Connect with us

Πολιτισμός

«Addio del passato» της Λείας Βιτάλη στο “Kouinta Pocket Theatre”

«addio-del-passato»-της-Λείας-Βιτάλη-στο-“kouinta-pocket-theatre”

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα, Οράτιε, μεταξύ γης και ουρανού απ’ αυτά που η φαντασία σου μπορεί να συλλάβει».

-Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Το θέμα είναι αρχετυπικό, η σύγκρουση δεδομένη, αλλά πάντα κριτήριο για την πρωτοτυπία που υπερβαίνει το αυτονόητο είναι ο τρόπος. H Βιτάλη διάλεξε δύσκολο, αλλά και γόνιμο δρόμο για να διαπραγματευτεί μια πράγματι τραυματική σχέση. Εν πρώτοις υπάρχει ένα υφολογικό δίλημμα που η σκηνοθεσία οφείλει να το λύσει ισορροπώντας σε τεντωμένο σχοινί.

Υπόθεση

Είναι χωρισμένες. Είναι μόνες. Γυναίκες της διπλανής πόρτας. Αλλά κουβαλάνε στην ψυχή τους ένα σκοτεινό μυστικό που τις έχει σημαδέψει. Μέσα σ’ ένα κλίμα αλλόκοτης τρέλας, μητέρα και κόρη, κλεισμένες στην κουζίνα ενός σύγχρονου αθηναϊκού σπιτιού, φτιάχνουν το πατροπαράδοτο κέικ με λεμόνι τραγουδώντας τις αγαπημένες τους άριες από όπερες. Συγχρόνως, με την ίδια ανάλαφρη διάθεση, κατασπαράζουν άγρια η μία την άλλη, φέρνοντας στο φως «εκείνο» το μυστικό που έκρυβαν σ’ όλη τη ζωή τους. Η καθεμιά από τη μεριά της βιώνει και αναπαριστά διαφορετικές εκδοχές της αλήθειας, κάνοντας έτσι ένα ταξίδι αυτογνωσίας μέχρι να κερδηθεί επιτέλους η καθαρτήρια συμφιλίωση. Το Addio del passato, που διαδραματίζεται ουσιαστικά στο χώρο της μνήμης, είναι ένα έργο για τις σχέσεις βιασμού μέσα στην οικογένεια, για μυστικά και τραύματα, για ανομολόγητες πράξεις, σκληρές αντιπαραθέσεις και ματαιωμένες φιλοδοξίες. Κυρίως, όμως είναι ένα έργο για την πολυπόθητη συμφιλίωση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη.

Ανάγνωση

Μέσα στη λέξη μητέρα ακούγεται η λέξη τέρας αλλά και το μη, το αποτρεπτικό του τέρατος, η ασφάλεια από την απειλή, όπως και στο mother ακούγεται το other, το άλλο, ένα άλλο όμως που είναι σε συνεχή γειτνίαση με το όμοιο. Η υπερφυσική δύναμη, η προστασία αλλά και η απειλή της καταστροφής μέσα από τη συγχώνευση. Ένα σημαίνον οικουμενικότητας που περιέχει τα πάντα. Τα αγαθά και τα καταστροφικά. Τα απειλητικά και τα προστατευτικά. Την έννοια της αρχαϊκής μητέρας συναντάμε στη μυθολογία, στις θρησκείες των λαών. Η παντοδύναμη μητέρα τροφός όλων των πλασμάτων. Καταστροφική και ιερή μητέρα. Η Γαία που ήταν σε θέση να καταστρέφει σύζυγο, παιδιά και κρατούσε στα χέρια της την τύχη της οικουμένης.

Να γίνεσαι η μητέρα της μητέρας σου. Ο γονιός του γονιού σου. Εύθραυστοι ψυχικά γονείς που, είτε είναι είτε προβάλλουν ως αβοήθητοι στα μάτια του παιδιού, ωθούν το παιδί να μεταμορφωθεί σε ένα παιδί – ενήλικα ή και υπερήλικα που δεν ζητά αλλά προσφέρει προστασία.  Το παιδί γίνεται κεραμίδι στο άσκεπο κεφάλι του γονιού. Ρούχο στο γυμνό του σώμα. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που παρακινούνται να λειτουργήσουν ως γονείς τον γονιών τους. Είναι οδυνηρό, είναι επίπονο. Είναι σαν να σου έχουν βίαια υφαρπάξει την παιδική σου ηλικία.

Αναρωτιέται ο θεατής – και δη οι γυναίκες – «στην πραγματικότητα μπορούμε να επηρεάσουμε την μητέρα μας;»

Όλα παίζονται και υπόκεινται στου κανόνες ενός παιχνιδιού με αβέβαιη έκβαση και όχι πάντα γνωστούς και κοινά αποδεκτούς κανόνες. Η σχέση με τη μητέρα μας δεν συνίσταται μόνο από το «εδώ και τώρα», από το «τρέχον, το παρόν». Το πιο καθοριστικό της κομμάτι έχει να κάνει με ό,τι παραμένει ψυχικά ενεργό, από το παρελθόν.

Η παράσταση

Κυλάει  η παράσταση ανάμεσα στη πραγματικότητα και σε ένα τοπίο ονείρου από το παρελθόν. Επίκεντρο η σχέση ανάμεσα σε μια μάνα και την κόρη της. Η Σοφία και το Βασούλι της. Η σχέση τους καθορίζεται και από τα άλλα πρόσωπα της οικογένειας αλλά και από το παρελθόν της μητέρας και έτσι οι ηρωίδες, ακροβατούν σε ένα λεπτό σκοινί.

Μία μάνα  και μία κόρη  συναντιούνται στο πατρικό σπίτι για να εκτελέσουν μια οικογενειακή ιεροτελεστία: το παραδοσιακό κέικ της Τετάρτης. Μέσα στα σκεύη και τα υλικά της κουζίνας θα ανακατέψουν και τις μνήμες της κοινής τους ζωής, ανασύροντας μυρωδιές, ήχους, στιγμές και εν τέλει συναισθήματα. Το ταξίδι αυτό θα τους οδηγήσει αναπόφευκτα σε ένα ξεχασμένο τραύμα που έχει μείνει ανοιχτό.  Ήρθε η ώρα ν’ ακουστεί ή θα μείνει σιωπηλό για πάντα;

Η Ναταλία – Άννα Βασιλέκα  και η Έλενα Μόμτσου, μητέρα και κόρη, στο  «Αddio Del Passato»  (που στα ελληνικά σημαίνει «αντίο στα περασμένα») κινούνται από την πραγματικότητα στον  χώρο του υποσυνείδητου, ακροβατώντας έτσι υποκριτικά στα όρια του μαγικού ρεαλισμού.

Με εναλλαγές χιούμορ και συγκίνησης, η σκηνοθέτις   Ναταλία – Άννα Βασιλέκα χτίζει σιγά- σιγά την ατμόσφαιρα που θα οδηγήσει τις δύο ηρωίδες σε αμοιβαίες εξομολογήσεις και αποκαλύψεις. 

Η μουσική μοιάζει να αποτελεί συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα στη μάνα και την κόρη . Άλλωστε και ο τίτλος του έργου παρεπέμπει ευθέως στην Τραβιάτα του Βέρντι!

Μια γυναίκα χωρισμένη με  παιδιά, επισκέπτεται κάθε εβδομάδα τη μητέρα της και φλυαρώντας και μαλώνοντας φτιάχνει με όλη τη μαγειρική τελετουργία ένα κέικ. Το τάιμινγκ του έργου, η διάρκειά του είναι ο χρόνος που χρειάζεται να ετοιμαστούν τα σκεύη, να γίνει η δοσολογία του μείγματος και να ψηθεί το γλυκό. Ένας τελετουργικός μεν αλλά ρεαλιστικός χρόνος. Αυτό υποβάλλεται στον θεατή ότι συμβαίνει χρόνια. Στο θεατρικό όμως παρόν που παρακολουθεί ο θεατής είναι η πρώτη τέτοια μέρα των επισκέψεων μετά τον θάνατο και την ταφή της μητέρας. Ο ρεαλισμός τινάζεται στον αέρα, αφού η μητέρα είναι νεκρή και η συνομιλία συμπυκνώνει δύο χρόνους, τον παρελθόντα (που αναλύεται και αναδύονται οι τραυματικές σχέσεις των δύο γυναικών), και τον παρόντα (όπου η κόρη, επιτέλους, απελευθερώνεται από τις εξαρτήσεις, τα συμπλέγματα, τις αναστολές και αντικρύζει την αλήθεια).

Αντιλαμβάνεται λοιπόν καθένας, πόσο δραματουργικά ενδιαφέροντα προβλήματα είχε να λύσει η συγγραφέας  Λεία Βιτάλη. Εντός του μετρήσιμου ωρολογιακού χρόνου εγκιβωτίζονται πολλές «στιγμές» ενός βίου, που κατέστησε τις δύο ηρωίδες ανταγωνιστικές.

«Στιγμές» όπου η στρατηγική της καθεμιάς, άλλοτε επιθετική άλλοτε αμυντική, δημιουργεί μια συνεχή εγρήγορση, ώστε τα οικεία δεινά να παροχετεύονται, να καταχωνιάζονται, να μεταλλάσσονται, να μεταμορφώνονται, αλλά συχνά να αναδύονται απειλητικά, γυμνά, ωμά.

Αυτός ο χρόνος της μνήμης φέρνει στην επιφάνεια ανομολόγητες πράξεις, ενώ παράλληλα η μητρική έγνοια αλλά και η  τόλμη λειτουργούν εξουσιαστικά, δυναστικά πάνω στην κόρη, σημαδεύοντας την προσωπικότητά της και καθορίζοντας την ενήλικη ζωή της και τον γάμο της. H συγγραφέας, όμως, με μεθοδικούς αναβαθμούς οδηγεί τη σύγκρουση σε μια καθαρτήρια έξοδο, όταν με τρόπο αποκαλυπτικό και ανατρεπτικό η κόρη ωθείται σε μια ταύτιση με τη μοίρα της μητέρας, που της λύνει όλους τους συμπλεγματικούς κόμπους.

Το έργο έχει ρυθμό, χιούμορ, νεύρο αλλά και μυστήριο και διαθέτει μια αρετή που την εκπέμπουν  πάντα τα καλά έργα. Αφήνει πτυχές και γωνίες αφώτιστες, κίνητρα ακατανόητα και σκοπούς συγκεχυμένους, αφού ποτέ κανείς δεν μπορεί να φτάσει «στον βαθύ λόγον της ψυχής, όσην επιπορευόμενος οδόν», για να θυμηθούμε τον Ηράκλειτο.

Εξαιρετικές οι δυο ερμηνεύτριες, αλλά επιτρέψτε μου να δώσω ένα αστεράκι παραπάνω στην Έλενα Μόμτσου. Πιθανώς ο ρόλος να είναι πιο αβανταδόρικος, αλλά η ηθοποιός μας δώρισε  ρίγη συγκίνησης σε υπερθετικό βαθμό.

Επίλογος

Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με δια βίου σχέσεις. Μας ακολουθούν έως το τέλος. Αυτό φανερώνει και το μέγεθος της σημασίας αλλά και της πολυπλοκότητας τους. Άλλωστε η αξία της ‘’σημασίας’’ ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεσμευτεί από τα ‘’δεσμά’’ της πολυπλοκότητας.
Ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο αιχμηρό κομμάτι μιας σχέσης ενός παιδιού με μια μητέρα; Σε ποιο βιβλίο σας υπάρχει περισσότερο;

Νομίζω ότι το πιο αιχμηρό κομμάτι είναι όταν το holding, το κράτημα, η αγκαλιά, δεν υπάρχει σαν κάτι το αυτονόητο. Όταν η μητρική αγάπη σου δίνεται υπό προϋποθέσεις, ή δεν σου δίνεται καθόλου, παρά μόνο σαν καθήκον, σαν διεκπεραίωση ενός ρόλου. Και τότε εσύ, το ‘’εκτός αγάπης’’ πλάσμα, αναζητάς, διεκδικείς, ζητιανεύεις, ψήγματα εγγύτητας ή  καταθέτεις τα όπλα, και παραιτείσαι από το αίτημα της αγάπης. Άρα, η  εκτός αιτήματος αγάπη είναι, κάπως,  σαν να πεθαίνεις.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ναταλία Άννα Βασιλέκα
Σκηνικά: Ν.Ο.
Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός
Φωτογραφίες: Μαρία Τσακίρη
Video art: Microfilming
Μουσική Επιμέλεια: Παναγιώτης Λαζαρίδης
Μακιγιάζ: Μιχαέλα Σύρμαλη
Γραφιστική Επιμέλεια: Μιχάλης Τουμανίδης
Παραγωγή: Kouinta Theatre Productions

Ηθοποιοί: Έλενα Μόμτσου, Ναταλία Άννα Βασιλέκα

Υ.Σ. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την πόλη, να υπάρχει και να λειτουργεί ένα θέατρο από  Ιδιωτική πρωτοβουλία και να αποτελεί κοιτίδα πολιτισμού και, βέβαια, ενεργός κοινωνικός λειτουργός. Στην περίπτωση δε του «Θέατρου Τσέπης ΚΟΥΙΝΤΑ», ευχόμαστε να είναι εσαεί ένα μικρό θέατρο με μεγάλες παραστάσεις.

ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement
Click to comment

You must be logged in to post a comment Login

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πολιτισμός

«Το σπίτι με τα δώρα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη στο Αντιγόνη Βαλάκου

«Το-σπίτι-με-τα-δώρα»-των-Αντώνη-και-Κωνσταντίνου-Κούφαλη-στο-Αντιγόνη-Βαλάκου

«Το σπίτι με τα δώρα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, έρχεται στην Καβάλα στο Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου για 3 μόνο παραστάσεις, την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Μαρτίου στις 9 το βράδυ και την Κυριακή 10 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα.

Τρεις γυναίκες, η Ελένη, η Βασιλική, η Ιωάννα αφηγούνται τα τραύματα τους. Η πρώτη κουβαλάει την προσωπική της τραγωδία πάνω σ’ ένα τενεκεδένιο νύχι που φύτρωσε στη θέση του παλιού που μαύρισε κι έπεσε. Το νύχι αυτό είναι η πανοπλία, η άμυνα της. Αυτό θα την καθορίσει, αυτό θα δώσει τη λύση… Η Βασιλική ζει σ’ ένα σπίτι απ’ όπου απουσιάζει ο αέρας. Παιδί δυο προβληματικών γονιών, θα πάρει τη ζωή στα χέρια της όταν διαπιστώσει πως η ανήλικη κόρη της βιώνει τη δική της τραγωδία με δέλεαρ μια κούκλα… Η Ιωάννα είναι μια έφηβη που γεννήθηκε άνδρας σ’ ένα γυναικείο κορμί. Σύντομα θα απεκδυθεί τη γυναικεία φύση της όταν, ντυμένη αγόρι, θα γίνει το αντικείμενο του πόθου μιας συνομήλικης της. Η κατάληξη θα είναι τραγική.

Το έργο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου 2001.

Σημείωμα των συγγραφέων

Γυναικείες αποσκευές:

Οι τρεις ηρωίδες του έργου μεταφέρουν τις αποσκευές τους και τις ανοίγουν μπροστά στον θεατή. Έχουν μέσα τραύματα ανεπούλωτα, ιστορίες ανείπωτες, μνήμες που θέλουν να ξεχάσουν, αναιρέσεις και διαψεύσεις, πίκρες, κομμάτια από ζωές άλλων που ονειρεύτηκαν αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν. Είναι ευάλωτες και αποφασισμένες να βιώσουν αυτό που τους δωρήθηκε, πληρώνοντας τελικά το κόστος των επιλογών τους που υπερβαίνει το μέτρο και τον κανόνα. Ένα τενεκεδένιο νύχι, μια αλλόκοτη κούκλα, ένα μαχαίρι είναι τα δώρα–όπλα στη μάχη της δικαίωσης, της λύτρωσης και της θυσίας. Είναι γυναίκες που υπήρξαν και υπάρχουν σε Αθήνα και περιφέρεια, σε πόλεις και χωριά, προσδιορίζοντας τον τόπο του προσωπικού τους μαρτυρίου ανάμεσα σε δωμάτια χωρίς στίγμα, χώρους εργασίας που στάζουν αλατόνερο, δημόσια ουρητήρια και αποκαρδιωτικά ψυχικά τοπία. Τις αγαπήσαμε και τις φροντίσαμε αλλά μας εγκλώβισαν και μας τρόμαξαν. Κι όλη αυτή η επώδυνη πορεία για την αλήθεια τους έγινε για μας ένα μεγάλο βήμα προς την αυτογνωσία και την κάθαρση.

Σημείωμα του σκηνοθέτη

«…να φοβάσαι όταν δεν πονάς. Ο πόνος δεν είναι σύμπτωμα, είναι η αρχή της γιατρειάς…»

(απόσπασμα από «Το Σπίτι με τα Δώρα»)

«Το Σπίτι με τα Δώρα» ένα έργο σκληρό, ένα έργο αληθινό, ένα έργο ενδοσκόπησης της οικογένειας, της οικογένειας που υπάρχει και τρομάζει την κοινωνία, την κοινωνία που αδιαφορεί και ανέχεται αυτή τη σκληρότητα. Ένα έργο ρεαλιστικό που αγγίζει τα όρια της ποίησης. Προσπαθώντας να βρούμε αυτή τη συνδετική τομή ρεαλισμού και ποίησης, δοκιμάζουμε να ανιχνεύσουμε υποκριτικούς κώδικες που συνδέουν αυτά τα δύο πεδία. Το λιτό και «σκληρό» σκηνικό επηρεασμένο από την μεσαιωνική βιαιότητα σε συνδυασμό με τη χρήση ζωντανής μουσικής δημιουργούν ένα δυστοπικό οικογενειακό περιβάλλον που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Το θέατρο οφείλει να ενοχλεί, να τροποποιεί και να αλλάζει τον κόσμο· ως εκφραστές αυτής της σκέψης… εμπρός για την εξέλιξη μας.

Παίζουν:

Μικαέλα Δανά: Βασιλική

Μαρία Καρακίτσου: Ελένη

Κατερίνα Παρισσινού: Ιωάννα

Μουσικός επί σκηνής (τσέλο): Κλεοπάτρα Δαρδάλη

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Παπακώστας

Πρωτότυπη μουσική: Ανθή Γουρουντή

Κοστούμια/σκηνικά αντικείμενα: Σπύρος Γκέκας

Σκηνική εγκατάσταση/κατασκευή: Λευτέρης Παπακώστας, Μαρίνα Μηλιάρη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αλεξάνδρα Γεωργίου

Φωτισμοί/Φωτογραφίες: Παύλος Μαυρίδης

Hair stylist / make up artist (φωτογράφισης): Βίκυ Χατζή

Υπεύθυνη Παραγωγής: Πασχαλιά Σιγγίκου

Διαχείριση social media: Εύη Αγγελίνου

Υπεύθυνος επικοινωνίας: Αντώνης Κοκολάκης

Παραγωγή:

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ» / etp.entropia@gmail.com

Τιμές εισιτηρίων:

14 € Γενική Είσοδος,

10 € Φοιτητικό-Ανέργων-ΑΜΕΑ-Άνω των 65 ετών

Προπώληση εισιτηρίων καθημερινά από τη Δευτέρα 4 Μαρτίου, 11.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00, στο Κέντρο πληροφόρησης επισκεπτών Δήμου Καβάλας (πρώην ΕΟΤ) στην Κεντρική Πλατεία, τηλ: 2510-620566.

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.more.com/theater/to-spiti-me-ta-dora-3/

Παρασκευή 8, Σάββατο 9, Κυριακή 10 Μαρτίου

Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου

Διάρκεια: 80’

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να καλείτε στα τηλέφωνα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας 2510. 220876 – 7 (09:00-14:00).

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Κωλόκαιρος» στο «Κολοσσαίον» (Κείμενο: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης)

«Κωλόκαιρος»-στο-«Κολοσσαίον»-(Κείμενο: Αντώνης-Τσιοτσιόπουλος-Σκηνοθεσία: Γιώργος-Παλούμπης)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

«Και η βρόχα έπεφτε… straight through» .

 Έτσι ακριβώς, αλλά απ’ έξω. Από μέσα το «straight» είναι τα γαρίφαλα, τα στρωμένα στο δάπεδο, στο σκυλάδικο «Διυλιστήριο» της Ελευσίνας. Τα απόνερα έχουν, ήδη, φέρει τη λάσπη στο εσωτερικό. Λασπωμένα κι άπλυτα τα κρυμμένα, από κείνα που καταλαβαίνεις και λες «πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, Γκρούεζα, μη με λερώσεις», σαν τον Μαυρογιαλούρο. Κατάσταση «Μπύθουλα» τρανταχτή, αλλά αποδεκτή. Από «Λαό και Κολωνάκι».

Η τραγουδιάρα, καθωσπρέπει. Λαμέ και στρας το φόρεμα, ξανθό μακρύ μαλλί, τίναγμα με νάζι και το μπούτι να φαίνεται. Γυναίκα της νύχτας η Μαρία, με βότκα και τσιγάρο, το πρέπον βηχαλάκι και η βαρεμάρα εμφανής, καθώς το μαγαζί, άδειο. Σωστή και φίρμα.

Μια κόκκινη φωτεινή ταμπέλα στο μπαρ: «No smoking» ειρωνεύεται τον κόσμο, αφού οι καπνοί κρατούν αμείωτα θολή την ατμόσφαιρα.

Ο Στέλιος κι ο Μάκης, της λαϊκουριάς παιδιά, ανταλλάσσουν τα κλασσικά γαμοσταυρίδια και κει πάνω στο σενιάρισμα, εμφανίζεται αυτός- αυτή. Μια αναστημένη Δήμητρα της Λέσβου. Μια ζωντανή Μπέττυ, μια ώριμη, άχαρη μαυροφορούσα, αλλά με χαριτωμένο όνομα: Σοφοκλής.

Ναι, σ’ αφήνει άφωνο αυτός ο σπουδαίος Στάθης Σταμουλακάτος. Ηθοποιός ολκής!

Μια βροχερή μέρα, λοιπόν, στο νυχτερινό κέντρο «Διυλιστήριο» στην Ελευσίνα, ο Σοφοκλής, πρώην ιδιοκτήτης του μαγαζιού, επιστρέφει μετά από πέντε χρόνια αδικαιολόγητης απουσίας και λίγες ώρες πριν από την κηδεία της μητέρας του, ως τραβεστί.

Η απρόσμενη αυτή εμφάνιση προκαλεί αναστάτωση στον περίγυρό του. Καλά κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν αποκαλύπτονται και φανερώνουν τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι ήρωες του έργου, φέρνοντάς τους ενώπιον των ευθυνών και των φαντασμάτων τους. 

Η λαϊκή ελληνική πραγματικότητα σκιαγραφείται ρεαλιστικά: αλκοόλ, τσιγάρο, «σκυλάδικα» τραγούδια, αλλά και πονηριά, συμφέρον, απληστία, αντιφάσεις και αμαρτίες. Άνθρωποι με προτερήματα και αδυναμίες που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν ρευστό κόσμο, που δεν μπορεί να τους προσφέρει καμία ασφάλεια. Η προκατάληψη απέναντι σε ό,τι είναι έξω από την αλήθεια των ηρώων, απέναντι στο διαφορετικό και το καινούργιο, βρίσκει στόχο στο πρόσωπο του Σοφοκλή και, ταυτόχρονα, γίνεται αφορμή να αποκαλυφθεί η γήινη προσωπικότητά τους, με όλες τις αδυναμίες και τα προτερήματά τους.

Η πλοκή κορυφώνεται σταδιακά μέσα από το σασπένς και το χιούμορ, δημιουργώντας έναν σφιχτό κλοιό γύρω από τους χαρακτήρες που, σταδιακά, μοιάζουν οικείοι και αναγνωρίσιμοι. 

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και Γιώργος Παλούμπης είναι γνώριμοι από παλιά και ξέρουν πολύ καλά πώς να γράψει ο πρώτος και πώς να σκηνοθετήσει ο δεύτερος, έργα βγαλμένα από τα σπλάχνα της κοινωνίας. Ξέρουν πολύ καλά και πώς να «πετάξουν» κατάμουτρα στο κοινό την αλήθεια, ωμή και ανεπιτήδευτη.

 Στη σκηνή δρα μια κοινωνία διυλιστήριο, που προσπαθεί να διυλίσει ακόμη και το ασήμαντο, προκειμένου να φανεί «politically correct». Ιδιαίτερη κοινωνία, που συνθλίβει προσωπικότητες, όνειρα και επιθυμίες στον βωμό του «φαίνεσθαι». Έξω ξαστεριά, μέσα κωλόκαιρος. Έξω κανονικότητα – έστω κεκαλυμμένη – φιλία, οικογένεια, συντροφικότητα και μέσα απληστία, εγωισμός, συντηρητισμός και άσβεστο μίσος σε κάθε τι διαφορετικό. Μια κοινωνία που ζέχνει από το βάθος της.

Βλέπουμε ήρωες, ως λούμπεν στοιχεία, που χρησιμοποιούν γλώσσα σκληρή και βρίζουν ανενδοίαστα, βουτηγμένοι στο αλκοόλ και νοτισμένοι από τη μυρωδιά του τσιγάρου και του ξενυχτιού. Ήρωες που μεταλλάσσονται στα μάτια μας σε καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, σε όρθιες φιγούρες που περπατούν στην καταιγίδα, χωρίς ομπρέλα.

Το δίδυμο συγγραφέας- σκηνοθέτης τους πιέζει ν’ ανοίξουν στο σανίδι την κολλημένη από τον συντηρητισμό πόρτα της ζωής τους και να δουν αλήθειες: τον άνθρωπο και την τραγική του γελοιότητα.

Νατουραλιστική γραφή από τον Τσιοτσιόπουλο, που προεκτείνει τον ρεαλισμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προβάλλονται στην παράσταση, όπως η ιδέα της πραγματικότητας και οι ιδεολογικές καταβολές, οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, δηλαδή η αναλυτική μελέτη γεγονότων και προσώπων, η έρευνα πηγών, η ζωντανή αναπαράσταση της κοινωνίας με τις τάξεις της, η ανασύσταση της εποχής που έζησε ο ήρωας του, αλλά όχι ρητορικά. Ζωντανά, ρεαλιστικά.

Η σκηνοθετική αρχιτεκτονική του Γιώργου Παλούμπη δουλεύει στη ραχοκοκαλιά του «Κωλόκαιρου» και δεν τη χαϊδεύει. Δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν προσπαθεί να απλώσει ένα δίχτυ προστασίας σε ό,τι λέγεται και ακούγεται. Κρατά ανεβασμένη την ένταση στη διαπασών , αλλά ταυτόχρονα χειρίζεται άριστα τις απαιτούμενες ισορροπίες. Όλα φαίνονται υπερβολικά και την ίδια στιγμή ρεαλιστικά. Όλα φαίνονται μεγεθυσμένα αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ο θεατής, πως έτσι είναι η ζωή. Έτοιμη να εκραγεί, αν βγουν στη φόρα τα καλά κρυμμένα μυστικά , αν κάποια στιγμή το παρελθόν επισκεφθεί βίαια το παρόν.

Μέσα στο εξαιρετικό σκηνικό του ξενυχτάδικου «Διυλιστήριο», της Νατάσσας Παπαστεργίου, η υποκριτική ομάδα των πέντε ηθοποιών (Στάθης Σταμουλακάτος, Θάνος Αλεξίου, Βασιλική Διαλυνά, Στέλιος Δημόπουλος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) δίνει τον καλύτερό της εαυτό και ισορροπεί σε ρόλους δύσκολους και με πολλές γωνίες.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος ερμηνεύει τον δισυπόστατο χαρακτήρα του Σοφοκλή, ένας από τους πιο απαιτητικούς του ρόλους, και γοητεύει με τον εκπληκτικό χειρισμό των εντάσεών του και των εκφραστικών του μέσων.

Ο Στέλιος Δημόπουλος στον ρόλο του αδελφού του Μίμη, δίνει μία στιβαρή ερμηνεία και αποδεικνύει πόσο καλά ελίσσεται και στα ρεαλιστικά έργα.

Ερμηνεία απολαυστική από τον Θάνο Αλεξίου, καθώς είναι αυτός που λειτουργεί ως καταλύτης και εμποτίζει τη δράση με αβίαστες δόσεις εκρηκτικού χιούμορ.

 Η Βασιλική Διαλυνά, έξοχη Μαρία, ανταπεξέρχεται άριστα στον απαιτητικό ρόλο της γυναίκας του Σοφοκλή, ενός αδικημένου πλάσματος από τη ζήση του και τις τραγικές της συγκυρίες, μας χαρίζει γενναιόδωρα δουλευμένες σκηνές και ως τραγουδίστρια και ως γυναίκα – θύμα. Πραγματικά, υπέροχη.

Ο συγγραφέας και ηθοποιός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, στον ρόλο του Στέλιου, του κουμπάρου του Σοφοκλή ή αλλιώς του μεσάζοντος, του «πυροσβέστη», είναι ο άνθρωπος που ξέρει όλα τα τραγικά μυστικά, όμως τα έχει παραχωμένα βαθιά μέσα του, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Είναι εκείνος που έχει τσακιστεί περισσότερο από τον πόνο της απώλειας και έχει μάθει να ξεχωρίζει την ουσία και την άδολη αγάπη. Μας δίνει μία ενδιαφέρουσα, ρεαλιστικά ανθρώπινη ερμηνεία.

Εντάσεις, αψιμαχίες, αγοραία γλώσσα, δάκρυα, πονεμένες αγκαλιές και τι μένει; Μία κομμένη στα δύο σπανακόπιτα από τα χέρια της νεκρής μάνας και δύο αδέλφια απέναντι το ένα στο άλλο. Αυτή είναι η απόδειξη του πόσο δύσκολο είναι οι πληγωμένοι χωρισμένοι άνθρωποι να έρθουν κοντά, να μονιάσουν, να αγαπηθούν, ακόμη και όταν ζητούμενο είναι, απλώς, το δικαίωμα της ύπαρξής τους, όπως ακριβώς θέλουν αυτοί.

Ο «Κωλόκαιρος» ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες και πολυσυζητημένες παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», με διαρκή sold out. Μια ιδιαίτερη ιστορία εκδίκησης και αποδοχής, που μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, για να βάλει και πάλι σε ένα ρεαλιστικό σύμπαν γεμάτο σκληρές καταστάσεις, ωμή γλώσσα αλλά και χιούμορ, τους βορειοελλαδίτες θεατές.

Συντελεστές

Κείμενο: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παλούμπης

Σκηνογράφος: Νατάσσα Παπαστεργίου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Ενδυματολόγος: Νατάσσα Παπαστεργίου

Μουσική: Κώστας Νικολόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου : Μαριάνθη Ράδου

Σχεδιασμός ήχου: Ανδρέας Μιχόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτα Παπαδημητρίου

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

Μακιγιάζ: Διονυσία Κωνσταντίνου

Ερμηνεία

Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Βασιλική Διαλυνά, Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading

Πολιτισμός

«Σεβάς Χανούμ» του Γιώργου Χρονά στο «ΑΥΛΑΙΑ»

«Σεβάς-Χανούμ»-του-Γιώργου-Χρονά-στο-«ΑΥΛΑΙΑ»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

“Κάθε ιστορία είναι μια διαδρομή χαραγμένη στο μυαλό και στο σώμα…
Με κιμωλία στο πάτωμα”

Κωνσταντίνος Ρήγος

Η συναρπαστική ζωή της Σεβάς Χανούμ, της θρυλικής μορφής του λαϊκού τραγουδιού, ζωντανεύει από 21 Φεβρουαρίου 2024 στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ. Με εργαλείο του τη χειμαρρώδη συνέντευξη που έδωσε η ίδια στον ποιητή Γιώργο Χρονά, ο Κωνσταντίνος Ρήγος επαναπροσέγγισε και επανασύστησε με τον δικό του μοναδικό τρόπο τη θρυλική αυτή τραγουδίστρια.

Μια μοναδική ευκαιρία να απολαύσει κάποιος επί σκηνής την ηθοποιό Κωνσταντίνα Μιχαήλ, σε ρόλο ζωής,να υποδύεται τη Σεβάς Χανούμ.

«Η ιστορία η δική μου, της Σεβάς Χανούμ, Σεβαστής Παπαδοπούλου: Ποντία είμαι. Από τον Εύξεινο Πόντο, από τη Σαμψούντα είμαι. Το γέννημά μου είναι Μακεδόνα. Μακεδόνα είμαι! Γεννήθηκα το 1931, ημέρα Τετάρτη, ανήμερα στα γενέθλια της Παναγίας 8 Σεπτεμβρίου, στις 9 το πρωί».

Το έργο και η παράσταση

Το 1983 μία από τις ωραιότερες λαϊκές φωνές της ελληνικής δισκογραφίας, η Σεβάς Χανούμ, διηγείται την ιστορία της ζωής της σ’ ένα παλιό προσφυγικό σπίτι της Θεσσαλονίκης, στο κασετοφωνάκι του ποιητή και εκδότη Γιώργου Χρονά. Η «αμαζόνα», όπως ήθελε να την αποκαλούν, του ρεμπέτικου τραγουδιού τού μιλά για τον φλογερό της έρωτα με τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον παρ’ ολίγον γάμο τους, για τον Πόντο, τη μεταπολεμική Αθήνα, τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, αλλά και για την αρρώστια και το παιχνίδι με τον θάνατο.

Αυτές τις εκτενείς μαρτυρίες ο Γιώργος Χρονάς τις έκανε μονόπρακτο έργο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός), το οποίο ακολούθως ο Κωνσταντίνος Ρήγος «μεταμόρφωσε» σε θεατρική παράσταση αφιερωμένη στη μοναδική αυτή ιέρεια του λαϊκού τραγουδιού, τη Σεβάς Χανούμ

Λίγοι γνωρίζουν πως πίσω από το όνομα Σεβάς Χανούμ κρύβεται μία θρυλική μορφή του λαϊκού τραγουδιού. Μία γυναίκα μοναδικά δυναμική, που κατάφερε να επιβιώσει σ’ έναν πολύ δύσκολο και ανδροκρατούμενο χώρο, αυτόν του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μία γυναίκα που δε δίστασε να βουτήξει στα πάθη της και να ρουφήξει τη ζωή της μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Ρήγος, πάνω στον μονόλογο που έγραψε ο Γιώργος Χρονάς, με τα υλικά της συνέντευξης, η Κωνσταντίνα Μιχαήλ έγινε η Σεβάς Χανούμ, κατά κόσμον Σεβαστή Παπαδοπούλου, εκείνη την Πρωτομαγιά του 1983, στο σαλονάκι της ανάμεσα σε αναμνήσεις, φωτογραφίες, θυμιατά, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν είχε ξεστολίσει. Ντυμένη με μαύρο αυστηρό ταγιέρ, με έναν βήχα να την ταράζει κάθε τόσο, καθώς δεν σταματά να καπνίζει κι ενώ είχε διαγνωσθεί με καρκίνο, εκείνη συνέχιζε ν’ ανάβει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ, ως Σεβάς, γίνεται το καλειδοσκόπιο και η αξονική τομογραφία του μυαλού και της παραδαρμένης ψυχης τής ηρωίδας.

Ερμηνεύει με δύναμη και συναίσθημα την «καταραμένη» τραγουδίστρια που πάλεψε με «θηρία», που διεκδίκησε την καρέκλα της δίπλα στα «ιερά τέρατα» του ρεμπέτικου, που είπε τραγούδια πρώτη, εκείνα που άλλες φωνές τα ηχογράφησαν αργότερα, που έζησε μια ζωή μέσα σε καπηλειά , έζησε ανεκπλήρωτους έρωτες, έζησε μέσα σε καπνούς από τσιγάρα, έχοντας κι ένα αναμμένο, μονίμως, ανάμεσα στα δάχτυλά της.

Η Σεβάς Χανούμ γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1931 στα Κοκκινόγεια Δράμας και πέθανε τον Μάιο του 1990 στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης. Έγινε διάσημη τραγουδώντας ανατολίτικα τραγούδια. Σεβάς Χανούμ τη βάφτισε ο Τζίμης ο Χονδρός, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής ταβέρνας, γιατί ήθελε ένα όνομα να ταιριάζει με τα ανατολίτικα τραγούδια που τραγουδούσε. Μάλιστα, τη διαφήμιζε στις εφημερίδες της εποχής ως τη «Νέα ανακάλυψη Σεβάς Χανούμ, την ωραία του Πέραν».

Ο θυελλώδης της έρωτας με τον Στέλιο Καζαντζίδη άφησε εποχή. Παρόλο που είχαν αρραβωνιαστεί και τραγούδησαν μαζί σε μαγαζιά, δισκογραφικά δεν συνεργάστηκαν ποτέ.

Ο ίδιος ο Στέλιος Καζαντζίδης στο βιβλίο «Υπάρχω» (εκδόσεις Λιβάνη), αναφέρει: «Αυτή που έπινε πάρα πολύ και που ήθελε οπωσδήποτε να με κάνει χασικλή ήταν η Σεβάς Χανούμ. Αυτής της φουκαριάρας της είχε γίνει πάθος. Δεν μπορούσε να τραγουδήσει αν δεν έπινε. Ενώ είχε ωραία φωνή και ήταν αρτίστα σπουδαία, νόμιζε πως, χωρίς αυτό το πράμα, δεν άξιζε τίποτα. Γι’ αυτό και δεν κράτησε πολύ η συνεργασία μου μαζί της. Είδα ότι θα με κατέστρεφε αν συνεχίζαμε».

Σ’ ένα παλιό σπίτι, προσφυγικό, συνάντησε την Σεβάς Χανούμ ο Γιώργος Χρονάς, την Πρωτομαγιά του 1983, στη Θεσσαλονίκη:

«Εμφανίστηκε μπροστά μου και ήταν σαν γυναικείο πρόσωπο σε πίνακα ζωγραφικής του Δημήτρη Λαλέτα. Φορούσε ταγιέρ και ήταν καθαρή, σπάνια.

Είχα να κάνω με ένα πνεύμα των μουσών, της μοίρας των ανθρώπων που θέλουν να σου μιλήσουν για τη δόξα, το παρελθόν, το μέλλον∙ την καταστροφή που προς τα κει βαδίζουν σταθερά. Με βαθιά φωνή, μες σε καπνούς, δίπλα στον καφέ που μου σέρβιρε, μου μίλησε, για διάφορες νύχτες, για την ζωή της, για το πάθος της, το ρεμπέτικο.

Οι δεκαετίες ’50, ’60, ’70 πέρναγαν από μπροστά μου. Η Νίνου, η Μπέλλου, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μπιθικώτσης… συνομιλητές της. Η Ελλάδα του Βορρά, οι άνθρωποι του τραγουδιού, η πλατεία Ομονοίας, η Βάθης, όλα για το τραγούδι και τον χαμό της.

Οι έρωτές της, ο Καζαντζίδης, η μάνα του, ο παρ’ ολίγον γάμος τους, η αρρώστια της, τα βάσανά της, το παιχνίδι με τον θάνατο. Ένα γνήσιο ποιητικό πρόσωπο μού άνοιγε την καρδιά του. Κι εγώ έκανα το πορτραίτο του, μες σε φωτιές και συντρίμμια μιας ζωής που κυλάει αδιάφορη αφήνοντας τα πλάσματά της στην άκρη.

Μέσα σε τάφο βαθύ, χωρίς οίκτο.
Δυνατή και μόνη.
Κρατώντας από τη Σαμψούντα του Πόντου, γεννημένη στα Kοκκινόγεια της Δράμας.
Κι από κει στη Θεσσαλονίκη κι από κει στην Αθήνα.
Μικρό κορίτσι.
Απένταρη, με μόνο κεφάλαιο την ιερή μανία του ρεμπέτικου.
Στο πάλκο όπως και στη ζωή.
Ο άγονος έρωτας με τον Καζαντζίδη.
Η τρελή περιπέτεια με ένα διάσημο τραγούδι χωρίς τέλος.
Η Βάθη, η Ομόνοια, ο Τζίμης ο Χοντρός, η Τριάνα του Χειλά.
Τα άνθη του κακού.
Οι απαγορευμένες ουσίες.
Τα τραγούδια που δεν είπε.
Τα συμβόλαια που δεν υπέγραψε.

Η αγία Αμαζόνα, η Σεβάς Χανούμ, λέει όλη τη ζωή της απόψε στον νέο δημοσιογράφο που ήρθε να τη γνωρίσει, αλλά παραδίνεται άοπλος στην τρικυμία του μυαλού της.

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ έχει γοητευτεί απίστευτα από τη Σεβάς Χανούμ και με τη σειρά της αναφέρει: «είναι μία θρυλική τραγουδίστρια που έζησε τη ζωή της με πάθος, χωρίς ποτέ να ηχογραφήσει η ίδια. Έκανε έναν τεράστιο κύκλο στο τραγούδι για να καταλήξει μόνη έρημη και φτωχή, σαν αυτούς τους καλλιτέχνες που εγκαταλείπουν τον κόσμο ξεχασμένοι…

Ήταν μία γυναίκα που κατάφερε να επιβιώσει μέσα στη ζούγκλα των μπουζουκιών, τότε που το ρεμπέτικο πήρε πια μία θέση μεγαλειώδη στην κοινωνία, και που, καλλιτέχνες όπως ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Χιώτης, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Μαίρη Λίντα, μεσουρανούσαν. Τότε το λαϊκό τραγούδι είχε πολλά λεφτά. Άνθιζε. Και η Σεβάς Χανούμ το έζησε αυτό σε όλο του το μεγαλείο.»

Στην παράσταση του Κωνσταντίνου Ρήγου, βλέπουμε μια γυναίκα στο πάλκο, με τον τσαμπουκά και τα πιστεύω της που έκανε μια μεγάλη καριέρα. Μια ηρωίδα που γοητεύτηκε από τη λάμψη και έκαψε τα φτερά της σαν νυχτερινή πεταλούδα στη φωτιά. Αναλώθηκε στις καταχρήσεις, στα γλέντια και τις περιοδείες. Δεν κράτησε καθόλου χρήματα, αρρώστησε βαριά και απέμεινε μόνη. Τη βλέπουμε και την ακολουθούμε στον μονόλογό της. Έχει τα ζόρια και τα παράπονά της, ζητά να τη συντρέξουμε, αλλά πια είναι αργά.

 Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ ερμηνεύει αυτή τη γυναίκα του ρεμπέτικου τραγουδιού και γοητεύει. Ο Ιάσονας Χρόνης πλάι της είναι ο δημοσιογράφος στον οποίο διηγείται τη ζωή της η Σεβαστή και, ταυτόχρονα, ένας εκπληκτικός τροβαδούρος. Έξοχη συνύπαρξη. Μαζί οι δυο τους δημιουργούν έντονα συναισθήματα, κερδίζουν την αίθουσα και την παρασύρουν στη συγκίνηση, που αφήνει ελεύθερη η Κωνσταντίνα Μιχαήλ να τρέξει από τα μάτια της. Δείτε την παράσταση, όπου τη συναντήσετε.

Ταυτότητα Παράστασης

Κείμενο: Γιώργος Χρονάς
Σκηνοθεσία – διασκευή: Κωνσταντίνος Ρήγος
Φωτισμοί: Χρήστος Τσιόγκας
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ρήγος
Δημιουργικό αφίσας: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Γραφείο Τύπου – Προβολή: Γιάννης Δαλάκας
Παραγωγή: Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ

Ερμηνεύει η Κωνσταντίνα Μιχαήλ
Στο ρόλο του δημοσιογράφου ο Ιάσονας Χρόνης

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

Πηγή: KavalaWebNews

Continue Reading
Advertisement

Προτεινόμενα