως ο Ρακίνας και ο Μολιέρος, την έχουν χρησιμοποιήσει.
 

Αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι η κωμωδία «Ο κατά φαντασίαν ασθενής».

Σε μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου αντιλαμβανόμαστε, σαφέστατα, ότι ο συγγραφέας επικεντρώνεται στους φορμαλιστές γιατρούς, ύστερα στους χαρακτήρες οπορτουνιστές και κατόπιν στις σχέσεις γονέα –παιδιού. Υπερτερεί η αγάπη των παιδιών προς τον πατέρα, σαν ένα μήνυμα ιερού καθήκοντος και όχι συμβατικής υποχρέωσης.

Το Μουσικό Θέατρο που αναπτύχθηκε κυρίως την εποχή του Μεσοπολέμου στην Ευρώπη, συνδυάζει το θέατρο, τη μουσική και την κίνηση, δημιουργώντας μία φόρμα, όπου τα τρία αυτά στοιχεία συμμετέχουν ισάξια.

Το έργο, όπως συμφωνούν πολλοί, τοποθετείται αρκετά σκαλοπάτια κάτω από τα αριστουργήματα του Μολιέρου «Μισάνθρωπος» και «Ταρτούφος». Ωστόσο, προσφέρει στο κοινό μια ιλαρότητα με τις κωμικές πινελιές και τις πλοκές του θεατρικού συγγραφέα. Αυτό το «κύκνειο άσμα» του Μολιέρου, ως ραμμένη διαφοροποίηση, πλήρης χορευτικών σεκάνς και μουσικών ιντερμεδίων, προσφέρεται στις μέρες μας σε αλλαγές ή διασκευές και σε σύγχρονες σκηνοθετικές ελευθερίες, όπως συμβαίνει στην παράσταση του κρατικού.

Οι σκηνοθέτες Ρέπας- Παπαθανασίου στήνουν μια ευφρόσυνη παράσταση στα μέτρα τους, έμπλεη υπαινιγμών, σατιρικών μεγεθυσμένων βολών, ενορχηστρώνουν με κέφι όλες τις συνιστώσες σε ένα καλοσυντονισμένο σύνολο δυνάμεων επί σκηνής, εμπλουτίζουν τη δράση με μια ποικιλία χαρακτήρων πέρα από συγγραφική πένα και δωρίζουν γέλιο στην πλατεία.

Οι ερμηνείες, σύμφωνα με τις δυνατότητες- ευκολίες που διαθέτουν οι ηθοποιοί, με πρωταγωνιστή τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη, ο οποίος κινείται στους γνώριμους δρόμους του, με μούτες και λοιπά ακκίσματα επιθεωρησιακού «fast track» τύπου.

Μαζί του οι δοκιμασμένοι στο είδος ηθοποιοί, όπως η έμπειρη Σοφία Βογιατζάκη, ως ελαφρόμυαλη σύζυγος.
Η απολαυστική Παρθένα Χοροζίδου, ως πανέξυπνη και αφοπλιστική υπηρέτρια, ο μαέστρος στις γκριμάτσες Πάνος Σταθακόπουλος, στον ρόλο του γιατρού που επιδιώκει έναν γάμο συμφέροντος.

Ο ταλαντούχος Ιωάννης Απέργης, ως ο νεαρός Κλεάνθης, ο αληθινός έρωτας της κόρης του Αργκάν.
Ο Θάνος Μπίρκος, επίσης της σχολής των πολλαπλών μορφασμών, ως ο υποψήφιος γαμπρός και η όμορφη Αντιγόνη Νάκα, ως η ερωτευμένη κόρη.

Τη σκηνική εικόνα απογειώνει ο Γιάννης Μετζικώφ με τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, ενώ οι φωτισμοί της Μελίνα Μάσχα συμπληρώνουν ένα αισθητικά άρτιο και λαμπερό αποτέλεσμα.

Σημείωμα των διασκευαστών και σκηνοθετών:

Η αλήθεια είναι ότι φτάσαμε αισίως στα 67 μας χρόνια για να μας ανατεθεί μια κλασική κωμωδία. Μετά από σχεδόν 40 χρόνια δουλειάς πάνω στην κωμωδία, καταπιαστήκαμε με τον “Ασθενή” χωρίς ίχνος διάθεσης για μοντερνιές και “βαθυστόχαστους” διδακτισμούς. Προσπαθήσαμε να εισπράξουμε την χαρά του σκηνικού παιχνιδιού από το πρωτότυπο και να την αποδώσουμε στον θίασο και στο κοινό.

Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια η κλασική κωμική γραμματεία ταλαιπωρείται (κατά τη γνώμη μας) από “απόψεις”. Εμείς δεν έχουμε άποψη. Σεβόμαστε και προσπαθούμε να προσεγγίσουμε την πρόθεση του Μολιέρου και επιδιώκουμε μια παράσταση, που να την χαρακτηρίζει η χαρά και το γέλιο. Είναι πολύ δύσκολη η ανθρώπινη ζωή για να σηκώσει και “σκοτεινές” κωμωδίες. Εμείς θέλουμε να οδηγούμε πάντα το κοινό στην ανεμελιά και το γέλιο της παιδικότητας. Γιατί εδώ που τα λέμε μόνο ένα παιδάκι μπορεί να δει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Και επειδή πολλές βασιλείες και πολλά “δεδομένα” της σύγχρονης κοινωνίας είναι γυμνά από αλήθεια, αναζητάμε την αλήθεια με όπλο την παιδικότητα. Μια παιδικότητα και μια ελαφράδα που δεν έχουν να κάνουν με την ανοησία και το βεβιασμένο χάχανο αλλά με την απελευθερωτική βαθιά χαρά που δίνει στον άνθρωπο το αυθόρμητο γέλιο.

(Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας)

Ταυτότητα Παράστασης:

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας

Σκηνικά – Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθός σκηνοθέτη: Βίκυ Πάστρα

Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα

Social Media: Renegade Media

Οργάνωση παραγωγής: Κωνσταντίνα Νταντάμη

Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

Πρωταγωνιστούν:

Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Σοφία Βογιατζάκη, Παρθένα Χοροζίδου, Πάνος Σταθακόπουλος, Ιωάννης Απέργης, Θάνος Μπίρκος, Αντιγόνη Νάκα.

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Η Ευανθία Ρεμπούτσικα στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Η-Ευανθία-Ρεμπούτσικα-στο-Αρχαίο-Θέατρο-Φιλίππων

Μετά τις θριαμβευτικές βραδιές του χειμώνα στο Θέατρο Παλλάς και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, η σπουδαία συνθέτης Ευανθία Ρεμπούτσικα έρχεται στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων την Κυριακή 2 Αυγούστου στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Δεν υπόσχεται μόνο μια συναυλία, αλλά μια εμπειρία που σε μαγεύει και σε ταξιδεύει. Οι μελωδίες της απλώνονται σαν θαλασσινή αύρα, γλιστρούν ανάμεσα στα φώτα της σκηνής και σμίγουν με τις σιωπές του κοινού. Το βιολί της γίνεται πυξίδα που οδηγεί σε τόπους γνώριμους αλλά και απρόσμενους εκεί όπου η μνήμη συναντά το συναίσθημα και το καλοκαίρι γίνεται ήχος.

Με μια ομάδα εκλεκτών μουσικών και με ανανεωμένες ενορχηστρώσεις, οι φετινές εμφανίσεις αποκτούν έναν πιο εξωστρεφή παλμό. Ρυθμοί που θυμίζουν ταξίδια, μελωδίες που γεννούν εικόνες, στιγμές που δεν χωρούν σε λέξεις. Κάθε βραδιά μεταμορφώνεται σε μια ζεστή, φωτεινή συνάντηση, όπου το κοινό δεν είναι απλός θεατής αλλά συνοδοιπόρος.

Το καλοκαίρι βρίσκει τη μουσική της πιο ανάλαφρη, πιο τολμηρή, πιο απελευθερωμένη. Και εκεί, κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, η Ευανθία Ρεμπούτσικα μας καλεί να αφεθούμε, να θυμηθούμε, να ονειρευτούμε, να νιώσουμε.

Συμμετέχουν οι μουσικοί:

Ανδρέας Συμβουλόπουλος – πιάνο

Θάνος Σταυρίδης – ακορντεόν

Πάνος Δημητρακόπουλος – κανονάκι

Δημήτρης Τσεκούρας – κοντραμπάσο

Νίκος Παπαβρανούσης – τύμπανα

Νίκος Βεκύρης – ηχοληψία

Γιώργος Χαραλάμπους – φωτισμοί

Παραγωγή : Pure Art

Τιμές εισιτήριων:

Γενική είσοδος : 20 ευρώ

Μειωμένο (ΑμεΑ, φοιτητές, παιδιά έως 10 ετών, ανέργων, άνω των 65): 15 ευρώ

Προπώληση: www.ticketservices.gr

Φυσικά σημεία Προπώλησης

ΚΑΒΑΛΑ

Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών (πρώην ΕΟΤ)

10.00 – 14.00 & 18.00 – 21.00

(τις ημέρες των παραστάσεων θα γίνεται η προπώληση στο ταμείο του χώρου)

Κεντρική Πλατεία

Τηλ. 2510-620566

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

(μόνο τις ημέρες παραστάσεων)

19:00 – 22:00

ΚΡΗΝΙΔΕΣ

Café «Προσκήνιο»

Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων

Τηλ. 2510-516090

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Νίκος Ξυλούρης, ο Αρχάγγελος της Κρήτης» σε περιοδεία!

«Νίκος-Ξυλούρης,-ο-Αρχάγγελος-της-Κρήτης»-σε-περιοδεία!

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Με αφορμή τα 90 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου λυράρη και ερμηνευτή, η μουσικοθεατρική παράσταση «Νίκος Ξυλούρης, ο Αρχάγγελος της Κρήτης» περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα!

Το κείμενο που είναι βασισμένο σε πολυετή έρευνα και αρχειακό υλικό, υπογράφει η Ζαχαρένια Πετράκη.

Είναι η πρώτη φορά που η ζωή και το έργο αυτού του μεγάλου Έλληνα, του καλλιτέχνη-σύμβολο, του Νίκου Ξυλούρη, παρουσιάζεται στο θέατρο σε μία υψηλών αξιώσεων παραγωγή με έναν πολυπληθή θίασο και τη συμμετοχή σημαντικών καλλιτεχνών του θεάτρου και της μουσικής.

 Έτσι, ο «Αρχάγγελος της Κρήτης» όπως αποκαλούσαν τον Ψαρονίκο, ζωντανεύει στη σκηνή σε μία παράσταση με ζωντανή μουσική, αδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό, πολύτιμα ηχητικά ντοκουμέντα και αφήγηση. Είναι μία βιωματική εμπειρία που ενώνει τη μαρτυρία, την τέχνη και τη συγκίνηση.

Το έργο επιχειρεί να συστήσει τη μορφή του Ξυλούρη όχι μόνο ως φωνή-σύμβολο, αλλά ως το εσωτερικό σύμπαν ενός ανθρώπου που τραγουδούσε με την ψυχή ενός λαού.

Οι θεατές απολαμβάνουν τα εμβληματικά τραγούδια του Ξυλούρη σε νέες ενορχηστρώσεις του Ανδρέα Κατσιγιάννη, ενώ το κρητικό πρόγραμμα της παράστασης επιμελείται μουσικά ο Ross Daly!

Η Ουρανία Ξυλούρη (απολαυστική η Ιωάννα Λέκα στον ρόλο), η σύντροφος της ζωής του Νίκου και θεματοφύλακας της μνήμης του, έχει συνεισφέρει ουσιαστικά στην τελική διαμόρφωση του κειμένου. Με οδηγό τις αφηγήσεις της και άξονα τραγούδια που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή, η παράσταση δεν αποτυπώνει μόνο το μεγαλείο της φωνής του, αλλά αποκαλύπτει – κυρίως – το ηθικό και πνευματικό βάρος μιας προσωπικότητας που σφράγισε το νεότερο ελληνικό πολιτισμό.

Επίσης, αναβιώνουν προσωπικότητες-σταθμοί της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας όπως, η Τζένη Καρέζη, ο Κώστας Καζάκος, ο Χρήστος Λεοντής κ.α. Φυσικά, ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη σχέση του Νίκου με τον Σταύρο Ξαρχάκο, που ξεκίνησε με τον σημαντικό δίσκο «Διόνυσε Καλοκαίρι μας», και εξελίχτηκε σε μια δυνατή φιλία. 

Ακολουθούμε τα βήματα του «Αηδονιού της Κρήτης» από τα παιδικά του χρόνια στα Ανώγεια, στη σκιά της Κατοχής, μέχρι τις ημέρες του θριάμβου του στις αθηναϊκές μπουάτ της δεκαετίας του ’70. Θυμόμαστε τη δημόσια παρουσία του που ταυτίστηκε με τον αγώνα, την αξιοπρέπεια και την ελπίδα μιας ολόκληρης εποχής και φτάνουμε στην πρόωρη αναχώρησή του από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 44 ετών.

Μια μουσικοθεατρική παράσταση θεωρείται επιτυχημένη όταν καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην καλλιτεχνική αρτιότητα και τη συναισθηματική σύνδεση με το κοινό, όπως ακριβώς συμβαίνει στη συγκεκριμένη πολυπρόσωπη παραγωγή.

Η μουσική, τα τραγούδια και οι διάλογοι δε λειτουργούν ξεχωριστά, αλλά προχωρούν την πλοκή, επειδή οι στίχοι των τραγουδιών αποτελούν φυσική συνέχεια του λόγου.

Οι ηθοποιοί έχουν την ικανότητα να ισορροπούν απόλυτα ανάμεσα στην υποκριτική, το τραγούδι και τον χορό. Παράλληλα, οι επαγγελματίες τραγουδιστές ενσωματώνονται στον θίασο, σαν ισότιμα μέλη – παράγοντες, στην ολοκλήρωση του εγχειρήματος με απόλυτη επιτυχία. Η μεταξύ τους χημεία επηρεάζει άμεσα την ενέργεια που φτάνει στους θεατές.

Ο ρυθμός κρατάει τον θεατή σε εγρήγορση, ανεβάζει την αδρεναλίνη με τη συγχρωτισμένη, ομαδική απόδοση, κερδίζοντας το κοινό, εφόσον το καθιστά ενεργό μέλος της δράσης με τη συμμετοχή του.

Το όνομα και η φωνή του Νίκου Ξυλούρη φέρουν ένα τεράστιο συναισθηματικό και ιστορικό βάρος για την Ελλάδα. Η παράσταση δε λειτουργεί απλώς ως μια βιογραφία, αλλά ως ένα εθνικό και πολιτιστικό μνημόσυνο, που ξυπνά αναμνήσεις και προκαλεί ρίγη συγκίνησης, μαγεύοντας θεατές όλων των ηλικιών.

Τόσο σημαντικό κείμενο μέσα στην απλότητα του και τόσο συναισθηματικό, ενώ αποφεύγει την παγίδα τού να γίνεται «μελό». Ταυτόχρονα, χαρίζει στο θέατρο μια άλλη συγγραφική πνοή, αυτή της αληθινής αναφοράς στη ζωή και στο πνεύμα, στη θέληση και στις προσδοκίες, στον αγώνα να επιβάλει τα δικά του πιστεύω, την ελευθερία που ένιωθε να φουντώνει μέσα του, την προσπάθεια του να κατανοήσει όσα δύσκολα, στιχουργικά, του έδιναν να τραγουδήσει, όντας σχετικά απροετοίμαστος, μα με μια πηγαία μεγαλοσύνη, αυτός ο Ψαρονίκος που ήρθε και έφερε (όχι μόνο στο τραγούδι) μια άλλη φωνή (τη ξεχωριστή δική του), μια άλλη διάσταση, τόσο ανθρώπινη, τόσο ευαίσθητη, μα και τόσο δυναμική, όσο και επική.

Περήφανη και απέριττα ευγενική.

Συνδυάζοντας ντοκουμέντα, φωτογραφίες, μουσική, κρητικά τραγούδια, η θεατρική γραφή της Ζαχαρένιας Πετράκη, συγκροτεί ένα θεατρικό έργο ειλικρινές, χωρίς συγγραφικά τσιτάτα και τόσο απλό, όσο και επιβλητικό.

Ο σκηνοθέτης Νικορέστης Χανιωτάκης αποκαλύπτει την πραγματική υπόσταση του Θεάτρου, φέρνει κυρίως την προσωπικότητα του Ξυλούρη και διαθλά αυτό το θεατρικό κείμενο της μητέρας του, που το έγραψε, με δέσμες φωτεινές, με ηχητικά απαλά κύματα, μέσω των τραγουδιών από τα τόσα που ερμήνευσε ο Ξυλούρης, ενσωμάτωσε στη παράσταση και κάποια παραδοσιακά κρητικά που προβάλουν την απαραίτητη ατμόσφαιρα, δημιουργεί τη χρονική διάρκεια, αποκαλύπτει θεατρικά τις επιθυμίες, την ηθικότητα έως και το πνεύμα αυτού του ερμηνευτή, που έμελλε να μείνει ανεξίτηλο και σε πολιτικό και σε πολιτιστικό επίπεδο.

Η παράσταση είναι επιτυχής γιατί δε μένει σε μια απλή «συναυλιακή» μορφή. Μέσα από κείμενα, αφηγήσεις, σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό και θεατρικά δρώμενα, καταφέρνει να συνδέσει τα τραγούδια με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής (όπως τα γεγονότα του Πολυτεχνείου), δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη θεατρική εμπειρία. Βέβαια, στην περιοδεία η σκηνοθεσία φαίνεται να υποφέρει από σημαντικές ατέλειες, με χειρότερη το ακατάπαυστο μπες- βγες όλων των ηθοποιών που ερμηνεύουν διάφορους ρόλους και τραγουδούν, κουβαλώντας καρέκλες που κανείς δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να τις βγάζουν και να τις βάζουν ξανά, αντί να είναι στατικές. Ο σκηνικός χώρος ευνοεί τη στατικότατα των αντικειμένων και μόνο οι φωτισμοί θα μπορούσαν άνετα να οριοθετήσουν τόπο και χρόνο.

Η τρίωρη διάρκεια της παράστασης δεν κουράζει, επειδή το σπουδαίο ανσάμπλ κρατά τους θεατές σε εγρήγορση, μάλιστα, τραγουδώντας αρκετά τραγούδια, ταυτόχρονα, με τους καλλιτέχνες.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμμετέχουν εξαιρετικοί καλλιτέχνες, όπως ο καθηλωτικός Αιμιλιανός Σταματάκης στον ρόλο του Ξυλούρη, ο Μέμος Μπεγνής, ο Γιάννης Καλατζόπουλος, μαζί με πολυμελή θίασο και ζωντανή ορχήστρα.

Μέσα από ζωντανή μουσική, αυθεντικά ηχητικά ντοκουμέντα, σπάνιο φωτογραφικό υλικό και συγκινητικές αφηγήσεις, φωτίζεται η διαδρομή του Ψαρονίκου από τα παιδικά του χρόνια στα Ανώγεια, μέχρι την καθιέρωσή του ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής μουσικής.

Καθοριστική είναι και η συμβολή της συζύγου του Νίκου Ξυλούρη, Ουρανίας Μελαμπιανάκη, η οποία μοιράστηκε προσωπικές μαρτυρίες και πολύτιμες αναμνήσεις, δίνοντας στην παράσταση το ξεχωριστό συναισθηματικό της βάθος.

Μέσα από τη μουσική διαδρομή που παρουσιάζεται, γίνεται σαφές πώς ο Ξυλούρης κατάφερε κάτι μοναδικό: πήρε την κρητική παράδοση, την πάντρεψε με το έντεχνο ελληνικό τραγούδι (συνεργαζόμενος με κορυφαίους συνθέτες όπως ο Μαρκόπουλος, ο Χάλαρης, ο Ξαρχάκος και ο Θεοδωράκης) και την έκανε κτήμα όλης της Ελλάδας.

Το μάθημα είναι ότι η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται όταν τον χειρίζονται άνθρωποι με σεβασμό και ταλέντο.

Το τελικό συμπέρασμα είναι μια αίσθηση χρέους και ελπίδας.

Η παράσταση δε λειτουργεί απλώς ως ένα μνημόσυνο ή μια νοσταλγική αναδρομή, αλλά ως μια «σκυτάλη» για τις επόμενες γενιές.

Μας καλεί να κρατήσουμε ζωντανές τις αξίες που πρέσβευε ο Ξυλούρης: την αγάπη για την πατρίδα, τον σεβασμό στην πολιτιστική κληρονομιά, την αξιοπρέπεια και τη συνεχή επαγρύπνηση για την ελευθερία.

Έτσι, ζήσαμε μια βραδιά γεμάτη συγκίνηση, μνήμες και μουσική στο «Ακόντισμα» Καβάλας κι ας μη μετείχαν στην παράσταση η Μελίνα Κανά και ο Μιχάλης Αεράκης.

Όλος ο θίασος είναι συγκινητικά υπέροχος και χωρίς αυτούς, τους οποίους – κακώς – αναφέρει το πρόγραμμα της περιοδείας.

Συντελεστές

Κείμενο: Ζαχαρένια Πετράκη

Σκηνοθεσία- επιμέλεια κειμένου: Νικορέστης Χανιωτάκης

Σύμβουλος Δραματουργίας: Ουρανία Ξυλούρη

Ενορχηστρώσεις: Ανδρέας Κατσιγιάννης

Μουσική επιμέλεια κρητικού προγράμματος: Ross Daly

Κοστούμια: Iωάννα Καλαβρού

Χορογραφίες/Επιμέλεια κίνησης: Έλενα Γεροδήμου

Φωνητική διδασκαλία: Γιάννης Μαθές

Επιμέλεια ήχου: Ζαχαρίας Σταμούλος

Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Κοκκινίδη

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελισάβετ Κανέλλη

VideoArtist/Στατικά-Γραφικά Παράστασης: Βικτώρια Βελλοπούλου

Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης

Στον ρόλο του Νίκου Ξυλούρη: ο εκπληκτικός Αιμιλιανός Σταματάκης

Στον ρόλο του Τάκη Λαμπρόπουλου: ο εξαίρετος Μέμος Μπεγνής

Σε ρόλο πασπαρτού ο έμπειρος και πολύ καλός ηθοποιός: Γιάννης Καλατζόπουλος 

Τραγουδά συγκλονιστικά ο Γιάννης Μαθές

Κρητική μουσική και τραγούδι το σπουδαίο δίδυμο: Μαθιός και Ραφαήλ Δαμουλάκης

Παίζουν (αλφαβητικά) : Γιάννης Ασκάρογλου, Ξανθή Γεωργίου, Νίκος Γκέλια, Γιάννης Καλαντζόπουλος, Ιωάννα Λέκκα, Γιάννης Μαθές, Λίζυ Ξανθοπούλου, Γιάννης Πέτρου, Αναστασία Τσιλιμπίου, Γιώργος Φλωράτος.

Όλοι τους για πολλούς επαίνους.

Παραγωγή : STAGES NETWORK ΑΕ

Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κρήτης.

 Σημαντική σημείωση: Πριν από την έναρξη κάθε παράστασης προβάλλεται η ταινία μικρού μήκους «Τα παιδικά χρόνια του Ψαρονίκου στα Ανώγεια».

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα