Connect with us

Πολιτισμός

65ο Φεστιβάλ Φιλίππων: Αριστοφάνης – Ηρώνδας «Contra Tempo», από το ΚΘΒΕ, σε δημιουργική σύνθεση κειμένων Άκη Δήμου

65ο-Φεστιβάλ-Φιλίππων:-Αριστοφάνης-–-Ηρώνδας «contra-tempo»,-από-το-ΚΘΒΕ,-σε-δημιουργική-σύνθεση-κειμένων-Άκη-Δήμου

Πρόλογος

Ο Αριστοφάνης ξεκινά την ποιητική του σταδιοδρομία στην πιο δύσκολη περίοδο της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας. Εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου. Εκτός από τον επίκαιρο και διδακτικό χαρακτήρα των έργων του, στις προθέσεις του, πιθανώς, θα ήταν να βοηθήσει τους θεατές-πολίτες, μέσα από ένα ξένοιαστο (φαινομενικά) γέλιο, να ξεχάσουν για λίγο τη βαριά σκιά του πολέμου και τις συνέπειές του και να τους παράσχει ένα όραμα ειρήνης.

Επομένως, η αρχαία αττική κωμωδία και δη η αριστοφανική, λειτούργησε ως ένα «θεόσταλτο γιατρικό» και ως ένα θέατρο «φυγής» και μιας άλλης θέασης των πραγμάτων.

Ο Ηρώνδας

Λίγα γνωρίζουμε για τον Ηρώνδα ή Ηρώδα ή Ηρωίδα ή Ηρώδη, που οι ελληνιστές τον προτίμησαν Ηρώνδα, για να μην μπερδεύεται το όνομά του με άλλους Ηρώδες της Ιστορίας.

Είναι Αλεξανδρινός ποιητής, σύγχρονος του Θεόκριτου. Ενδείξεις από τα έργα του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έζησε στα πρώτα 50 χρόνια του 3ου αιώνα π.Χ. Γεννήθηκε μάλλον στην Κω, που την εποχή εκείνη είχε στενούς δεσμούς με την Αλεξάνδρεια.

Ο μιμίαμβος είναι ένα υβριδικό λογοτεχνικό είδος ελληνιστικής επινόησης, το οποίο συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του ιάμβου (ιππωνάκτειο ύφος και μέτρο, άσεμνο περιεχόμενο, σκωπτική διάθεση) με αυτά του μίμου (διαλογικό ποίημα μεταξύ δύο προσώπων με έντονη ηθογράφηση και θέματα αντλημένα από την καθημερινή ζωή). Ο Ηρώνδας έγραψε μια συλλογή 8 μιμιάμβων σε θεατρική μορφή. Οι μιμίαμβοι αναπαριστούν σκηνές από την καθημερινότητα των φαυλοτέρων. Η σκιαγράφηση χαρακτήρων και καταστάσεων είναι ακραία ρεαλιστική, η γλώσσα τολμηρή, ο τόνος άσεμνος. Ορισμένοι ανθρώπινοι τύποι που εμφάνιζε, όπως ο δούλος, η μαστροπός, ο προαγωγός, η ερωμένη, ο αυστηρός δάσκαλος και η λαϊκή γυναίκα συγγενεύουν με το είδος της Νέας Κωμωδίας και εμπνέονται από τους Χαρακτήρες του Θεοφράστου. Ερώτημα παραμένει αν οι Μιμίαμβοι του Ηρώνδα προορίζονταν για κάποιο είδος λαϊκής παράστασης ή απλώς για ανάγνωση. Η γοητεία τους, ωστόσο, άγγιξε ακόμη και τον Κωνσταντίνο Καβάφη που τους αφιέρωσε το ανέκδοτο ποίημά του «Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου»

Ο συγγραφέας Άκης Δήμου

Η δημιουργική φαντασία του συγγραφέα συνδυασμένη με τη σάτιρα και τη διακωμώδηση των υπερβολών των ηγετών και τα πολιτικά ελλείμματα της δημοκρατίας, δε δηλώνει στο καινούργιο του κείμενο αντιδραστικές απόψεις. Δε διστάζει να λοιδορεί επιφανείς πολιτικούς ανακατεύοντας τα ονόματά τους, να στιγματίζει διασημότητες, να παρουσιάζει τα ελαττώματα των γυναικών χρησιμοποιώντας λογοπαίγνια, φαιδρούς παραλληλισμούς και παρωδίες, έχει δε την ικανότητα να συνδυάζει το σοβαρό με το γελοίο, τον πεζό λόγο με τον λυρισμό, το δίκαιο με το άδικο σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Πέτυχε να αντιπαραθέσει τους δυο αρχαίους συγγραφείς και να γεννήσει μια νέα σπαρταριστή κωμωδία, με όλα τα στοιχεία σάτιρας και παρωδίας, που επιζητά το κοινό για να διασκεδάσει, να γελάσει, να εκτονωθεί, να ψυχαγωγηθεί.

Υπόθεση

Αριστοφάνης – Ηρώνδας Contra Tempo», όπου η αιχμηρή γλώσσα του Αριστοφάνη συναντιέται με τους ακόλαστους, κωμικούς μιμίαμβους του Ηρώνδα, σε μια παράσταση – σκηνική «μάχη» και ταυτόχρονα έναν «πόλεμο» ανάμεσα στα δύο φύλα.

Για τον Γιάννη Ρήγα, «ο Ηρώνδας ταιριάζει περισσότερο στην εποχή μας. Τα έργα του δεν έχουν τον αιχμηρό λόγο του Αριστοφάνη, μοιάζουν με επιθεωρησιακά σκετς και ονομάστηκαν μιμίαμβοι. Είναι πιο τηλεοπτικός. Ασχολείται με τις δυσκολίες που έχει μια ομάδα γυναικών σε ένα υποδηματοποιείο, μια προξενήτρα, δυο γυναίκες όπου η μία προτείνει στην άλλη να πάει με άλλον άντρα γιατί ο δικός της λείπει πολύ καιρό. Είναι ένας συγγραφέας που όταν τον διαβάσεις έχει ενδιαφέρον, αλλά πολύ φιοριτούρα και ένα λόγο πολιτικά ορθό. Δεν υπερβαίνει τα όρια όπως κάνει ο Αριστοφάνης, ο οποίος στη σάτιρα κρύβει και την πίκρα του».

Ο Άκης Δήμου πήρε αποσπάσματα και από τα έργα των δύο ποιητών, τα ένωσε και έφτιαξε με κέφι ένα καινούργιο κείμενο, στο οποίο μιλάει για την εποχή μας, για τα προβλήματα των ηθοποιών, τα οικονομικά τους, για τα παρασκήνια, το #ΜeΤoo, χωρίς να το ονομάζει κ.ά.

Το Κ.Θ.Β.Ε. δηλώνει: «Το αποτέλεσμα έχει ενδιαφέρον, συγκίνηση και γέλιο. Ο θεατής θα διαλέξει την πλευρά που προτιμά. Ξεκινήσαμε για μια μικρή παράσταση 12 ηθοποιών και φτιάξαμε μια υπερπαραγωγή 25 ατόμων».

Συγγραφικό σημείωμα

Επειδή τα πιο σοβαρά πράγματα τα λέμε στ’ αστεία, μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Κανένας δεν πρόκειται να μας ζητήσει το λόγο. Το πολύ- πολύ να γελάσει, όχι με κείνο το μίζερο, το ψηφιακό, αλλά μ’ ένα αληθινό γέλιο, απ’ αυτά που στέλνουν αδιάβαστες υποκρισίες και ενοχές χρόνων.

Όσοι, τώρα, δεν έχουν μάθει να γελάνε – εκείνοι δηλαδή που δεν έχουν κλάψει ποτέ τους – όσοι ξέχασαν το γέλιο τους ή το στόμα τους δε βρίσκει γέλιο στο νούμερό του και περιφέρονται στα πάρτι μουτρωμένοι, αυτοί, ok, ας πυροβολήσουν τον ντι τζέϊ. Πρώτα όμως ας πιούνε κάτι, τα ποτά εδώ είναι καθαρά.

Άκης Δήμου

Η παράσταση

«Contra tempo» σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση «συνδυασμός διαφορετικών φωνών» ή και «ενάντια στον χρόνο». Και οι δυο ερμηνείες αποτέλεσαν ερέθισμα στον πολυγραφότατο ΄Άκη Δήμου να γράψει ένα έργο φρέσκο, με υλικά παλιά μεν, διαχρονικά δε. Η Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, για παράδειγμα, και η σάτιρα του Ηρώνδα των Ελληνιστικών χρόνων εξουδετερώνουν τον αιώνα που τους χωρίζει, ταμπουρώνονται σε δυο στρατόπεδα, μπολιάζονται με όλες τις σταθερές και άχρονες ανθρώπινες αδυναμίες, ιδιαιτερότητες, ιδιοσυστασία χαρακτήρα μας, τυλίγονται σε μια κόλα χαρτί, παραδίδονται στον δεξιοτέχνη, έμπειρο σκηνοθέτη Γιάννη Ρήγα και απλώνονται στη θεατρική σκηνή. Τα επόμενα είναι απολύτως αναμενόμενα και δικαιώνουν περίτρανα συγγραφέα και Κ.Θ.Β.Ε. για την επιλογή.

Η παράσταση ξεκινά με ένα απολαυστικό σκετσάκι, σαν ορεκτικό πριν το κυρίως γεύμα, από τις σπιρτόζες Πολυξένη Σπυροπούλου και Βιβή Μιτσίτσκα. Η συνέχεια αποτελεί μια συναρπαστική και ελκυστική «μάχη» επί σκηνής των δυο κωμικών ποιητών, που πάλλεται μεταξύ του φτηνού και ακριβού λόγου και, ταυτόχρονα, έναν «πόλεμο» ανάμεσα στα δύο φύλα με μοναδικό εφόδιο την εύρωστη σάτιρα.

Ο σκηνοθέτης σε συνεργασία με τους σκηνογράφους Αλεξάνδρα Σιάφκου και Αριστοτέλη Καρανάνο διχοτομούν τη σκηνή σε «αγωνιστική αρένα», στην οποία συναγωνίζονται το χιούμορ και η αιχμηρή γλώσσα του Αριστοφάνη με τους κωμικούς μιμίαμβους του Ηρώνδα. Δεσπόζουν επ’ αυτής μια καντίνα δρόμου στα αριστερά και μια σκηνή περιοδεύοντος θιάσου στα δεξιά της.

Ο Γιάννης Ρήγας, βαθυγνώστης του θέατρου συνόλου, ενορχηστρώνει με ταλέντο, έμπνευση, φαντασία, μια επιλεγμένη ομάδα ηθοποιών και το αποτέλεσμα είναι συνώνυμο της ευφορίας, επειδή περιλαμβάνει : σαρκασμό παιδικό, επινοητικότητα, τόλμη που στηρίζεται στο ξεμπρόστιασμα αγυρτών, πρωτοτυπία, κωμικότητα, ρυθμούς και χρόνους σφιχτούς, χορογραφίες εντυπωσιακές, εξαιρετικά χορικά πάνω στη μουσική του έμπειρου Γιώργου Χριστιανάκη, κυρίως δε, καινοτομία στην Αττική κωμωδία, με τη φρεσκάδα και την ευφυΐα του κειμένου του ΄Άκη Δήμου.

Ιδιοφυής σκηνοθετική έμπνευση η ανάθεση του ρόλου του Ηρώνδα σε άνδρα, και μάλιστα σε ηθοποιό με ευρύτατη υποκριτική γκάμα, στον εξαιρετικό Κωνσταντίνο Χατζησάββα.

Αξιοποιούνται σκηνές από αριστοφανική κωμωδία (Μυρρίνη- Κινησίας), με ένα λογοτεχνικό είδος προορισμένο για απαγγελία, ενώ το κλίμα που κυριαρχεί σε όλη τη δράση είναι αυτό των καθημερινών σκηνών σε αστικό, κατά κανόνα, περιβάλλον, με ρεαλισμό, δίνοντας πλήρεις τους χαρακτήρες των λαϊκών ανθρώπων.

Ακόμη, η ζωντάνια στους διαλόγους, οι οποίοι είναι ελάχιστα ευπρεπείς έως αθυρόστομοι, αποτελούν μια πιστή καταγραφή της ζωής, μια τοιχογραφία ηθών και προσώπων, με ειρωνική ματιά, με πολλά στοιχεία παρωδίας, δίχως όμως καμία εκζήτηση.

Ήξερε πολύ καλά ο ΄Άκης Δήμου ότι η σάτιρα – επιθετική μορφή της κωμωδίας – έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: τη φαντασία, την ηθική βάση και την επιθετικότητα.

Η σάτιρα «δαγκώνει» πολιτικούς θεσμούς και εκπροσώπους τους, κοινωνικές ομάδες και την κοσμοθεωρία τους, μεμονωμένα άτομα ή θεωρίες. Βασική προϋπόθεση επιτυχίας της είναι να χρησιμοποιεί δεδομένα γνωστά και στους δύο «συμβαλλόμενους», δηλαδή και στον εμπνευστή της και στο κοινό. Τα μέσα που μετέρχεται για να «επιτεθεί» είναι η εικόνα, οι συμπεριφορές και ο λόγος.

Έτσι έγραψε ο Δήμου ένα χειμαρρώδες και χυμώδες κείμενο, ως Αριστοφάνης απέναντι στον Ηρώνδα και το αντίστροφο, έτσι το Κ.Θ.Β.Ε. το έκανε θεατρική παράσταση με την υπογραφή: Γιάννης Ρήγας κι έτσι την αγκαλιάζει ο κόσμος όπου παίζεται. Το κοινό ευφραίνεται και ψυχαγωγείται.

Ο Αριστοφάνης της Αρχαίας Ελλάδας συναντάει επί σκηνής τον Ηρώνδα των Ελληνιστικών Χρόνων αλλά και τους πρωταγωνιστές της σημερινής σύγχρονης εποχής. Όλοι μαζί συνομιλούν για τη σάτιρα αλλά και για όσα απασχολούν τον άνθρωπο διαχρονικά, προκαλώντας το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού. Ο έρωτας, οι συνέπειες του πολέμου, η αιχμηρή σατιρική γλώσσα και η σημερινή οικονομική κατάσταση που βιώνουμε, συνυπάρχουν ταιριασμένα σε μια παράσταση που στέλνει ηχηρό μήνυμα ειρήνης και απόλυτου σεβασμού στη διαφορετικότητα.

Πρωταγωνιστές και Χορός οργώνουν την ορχήστρα, συνεργάζονται άριστα, ο καθένας μια ψηφίδα σ’ ένα υπέροχο μωσαϊκό χαρακτήρων, χρωμάτων, λόγου, ακκισμάτων, όλα τυλιγμένα στις εμπνευσμένες χορογραφίες της Αναστασίας Κελέση και στους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Ιδιαίτερη μνεία στην παράβαση που αποδίδει συγκλονιστικά ο θίασος με μπροστάρισσα την έξοχη Πολυξένη Σπυροπούλου. Λόγος αιχμηρός, καίριος, αθυρόστομος από αγανάκτηση, ένα ανελέητο «κατηγορώ» κατά της πάγιας τάξης πράγματων, όπου ο φτωχός φτωχότερος και θύμα κι ο πλούσιος πλουσιότερος και θύτης. Ας είναι φυσικό πρόσωπο, ας είναι θεσμός, ας είναι κράτος. Κέρδισε παρατεταμένο χειροκρότημα.

Σ’ αυτήν την παράσταση τα «μεγάλα» ονόματα συμπράττουν και συνομιλούν ισάξια με τα υπόλοιπα και δε θέλω να ξεχωρίσω κανένα. Ίσως να κάνω μια εξαίρεση σ’ αυτήν την ψηλή, ξερακιανή , κοκάλω «Ηρώνδα» του Κωνσταντίνου Χατζησάββα, για λόγους επιτυχούς ερμηνείας , δεξιότητας στον λόγο και στην κίνηση και εξαιρετικής απήχησης στο κοίλο του αρχαίου θέατρου. Δείτε τους συντελεστές παρακάτω και δώστε τα εύσημα σε όλους.

Συντελεστές

Δημιουργική σύνθεση κειμένων: Άκης Δήμου

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρήγας

Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος

Μουσική-Προσαρμογή στίχων: Γιώργος Χριστιανάκης

Χορογραφία-Επιμέλεια κίνησης: Αναστασία Κελέση

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική διδασκαλία: Χρύσα Τουμανίδου

Διδασκαλία ακροβατικών: Ηλέκτρα Καρτάνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Αντρέας Κουτσουρέλης

Βοηθός σκηνογράφων-ενδυματολόγων: Δανάη Πανά

Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου

Οργάνωση παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Η μουσική της παράστασης ηχογραφήθηκε στο studio Royal Alzheimer Hall, με ηχολήπτες τον Τίτο Καργιωτάκη και τον Χρήστο Χαρμπίλα και στο studio M, με ηχολήπτες τον Γιώργο Μάνιο και Βασίλη Στεργίου.

Έπαιξαν οι μουσικοί: Γιώργος Αβραμίδης (τρομπέτα), Γιάννης Μαρίνος (τρομπόνι), Βασίλης Μπαχαρίδης (τύμπανα, κρουστά), Κώστας Τσούγκρας (ακορντεόν), Φώτης Σιώτας (βιολί, βιόλα), Νίκος Βελιώτης (τσέλο), Γιώργος Χριστιανάκης (πιάνο, πλήκτρα, κρουστά, κιθάρα).

Πρωταγωνιστούν (με σειρά εμφάνισης): Ταξιάρχης Χάνος (Αριστοφάνης-Κινησίας), Δημήτρης Πιατάς (Λέλεξ: Δούλος Αριστοφάνη -Μυρρίνη), Σταμάτης Γαρδέλης (Διόνυσος), Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Ηρώνδας), Τάσος Χαλκιάς (Ιππώναξ: Δούλος Ηρώνδα- Κέρδωνας)

Διανομή (με σειρά εμφάνισης):

Πολυξένη Σπυροπούλου (Ταξιθέτρια), Βιβή Μιτσίτσκα (Σάσα Ψαρομηλίγκου), Μαργαρίτα Αλεξιάδη (Βίττινα), Παναγιώτης Καμμένος (Γάστρωνας- Κότταλος- Δρίμυλος), Νίκος Βατικιώτης (Πυρρίας – Σώμα – Γρύλλος- Κυρία), Ηλέκτρα Καρτάνου (Μητρίχη), Λίνος Μάνεσης (Γύλλη), Μάρα Μαλγαρινού (Λυσιστράτη), Τερέζα Καζιτόρη (Γυναίκα – Κυκνώ – Κυρία), Σπύρος Σιδέρης (Γέρος), Θαλασσινή Βοσταντζόγλου (Μυρρίνη – Γυναίκα), Θεοφανώ Τζαλαβρά (Λαμπιτώ), Γιάννης Τσεμπερλίδης (Κλεονίκη), Βασίλης Παπαδόπουλος (Κήρυκας), Αριστοτέλης Ζαχαράκης (Λαμπρίσκος – Οπίσθιος), Γρηγόρης Παπαδόπουλος (Θράσσα–Πρόβουλος), Βιργινία Ταμπαροπούλου (Μητροτίμη), Ιωάννα Δεμερτζίδου (Μητρώ), Τάσος Τυρογαλάς (Κυρία), Θάνος Κοντογιώργης (Λεωνίδας Χασαλεύρης)

Χορός

Θίασος Αριστοφάνη: Θαλασσινή Βοσταντζόγλου, Τερέζα Καζιτόρη, Θάνος Κοντογιώργης, Μάρα Μαλγαρινού, Γρηγόρης Παπαδόπουλος, Βασίλης Παπαδόπουλος, Σπύρος Σιδέρης, Θεοφανώ Τζαλαβρά, Γιάννης Τσεμπερλίδης

Θίασος Ηρώνδα: Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Νίκος Βατικιώτης, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Αριστοτέλης Ζαχαράκης, Παναγιώτης Καμμένος, Ηλέκτρα Καρτάνου, Λίνος Μάνεσης, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Τάσος Τυρογαλάς

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Πολιτισμός

«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

«Πιτσιμπούργκο»-της-Σώτης-Τριανταφύλλου-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.

Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.

Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.

Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».

Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.

Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.

«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»

Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.

Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.

«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».

Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.

«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».

«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».

«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…

Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.

Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.

Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:

 «Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».

Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.

 Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.

Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.

Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.

Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.

Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.

 Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.

Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων. 

 Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.

Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».

Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.

Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.

Συντελεστές

Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου

Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη 

Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης

Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά

Διάρκεια: 60 λεπτά

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Οι  καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»

Οι- καθηλωτικές-«Στρακαστρούκες»-του-Δημήτρη-Σαμόλη-στο-«Αντιγόνη-Βαλάκου»

Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή

Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!

Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.

Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.

Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.

Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.

Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.

Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.

 Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.

Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων. 

Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.

Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.

 Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.

Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.

Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του. 

Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.

Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.

Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.

 Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.

 Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. 

Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.

Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.

Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.

Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.

Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.

Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.

Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.

Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.

 Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.

Συντελεστές

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης

Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής

Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας

Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης

Μουσική: ECATI

Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου

Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή

Graphic design : Μιχάλης Δέμελης

Trailer : Θωμάς Παλυβός

Social media : Κάλλη Μαυρογένη

Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου

Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά

Ο-Αρχέλαος-Γρανάς-πλέκει-το-εγκώμιο-της-Εύας-Οικονόμου-–-Βαμβακά

Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.

Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους

«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.

”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”

”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα