Connect with us

Πολιτισμός

«Λυσσασμένη γάτα» του Τενεσί Ουίλιαμς στο «Βασιλικό Θέατρο» από το Κ.Θ.Β.Ε.

«Λυσσασμένη-γάτα»-του-Τενεσί-Ουίλιαμς-στο-«Βασιλικό-Θέατρο»-από-το-ΚΘΒΕ.

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

«Αλλά βέβαια, εγώ δεν έχω τη γοητεία του ηττημένου, εγώ έχω ακόμα κουράγιο ν’ αγωνίζομαι και είμαι αποφασισμένη να νικήσω… Αν και δεν ξέρω τι είδους νίκη μπορεί να πετύχει μια λυσσασμένη γάτα πάνω σε καυτή, τσίγκινη στέγη ─ μόνο να προσπαθήσει να κρατηθεί εκεί πάνω για όσο αντέχει…»

Το θεατρικό του Τενεσί Γουίλιαμς έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ στις 24 Μαρτίου του 1955  με τον Μπεν Γκαζάρα στον ρόλο του Μπρικ και την Μπάρμπαρα Μπελ Γκέντες στον ρόλο της Μάγκι, σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν. Ο Τενεσί Ουίλιαμς έλαβε για το έργο αυτό βραβείο Πούλιτζερ, ενώ το 1958 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον Πωλ Νιούμαν και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.  Η ταινία έλαβε 6 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, μεταξύ των οποίων  και για  Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, χωρίς όμως να κερδίσει κάποιο.

Υπόθεση

Σε μια πλούσια αγροικία η οικογένεια Πόλιτ συγκεντρώνεται για τα 65α γενέθλια του Big Daddy, ο οποίος αγνοεί ότι είναι βαριά άρρωστος. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών, μια σειρά γεγονότων φέρνει στο φως το γιατί ο μικρός γιος, ο Μπρικ, δεν κάνει παιδιά με την πανέμορφη σύζυγό του, Μάγκι, και έχει επιλέξει για μόνιμη συντροφιά του το ποτό. Ο μεγάλος γιος,  ο Γκούπερ, ετοιμάζεται να γίνει για έκτη φορά πατέρας και ζητά το μερίδιο της κληρονομιάς που θεωρεί ότι του αναλογεί. Οι ενδοοικογενειακές διαμάχες και –κυρίως – η σύγκρουση του Μπιγκ Ντάντι με τον Μπρικ θα αλλάξει τις ζωές όλων.

Η Μάγκι. Ο Μπρικ. Ο Big Daddy. Τρία πρόσωπα, τρεις ρόλοι γραμμένοι από τον Τενεσί Ουίλιαμς, συνθέτουν ένα διαφορετικό τρίγωνο, οικογενειακό και ερωτικό, το τρίγωνο της «Λυσσασμένης γάτας». Το αιώνιο παιχνίδι του έρωτα και του θανάτου, της απελπισίας και της ελπίδας, της γονιμότητα

Και της στειρότητας, της φιλίας και της οικογένειας.

 Ανάγνωση

Μέσα από τη «Λυσσασμένη Γάτα» ο Τενεσί Ουίλιαμς τοποθετεί τον  θεατή να παρακολουθήσει  στενά, για ακόμα μια φορά, την πολυεπίπεδη πτώση της παραδοσιακής οικογένειας του Νότου, που πάντα ήταν ο συντηρητικός πυλώνας  της αμερικανικής κοινωνίας.

Είναι ένα έργο όπου πιστεύουμε κάθε λέξη που δεν εκφέρεται, κάθε συναίσθημα που δεν εκδηλώνεται, κάθε αδυναμία που δεν ομολογείται. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του, εκρηκτικοί μέσα στα αδιέξοδά τους, είναι διατεθειμένοι να συγκρουστούν έως τη συντριβή και την κατάρρευση. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια έγγαμη ερωτική σχέση που θυμίζει περισσότερο εναγκαλισμό θανάτου, παρά προσπάθεια συμβίωσης.

Η διεκδικητική Μάγκι προσπαθεί να αναστήσει πεθαμένα αισθήματα στον παραιτημένο Μπρικ που, μετά τον βιολογικό τραυματισμό του σε κάποιο γήπεδο, αποσύρεται στο δωμάτιό του και καταφεύγει στο ποτό.

Στην Αμερική της δεκαετίας του’50, όταν η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας καθίσταται ζήτημα υψίστης προτεραιότητας, όταν οτιδήποτε εναλλακτικό θεωρείται αυτομάτως απειλή προς τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, όταν οι κομμουνιστές και οι ομοφυλόφιλοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους και συλλαμβάνονται, ενώ το κράτος καλεί τους πολίτες να καταδώσουν φίλους και συνεργάτες, οι ήρωες του Ουίλιαμς φτιάχνουν τους δικούς τους γυάλινους κόσμους, προκειμένου να  επιβιώσουν, να βρουν ένα ασφαλές μέρος για να ανασάνουν ελεύθερα.

Η παράσταση

Αν η υπογραφή δεν ήταν του Σύλλα Τζουμέρκα αλλά ενός συγχρόνου αλά Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, θα μιλούσαμε για μια «πολύ λυσσασμένη γάτα», εφόσον ξέρουμε ότι ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν αρέσκετο  σε ημίμετρα, με το γυμνό.

 Ωστόσο, ο  διακεκριμένος  κινηματογραφιστής με πολλά βραβεία στο ενεργητικό του  και καλός ηθοποιός Σύλλας Τζουμέρκας, επιχειρεί για πρώτη φορά στην καριέρα του να σκηνοθετήσει μόνος του  ένα θεατρικό έργο και, μάλιστα,  υπαρξιακό δράμα του Τενεσί Γουίλιαμς. Την «Λυσσασμένη Γάτα».

Ακολουθεί  με  κινηματογραφική  γραφή  έναν ρεαλιστικό  δρόμο, σε μια σύγχρονη προσέγγιση του κειμένου και σε δίκη του μετάφραση και επιθυμεί ( υποθέτω) να  αποκαλύψει με ακρίβεια όλα τα στοιχεία του, οπτικά και νοητά.

Έτσι, παρουσιάζει την κοινωνιολογική, την ψυχολογική και τη συμβολική όψη του έργου, με κινηματογραφικό ύφος, ας πούμε κόμικς, δηλαδή μια  αφήγηση ως μια αλληλουχία εικόνων και ήχων, που ερμηνεύονται από τον θεατή ως μια «ιστορία» με συγκεκριμένη πλοκή, εξέλιξη και κατάληξη. Επομένως, ταυτίζεται με τις απαιτήσεις του συγγραφέα, έστω με αισθητική νομάδων, με στιλ παλιομοδίτικο που βρίσκει κανείς στα καταστήματα  «ό,τι πάρεις 4 ευρώ».  Άκομψο εγχείρημα, αλλά άποψη, θα πείτε.

Οπωσδήποτε,  μελέτησε ότι  οι πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ μας  συνθέτουν ένα δίχτυ, όπου, μαζί με τα πολλά θετικά μας στοιχεία, κουβαλάμε και ένα μεγάλο βάρος από οδυνηρά βιώματα, ασυνείδητες εμπάθειες, αναίτιες προκαταλήψεις, κληροδοτημένα μίση ή καταναγκαστικές προτιμήσεις, που στοιχειώνουν τον αγώνα μας για ολοκλήρωση και ευτυχία.

Το δυναμικό του ανθρώπινου όντος, όπως και εκείνο των κοινωνικών του ιστών, είναι στην πραγματικότητα ανεξάντλητο, παραμένει όμως ανεκμετάλλευτο εξαιτίας της τάσης του να καθηλώνει τον εαυτό του στην πιο μέτρια εκδοχή του. Η απάντηση σ’ αυτή την πρόκληση, το πέρασμα από το ψεύτικα ατομικό στο αληθινά συλλογικό, είναι να γνωρίσουμε σε βάθος τον εαυτό μας και να απελευθερώσουμε την κρυμμένη του δημιουργικότητα, επιτρέποντάς της να ανθίσει. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους μοίρασε τους κεντρικούς ήρωες σε διαφορετικά πρόσωπα κι έτσι  αγκάλιασε όλες τις συνιστώσες του ψυχολογικού, εσωτερικού κόσμου μας.

Πιστεύω, ότι ο σκηνοθέτης μέσα από τη κινηματογραφική του  γραφή , δίνει  περισσότερη σημασία στην καταλυτική μορφή της όλης σύνθεσης, τον πατέρα ( εξαιρετικός ο Βασίλης Σπυρόπουλος) , επειδή γνωρίζει  – ύστερα από τόσα ταξίδια στα διεθνή Φεστιβάλ – ότι στην εποχή της ταχύτητας και των αλλαγών, σε όλα τα επίπεδα που διανύουμε  σήμερα, ο συναισθηματικός κόσμος υποχωρεί μπροστά στο αλόγιστο κυνήγι της επιτυχίας. Αλλά το άγγιγμα της ψυχής, γυμνής, μοναχικής, κρυμμένης  πίσω από ένα κοινωνικό προσωπείο, ενδιαφέρει τον καθένα, πάντα θα ενδιαφέρει τον καθένα.

Οπότε, ο  μη αποστασιοποιημένος θεατής από τη δράση, αυτός  που διαπερνά βήμα το βήμα το κείμενο  και δε χάνεται στους φρενήρεις ρυθμούς της παράστασης, ενίοτε περιττούς, αντιλαμβάνεται ότι τ’ αστέρια τα μετρά με τα μάτια της ψυχής  σε μια υπέρβασή του  να ξεπεράσει τον φόβο της μοναξιάς, τον χρόνο που τρέχει χωρίς έλεος , ενώ αυτός, εμείς, απεγνωσμένα προσπαθούμε ν’ αφήσουμε το στίγμα ότι δεν ήρθαμε να δούμε και να φύγουμε, αλλά αγαπήσαμε και μπορέσαμε να αγαπηθούμε.

Έργο χαρακτήρων η «Λυσσασμένη Γάτα», ηρώων που ξεδιπλώνουν μυστικά και ψέματα και περνάνε από την υποκρισία στην αλήθεια.

Στη σκηνή του «Βασιλικού Θεάτρου» συντελείται – κατά τον σκηνοθέτη –   μια κάθαρση ψυχής. Με παράδοξο, θορυβώδη  τρόπο, σαν χολιγουντιανή  b – movie.  Θα θέλαμε οι θεατές να  περνά  η αποδοχή  της πικρής αλήθειας, αυτή που   συνταράσσει τους ήρωες, τους  κάνει να βιάζονται να εκφραστούν και τελικά τους λυτρώνει,  να τους μετατρέπει από μέλη αγέλης ψεύτικων συμβάσεων, σε κανονικούς ανθρώπους, αλλά  δεν το ήθελε ο  κ. Σύλλας Τζουμέρκας. Κι έτσι, παραμένουν ένας ακαθόριστος εσμός , δίχως διαύγεια. Θα θέλαμε να δούμε   πώς αρχίζουν οι ήρωες δειλά- δειλά να νοιάζονται, να αγαπιούνται και να το δείχνουν, τιμώντας  έτσι τη ζωή με τον σεβασμό στην κάθε στιγμή της,  όμως, όχι μόνο δεν το είδαμε, αλλά μερικοί στην αίθουσα μήτε ν’ ακούσουν θέλανε. Προτιμούσαν, μάλλον,  το θολό, άγευστο απόσταγμα, έχοντας στον  νου ν’ αγοράσουν ένα μπουκάλι νερό στην έξοδο, ως  καθαρτήριο  «δια ταύτα».

Οι ερμηνείες των ηθοποιών του κρατικού φορέα του Βορρά  αξιοπρόσεχτες  αναμφίβολα. Βέβαια, κατάντησε κλισέ   η σκηνοθετική άποψη να μοιράζονται  οι ρόλοι  σε πολλά στόματα και σώματα.

 Οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. , έμπειροι και πειθαρχημένοι εργάτες του θεάτρου, ακολουθούν πάντα τις σκηνοθετικές οδηγίες. Οι: Βασίλης Σπυρόπουλος, Γιάννης Καραμφίλης και  Βασίλης Μπεσίρης, στον ρόλο του πατέρα, με σκηνική άνεση δίνουν τη λεπτομέρεια, ακροβατούν  στις αποχρώσεις, αλλά δεν  τιθασεύουν την υπερβολή,  επειδή δε θέλησε ο σκηνοθέτης να  τη μετατρέψουν   σε φυσικότητα.

 Εγώ, πάλι, δέχομαι ότι αυτοί οι  καλοί ερμηνευτές   πλάθουν με την ικανότητά τους  χαρακτήρες, με τις αδυναμίες, τα πάθη, τις εξάρσεις τους, κινούμενοι με ερμηνευτική δεινότητα  στην κόψη του ασυνειδήτου και της συνείδησης, του αποδεκτού και του αποφευκτέου, της δίψας για τη ζωή και της τελικής αποδοχής του θανάτου, έτσι όπως το θέλει ο Τενεσί Ουίλιαμς κι όχι ο σκηνοθέτης.

 Η Λίλα Βλαχοπούλου, η Λουκία Βασιλείου, η  Άννα Κόπακα  και η Λίλιαν Παλάντζα, σημαντικές μονάδες αλλά και εκπαιδευμένο ανσάμπλ της Μάγκι, αναδεικνύουν την «επιθετική άμυνα» της γυναίκας που στερείται τον   έρωτα και  τη χαρά της μητρότητας, ενώ παλεύουν με τον τραυματικό και αλκοολικό ψυχισμό του συζύγου, αλλά και με τους ενδοοικογενειακούς ανταγωνισμούς για τη διαχείριση της περιουσίας του ετοιμοθάνατου πεθερού.

 Ο Γιώργος Παπαδάκος και ο Δημήτρης Κολοβός, υποδύονται, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές  οδηγίες, τον Μπρικ, τον  αλκοολικό, δύσπιστο, μελαγχολικό, μα πληγωμένο Μπρικ από τον θάνατο του αγαπημένου του φίλου, όμως αμέτοχο στον ενδοοικογενειακό ανταγωνισμό. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στον Μπρικ ο Τενεσί βλέπει τον ίδιο τον εαυτό του. Ποτό, λανθάνουσα ομοφυλοφιλική τάση, εύνοια από τον πατέρα, αδιαφορία για τη γυναίκα του.

Αντίποδας του Μπρικ η κυνική αρπακτικότητα του Γκούπερ, τον οποίο υποδύεται ο πολύ καλός Ορέστης Παλιαδέλης, ενώ η Μελίνα Αποστολίδου υποστηρίζει καίρια μια Αμερικάνα μεγαλοαστή σύζυγο- μητέρα, αλλά και μεγαλοκληρονόμο.

Αρμόζουσες είναι και οι ερμηνείες της Βάσιας  Μπακάκου, ως συμφεροντολόγα και διεστραμμένη Μέι και Σούζι  ΜακΦίτερς.

Όλη η δράση του έργου συμπυκνώνεται στο σπίτι – καλύβα  ενός  καλλιεργητού βαμβακιού που σχεδίασε κατά παραγγελία σκηνοθέτη,  η Πηνελόπη Βαλτή. Εκεί και οι συζητήσεις των ηρώων (κοστούμια,  άνευ σημασίας  στη δράση,  της Μάρλι Αλειφέρη), ασυμφιλίωτοι όλοι τους  με την αλήθεια της ζωής.

Οι θεατές στο φινάλε  χειροκροτούν  την  ανατρεπτική εκδοχή του έργου, τις  ερμηνείες των ηθοποιών  και το  ανέμπνευστο – ομολογουμένως – τοπίο, που δημιουργούν  τα σκηνικά, τα κοστούμια, και οι φωτισμοί της παράστασης  των  Ελίζας Αλεξανδροπούλου και Δήμητρας  Αλουτζανίδου.

Ευχάριστη μουσική έκπληξη  η ερμηνεία της Πόπης Τυπάλδου (από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ) στο πιάνο.

Επίλογος

Το 1955 ο Τενεσί Ουίλιαμς γράφει τη Λυσσασμένη Γάτα, ένα θεατρικό έργο που σχολιάζει την υποκρισία στις διαπροσωπικές σχέσεις εντός μιας οικογένειας. Εδώ ο γάμος αποτελεί κοινωνική και μόνο υποχρέωση. Οι άνθρωποι φοράνε προσωπεία για να δείχνουν ότι τάχα αγαπούν, ότι ενδιαφέρονται -προσωπεία τόσο ρεαλιστικά και μόνιμα που έχουν ξεχάσει ότι είναι απλά μάσκες. Ο έρωτας αποτελεί εργοστάσιο παραγωγής απογόνων και μόνο, ουδείς απολαυστικότερος χαρακτήρας του αναγνωρίζεται. Ταυτόχρονα, όποια άλλη ατομική προτίμηση δεν αντιπροσωπεύει το κοινωνικό σύνολο, οφείλει να αυτοκτονήσει.

Συντελεστές

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας, Σκηνικά: Πηνελόπη  Βαλτή, Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου & Δήμητρα Αλουτζανίδου, Επιμέλεια κίνησης & Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Παπανικάνδρου, Βοηθός σκηνογράφου: Νιόβη Μπολιάκη, Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Πανά, Μουσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου, Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη

* Βοηθοί σκηνογράφου και ενδυματολόγου, στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης, Ασημίνα Πλουμή και Μελίνα Καμάρα.

Διανομή:
Μελίνα Αποστολίδου: Μητέρα
Λουκία Βασιλείου: Μάγκι 2
Λίλα Βλαχοπούλου: Μάγκι 3 / Μέι 2
Γιάννης Καραμφίλης: Αιδεσιμότατος Τούκερ 1 / Πατέρας 2
Δημήτρης Κολοβός: Μπρικ 2 / Γέρος εργάτης
Άννα Κόπακα: Μάγκι 1
Βάσια Μπακάκου: Μέι 1 / ΣούζιΜακΦίτερς
Βασίλης Μπεσίρης: Poolboy / Σκίπερ / Γιατρός Μπο / Αιδεσιμότατος Τούκερ 2 / Πατέρας 3
Λίλιαν Παλάντζα: Μάγκι 4 / Σούκι
Ορέστης Παλιαδέλης: Γκούπερ
Γιώργος Παπαδάκος: Μπρικ 1
Βασίλης Σπυρόπουλος: Πατέρας 1
Παιδιά: Γαλάτεια Αγγέλη, Δημήτρης Καυκάς, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Στέλλα Παπανικολάου

* Η παράσταση είναι κατάλληλη για άτομα άνω των 16 ετών.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα