Πολιτισμός
«Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου στο 65ο Φεστιβάλ Φιλίππων
Πρόλογος
Τιμώντας τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα 113 χρόνια από τη γέννηση της Διδώς Σωτηρίου, η Gr Entertainment World Ltd περιοδεύει στη χώρα την παράσταση «Ματωμένα Χώματα».
Το εμβληματικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που αγαπήθηκε από γενιές και γενιές Ελλήνων, μεταφέρεται στη σκηνή σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, με έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών και ανοίγει αυλαία στο 65ο Φεστιβάλ Φιλίππων.
Δραματουργία
Μέσα στην επική ατμόσφαιρα του βιβλίου, που είναι ένα είδος “Πολέμου και Ειρήνης” της Ελλάδας, αντί να αναζωπυρώνεται το μίσος, ζωντανεύει το ανθρώπινο δράμα όλων των μικρών λαών που σφαγιάζονται στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.
“Πόλεμοι και ξανά πόλεμοι! Τι στο καλό θα βγάλει η μαγκούφα η εποχή μας και κοιλοπονάει τόσο άγρια;”
Μπήκε το κακό με τους Βαλκανικούς Πολέμους και άργησε να βγει. Χρόνια σπαρμένα με θυσίες, πολέμους και νεκρούς. Η Μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή.
Η ιστορία του Μανώλη Αξιώτη, Μικρασιάτη αγρότη από τον Κιρκιντζέ. Άνθρωπος του μόχθου, δεμένος με τον τόπο του, το πατρικό του σπίτι, τους χωριανούς του. Ο άντρας που πάλεψε με κορμί και με ψυχή.
Στο Αμελέ Ταμπουρού, τα Τάγματα Εργασίας της Άγκυρας, το 1915.
Στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ το 1922.
Μια λεύτερη πατρίδα ονειρευόταν καθώς έσφιγγε τα δόντια και έλεγε:
“Ώρα μάχης, Αξιώτη, ώρα θυσίας. Δεν έχεις ελόγου σου κανένα πάρε δώσε με την πολιτική. Το χρέος σου κάνεις”.
Γνώρισε κακουχίες και στερήσεις, είδε βασανιστήρια και θανάτους, έζησε την αιχμαλωσία και την προσφυγιά, για να συλλογιστεί:
“Θηρίο είν’ ο άνθρωπος!”
Το μνημειώδες έργο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χαρακτηρίστηκε “Βίβλος της σύγχρονης εξόδου του Μικρασιάτικου Ελληνισμού”. Από το 1962 που πρωτοεκδόθηκαν μέχρι σήμερα τα Ματωμένα Χώματα έχουν ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 400.000 αντίτυπα. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στις εξής γλώσσες: αγγλικά, βουλγαρικά, εσθονικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, ουγγρικά, ρωσικά, ρουμανικά, σερβικά, ισπανικά, ιταλικά, τουρκικά και κέλτικα βρετονικά.
Στην Τουρκία το βιβλίο είχε συγκλονιστική απήχηση, επειδή η συγγραφέας παρουσιάζει με εντελώς ωμό τρόπο τις φρικαλεότητες, τον πόνο, τον φόβο και τα βασανιστήρια που βίωσαν οι Έλληνες από τους Τούρκους αλλά και οι Τούρκοι από τους Έλληνες. Δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, απλά καταγράφει γεγονότα και από τις δύο πλευρές. Προσπαθεί, μάλιστα, να ερμηνεύσει το ιστορικό γεγονός και κατονομάζει θαρραλέα τους αίτιους. Αποδίδει την ευθύνη της μικρασιατικής καταστροφής όχι στην αντιπαλότητα των δύο λαών, αλλά σε παράγοντες, όπως η διείσδυση των Μεγάλων Δυνάμεων που επιδίωκαν σχέσεις (κυρίως οικονομικές και εμπορικές) με την Τουρκία, ο αυξανόμενος τουρκικός εθνικισμός, η κακή εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, η απληστία ορισμένων Ελλήνων για περισσότερα κέρδη, που τους οδήγησε σε κακή συμπεριφορά απέναντι στους Τούρκους και τους ομοεθνείς τους.
Υπόθεση
Ο Μανώλης Αξιώτης είναι ένας αγρότης από το χωριό Κιρκιντζέ της Μικράς Ασίας, που η ζωή του είναι συνυφασμένη με τη δουλειά στα χτήματα, με την οικογένειά του, αλλά και με τα γενικότερα προβλήματα της ελληνικής κοινότητας. Βρισκόμαστε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και Έλληνες εκείνα τα χρόνια υπήρχαν πολλοί σε όλα τα παράλια της Ιωνίας, στο εσωτερικό της Τουρκίας, καθώς και στον Πόντο. Από τον αυτοβιογραφικό λόγο του Αξιώτη πληροφορούμαστε για όλα τα δεινά που υπέστησαν οι Έλληνες τόσο στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όσο και λίγο αργότερα: την περίοδο του μικρασιατικού πολέμου (1919-1922). Όπως οι περισσότεροι Έλληνες, έτσι και ο Αξιώτης θα γνωρίσει τα τρομερά Αμελέ Ταμπουρού, δηλαδή τα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας, με τα οποία οι Τούρκοι ήθελαν να κάμψουν το φρόνημα του ελληνικού στοιχείου και ταυτόχρονα να εξοντώσουν τον αντρικό πληθυσμό. Τα όσα θα βιώσει και θα υποστεί ο κεντρικός ήρωας την περίοδο της αιχμαλωσίας, η Διδώ Σωτηρίου, η οποία καταγόταν από εκείνα τα μέρη και έζησε τα γεγονότα από κοντά, τα αποδίδει παραστατικά και όλο ζωντάνια. Βέβαια, το βιβλίο κλείνει με ένα φιλειρηνικό μήνυμα, κάτι που το κάνει να είναι διαχρονικό και αγαπητό σε Ελλάδα και Τουρκία.
Μέσα από τον κεντρικό αφηγητή του βιβλίου, τον Μανώλη Αξιώτη, ερχόμαστε κοντά στους ανθρώπους εκείνων των ημερών, στα απίστευτα συμβάντα που βίωσαν και στην εσωτερική τους μάχη για τις αξίες της ζωής.
Στιγμές αδικίας, προδοσίας, εκμετάλλευσης και στυγνής βαρβαρότητας περνούν καταιγιστικά στο ανάγνωσμα, καθώς και στιγμές βαθιάς φιλίας, κατανόησης και αγάπης.
Η συγγραφέας
Η Διδώ Σωτηρίου (1909-2004) ήταν μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου. Το 1919 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στη Σμύρνη και μετά την καταστροφή του 1922 κατέφυγαν στην Ελλάδα. Στην Αθήνα ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της με δασκάλους. Φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1937 παρακολούθησε για λίγους μήνες μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Από το 1936 στράφηκε επαγγελματικά προς τη δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε με το περιοδικό “Γυναίκα” και τις εφημερίδες “Νέος Κόσμος” και “Ριζοσπάστης”, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνεργάστηκε με τις: Μέλπω Αξιώτη, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού, Ηλέκτρα Αποστόλου, Χρύσα Χατζηβασιλείου και άλλες Ελληνίδες της αντίστασης.
Πήρε μέρος στο συνέδριο της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη το 1935, όπου γνωρίστηκε με τη σύντροφο του Λένιν Αλεξάνδρα Κολοντάι και στο ιδρυτικό συνέδριο της Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών το 1945 στο Παρίσι.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1959 με την έκδοση του μυθιστορήματος “Οι νεκροί περιμένουν”. Έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ένα κομμάτι του έργου της έχει γνωρίσει επιτυχία στο εξωτερικό, και ιδιαίτερα στην Τουρκία. Η Διδώ Σωτηρίου ανήκει στους Έλληνες πεζογράφους του μεσοπολέμου. Το έργο της κινείται στο πλαίσιο του ρεαλισμού με έντονη την παρουσία του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της συναισθηματικής συμμετοχής του συγγραφέως στις περιπέτειες των ηρώων της, ενώ αντλεί τη θεματολογία του από τη μικρασιατική καταστροφή, την περίοδο του εμφυλίου και την μετά τον εμφύλιο περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Με τα “Ματωμένα χώματα” η Σωτηρίου εγκαινίασε την πορεία της προς μια γραφή που συνδυάζει τη μυθιστορηματική τεχνική με μια προοπτική εξέτασης των θεμάτων της από ιστορική σκοπιά, πορεία που συνέχισε και στα δύο επόμενα μυθιστορήματά της την “Εντολή”, με θέμα την υπόθεση Μπελογιάννη και το “Κατεδαφιζόμεθα”.
Τιμήθηκε με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί, το 1983, με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 1989, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1990 και με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, το 1995. Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο “Διδώ Σωτηρίου”, το οποίο απονέμεται “σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα”. Πέθανε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου του 2004.
Η παράσταση
Χρειάστηκε πολλή δουλειά για να πάρει τη μορφή λαϊκού θέατρου το πολυδιαβασμένο και πολυμεταφρασμένο βιβλίο «Ματωμένα Χώματα». Αν και υφίσταται πάντα , ως είδος, το λαϊκό θέατρο πλάι στο λογοτεχνικό θέατρο, οι μπροστάρηδες των συντελεστών αυτής της παράστασης συνεργάστηκαν και τελειοποίησαν, τελικά, ένα «θέατρο ντοκουμέντο», που βασίστηκε πάνω σε αυθεντικές πήγες μιας κοινωνικοπολιτικής γραφίδας με καταξιωμένο ονοματεπώνυμο: Διδώ Σωτηρίου.
Δε θα ήταν άστοχο να χαρακτηρίσουμε την όλη εργασία «ολικό θέατρο», εφόσον χρησιμοποιήθηκαν όλα τα διαθέσιμα καλλιτεχνικά μέσα, δηλαδή ένα οργανικό σύνολο δικτύων σχέσεων φωτός, χώρου, κίνησης, ήχου, μουσικής, ηθοποιών, ώστε να δημιουργηθεί ένα θέαμα που απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις και που δημιουργεί την εντύπωση συνολικότητας και πληθώρας σημασιών, καθηλώνοντας το κοινό.
Η παράσταση ξεκινά από τις τελευταίες στιγμές στην προκυμαία της Σμύρνης, επιστρέφει στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στα εδάφη της Μικράς Ασίας από το 1914 και μετά, για να καταλήξει και πάλι στη Σμύρνη. Κάνει έναν κύκλο το εγχείρημα, που αφήνει τα ίχνη του στο σήμερα, καθώς η αυλαία ανοίγει με την προβολή μιας παλιάς φωτογραφίας από τη γεμάτη πλατεία του θεάτρου της πόλης –σαν αντικατοπτρισμός απέναντί μας– και οι ηθοποιοί αναφέρονται στους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που έφτασαν στα λιμάνια Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Μυτιλήνης, Χίου, Πειραιά.
Επί σκηνής δημιουργείται μια ενιαία, σχεδόν κινηματογραφική ροή, αξιοποιώντας αξιοπρόσεχτα τη λειτουργία της αναδρομικής αφήγησης, με αφηγητή τον Νικήτα Τσακίρογλου, ως Μανώλης Αξιώτης, να κοσμεί σταθερά το αριστερό μέρος της σκηνής. Ο υπόλοιπος θίασος μας μεταφέρει τα μετατοπίσματα στον χρόνο, τη ζωντανή μουσική, το θέατρο σκιών, τους φωτισμούς , όλη τη δράση που απλώνεται σε έξυπνα επίπεδα και τους ευφυείς συμβολισμούς, για παράδειγμα η ένταξη της βάρκας.
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλούμπης μαζί με τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο ολοκλήρωσαν μια κατάκτηση. Μετέφεραν στη σκηνή ένα λογοτεχνικό κείμενο πυκνό και πολυπρόσωπο, που καλύπτει χρονικά τα τελευταία 10-15 χρόνια πριν από την καταστροφή. Η δραματουργική προσαρμογή απαίτησε γενναίο ψαλίδισμα για λόγους θεατρικής οικονομίας. Σταχυολογώντας στιγμές και γεγονότα που εξυπηρετούν την ιστορική αλληλουχία, καταφέρνουν οι δυο τους να συνθέσουν ένα οδοιπορικό που εξασφαλίζει επάρκεια γεγονότων.
Ο πόλεμος είναι σαν την Κίρκη, ακούγεται στη δράση, γιατί μεταμορφώνει σε γουρούνια τους ανθρώπους. Και η παράσταση το δείχνει αυτό, καταφέρνοντας να εστιάσει στην πολυπλοκότητα αλλά και στα όρια της ανθρώπινης φύσης, όταν εγκλωβίζεται σε μια ακραία συνθήκη, όπως αυτή του πολέμου.
Τα «Ματωμένα Χώματα» είναι ένα βαθιά ουμανιστικό έργο και η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώργου Παλούμπη τον δικαιώνει και για τη διασκευή και για τα ευρήματά του. Κοινωνούμε, πέραν της ιστορίας, εκφραστικά μέσα, όπως την ενσωμάτωση του θεάτρου σκιών – φιγούρες του Σπύρου Αγγελόπουλου- ως ένας φόρος τιμής σε μια πολιτιστική κληρονομιά που υπογραμμίζει την λαϊκότητα του έργου.
Η ροκ μουσική σύνθεση του Κώστα Νικολόπουλου συνθέτει έναν πολυφωνικό σκηνοθετικό καμβά που αποτρέπει την επίπεδη αφήγηση, ώστε να μην κουράσει, λόγω της αναπόφευκτης διάρκειας του έργου και του δυνατού συναισθηματικού περιεχομένου.
Το ίδιο ισχύει και για τις βιντεοπροβολές του Θωμά Πολυβού και για το σκηνικό της Νατάσσας Παπαστεργίου, το οποίο αφήνει τους ηθοποιούς να κινηθούν με άνεση στη σκηνή.
Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα ενισχύουν και διαιρούν το χώρο για τις επιμέρους δράσεις που συμβαίνουν παράλληλα. Τα κοστούμια των Έλενας Γιαννίτσα και Νατάσσας Παπαστεργίου είναι μελετημένα πάνω στις λαογραφικές αναφορές της εποχής, όπως και τα χορευτικά μέρη της Βρισηίδας Σολωμού.
Ο έμπειρος Νικήτας Τσακίρογλου αφηγείται με παλμό τα όσα έζησε ο Αξιώτης στον καιρό της νιότης του, ενώ ο εξαιρετικός Μιχάλης Σαράντης οργώνει τη σκηνή και «ενηλικιώνεται» δραματουργικά ζυμώνοντας το σύγχρονο παίξιμο του σε ένα άξιο επαίνου ερμηνευτικό κρεσέντο. Ο πολύ καλός Αντίνοος Αλμπάνης αναπτύσσει ωραία χημεία με τον Σαράντη- Αξιώτη, κινείται επιδέξια σ’ όλο το εύρος σκηνής κάνοντας κτήμα του το πολιτικό μέρος του έργου, απογειώνοντας τον χαρακτήρα που ερμηνεύει. Όλος ο μελετημένος θίασος πλαισιώνει τους κεντρικούς ρόλους με δύναμη και υποκριτική δεινότητα και σφραγίζει τη λεπτομέρεια στη σκηνοθετική άποψη.
Επίλογος
Χαμένες πατρίδες, χαμένες ζωές. Πόνος και ξεριζωμός. Κι όμως, η συγγραφέας δεν καλλιεργεί το μίσος, δε διδάσκει τον πόλεμο, αντιθέτως κατανοεί, συγκινεί και ευαισθητοποιεί. Δε διαχωρίζει τους δύο λαούς. Υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν και αντιδρούν στα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο, γίνονται θύματα των ίδιων ψυχώσεων και ζουν με το ιδανικό της απλής, ήρεμης και ειρηνικής ζωής. Και όμως, οι άνθρωποι αυτοί, κάτω από συνθήκες που δημιουργεί ο πόλεμος, χάνουν τον ανθρωπισμό τους, μεταβάλλονται, χωρίς να το αντιληφθούν, σε πραγματικά κτήνη. Ο μεγάλος υπεύθυνος για την τραγωδία του μικρασιατικού λαού είναι ο πόλεμος και τα συμφέροντα που τον υποκινούν. Και εναντίον του στρέφεται η συγγραφέας.
Συμπερασματικά πρόκειται για μια προσεγμένη παράσταση, με έμφαση στη λεπτομέρεια, που εκμεταλλεύεται τα πολλά διαφορετικά της στοιχεία εντάσσοντάς τα στη δομή της αφήγησης και φτιάχνοντας όμορφες αισθητικά εικόνες από τον πόνο του πολέμου. Καθόλου κουραστική παρά τη μεγάλη της διάρκεια, η παράσταση λειτουργεί σαν ένα τσίμπημα, αναβιώνοντας την αίσθηση που σου δίνει το βιβλίο.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης
Θεατρική προσαρμογή: Γιώργος Παλούμπης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος
Σκηνικά: Νατάσσα Παπαστεργίου
Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Μουσική σύνθεση: Κώστας Νικολόπουλος
Σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία: Χρήστος Λαμπρόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Λόξας
Κοστούμια: Έλενα Γιαννίτσα, Νατάσσα Παπαστεργίου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Σιαβίκη
Επιμέλεια κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Βοηθός ενδυματολόγου: Τζούλια Κατζηλέλη
Φιγούρες Θεάτρου Σκιών: Σπύρος Αγγελόπουλος
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης
Βίντεο promo και θεάτρου σκιών: Θωμάς Παλυβός
Κατασκευή σκηνικών: Μιχάλης Λαγκουβάρδος, Παναγιώτης Λαλουδάκης
Παίζουν:
Νικήτας Τσακίρογλου, Μιχάλης Σαράντης, Αντίνοος Αλμπάνης, Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Μαρία Νεφέλη Δούκα, Τζένη Κόλλια, Φώτης Λαζάρου, Δάφνη Λιανάκη, Ευθύμης Ξυπολιτάς, Παναγιώτα Παπαδημητρίου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Κώστας Φυτίλης, Aντώνης Χρήστου
Παραγωγή: Gr Entertainment World Ltd
Διεύθυνση παραγωγής: Τάκης Γεώργας, Γιώργος Γεώργας
Επικοινωνία- Οργάνωση Περιοδείας: ECOPOLIS -Μανάφης Σάκης 6972776991
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
You may like
Πολιτισμός
«Πιτσιμπούργκο» της Σώτης Τριανταφύλλου στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
Ποιος θεωρείται μετανάστης; Έχει ο μετανάστης χρώμα; Έχει ταυτότητα; Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης.
Η παλιά πληγή της μετανάστευσης σε μικρογραφία είναι το θέμα της ιστορίας της Σώτης Τριανταφύλλου με τον τίτλο Πιτσιμπούργκο. Πρόκειται για την αφαίμαξη από το πιο σημαντικό και ακμαίο δυναμικό του πληθυσμού της Ελλάδας, τους νέους της που έφευγαν για να βρουν μια καλύτερη τύχη σε όποια χώρα της πλατιάς ξενιτιάς, όπου έβρισκαν τόπο να δουλέψουν, να εξοντωθούν, να πεθάνουν και χάθηκαν απ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να μάθει τίποτα κανείς γι’ αυτούς, ενώ άλλοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να ζήσουν εκεί κι άλλοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συνεχίσουν με κάποια άνεση τη ζωή τους.
Το Πιτσιμπούργκο είναι ένα αφήγημα που περιλαμβάνει την αλληλογραφία ενός τέτοιου δυστυχισμένου νέου, νιόπαντρου, του Δημοσθένη, με τη γυναίκα το την Ελέγκω.
Ο Δημοσθένης από τη Χίο μεταναστεύει στο Πίτσμπουργκ, τη μεγαλύτερη πόλη στην αμερικανική Πενσυλβανία, η οποία θεωρείται η «Πόλη του Χάλυβα» για τις πάνω από 300 επιχειρήσεις της και «Πόλη των Γεφυρών» για τις 446 γέφυρές της, αφού είναι χτισμένη στη συμβολή τριών μεγάλων ποταμών. Στη Χίο δεν υπάρχει «μέλλο», όπως λέει ο Δημοσθένης, σεισμοί, ναυάγια, πειρατές και το χώμα «που ’ναι στέρφο».
Το αφήγημα, λόγω των ημερολογιακών καταγραφών του ζεύγους, μοιάζει και με ημερολόγιο, από το οποίο πληροφορούμαστε τις ένθεν και εκείθεν του μεσολαβούντος ωκεανού, δυστυχίες. Της πόλης που θα δώσει στον Δημοσθένη και στους άλλους εργάτες της βιομηχανίας τα μέσα για να ζήσουν και της γενέθλιας γης της Χίου, που δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει. Το μεροκάματο του τρόμου καταλήγει στο ημερολόγιο της δυστυχίας, αλλά και της ιστορικής ενημέρωσης, αφού ο καθένας από την πλευρά του περιγράφει την κακή του μοίρα και οραματίζεται την ελπίδα που αργεί πολύ, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς πάσχει από πόλεμο, φτώχεια, βία και δυστυχία.
Χίος 28 Μάρτη 1913. Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της το πρώτο γράμμα, έπειτα από οκτώμισι μήνες, από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της Δημοσθένη.
«Τίλως είσαι, Ελέγκω μου; Τρως; Κοιμάσαι; Αχ, να ’μουνα κει πέρα την Πρωτοχρονιά, να πηαίναμε στον Βροντάδο να τρώγαμε τα μαμούλια της Μαριόγκας!»
Μέσα από την αλληλογραφία τους ξεδιπλώνεται η ζωή στο νησί, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους.
Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένα νησί πληγωμένο και σαστισμένο.
«ΥΓ. Τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχομε κι εδώ, πάνε κι έρχονται σαν δαίμονες. Εγώ εν τα δα, μου το ’πε η Ειρήνη».
Από την άλλη, η βιομηχανική πόλη του Πίτσμπουργκ.
«Βρέχει νερό μαύρο, Ελέγκω μου, αφ’ τα εργοστάσια, καταλαβαίνεις».
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».
«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».
Τα γράμματα πηγαινοέρχονται, ο Δημοσθένης γράφει τα προβλήματα της ζωής στο Πιτσιμπούργκο και η Ελέγκω παραπονιέται πως δεν της γράφει συχνά και ανησυχεί. Εκείνος την καθησυχάζει – είναι και τα γραμματόσημα ακριβά και κάνει οικονομίες, παράλληλα της δίνει συμβουλές τι να κάνει, τι να προσέχει, ποιον να αποφεύγει, για να μην της βγει κακό όνομα, κι εκείνη του γράφει να προσέχει γιατί φοβάται…
Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αλληλογραφία φέρνει στην επιφάνεια το τι τράβηξε αυτός ο καημένος άνθρωπος και τι η οικογένειά του πίσω στο χωριό, στη Χίο, όπου ο αέρας μοσκοβολάει μαστίχα, ενώ στο Πιτσιμπούργκο μυρίζει χάλυβα.
Η συγγραφέας με τον τρόπο της θίγει το πολύ σοβαρό θέμα του μετανάστη, του φτωχού, του μόνου κι έρημου ανθρώπου, που αγωνιά γι’ αυτούς που άφησε πίσω του, ενώ εκείνος ξένος ανάμεσα σε ξένους και κάποιους Έλληνες –«Σλάβοι, Αράπηδες, Έλληνες, ένα και το αυτό»– αγωνιά να επιβιώσει στην άγνωστη, άγρια και αφιλόξενη γη.
Παράλληλα, αναφέρονται ήθη, έθιμα, απλά καθημερινά κουτσομπολιά, ευρύτερα πολιτικά, ο καιρός ή η δολοφονία τού βασιλιά και η θέση της γυναίκας:
«Δημοσθένη, Λες πως στο Πιτσιμπούργκο χιονίζει, αμ εδώ ήντα κάμνει; […] Σκοτώσανε και τον βασιλιά, λένε, το ’μαθες, Δημοσθένη μου; Εγώ τον βασιλιά εν τον ήξερα, αλλά για να τον σκοτώσουνε κάτι θα ’κανε… Εσύ Δημοσθένη μου, ήντα λες; Οι γυναίκες εν πρέπει να ’χουνε εμυαλό για τέτοια πράματα, βασιλιάδες, πολέμοι, αλλά, μες στη μοναξιά που με δέρνει και τον καμό, φοβούμαι ήμπα στο νησί έχουν έρθει οι βουρβούλακες κι έχει πέσει κατσικοποδιά […] έγινε κι άλλος σεισμός […] μια γίδα γέννησε τέρας δίχως μάτια…». Μέχρι και παράπονα του γράφει, γιατί ο Δημοσθένης είπε πως η Μαριόγκα κάνει τα «μαμούλια» καλύτερα από εκείνην. Με την ευκαιρία η Ελέγκω μάς δίνει τις λεπτομέρειες: ψιλοκόβει το αμύγδαλο, προσθέτει καρύδι, βάζει και μοσκοκάρφι: «Τίλως μπορείς να λες πως τα μαμούλια της Μαριόγκας είναι πεντανόστιμα;». Παράλληλα, λέει πως ο θείος θα την πάρει μαζί με τη Μαριόγκα να δούνε την Εσμέ την Τουρκοπούλα. «Αχ Δημοσθένη, να με πήαινες εσύ!». Αλλά σαν την Ελέγκω είναι κι άλλες πολλές που οι άντρες τους ταξιδεύουν με τα «παπόρια». «Ήντα παπόρια ήντα Πιτσιμπούργκο, καλύτερα το Πιτσιμπούργκο, που δεν θα ρουφήξει ποτές η θάλασσα».
Έτσι, εκκινώντας από το προσωπικό, στη δραματοποιημένη λογοτεχνία, η σκηνοθέτρια Αρκαδία Ψάλτη, σταδιακά απλώνει την αφήγηση στο γενικό κακό, εκείνο από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικογένεια, η φτωχή επαρχία, η Ευρώπη που ετοιμάζεται για πόλεμο, αλλά και στην Πενσυλβανία, όπου η ζωή είναι τρόμος, σκληρή δουλειά, αμφίβολη βελτίωση, υπόκοσμος και ύποπτος πλουτισμός.
Όπως βλέπουμε από τον διάλογο, η εξομολόγηση, το παράπονο, η περιγραφή, η εξήγηση, η ερμηνεία, η κοινωνική παρατήρηση, ό,τι κι αν δείχνει αυτή η αλληλογραφία, είναι μια καταγραφή των προβλημάτων που αρχίζει με εστίαση πάνω σε ένα οικογενειακό θέμα, για να ανοίξει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό κύκλο, στη Χίο ή στο Πίτσμπουργκ, και στη συνέχεια στον κόσμο όλο, με τον πόλεμο ενόψει.
Το γλωσσικό ιδίωμα, η ντοπιολαλιά της Χίου, προσδίδει αληθοφάνεια στον ιδιαίτερο, μεταποιημένο λόγο των αλληλογράφων, οι οποίοι πέρα από την ιδιάζουσα λέξη αποδεικνύονται άριστοι στη σύνταξη. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στην ικανότητα της συγγραφέως, η οποία έχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία και ξέρει πολύ καλά πώς να μεταβάλει τον διάλογο δύο επαρχιωτών σε απλό, κατανοητό, γοητευτικό και συγκινητικό λογοτεχνικό λόγο.
Η συγκεκριμένη θέση του Δημοσθένη και της Ελέγκως είναι θέμα που δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά όλη την Ελλάδα, όλον τον κόσμο, που μεταναστεύει στην υπερατλαντική χώρα της ευκαιρίας.
Η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί με τρυφερότητα το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου Πιτσιμπούργκο, και οι δύο νέοι και καλοί ηθοποιοί Τζωρτζίνα Λιώση και Σταμάτης Μπάκνης, ζωντανεύουν στη σκηνή μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Το αφήγημα είναι γραμμένο στο χαρακτηριστικό Χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, μια γλώσσα εύληπτη και άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαία ελληνική.
Όλα τα επιστολικά μυθιστορήματα καλούν τον αναγνώστη – θεατή, να ανασυστήσει, μέσα από ενδείξεις της αλληλογραφίας, τη ροή των γεγονότων, ως σκιώδης αφηγητής μιας ανείπωτης ιστορίας.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολική μορφή του έργου και το κυρίως προσωπικό περιεχόμενο των γραμμάτων, γεννούν μια εντύπωση αδιάκριτης παρέμβασης στις ζωές των άλλων. Σαν να ανοίγεις στα κρυφά ξένους φακέλους. Γοητευτική τακτική, από την πλευρά του συγγραφέα. Από την πλευρά του αναγνώστη – θεατή, , η ψυχολογική ένταση ενισχύει την εμπλοκή.
Η σκηνοθέτρια δηλώνει – σε συνέντευξή της – για το έργο και την παράσταση: «Το έργο διαδραματίζεται το 1913, στην Χίο. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και πληθυσμιακών μετακινήσεων.
Κάθε χρόνο 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Μπαίνουν στα καράβια να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο που υπόσχεται ευκαιρίες πλούτου και ευημερία. Ελπίζουν σε καλύτερη ζωή για αυτούς και τις οικογένειές τους και λειώνουν και στραγγίζονται στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις.
Το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη και στήριξη ανάμεσα στους συμπατριώτες, που τους δυναμώνει. Έτσι καταφέρνουν να κάνουν κοινότητες και μέσα από μια πολύ σκληρή ζωή να ορθοποδήσουν. Πόσο μακρινό είναι όλο αυτό; Πόσο όμοιες εικόνες και καταστάσεις υπάρχουν σήμερα; Σε ποια θέση είμαστε; Η ηθική μας πως πλάθεται; Πως αξιολογούμε και ιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Τι πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι τελικά η σανίδα της σωτηρίας μας, αν αυτή υπάρχει; Αυτά και ίσως κι άλλα τα ερωτηματικά, που ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις και έτσι προχωράει η ζωή όπως προχωράει. Τα υστερινά τιμούν τα πρώτα. Το παρελθόν έχει τις απαντήσεις για το μέλλον».
Γραμμένο με έναν λόγο καθαρό, με στοιχεία Χιώτικης ντοπιολαλιάς, με πολύ ενδιαφέρουσα ροή, κινηματογραφικές περιγραφές και με δυνατές σκηνές που συνδυάζουν την συγκίνηση και το κωμικό στοιχείο σε τέλεια αρμονία, το έργο δε μας προσφέρει απλώς την τοιχογραφία μιας εποχής, αλλά κυρίως, μας μιλά για τους επιζήσαντες και τους αδικοχαμένους μιας γενιάς που όρθωσε ανάστημα, σε μια από τις πλέον δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Μιας γενιάς που πέρασε πολλά σ’ αυτόν τον κακοτράχαλο δρόμο της ξενιτιάς, έχασε πολλά και θυσίασε πολλά, που πληγώθηκε, αδικήθηκε, περιπλανήθηκε, υποτιμήθηκε, βίωσε ρατσισμό και εξευτελισμούς, μα αγωνίστηκε μέχρι τέλους για να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει.
Αυτή η γενιά μνημονεύεται με τρόπο ευαίσθητο και σεβαστικό μέσα από το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου και πραγματικά αυτή η μνεία της αξίζει, όπως αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της ιδιαίτερης αυτής παράστασης.
Συντελεστές
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια, φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Παραγωγή: ΑΜΚΕ Αγγελοπετριά
Διάρκεια: 60 λεπτά
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Οι καθηλωτικές «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη στο «Αντιγόνη Βαλάκου»
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Συγκινητική, συναρπαστική, σαγηνευτική η παράσταση του Δημήτρη Σαμόλη που, πέρα από το όποιο μάθημα – σπουδή σε γονείς, σε εφήβους, σε άνδρες, στην ελληνική κοινωνία, είναι κι ένα όψιμο μνημόσυνο στον φονευθέντα από νταήδες Κρητικούς αγριάνθρωπους συμφοιτητές του, για τον άδικο θάνατό του, για την τιμωρία- χάδι που τους επιβλήθηκε, ύστερα από πολλά χρόνια αναβολής της δίκης. Κι ο ηθικός αυτουργός; Τίποτα! Κύριος!
Η ομοφοβία δεν είναι έμφυτη. Διδάσκεται! Είναι ένας συνδυασμός κοινωνικής πίεσης για συμμόρφωση και προσωπικής ανασφάλειας απέναντι στην ελευθερία του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος ηθοποιός και τραγουδιστής, επέλεξε να μιλήσει με ειλικρίνεια και τόλμη για κάποια πράγματα που προφανώς τον αφορούν. Πράγματα που συνέβησαν στο πρόσφατο παρελθόν και απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Στο πρώτο του θεατρικό έργο, βάζει στο μικροσκόπιο την «αγία ελληνική οικογένεια», τη ζωή στην επαρχία και τον εκφοβισμό σε ένα συνταρακτικό μονόλογο-κατάθεση. Οι «Στρακαστρούκες» είναι μια καθηλωτική ελεγεία αγάπης για την ανθρώπινη φύση, αλλά και ένα φωτεινό βέλος σε αυτά που μας πόνεσαν βαθιά.
Η επίσημη πρώτη του έργου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια» στην Αθήνα.
Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία (sold out) από την πρώτη κιόλας χρονιά, γεγονός που την οδήγησε να συνεχίσει για τρεις συνεχόμενες σεζόν (2023-24, 2024-25 και 2025-26) και στις μέρες μας περιοδεύει τη χώρα.
Ο έφηβος Κωνσταντής, το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας που αποτελείται από τις τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες τον αγαπούν και τον προστατεύουν από τη μητέρα του, για την οποία δεν μαθαίνουμε πολλά, και από έναν πατέρα στα όρια του κακοποιητή, έναν αψύ Κρητικό μεγαλωμένο στη κακοφορμισμένη κρητική παράδοση που θέλει κυρίαρχο το αρσενικό σε όλα τα καθωσπρέπει της, έναν τυποποιημένο γονέα, που δεν περιμένει πια από τον γιό του όλα όσα, συνήθως, κάνουν περήφανους πατεράδες σαν κι αυτόν.
Ο Κωνσταντής, όμως, κακοποιείται καθημερινά και από τους νταήδες του σχολείου του, που του έχουν βγάλει το παρατσούκλι «Μπέντζι», το οποίο ενίοτε μετατρέπεται στο πιο θηλυκό «Μπεντζίνα», και του απευθύνουν σκληρά σεξουαλικά, άκρως προσβλητικά πειράγματα, που για κάποιο λόγο οι Έλληνες πάντα θεωρούσαν ότι έχουν το δικαίωμα να ξεστομίζουν.
Η καθημερινότητά του είναι βασανιστική, οι συμμαθητές του τού κάνουν τη ζωή μαρτύριο, πάντα με την ανοχή των καθηγητών. Κοντολογίς, όλα όσα περνάνε κάποια αγόρια στα σχολεία όταν ορισμένα χαρακτηριστικά τους προδίδουν το διαφορετικό ή όταν αυθαίρετα τους αποδίδονται ερωτικές προτιμήσεις αντίθετες από τις «κανονικές» των περισσότερων.
Ο Κωνσταντής «αποδρά» από την κόλαση που βιώνει είτε χάρη στην πλούσια φαντασία του, καθώς ονειρεύεται ένα μέλλον σπουδαίο και λαμπερό, είτε μέσα από τη μουσική, μαζί με τον κολλητό του, τον Ασκομπαντούρα, έναν άλλο αποσυνάγωγο, για διαφορετικούς από εκείνον λόγους.
Ωστόσο, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να «ανδρωθεί». Μια από τις πρακτικές που ακολουθεί είναι να συμμετέχει στην προετοιμασία του ρουκετοπόλεμου της Ανάστασης, ώστε να ανέβει στα μάτια των συμμαθητών του, μήπως και ξεφύγει από το bullying, τα χυδαία λόγια και από την καζούρα.
Φτάνει στο σημείο να σχεδιάζει σχέση με μια συμμαθήτριά του, τη Σωτηρούλα, ώστε να έχει κι αυτός το κορίτσι του.
Η αδεξιότητά του, βέβαια, φέρνει εντελώς άλλα αποτελέσματα, καθώς λίγο πριν την Ανάσταση, τη βραδιά που ετοιμάζεται να της δώσει το πρώτο φιλί, αντί να της προσφέρει καραμέλες που έχει στην τσέπη του, κατά λάθος της δίνει μια χούφτα στρακαστρούκες από τη λάθος τσέπη. Η Σωτηρούλα χάνει το δόντι της κι εκείνος την ευκαιρία να αναβαθμιστεί στα μάτια των άλλων αγοριών.
Με αυτό το πανέξυπνο εύρημα ξεκινάει ουσιαστικά ο μονόλογος του Κωνσταντή, που ξεδιπλώνει μια ζωή ενοχών, φόβου, τρόμου και βαθιάς απαξίωσης από τον πατέρα του, έναν άνθρωπο που φέρει το δικό του «τραύμα», καθώς τον είχε κάποτε ταπεινώσει μπροστά σε όλο το χωριό ο δικός του πατέρας, με αποτέλεσμα να είναι σκληρός και μονίμως προσβλητικός απέναντι στον γιο του.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ξεπροβάλλει από ένα όρθιο κιβώτιο (σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας), γεμάτο άλλα κουτιά, αναπόσπαστα υλικά της μνήμης, σαν ο Κωνσταντής να αναδύεται μέσα από τον μικρόκοσμό του, και με μοναδικό κωμικό μπρίο, χρησιμοποιώντας κρητική προφορά, αφηγείται τον κακό χαμό που ακολούθησε το χάσιμο του δοντιού της Σωτηρούλας.
Ο ήρωας που γεννάνε οι λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη δε φλυαρεί, θυμάται. Δεν ομολογεί, εξομολογείται. Δεν ομιλεί, συνομιλεί. Μας αποκαλύπτει την ιστορία του, που σχεδόν την ξέρουμε, σχεδόν την έχουμε ξανακούσει, σχεδόν την έχουμε αποφύγει και σχεδόν την έχουμε πετάξει στο μπαούλο της λήθης.
Μια γνώριμη ιστορία που ζωντανεύει ένας καταιγιστικός μονόλογος, του οποίου η μόνη αγωνία είναι να βγουν από το κουτί οι μνήμες μας, όποιες κι αν είναι, οι στιγμές που έχουμε καταπιεστεί μέσα στην « παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», που ό,τι δε δέχεται, ό,τι δε χωράει στα ασφαλή σύνορα της συνηθίζει να το πνίγει, να το καταπιέζει, να το εξουσιάζει, να το εξαφανίζει.
Έτσι, από την πρώτη κιόλας σκηνή, κατακτάει το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο στο υπόλοιπο της παράστασης κυριολεκτικά κρέμεται από τα χείλη του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι η αφήγηση ενός πονεμένου παιδιού που αυτοσαρκάζεται για να εξιλεωθεί απέναντι σε έναν πατέρα και μια κοινωνία, ακόμα και απέναντι στον εαυτό του, επειδή τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής αφήνει ελεύθερο τον Δημήτρη Σαμόλη να πλάσει με ανάσες, λέξεις και δικές του νότες, έναν πραγματικό ήρωα που σκαλίζει τη μνήμη μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, πότε με χιούμορ και πότε με αυτό το μούδιασμα που προκαλούν στα αυτιά μας οι στρακαστρούκες, καθώς συγκρούονται με την κανονικότητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης φαντάζεται, φτιάχνει και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ήρωα. Η αφήγησή του είναι τέτοια που στη σκηνή βρίσκουν χώρο και οι υπόλοιποι ήρωες, κι ας μην έχουν φυσική παρουσία.
Η ιστορία του ξεκινάει ως μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδικών του χρόνων για να γίνει μια πλημμύρα συναισθημάτων, για τον ίδιο αλλά και για το κοινό, για την καταπίεση που έχουμε νιώσει οι ίδιοι, για την βία που είδαμε αλλά δεν κάναμε αρκετά, ή και τίποτα, για τις ιστορίες που έχουν βγει από την ειδησεογραφία.
Κι όλα αυτά χωρίς διάθεση καταγγελίας ή διδακτισμού, αλλά με τον ήρωα να εκφράζει το παράπονό του. Το γιατί του, σε μια καλοστημένη παράσταση -περφόρμανς, έμπλεη ευρημάτων και εξαιρετικής ερμηνείας.
Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη δεν είναι ένα παραδοσιακό μάθημα, αλλά ένα τραγούδι-μανιφέστο για την αυτοπεποίθηση, την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη δύναμη του να «κάνεις θόρυβο» με την προσωπικότητά σου.
Το τραγούδι προτρέπει τον ακροατή να αγκαλιάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ακόμα και αυτά που οι άλλοι μπορεί να θεωρούν «περίεργα» ή «υπερβολικά.
Αν και ξεκινά από το άτομο, το τραγούδι συχνά λειτουργεί ως ένας ύμνος για όλους όσοι νιώθουν έξω από τας κελύφη των κανόνων, θυμίζοντάς τους ότι δεν είναι μόνοι.
Οι «Στρακαστρούκες», εντέλει, διδάσκουν πως η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σε κάνει ίδιο με όλους τους άλλους, με τα πρέπει, δηλαδή τη βία.
Αν μένει κάτι στο θυμικό όλων των θεατών από την σπουδαία αυτή δουλειά, στην κάθε φορά ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, είναι σίγουρα το σπαρακτικό φινάλε. Ανατριχιαστικό, συγκλονιστικό, ένα δυνατό ράπισμα στον καθωσπρεπισμό που επιβάλει μια στημένη από δόγματα και από κακοφορμισμένες συνήθειες κανονικότητα, και που σαπίζει συνειδήσεις. Δυστυχώς, η αφύπνιση έρχεται όταν είναι πια αργά… πολύ αργά.
Συντελεστές
Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια : Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία : Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια : Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία : Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη : Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες : Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design : Μιχάλης Δέμελης
Trailer : Θωμάς Παλυβός
Social media : Κάλλη Μαυρογένη
Οργάνωση Παραγωγής : Μαρία Παπαφωτίου
Παραγωγή: Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Ο Αρχέλαος Γρανάς πλέκει το εγκώμιο της Εύας Οικονόμου – Βαμβακά
Η Εύα Οικονόμου Βαμβακά θα είναι και για τα επόμενα τρία χρόνια στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, όπως αποφάσισε την Τρίτη (17/3) κατά πλειοψηφία το διοικητικό συμβούλιο του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Για το θέμα μίλησε στην ΕΡΑ Καβάλας, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Αρχέλαος Γρανάς.
Με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους
«Στην τελευταία συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας κάναμε την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή για την επόμενη τριετία. Με μυστική ψηφοφορία προέκυψαν 7 ψήφοι για την κ. Οικονόμου Βαμβακά, οπότε με πλειοψηφία 7 – 3 καταλήξαμε σε αυτήν με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Εκείνο που επικράτησε είναι ότι έχει την καλλιτεχνική εμπειρία, διετέλεσε ξανά καλλιτεχνική διευθύντρια, έχει διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, έχει αποστολή να φέρει το θέατρο κοντά στην κοινωνία. Υπάρχει συνεργασία με τα σχολεία, με τους τοπικούς φορείς, με τους πολιτιστικούς οργανισμούς και προωθεί και τη θεατρική παιδεία. Έχει καλή δικτύωση με διάφορους παραγωγούς, αλλά και με άλλα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας και συνεργασίες που έχει αναπτύξει με αυτούς. Όλα αυτά εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και την επιλέξαμε για ακόμη μία τριετία», ανέφερε σχετικά ο κ. Γρανάς.
”Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε…”
”Έχει ικανότητες για να παίρνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα που δημιουργούνται ούτως ή άλλως σε τέτοιες περιπτώσεις. Όλα αυτά επίσης εκτιμήθηκαν από την πλειοψηφία μας. Όχι ότι και οι άλλοι υποψήφιοι που ανέπτυξαν εν ολίγοις τα δικά τους επιχειρήματα δεν ήταν καλοί, αλλά εφόσον είμαστε ευχαριστημένοι από την προηγούμενη θητεία της κ. Οικονόμου Βάμβακα της εμπιστευτήκαμε και πάλι τη νέα τριετία ως καλλιτεχνική διευθύντρια στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και έτσι έληξε η ιστορία αυτή. Δεν ήταν τόσο η αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, αλλά όσον αφορά τη νομιμότητα των διαδικασιών. Εφόσον πλέον έγιναν όλα νόμιμα και κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα, προχωράμε. Δεν ξέρω αν άξιζε τον κόπο όλο αυτό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε και πλέον τελείωσε”, επισήμανε καταληκτικά ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας.
Προτεινόμενα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
Καβάλα5 έτη agoΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα Θάσου5 έτη agoΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα Θάσου6 έτη agoΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
Ελλάδα6 έτη agoΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login