Πολιτισμός
«ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ» στο 66ο Φεστιβάλ Φιλίππων (Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή)
Διασκευή των ΄Έφη Μπίρμπα – Άρη Σερβετάλη στο έργο του Αριστοφάνη «Οι Βάτραχοι»
Ο καιρός μας ευνοεί τις μεταφράσεις, τις διασκευές, τις μεταφορές στη σύγχρονη εποχή κλασικών έργων, ώστε να «κοινωνεί» ο θεατής- αναγνώστης τα καινούργια κείμενα, τα «εμπνευσμένα» από τις μεταποιήσεις κάθε είδους, ενδεχομένως και από τις παραποιήσεις, αντιγραφές ή άτεχνες απομιμήσεις. Όμως, σ’ αυτή τη μεταποιητική διαδικασία παρατηρούνται δημιουργικές τάσεις και επισημαίνονται αξιοσημείωτα επιτεύγματα.
Αξίζει να μιλήσουμε για μια πραγματική αναδημιουργία αρχαιοελληνικών κείμενων, που αποβαίνουν σύγχρονα με επεμβάσεις μορφικής μεταλλαγής και με αξιόλογες, χρήσιμες αναμορφώσεις περιεχομένου.
Τις αλλαγές, εφόσον συμβαίνουν, ονομάτων ή ιστορικών γεγονότων, συνοδεύουν βαθύτερες και πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις: παραλληλισμός των ηθικών, κοινωνικών, πολιτιστικών αξιών με σημερινές και με ταυτόχρονη αλλαγή της ψυχολογίας των ηρώων. Πρόκειται για προσωπικές κατακτήσεις, οι οποίες προσμετρώνται στην αρχαιοελληνική γραμματεία, ως έργα ανανεωμένης πρωτοτυπίας από «δεύτερο χέρι», αλλά με δικές τους αξιοπρόσεκτες αρετές. Όλα όσα, δηλαδή, ευαγγελίζεται η φορμαλιστική τέχνη.
Η προσπάθεια κατανόησής της, οδηγείται μέσα από τα φιλοσοφικά μονοπάτια του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και του Ιμμάνουελ Καντ στους πειραματισμούς της avant-garde και στο σύγχρονο ιδεώδες της κοινωνικής και της εννοιολογικής τέχνης, εν προκειμένω, της θεατρικής τέχνης.
Μια τέτοια περίπτωση είναι το έργο «Οι βάτραχοι» του Αριστοφάνη σε διασκευή της Έφης Μπίρμπα, μετάφραση Κωνσταντίνου Μπλάθρα και νέο τίτλο «Τα βατράχια».
Υπόθεση
Το δυσοίωνο έτος 405 π.Χ. η Αθήνα κατεστραμμένη από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ηττημένη στην αναμέτρηση με τους Σπαρτιάτες, με συντετριμμένο ηθικό, αναζητούσε μέσα από τα ερείπια ελπίδες για αναζωογόνηση του παλαιού κλέος της. Την ερεβώδη εκείνη εποχή ο ιδιοφυής Αριστοφάνης συνέθεσε ένα αλληγορικό έργο, στο οποίο υποστήριζε πως η ποιητική ήταν εκείνη που θα αναπτέρωνε το ηθικό των πολιτών, με τα διδάγματα και το ήθος της.
Χρησιμοποιεί τον θεό Διόνυσο, που αποφασίζει να μεταβεί στον Άδη συνοδευόμενος από τον δούλο του Ξανθία. Μετά από περιπετειώδη πορεία βρίσκει τους θανόντες ποιητές Αισχύλο και Ευριπίδη, προκειμένου να επιλέξει ποιόν θα πάρει στον Άνω Κόσμο, για να εμφυσήσει θάρρος στους δοκιμαζόμενους Αθηναίους.
Οι δύο ποιητές ανταγωνίζονται μεταξύ τους χρησιμοποιώντας επιχειρήματα και τεχνάσματα, προς επικράτηση.
Ο Διόνυσος, στο μεταξύ, συναντάται με τον Ηρακλή για να μάθει τα κατατόπια του Άδη. Ο μυθικός ήρωας περιπαίζει την ενδυμασία του θεού: («ρόπαλο, κόθορνοι»).
Τελικά, νικητής αναδεικνύεται ο Αισχύλος, διότι αντιπροσώπευε τη δόξα της πόλης μετά από τους Περσικούς Πολέμους. Ο Ευριπίδης απορρίφθηκε, ύστερα από σκληρό και επίπονο αγώνα, αλλά ήταν νεωτεριστής και επικριτικός στους θεσμούς.
Οι «Βάτραχοι» αποτελούνται από 1533 στίχους, που είναι δομημένοι περίτεχνα με τη δέουσα πλοκή, τον πανταχού παρόντα Χορό, κυρίως όμως, με την διαμάχη του λόγου ανάμεσα στους επιφανείς δραματικούς ποιητές.
Ανάγνωση
Ο Αριστοφάνης επιμένει στη διαπάλη ιδεών και στη σύγκρουση ανάμεσα σε θεατρικές παραμέτρους, με απώτερο στόχο την κοινωνική βελτίωση, την ανάνηψη της πόλης, την ατομική πρόοδο. Με τη μέθοδο αυτή, μια κωμωδία, ένα σκώμμα, μετατρέπεται σε κριτικό λόγο, σε εμβάθυνση στον πλούτο των λέξεων, σε επισήμανση υπερβολών ή και λαθών.
Οι ακραίοι χαρακτηρισμοί μεταξύ των μεγάλων τραγωδών, παρόλη την υπερβολή τους, θίγουν εύστοχα την ανατροπή των αξιών, τη μετρική αντιφώνηση, τον αναδιδόμενο από τις συλλαβές ήχο, το ιδεολογικό φορτίο τραγωδιών. Ο μέγας σατιρικός, σε βάρος της απαραίτητης δράσης, δίνει νοηματικό ύψος στο περιεχόμενο των έργων του Αισχύλου και του Ευριπίδη. Σκοπός είναι η διδαχή των χειμαζόμενων Αθηναίων, όπως άλλωστε το είχε πράξει επιτυχώς στους «Όρνιθες» (414 π.Χ.) με την αλληγορική απεικόνιση μιας ουράνιας πολιτείας πουλιών, για να λάβει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους.
Εκεί ο Αριστοφάνης κατέφυγε στον ουρανό, ενώ στους «Βατράχους» επισκέφθηκε τον Άδη, ντυμένος ως Διόνυσος. Παντού διατρέχει ένας εμπαιγμός των κακών κειμένων της κοινωνίας.
Στη νεότερη εποχή οι «Βάτραχοι» ανέβηκαν στην Επίδαυρο πρώτη φορά το 1959 σε σκηνοθεσία Αλ. Σολωμού. Διδάχθηκαν επίσης στο θέατρο Τέχνης το 1966, σε σκηνοθεσία Κ. Κουν, στο ΚΘΒΕ το 1971, σε σκηνοθεσία Κ. Μιχαηλίδη, στο Αμφιθέατρο το 1977, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και σε πλήθος άλλων παραστάσεων.
Η παράσταση
«Έχουμε μπει σε μια χειρουργική διαδικασία όσον αφορά το κείμενο. Είναι μια διασκευή με κέντρο τον Αριστοφάνη, έτσι όπως τον διάβασα και τον αντιλήφθηκα, και πρέπει να χαρακτηριστεί ως διασκευή για να μην υπάρχουν παρανοήσεις. Η νέα μετάφραση έφτιαξε ένα νέο γλυπτό, στο οποίο εγώ κλήθηκα να βρω τις διόδους που αισθανόμουν ότι το κείμενο φέρει και να οδηγηθώ σε αυτή την παραστασιακή εκδοχή. Τα κείμενα είναι εκεί ως πηγές και ως μήτρες, αλλά φέρνουν μαζί τους κατολισθήσεις. Ένιωσα ότι υπάρχει ένας βιότοπος σε αυτές τις μετατοπίσεις, που εκκινούν από τις ίδιες τις γραμμές του Αριστοφάνη». Δήλωσε η σκηνοθέτις Έφη Μπίρμπα σε πρόσφατη συνέντευξή της.
Στο Επιδαύριο σκηνοθετικό της βάπτισμα (τι εμμονή κι αυτή με το εν λόγω «βάπτισμα», εφόσον – κατά τους δημοσιολογούντες ή και καλλιτέχνες – όλες οι παραστάσεις που ανεβαίνουν σε διάφορα σημεία της χώρας, είναι απλώς περιοδείες σε συνηθισμένες θεατρικές πιάτσες, για την απόσβεση των εξόδων. Τι άδικο, αλήθεια, για τη θεατρική τέχνη), η Έφη Μπίρμπα παραδίδει μια κωμωδία με DNA τραγωδίας σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Μπλάθρα, διασκευή σε συνεργασία με τους Κωνσταντίνο Μπλάθρα και Άρη Σερβετάλη και μουσική του Constantine Skourlis. Τη διανομή συμπληρώνει μια εξαιρετική ομάδα ερμηνευτών: Άρης Σερβετάλης, Μιχάλης Σαράντης, Αργύρης Ξάφης, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μαίρη Μηνά, Έκτορας Λιάτσος, Μιχάλης Θεοφάνους, Αλεξάνδρα Καζάζου, Νάνσυ Μπούκλη και Κυριάκος Σαλής.
Στο πλήρες, για άλλη μια φορά, αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, κάποτε χαμηλώνουν τα φώτα. Από την πάροδο στ’ αριστερά της ορχήστρας ακούμε ντελάληδες να διαλαλούν πραμάτειες: φυτά, λουλούδια, καρπούς, όπως στα πανηγύρια. Είναι ο Διόνυσος ( Άρης Σερβετάλης) μαζί με τον δούλο του τον Ξανθία (Μιχάλη Σαράντη), που είναι βαστάζος, ζεμένος σαν υποζύγιο με τα υπάρχοντά τους. Ψάχνουν την είσοδο του σκοτεινού βασιλείου του Πλούτωνα, για να φέρουν πίσω στη ζωή έναν μεγάλο ποιητή, που τόσο λείπει από μια πεζή, ίσως και αισχρή πραγματικότητα. Ευφάνταστη και απρόσμενη η έναρξη, σηματοδοτεί και αυτή την πλευρά του Θεού του κρασιού και της βλάστησης.
Η σκηνή παραπέμπει στον Δον Κιχώτη με τον Σάντσο Πάντσα, αλλά και στον Μπέκετ (Περιμένοντας τον Γκοντό), ενώ δείχνει εξαρχής τη θαυμάσια χημεία των δύο ηθοποιών, που, όμως, διαρκεί κάτι περισσότερο απ’ ό,τι θα θέλαμε. Ο Διόνυσος υμνεί τη φύση και τα δώρα της ή ό,τι σχηματίζει, λίγο πριν επιχειρήσουν την κάθοδο στον Άδη: «Καταρράκτες, όχθες, ακροβούνια, παγετώνες, λάσπες, μάρμαρα, μυρμήγκια». Ο Ξανθίας τον παρακαλεί να μη συνεχίζουν. Φοβάται το σκοτάδι.
Φτάνουν στην όχθη της Αχερουσίας λίμνης, που παριστάνεται με ένα τελάρο έχον αντανάκλαση καθρέφτη. Εύρημα λειτουργικό στην κίνηση και στην εικόνα. Στην άκρη της λίμνης του Αχέροντα , που καλύπτει όλη την ορχήστρα, δεσπόζει ένας τεράστιος μπόγος, με δεμένα πάνω του όλη τη σκευή ενός νοικοκυριού σε περιπλάνηση. Κι εδώ τα αντικείμενα γίνονται σημεία, ο δε θεατής καλείται ν’ αναλύσει τις σημαίνουσες ιδιότητές τους, ώστε να τα εντάξει στη λειτουργία της σκηνής. Η σκηνοθεσία της ΄Έφης Μπίρμπα είναι σαφέστατα η τέχνη απορρόφησης του εξωτερικού κόσμου, ο οποίος παίζει ρόλο στη μυθοπλασία.
Εμφανίζεται ο Ηρακλής (Έκτορας Λιάτσος), με ρόπαλο σαν τιμόνι βάρκας, αυτής που θα οδηγήσει κατόπιν ο Διόνυσος στο ταξίδι της Καθόδου. Εδώ ξεπροβάλλουν τα βατράχια – Χορός, κοάζοντας τραγούδια αποχαιρετισμού, σαν φοβικούς θορύβους, τέτοιους που προκαλούν το δέος του Χάρου, στην πιο σκοτεινή σκηνή της παράστασης, στην πιο παραστατική του θανάτου, στην πιο υπαρξιακή, στην πιο κοντινή στην ποίηση, στην πιο μακρινή από την κωμωδία. Μια επιλογή που κυριάρχησε τόσο στο κείμενο όσο και στην όψη της καινοτόμου παράστασης της Έφης Μπίρμπα, με πολλές αναφορές στο επερχόμενο τέλος, αυτό που κάθε μέρα πλησιάζει. Βέβαια, η Έφη Μπίρμπα έχει βάλει ως υπότιτλο της παράστασης της τη φράση «Μια κωμωδία με DNA τραγωδίας», δηλώνοντας εξαρχής την προσέγγισή της.
Το ιδιόρρυθμο δίδυμο φτάνει στον Κάτω Κόσμο και συναντιέται με τον Αισχύλο (Αργύρη Ξάφη), φιγούρα της comedia del’ arte, και τον Ευριπίδη (Έκτορα Λιάτσο), που μοιάζει με τον Σαιξπήρο. Σαφής αναφορά στη διαχρονικότητα του κειμένου, την επιρροή που είχε και έχει στην παγκόσμια δραματουργία. Ο Διόνυσος τώρα πρέπει ν’ αποφασίσει ποιον θα πάρει μαζί του στον επάνω κόσμο.
Είναι η στιγμή της πιο δημοφιλούς σκηνής του έργου, αυτή της λεκτικής μονομαχίας Αισχύλου – Ευριπίδη. Η σκηνοθέτις τη δίνει με τον ιδιότυπο, φορμαλιστικό τρόπο της κι είναι οπωσδήποτε διαφορετική από όσες παραστάθηκαν έως σήμερα. Επιλέγει τον αυτούσιο λόγο των ποιητών με αποσπάσματα από τραγωδίες τους. Έτσι, η Ηλέκτρα Νικολούζου υποδύεται τον Αγγελιαφόρο από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, ενώ η Μαίρη Μηνά γίνεται Κλυταιμνήστρα από την «Ορέστεια» του Αισχύλου. Εξαιρετικές και οι δύο, παρότι απρόσμενοι οι ρόλοι. Η μόνη κωμική νότα έρχεται από τον εξαιρετικό Διόνυσο-Σερβετάλη, καθώς βάζει αστεράκια σε κάθε ερμηνεία και σε κάθε απόσπασμα.
Λίγο πριν πάρει την τελική του απόφαση ο Διόνυσος, εκείνος ο τεράστιος μπόγος στην ορχήστρα ξεσκεπάζεται και μένει γυμνή μια πελώρια κατακόκκινη καρδιά.
Έξοχο εύρημα – υπαινιγμός. Η καρδιά είναι από τα πιο σημαντικά όργανα του οργανισμού μας. Συμβολίζει την τρυφερότητα, την αγάπη, κάτι μοναδικό και πολύτιμο.
Πάνω της ανεβαίνει ο Διόνυσος. Στην παράβαση που ακολουθεί, μιλάει για την ανάγκη ενός καινούργιου κόσμου κι ενός ανθρώπου που θα δώσει μέγιστη διάσταση στα ευγενή συναισθήματα.
Η Έφη Μπίρμπα που υπογράφει και τα σκηνικά, στήνει μια ιδιαίτερης, ενδιαφέρουσας εικαστικής όψης πρόταση , ενορχηστρώνει εύστοχα τα φώτα, τη μουσική, την κίνηση (ο στροβιλισμός του χορού των Μυστών με τα θαυμάσια φορέματα που αντικατοπτρίζονται στον καθρέφτη της ορχήστρας είναι επιπλέον εύρημα ) και επιλέγει μια περισσότερο υπαρξιακή, μεταφυσική, μελαγχολική, σκοτεινή παράσταση, με πινελιές χιούμορ και σαρκασμού των οικείων κακών, ενώ μας χαρίζει δύο σπουδαίες ερμηνείες. Του Άρη Σερβετάλη και του Μιχάλη Σαράντη, δύο ηθοποιών εξασκημένων στο σωματικό θέατρο και με αξιομνημόνευτο εύρος θεατρικής παιδείας και υποκριτικής ικανότητας.
Οι υπόλοιποι ερμηνευτές της παράστασης ( Αργύρης Ξάφης, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μαίρη Μηνά, Έκτορας Λιάτσος, Μιχάλης Θεοφάνους, Αλεξάνδρα Καζάζου, Νάνσυ Μπούκλη, Κυριάκος Σαλής), υποδύονται εύστοχα όλους τους ρόλους που κλήθηκαν να υπηρετήσουν.
Σαφώς, υπάρχουν προβλήματα στον ρυθμό σε αρκετά σημεία (ιδίως στην πρώτη σκηνή και στη σκηνή της σύγκρουσης Αισχύλου-Ευριπίδη).
Το μεγάλο μείον της παράστασης, η έλλειψη χορικών και η περιθωριοποίηση του Χορού. Καινοτομία αυστηρή, σκοτεινή και υπαινικτική για το έρεβος που περιμένει τους θνητούς στον Κάτω Κόσμο, γι’ αυτό και οι εξόδιοι ύμνοι και τα κύκνεια άσματα ζαλίζουν τον Διόνυσο, ο οποίος πονάει, υποφέρει και το δείχνει καθώς καταρρέει, ενώ ο Ξανθίας συνεχίζει τις βόλτες του στη χώρα των Σκιών, περιπαίζοντας του Μύστες που έρχονται αμέσως μετά.
Ιδιαίτερη αναφορά στα κοστούμια που έφτιαξαν η Έφη Μπίρμπα και η Βασιλεία Ροζάνα, καθώς συμβάλουν στην ανάδειξη των κωμικών ηρώων, τα δε γυναίκεια βαρύτιμα φορέματα, εντυπωσιάζουν σαν Ινφάντες που ξεπηδούν από πίνακες του Γκόγια , σαν γυναίκες της αυλής στη Βικτωριανή εποχή.
Η μουσική του Constantine Skourlis είναι ο ιδανικός αρωγός της σκηνοθετικής προσέγγισης. Διακριτική, παρούσα στις κρίσιμες στιγμές και επιτυχώς υποβλητική. Οι φωτισμοί δε του Γιώργου Καρβέλα, ατμοσφαιρικοί και στο πνεύμα της σκηνοθεσίας.
Συμπερασματικά, η παραγωγή του «Χώρου Τέχνης» σε συμπαραγωγή με το «Φεστιβάλ Αθηνών», είναι μια παράσταση που εγγράφεται σ’ εκείνες που τα τελευταία χρόνια επιχειρούν να προσεγγίσουν εκ νέου τα αριστοφανικά κείμενα, μακριά από επιθεωρησιακού τύπου προσεγγίσεις, παρότι η ζυγαριά που δεν είδαμε στη σκηνή της σύγκρουσης Αισχύλου-Ευριπίδη, γέρνει περισσότερο στη μεταφυσική αναζήτηση του ιδανικού μελλοντικού ανθρώπου. Θαρρώ, ότι απομακρύνθηκε λίγο περισσότερο από τον πυρήνα του αρχικού κειμένου, χωρίς όμως να το προδίδει, επειδή τηρήθηκε η δομή της Αρχαίας Κωμωδίας, με αξιόλογη δομή: πρόλογος, πορεία προς τον Αγώνα, Αγών, παράβαση, ιαμβικές σκηνές.
Εν πολλοίς, αυτά τα «Βατράχια» είναι ένας διαφορετικός, τρυφερός, συγκινητικός, ποιητικός Αριστοφάνης που, όπως φάνηκε και στο χειροκρότημα, γοήτευσε το κοινό, έστω κι αν η «εικονοκλάστης» σκηνοθέτις έδωσε σε σταγόνες τους κωμικούς χυμούς του έργου, προς χάριν της υψηλής αισθητικής που υπηρετεί με τόση επιτυχία.
Επίλογος
Αξίζει να τονιστεί ότι οι «Βάτραχοι», παρωδία ηθών, εθίμων, συνηθειών, ασχολούνται με την τραγωδία και δη με το επινόημα αντιπαλότητας ανάμεσα στο ύφος, τη μορφή και το γλωσσικό ιδίωμα δύο διαφορετικών θεατρικών σχολών.
Το Αριστοφάνειο σκώμμα λαμβάνει τη μορφή αγώνα λόγου ανάμεσα σε δύο επιφανείς τραγικούς. Η καθ’ υπερβολήν άποψη, ότι η λογοτεχνία και δη το θέατρο μπορεί να παίζει αποφασιστικό ρόλο στο μέλλον της κοινωνίας, υποστηρίζεται ασμένως.
Η δραματική σκηνική παρουσία ενεργεί ωφελίμως, όταν διέπεται από τον αντιστοίχου ύψους εντυπωσιασμό, όχι ως φάρσα ή προπαγάνδα ή ανάδειξη παρακμιακών τακτισμών , αλλά υπηρετώντας το αισθητικό ιδεώδες, που αγγίζει ανεπαίσθητα μεν , αποφασιστικά δε τις ανθρώπινες ψυχές.
Η σάτιρα, η διακωμώδηση, ο χλευασμός, ο καυτηριασμός χαρακτήρων ή πράξεων, ο σαρκασμός, η ειρωνεία, η γελοιοποίηση, η εύχαρις καταγγελία, το χιούμορ, ο εμπαιγμός, δεν αποτελούν αποκλειστικά οργανικούς μοχλούς της κωμωδίας, δηλαδή της ψυχαγωγίας, αλλά επεκτείνουν αποφασιστικά την αποστολή τους στην διαπαιδαγώγηση των θεατών και προσομοιάζουν με την τραγωδία, εφόσον υπάρχουν.
Στην παρούσα φορμαλιστική παράσταση, το χιούμορ περιορίζεται σε αστειάκια και το σκότος κυριαρχεί σα συνθήκη που επέλεξε η εικαστικός και σκηνοθέτις του διασκευασμένου πονήματος.
Άλλωστε, στον φορμαλισμό, κάθε φορά που αναζητούμε το βαθύτερο νόημα ενός έργου τέχνης, χάνουμε την ουσία του. Οτιδήποτε αφορά στους συμβολισμούς και στις έννοιες, έπονται των στοιχείων που καθορίζουν τη μορφή του: τις γραμμές, τα σχήματα, τα χρώματα και τις πινελιές. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν ένα μέτρο σύγκρισης, ώστε να έχουμε μία καθολική κατανόηση του καλλιτεχνικού φαινομένου. Επιπλέον, επικεντρώνοντας σε αυτά τα στοιχεία καθιστούμε την ίδια την τέχνη μία αυτόνομη σφαίρα της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Σημαίνει, η τέχνη για την τέχνη.
Το απολαύσαμε στη συγκεκριμένη παράσταση.
Συντελεστές
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία: Έφη Μπίρμπα
Διασκευή: Έφη Μπίρμπα, Άρης Σερβετάλης, Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Μουσική: Constantine Skourlis
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Καρβέλας
Κοστούμια: Έφη Μπίρμπα, Βασιλεία Ροζάνα
Επιμέλεια κίνησης: Μιχάλης Θεοφάνους
Βοηθός σκηνοθέτιδας-καλλιτεχνική συνεργάτις: Δάφνη Αντωνιάδου
Βοηθός σκηνογράφου-καλλιτεχνική συνεργάτις: Βάσια Λύρη
Βοηθός ενδυματολόγων-καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αλέξανδρος Γαρνάβος
Σύμβουλος ήχου: Νικόλας Καζάζης
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Κινηματογράφιση: Makeyourownfilms
Γραφείο Τύπου – Επικοινωνία: Μαρία Τσολάκη
Social Media-Διαφήμιση: Renegade Media / Βασίλης Ζαρκαδούλας
Παραγωγή: Χώρος Τέχνης
Παίζουν: Άρης Σερβετάλης, Μιχάλης Σαράντης, Αργύρης Ξάφης, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μαίρη Μηνά, Έκτορας Λιάτσος, Μιχάλης Θεοφάνους, Αλεξάνδρα Καζάζου, Νάνσυ Μπούκλη, Κυριάκος Σαλής
*Σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Σταθμοί περιοδείας
Παρασκευή 25/8 & Σάββατο 26/8 | Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων – Καβάλα
Κυριακή 27/8 | Υπαίθριο θέατρο ΕΗΜ – Φρόντζου – Γιάννενα, Ιωάννινα
Δευτέρα 28/8 | Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο Κοζάνης – Κοζάνη
Πέμπτη 31/8 | Ωδείο Ηρώδου Αττικού – Αθήνα
Δευτέρα 11/9 & Τρίτη 12/9 | Θέατρο Δάσους – Θεσσαλονίκη
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Μπορεί να σας ενδιαφέρουν
Πολιτισμός
«Black Birthday» του Κώστα Σταύρου στο Φουαγιέ Θεάτρου Ε.Μ.Σ. σε σκηνοθεσία Νίκου Νικολάου
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Η παράσταση του ΚΘΒΕ, γεμάτη ανατροπές, ευφυές χιούμορ, έξυπνους και γρήγορους διαλόγους και στιγμές αυτοσαρκασμού, αναδεικνύει τις σχέσεις των δυο φύλων και αποδεικνύει ότι τελικά τα φαινόμενα απατούν.
Τα εξηκοστά γενέθλια του Κώστα δεν προμηνύονται γιορτινά. Το αντίθετο. Αρρωστοφοβικός και αγχώδης θεωρεί ότι θα πεθάνει μόλις μπει η μέρα των γενεθλίων του, πεπεισμένος ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία. Και καθώς η γυναίκα του βρίσκεται στο μαιευτήριο, περιμένοντας την κόρη τους να γεννήσει, εκείνος καλεί τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μην περάσει μόνος την… τελευταία νύχτα της ζωής του. Από την άλλη ο Στάθης, έρχεται στο σπίτι, χωρίς καμία διάθεση να συμμεριστεί τον πανικό του. Άνθρωπος της δράσης, της απόλαυσης και της αισιοδοξίας, προσπαθεί να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Όμως, όσο περνά η ώρα, οι δύο φίλοι παρασύρονται σε ένα αλλόκοτο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων. Θα κάνουν έναν απρόσμενο απολογισμό ζωής, οργανώνοντας την κηδεία του Κώστα. Ποιος θα έρθει; Ποιος θα λείψει; Και σε ποιους θα λείψει ο ίδιος;
Το έργο του Κώστα Σταύρου «Black Birthday» είναι μια μαύρη κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, αιχμηρό χιούμορ και πολλές ανατροπές, που μετατρέπει μια νύχτα πανικού σε μια αναμέτρηση με τις μικρές εμμονές, τις μεγάλες φιλίες, τις ματαιώσεις και όλα εκείνα που συνθέτουν μια ζωή.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Το ανέβασμα του έργου «Black Birthtay» του Κώστα Σταύρου, αποτελεί ένα γοητευτικό στοίχημα. Πίσω απ’ την επιφάνεια αυτής της εξαιρετικής κωμωδίας, που ξετυλίγει το νήμα μιας μακροχρόνιας φιλίας και κουμπαριάς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος μιας επιδερμικής ανάγνωσης. Οι ήρωες του Κώστα Σταύρου οχυρώνονται πίσω από προσωπεία-μάσκες κοινωνικής επιβίωσης, που κρύβουν επιμελώς την αληθινή τους γύμνια. Ο ένας, ένας σύγχρονος «κατά φαντασίαν ασθενής» παγιδευμένος στον λαβύρινθο των εμμονών της υποχονδρίας και των ακραίων του φόβων. Ο άλλος, ορθολογιστής, κυνικός και οπλισμένος με ένα αιχμηρό χιούμορ. Όμως αυτές οι στερεοτυπικές ταυτότητες δεν είναι παρά η προθήκη. Σκοπός της παράστασής μας είναι να γκρεμίσει αυτά τα προσωπεία, να σπάσει τους καθρέπτες της ψευδαίσθησης και να φέρει στο φως τους ήρωες στην πιο καθαρή, ανθρώπινη και ανυπεράσπιστη αλήθεια τους.
Νίκος Νικολάου
Το κείμενο του Κώστα Σταύρου αντλεί έμπνευση και από τον Μολιέρο και από τον Παύλο Μάτεσι. Από τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» και από την «Τελετή».
Ο Μάτεσις παραδίδει ένα αριστουργηματικό δείγμα μαύρου χιούμορ, όπου ο θάνατος υποβιβάζεται σε ένα κοσμικό γεγονός, ξεσκεπάζοντας τον απόλυτο μικροαστισμό και ο Μολιέρος «κοροϊδεύει» με σαρκασμό τις αρρωστημένες εμμονές του ανθρώπου.
Ο Κώστας Σταύρου έρχεται με το αυτό μοτίβο να αποδείξει ότι η κωμωδία και, μάλιστα, η σκοτεινή κωμωδία με μακάβριο χιούμορ, μπορεί να διασκεδάσει την κατήφεια, τη μαύρη στεναχώρια, τη θλίψη, επειδή έχει η ζωή γυρίσματα.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Νικολάου έχει τοποθετήσεις τους ήρωες σε μια συνθήκη, όπου τα «δύσκολα» θέματα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια με γέλιο. Ο κατακερματισμός κάθε δύσκολου, βαρύ θέματος, από τον θάνατο μέχρι τον φόβο και από την πολιτική έως τη θρησκεία, περνάνε ανώδυνα, κάνοντας απλά χιούμορ. Τα αστεία στοιχεία προβάλλονται μέσα από την θλιβερότητα της κατάστασης και η σοβαρότητα του θέματος μέσα από το πρίσμα μιας άλλης γεμάτης χιούμορ πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, αποτίνει φόρο τιμής στη μακροχρόνια φιλία.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ , δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί, ο Νίκος Νικολάου και ο Δημήτρης Σιακάρας, υποδύονται τον Στάθη και τον Κώστα, εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, που, ωστόσο, στην πολύχρονη φιλία τους ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, μέχρι να ξεχυθούν στη σκήνη εσώψυχα, αποκυήματα της αρρωστοφοβικής ψύχωσης του ενός και σπαράγματα ορθολογιστικά της μποέμικης αντίληψης περί ζωής, του άλλου.
Ο Κώστας, αρρωστομανής, εξηνταρίζει και είναι πεπεισμένος ότι δε θα τα προλάβει να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλιά του. Ο φόβος πως θα έχει την ίδια τύχη με τον θείο του, που πέθανε στην ίδια ηλικία, τον οδηγεί να καλέσει τον κολλητό και κουμπάρο του, για να μη μείνει μόνος στην – κατ’ αυτόν – τελευταία νύχτα της ζωής του.
Ο Στάθης, αλέγκρος τύπος, βλέπει τη ζωή με θετική ματιά, με όρεξη για δράση, με αισιοδοξία και διάθεση για νέες περιπέτειες. Καθώς οι ώρες κυλούν, οι δύο άντρες μπλέκουν σε ένα παράξενο παιχνίδι υποθέσεων, αναμνήσεων και εξομολογήσεων, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να οργανώσουν την κηδεία του φαντασιόπληκτου «συγχωρεμένου».
Οι δύο κόσμοι συγκρούονται με φόντο την υποτιθέμενη κηδεία του Κώστα, οι ανατροπές χαρίζουν εκρήξεις γέλιου, οι καταιγιστικοί ρυθμοί δεν επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό των θεατών από το θέμα που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφεύγει στις λέξεις, άλλες μικρές και γλυκές, άλλες βαθιές και σκοτεινές, όλες, όμως, με μια κοινή ρίζα: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει, να τολμήσει, να λυτρωθεί, να παραβεί τους κανόνες, να τιμωρήσει, να ξορκίσει.
Οι φράσεις δημιουργούν εικόνες που, σε μια σειρά σχηματίζουνε ιστορίες, όπως αυτή των ταραγμένων γενεθλίων ενός μεσήλικα. Παραδόξως, τα κεριά της τούρτας μετατρέπονται στη φαντασία του σε εκείνα που φιλοξενεί το μανουάλι εκκλησιάς, σε μια μακάβρια τελετή.
Το οξύμωρο στο έργο και, ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, είναι το γεγονός ότι ενώ μονοπωλεί τη συζήτηση ο χάρος, η κόρη του «ετοιμοθάνατου» ετοιμάζεται στο μαιευτήριο να φέρει στη ζωή ένα νέο πλάσμα. Το τέλος γεννά μια αρχή, κατά τα ειωθότα, άσχετα εάν συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στα παραμύθια. Επί της ουσίας, το «φύγε εσύ ο παλιός, έλα εσύ ο καινούργιος», είναι ένα αέναο γεγονός στο γένος των έμβιων όντων.
Αν αφουγκραστούμε την «πλατεία» στη διάρκεια της δράσης , ίσως να αντιληφθούμε από τις εκφράσεις και τις αυθόρμητες εκρήξεις γέλιου στο κοινό, ότι ο θάνατος παραμένει θέμα ταμπού σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες και ότι η επιθυμία να μάθουμε ποιοι θα μας αποχαιρετήσουν πηγάζει από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες, όπως η απάντηση στα ερωτήματα : τι αποτύπωμα αφήνουμε στις ζωές των άλλων; Είναι ένας τρόπος να μετρήσουμε την αγάπη, τη φιλία και τη σημασία που είχαμε για τον περίγυρό μας;
Ακόμα, το να επιθυμούμε μια γεμάτη αίθουσα ή έναν γεμάτο περίβολο, μας προσφέρει, ίσως, μια αίσθηση παρηγοριάς ότι δεν θα ξεχαστούμε αμέσως.
Πολλοί άνθρωποι, ειδικά όσο μεγαλώνουν, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της τελευταίας τους «δημόσιας εμφάνισης». Η συζήτηση για την κηδεία (από τη λίστα των καλεσμένων μέχρι τη μουσική ή τα λουλούδια) είναι ένας τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με το αναπόφευκτο.
Στην τέχνη του θεάτρου και στη λογοτεχνία, το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά (από τον Τομ Σόγιερ που κρύβεται για να δει την ίδια του την κηδεία, μέχρι σύγχρονες ταινίες και σειρές και, βέβαια, σε θεατρικά έργα).
Θα τολμήσω να πω, πως όλη αυτή η ανησυχία ή ο πανικός ή οι ενδόμυχες επιθυμίες, είναι απλώς ένας έμμεσος τρόπος να πούνε οι άνθρωποι : «Θέλω να ξέρω ότι η ζωή μου είχε σημασία για κάποιους ανθρώπους».
Ακόμα, η παράσταση είναι μια απόδειξη ότι στη μέση ηλικία, ας πούμε στη μεταβατική περίοδο της ζωής, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές και κρίσεις, οι φίλοι λειτουργούν ως το απόλυτο σύστημα υποστήριξης.
Επίσης, ανεξάρτητα από εμμονές που πιθανώς να έχει ο μεσήλικας, η συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά και χάνεται, οδηγεί συχνά στην κλασική «κρίση της μέσης ηλικίας». Οπότε, κρατάμε από την παράσταση κι ένα ακόμη μήνυμα: η φιλία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη επιβίωσης και ευημερίας. Οι ποιοτικές σχέσεις σε αυτή τη φάση λειτουργούν ως προστατευτικό δίχτυ για το πέρασμα στην επόμενη χρονική περίοδο, με αισιοδοξία.
Απολαυστικές οι ερμηνείες των δύο καλών ηθοποιών, με την εξαιρετική τους χημεία στη σκηνή, την οποία «στολίζει» με τα απαραίτητα σκηνικά ενός κλασικού σαλονιού και με σημερινά κοστούμια η Χρύσα Δαπόντε, ενώ ο Στέλιος Τζολόπουλος τη φωτίζει όπως πρεπει, ενώ ο Μάριος Στρόφαλης με τη μουσική του ντύνει το έργο.
Οι ρυθμοί γρήγοροι, οι ατάκες απολαυστικές, «δολοφονικό» το χιούμορ, ενώ η σκηνοθετική άποψη μεγεθύνει αυτή του συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας αυτόν τον ίδιο τον θάνατο με ειρωνεία, διδακτικό σαρκασμό και, οπωσδήποτε, εξορκισμό.
Δωρίζει δε ένα «δια ταύτα» πολύχρωμο, εφόσον όσο δυσάρεστος κι αν είναι ο τελευταίος μας προορισμός, η ζωή, μέσα από τις πράξεις μας, τις μικρές χαρές, τις όχι πάντα ευχάριστες συγκινήσεις της, μπορεί να τον ακυρώσει με τον πιο θετικό τρόπο.
Όλοι οι συντελεστές δίνουν την ιλαρή ατμόσφαιρα που γεύεται το κοινό, το οποίο τους αποδίδει τα εύσημα με το θερμό τους χειροκρότημα.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Κώστας Σταύρου
Σκηνοθεσία – Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Νικολάου
Σκηνικά – Κοστούμια: Χρύσα Δαπόντε
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Λίλη Αδρασκέλα
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
Φωτογραφίες: Mike Rafail
Διανομή
Νίκος Νικολάου (Στάθης)
Δημήτρης Σιακάρας (Κώστας)
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
Μηνάς Βιντιάδης «ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝ» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιουρτσίδη
Κριτική από τον Παύλο Λεμοντζή
Πώς τα παιχνίδια του μυαλού μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα; Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν οι θεατές που παρακολουθούν το νέο θεατρικό έργο του Μηνά Βιντιάδη «Το μισό του μηδέν» που παρουσιάζεται, σε πρώτη πανελλήνια, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Στην πιο γενικευμένη έννοια της η λέξη «παράσταση» αναφέρεται στην ενέργεια, τη δράση ή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η ψυχολογία της «παράστασης» αναφέρεται στη συνθήκη κατά την οποία το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, όπως συμβαίνει στο έργο που σκηνοθετεί έξυπνα ο Γιώργος Κιουρτζίδης.
Όπως σε έναν λαβύρινθο υπάρχουν αμέτρητα αδιέξοδα και δρόμοι που μπερδεύουν, έτσι και το μυαλό μπορεί να χαθεί σε αναμνήσεις, υπερανάλυση, εσωτερικές συγκρούσεις ή ανασφάλειες. Στον συμβολισμό του λαβύρινθου, η πορεία προς το κέντρο είναι ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την επαφή με το ασυνείδητο και τις βαθύτερες υπαρξιακές αγωνίες.
Στο αλληγορικό σκηνικό της Άννας- Μαρίας Αγγελίδου, κυριαρχεί ο «Λαβύρινθος» των σχέσεών μας, του νου μας, των αληθειών μας, των κινήτρων μας, των συναισθημάτων μας, της ταυτότητάς μας και ως σκηνοθετικό μοτίβο αλληλεπίδρασης κυριαρχεί η εναλλαγή, η περιστροφή και η αποδόμηση του «οικείου», η σχεδόν παντελής κι απόκοσμη απουσία οπτικής επαφής κι επικοινωνίας, συμπληρωμένη από μια εικονική διάσταση της φαντασίας και ένα είδος λόγου, που καθιστά τον θεατή προβληματισμένο, έστω κι αν είναι πραγματικός διάλογος ή φανταστικός μονόλογος!
Σε όλο το έργο κυλάει ένας κομψός κι απέριττος συγγραφικός λόγος, μελετημένος, ρεαλιστικός και συγκινητικός.
Σκηνοθετικό σημείωμα
Ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο, που κινείται στον χώρο του κοινωνικού-ψυχολογικού θεάτρου.
«Το μισό του μηδέν», πέρα από ευφάνταστος τίτλος έργου, λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, κενού, έλλειψης και μοναξιάς. Πάνω σε έναν πολυμορφικό και πολυεπίπεδο καμβά εξυφαίνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, αποκαλύπτοντας ανάγκες, εξαρτήσεις, μυστικά και απογοητεύσεις.
Εδώ όμως υπεισέρχεται και η ιδιαιτερότητα του έργου, καθώς όλα τα ανωτέρω καλύπτονται κάτω από την ομπρέλα της ασθένειας του ήρωα. Μια ασθένεια, η οποία προσβάλλει τους μετωπιαίους λοβούς, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά στην έλλειψη της συνείδησης, στη λήθη στην απουσία και τέλος στο θάνατο.
Ό,τι διαδραματίζεται στο έργο, συμβαίνει μέσα στο μυαλό του ήρωα σε παγωμένο χρόνο. Σε μια ρωγμή αυτού του σταματημένου χρόνου προβάλλονται όλες οι σκέψεις του, ως διάλογοι, εικόνες, επαναλήψεις, σε έναν λαβύρινθο από: κενό, απουσία, έκλαμψη, βύθιση και συνειδητότητα.
«Το μισό του μηδέν» παραπέμπει στο ανύπαρκτο. Ωστόσο, αποκτά ένα ιδιαίτερο δραματικό βάρος, όταν συνδέεται με την ανθρώπινη εμπειρία και υπόσταση.
Ένα έργο -εργαλείο, καθώς επιτρέπει δραματουργικά μέσα από σουρεαλιστικές φόρμες, να προσπαθήσει κανείς να προσεγγίσει και να ανιχνεύσει τη χαοτική διαδικασία σκέψης του μυαλού. Κάτω από το βάρος της ασθένειας, ο χαρακτήρας δίνει μια σκληρή και εναγώνια νοητική μάχη, καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει την ίδια του τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι στον θεατή τροφή για σκέψη και αναζήτηση.
Γιώργος Κιουρτσίδης
Ένα ξαφνικό γεγονός έρχεται να ανατρέψει τη ζωή ενός τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος ζει με την οικογένειά του μια φαινομενικά συμβατική ζωή. Μια αναπάντεχη είδηση θα τον οδηγήσει στον απολογισμό των επιλογών του, των σχέσεών του και της ίδιας του της ύπαρξης. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους μεγαλύτερους φόβους του, αλλά και με τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Θα αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με πολλά και με τίποτα, αναζητώντας μέχρι το τέλος ένα ουσιαστικό νόημα.
Στο «Μισό του μηδέν», ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά από μια σχεδόν κινηματογραφική συνθήκη: ένας άντρας ονειρεύεται ότι κερδίζει δέκα εκατομμύρια ευρώ σε τυχερό παιχνίδι. Το όνειρο μοιάζει τόσο αληθινό, ώστε αποφασίζει να το διηγηθεί στη γυναίκα του, στην κόρη του και στον καλύτερό του φίλο. Εκείνοι τον ακούν και, με έναν παράξενο τρόπο, συμπεριφέρονται σαν τα χρήματα να έχουν πράγματι κερδηθεί.
Και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.
Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας εξαφανίζεται, έχοντας μαζί του το αμύθητο ποσό. Όταν επιστρέφει, η ζωή των ανθρώπων γύρω του έχει ήδη αλλάξει. Παρεμπιπτόντως, έχει αλλάξει και η δική του ζωή. Ωστόσο, τα χρήματα, όσο μεγάλη δύναμη κι αν έχουν, δεν είναι τελικά το πιο επικίνδυνο πράγμα στην ιστορία.
Το πιο επικίνδυνο είναι η μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, ακολουθώντας τη δομή του έργου στήνει ένα παιχνίδι, όπου η πραγματικότητα διαρκώς γλιστρά κάτω από τα πόδια των ηρώων. Οι αναμνήσεις δε λειτουργούν ως ασφαλές καταφύγιο. Δεν είναι ένα αρχείο στο οποίο επιστρέφουμε για να ανασύρουμε με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Είναι υλικό εύπλαστο, ευάλωτο στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή και στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε διαφορετικά τη ζωή μας.
Ο κεντρικός ήρωας (πολύ καλός ο Θοδωρής Πολυζώης) βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν ακριβώς τη ρωγμή. Θεωρεί πως όσα θυμάται αποτελούν πιστά αντίγραφα του παρελθόντος. Σταδιακά όμως, ανακαλύπτει ότι κάθε ανάκληση μπορεί να είναι και μια καινούργια εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Και κάπου εκεί το ερώτημα παύει να αφορά μόνο εκείνον.
Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του στους ρόλους του φίλου, της συζύγου και της κόρης , αυτών των ξυπόλυτων οικείων αερικών, που κυριολεκτικά στριφογυρίζουν στον λαβύρινθο του νου του.
Ο Αλέξανδρος Ζαφειριάδης, η Ελένη Τέτουλα κι η Ρέα Καραδέδου – Ισουά, μας ταξιδεύουν στην υπόθεση σουρεαλιστικά μεν, υπαρξιακά δε!
Ο στόχος της παράστασης είναι να γεννήσει ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων καλούνται να δώσουν οι θεατές. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πόσο καλά γνωρίζουμε τον εαυτό μας;
Οι ήρωες τοποθετούνται σε ένα περίπλοκο τοπίο, όπου η αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Η οικογένεια, η φιλία, οι παλιές σχέσεις, οι κοινές αναμνήσεις, όλα όσα θεωρούμε δεδομένα, μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση που αλλάζει το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Και, ίσως, αυτό να είναι το διακύβευμα. Ότι πίσω από την ιστορία ενός ανθρώπου που κερδίζει ένα τεράστιο ποσό, κρύβεται μια ψυχανάλυση για την ανθρώπινη ανάγκη να επινοεί τη δική της αλήθεια.
Ο ίδιος ο Μηνάς Βιντιάδης περιγράφει τον ήρωά του, ως έναν άντρα που γίνεται έρμαιο του μυαλού του, που τον οδηγεί να πιστεύει πως οι αναμνήσεις του είναι πιστά αντίγραφα στιγμών του παρελθόντος, ενώ στην πραγματικότητα μεταμορφώνονται κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτές.
Κι έτσι, πίσω από τα εκατομμύρια, το ψέμα και την εξαφάνιση, το κείμενο ανοίγει μια πολύ πιο προσωπική συζήτηση: τι κρατάμε από τη ζωή μας και τι ξαναγράφουμε χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε;
Πιθανώς, η μνήμη να μην είναι ο μηχανισμός που διασώζει το παρελθόν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να μας διαμορφώνει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη η απόδοση στη σκηνή αφήνει χώρο και για κάτι ακόμη: το συναίσθημα. Για όσα δεν καταγράφονται εύκολα, για όσα το μυαλό παραμορφώνει ή κρύβει, αλλά επιστρέφουν από έναν διαφορετικό δρόμο.
«Το μισό του μηδέν» είναι ένα ψυχογράφημα της φύσης μας, γραμμένο με τρυφερότητα και ευαισθησία. Τα πρόσωπα του έργου καλούνται να αντιμετωπίσουν τις απρόβλεπτες εκδοχές της ζωής είτε αυτές προκύπτουν από την τύχη είτε από την ατυχία, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης υπόστασης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, τη φαντασία και την πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης χειρίζεται με δεξιοτεχνία τα διαφορετικά επίπεδα τόπου και χρόνου, μέσα σε ένα σκηνικό σύμπαν, όπου η φαντασία και η πραγματικότητα διαπλέκονται, όπως η περιπλάνηση μέσα σ’ έναν λαβύρινθο, όπου η έξοδος είναι το κερδισμένο στοίχημα, εφόσον υπάρξει έξοδος.
Χρησιμοποιώντας το εύρημα του αναπάντεχου γεγονότος δοκιμάζει τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων και διερευνά την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σταθερότητά τους, διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των κοινωνικών συμβάσεων.
Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών πειθαρχημένες στη σκηνοθετική γραμμή, η μουσική του Γιώργου Μάρκου και οι φωτισμοί του Γιάννη Τούμπα συνεπικουρούν στη μυστηριώδη, σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ το λευκό των κοστουμιών και του σκηνικού θυμίζει κενά μνήμης, όμως στιγματίζεται από το μαύρο κοστούμι του κεντρικού ήρωα, σαν ένα παράθυρο στην άνοια, σαν ένα βιολογικό ρολόι που οδεύει στο μηδέν και του απέμεινε το μισό του, μπορεί και το αντίστροφο, όσον αφορά στα χρώματα.
Διάρκεια παράστασης: 75′
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιουρτσίδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα-Μαρία Αγγελίδου
Οργάνωση παραγωγής: Πέτρος Κοκόζης
*Βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης: Μαρία ΑλεξούδΗ
Διανομή
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Πολιτισμός
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
«Ο Γλάρος» του Τσέχοφ ή «Η ικανότητα να αντέχεις» στο «Αριστοτέλειον» Θεσσαλονίκης
- ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ
- «Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Είμαι μια ηθοποιός. Λοιπόν, ναι! Κι εκείνος είναι εκεί… Δεν πειράζει. Ναι, δεν πίστευε στο θέατρο, γελούσε με τα όνειρά μου, κι έτσι σιγά σιγά σταμάτησα να πιστεύω κι εγώ, έχασα το κουράγιο μου… Κι ύστερα ήρθαν τα βάσανα του έρωτα, η ζήλια, ο διαρκής φόβος για το παιδί… Έγινα μικροπρεπής, ασήμαντη, έπαιζα χωρίς ψυχή. Δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου στη σκηνή, δεν ήλεγχα τη φωνή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς είναι να νιώθεις ότι παίζεις φρικτά.Είμαι ένας γλάρος… Όχι, δεν είναι αυτό. Θυμάσαι που σκότωσες έναν γλάρο; Ένας άνθρωπος περνούσε τυχαία, τον είδε και, έτσι, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, τον κατέστρεψε… Μια ιδέα για μικρό διήγημα…» ΝΙΝΑ, από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.
Πρόκειται για μια τολμηρή και παρακινδυνευμένη σύγχρονη ανάγνωση του εμβληματικού έργου του Άντον Τσέχοφ, «Ο Γλάρος», όπως γράφει ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης, που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τη σημερινή καλλιτεχνική αναζήτηση.H παράσταση φωτίζει εκ νέου τα υπαρξιακά αδιέξοδα, τις συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, τη σύγχρονη κοινωνική αδράνεια και την αγωνία της δημιουργίας σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα. - Ένα έργο μικρών καθημερινών πόνων, ανθρώπινης περηφάνιας, ματαιοδοξίας και χαμένης αξιοπρέπειας. Τα πρόσωπα του είναι απλοί άνθρωποι του καθημερινού βίου, που ζουν μίζερα στη μουντή και μελαγχολική πραγματικότητα της ρωσικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα και αγωνίζονται να επανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ο βασικός καμβάς του έργου περιγράφει τον έρωτα δύο ευαίσθητων νέων και τον τρόπο που οι συνθήκες του περιβάλλοντος συντρίβουν τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους.Ο Τσέχοφ εμπλουτίζει τον απλό αυτό μύθο με παράλληλες συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και ερωτικά τρίγωνα.
Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, της οποίας η έντονη παρουσία κυριαρχεί τόσο στη σκηνή όσο και στις προσωπικές της σχέσεις, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της Σόριν, για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών.Ο γιος της Κονσταντίν, αγωνίζεται να βγει από τη σκιά της, καθώς κυνηγά τις δικές του καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.Ο εραστής της, ο διάσημος συγγραφέας Τριγκόριν, γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και έρωτα για την επίδοξη νεαρή ηθοποιό Νίνα.Οι ζωές τους μπλέκονται σε ένα τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.
Γραμμένος το 1895 ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους.Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθούμε είναι το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.Όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν. Και όλοι αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. - Στην παράσταση, βλέπουμε κι ακούμε μια περίπλοκη ιστορία, όπως περίπλοκη είναι και η πορεία των ανθρώπων στη ζωή.Στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου περνούν τον χρόνο τους λέγοντας ιστορίες και σκέψεις. Μιλούν για τις ζωές τους και τα όνειρά τους.Είναι αδύναμοι άνθρωποι που οικτίρουν τις ζωές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν. Ματαιόδοξοι άνθρωποι που επιζητούν απεγνωσμένα την αναγνώριση.Άνθρωποι που βαριούνται, άνθρωποι που εξασκούνται στην αυτολύπηση, άνθρωποι που πενθούν τη ζωή τους, άνθρωποι που πασχίζουν να ερωτευθούν, να βιώσουν την ευτυχία.
Αυτοί είναι οι ήρωες στον Γλάρο (1895), το έργο του Τσέχοφ που εγκαινίασε ένα νέο είδος δραματουργίας, όπου αντί για έναν κεντρικό ήρωα, πρωταγωνιστούν πολλοί, μια μικρή κοινωνία. - Ο Τσέχοφ χαρακτήρισε το έργο του ως «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Μια κωμωδία, όπου δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, και όμως, οι ήρωες είναι σπουδαίοι, αν και βουλιάζουν μέσα στην ανούσια καθημερινότητά τους.
Πέρα από το θέατρο, πέρα από τη λογοτεχνία, πέρα από τον έρωτα, η παράσταση αυτή μιλάει για την κοινωνία και, ταυτόχρονα, για τη θεοδικία και για τον υπαρξισμό (από φιλοσοφική σκοπιά) ή τον μυστικισμό (από καθαρά θρησκευτική σκοπιά) : ο Θεός και η απουσία του. Η πίστη και η δοκιμασία της. Η εξέγερση και η προετοιμασία της. Η ευτυχία και η ανάμνησή της. Η ποίηση και η επιβίωσή της. - Πώς παλεύουμε με τα κύματα του ανεξάντλητου Κόσμου; Τί αφήνει πίσω του το πέρασμά μας από τη ζωή; Υπάρχει ελπίδα για τους δυστυχισμένους;
Όλοι οι ήρωες ερωτεύονται κι απογοητεύονται. Εκρήγνυνται, φωνάζουν και κλαίνε κι έπειτα χορεύουν όλοι μαζί, αγαπημένοι πάλι. Αστειεύονται με θάρρος κοιτάζοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Αυτοί οι ήρωες δεν είναι ούτε θεοί, ούτε βασιλιάδες, ούτε πολεμιστές.Είναι όπως ένα μερμήγκι που κατεβαίνει τον τοίχο, χωρίς καμιά αλαζονεία πως τάχα επιτελούν έναν άθλο. Οι ήρωες αυτοί δημιουργήθηκαν από τον Τσέχοφ, 21 χρόνια πριν από μια μεγάλη Επανάσταση. Άραγε σήμερα, που ξαναεμφανίζονται, τί προμηνύουν; - Είτε νέοι είτε ώριμοι και έμπειροι, οι ήρωες του Γλάρου ονειρεύονται τον έρωτα: τον κυνηγούν, τον εξυμνούν, τον αποθεώνουν, ακόμα και τη ζωή τους θυσιάζουν για χάρη του. Ο Μεντβεντένκο, ο δάσκαλος, ( Πάνος Κλάδης) αγαπά τη Μάσα (Νάνσυ Μπούκλη), εκείνη όμως θέλει διακαώς τον Κονσταντίν (Δημήτρης Τσίκλης), ο οποίος λιώνει για τη Νίνα (Αναστασία Γαλερού Βλάσση) , που με τη σειρά της λαχταρά τον Τριγκόριν (Παναγιώτη Μπουγιούρη) , που είναι υποταγμένος στην Αρκάντινα (Κατερίνα Διδασκάλου), και δεν έχει τέλος αυτός ο χορός κεραυνοβολημένων εξομολογήσεων, πονεμένων αναστεναγμών και μαζοχιστικών προσκολλήσεων.
Εν μέρει, όλη αυτή η ρομαντική υπερβολή οφείλεται στην καλλιτεχνική φύση των περισσοτέρων: ο Κονσταντίν αναζητεί τη φωνή του γράφοντας θεατρικά έργα, ενώ η Νίνα - αποτολμά την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού. Στον αντίποδα, ο Τριγκόριν θεωρείται καταξιωμένος συγγραφέας και η Αρκάντινα μια διάσημη κυρία του ρωσικού θεάτρου.
Η ευερέθιστη φαντασία πολλαπλασιάζει τις ταραχές της καρδιάς. Απομονωμένοι στην εξοχή, μακριά από τους αντιπερισπασμούς της μεγαλούπολης, οι ήρωες του Γλάρου διαθέτουν αναπόφευκτα περισσότερο χρόνο για παιχνίδια, ερωτικά ή άλλα, στα οποία επιδίδονται προκειμένου να νικήσουν την πλήξη. Ελεύθεροι να αυτοσχεδιάζουν εκεί όπου τίποτα δε συμβαίνει, οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, με λίγα λόγια κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν με τα γυμνά χέρια και τις μελαγχολικές διαθέσεις τους, ενώ στη σκηνή βρίσκονται όλοι σε όλη της διάρκεια του έργου, έτσι όπως το εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης και διασκευαστής του κειμένου Γιώργος Βάλαρης.
Η σκηνή στην παράσταση είναι σχεδόν γυμνή. Ο σκηνοθέτης υπογράφει και τη σκηνογραφία που είναι ένα χαλί, ένα τραπέζι και γύρω του καρέκλες. Ο Τσέχοφ δε χρειάζεται «σαμοβάρια» και «βαριά επίπλωση» για να λάμψει, όπως φαίνεται να «φωνάζει» το σκηνικό. Τα σύγχρονα κοστούμια πάντως, τα σχεδίασε η Ιωάννα Κουρμπέλα. - Ο υπότιτλος «η ικανότητα να αντέχεις» προστέθηκε από τον Γιώργο Βάλαρη που υπογράφει διασκευή και σκηνοθεσία και ο οποίος δηλώνει: «αυτό είναι το διακύβευμα για μένα στο έργο. Ποιος αντέχει την απόρριψη; Ποιος αντέχει την επιτυχία ή την αποτυχία σε κάθε τομέα, κοινωνικό ή προσωπικό; Ποιος αντέχει να δει τον εαυτό του χωρίς αυταπάτες; “Ο γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία απελπισμένου έρωτα ή καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Είναι μια μελέτη προσωπικής και κοινωνικής αντοχής. Και νομίζω ότι σήμερα, σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, εύκολης κρίσης και διαρκώς αυξανόμενης πίεσης, η αντοχή είναι ίσως η πιο σπάνια αρετή».
- Δυστυχώς, μια παράσταση δωματίου, όπως αυτή, παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στο αχανές «Αριστοτέλειον» και απώλεσε ένα τεράστιο ποσοστό επιτυχίας της.Θα έπρεπε, κανονικά, ο θεατής να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της σκηνής, επειδή από τα πρώτα λεπτά εγκαθιδρύεται μια συνεχής κινητικότητα: οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονται μόνο όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν, αλλά παραμένουν παρόντες, κινούνται, στέκονται, παρατηρούν, διασχίζουν τον χώρο, σαν να μην εγκαταλείπουν ποτέ τον κόσμο του έργου.
Αυτή η διαρκής παρουσία θα έπρεπε να δημιουργεί σταδιακά την αίσθηση ότι η σκηνή δεν ορίζεται αυστηρά, ότι η δράση δεν ξεκινά και δεν τελειώνει με σαφή όρια, αλλά αναπνέει συνεχώς μπροστά στα μάτια του κοινού, πράγμα που δεν συμβαίνει, λόγω της αρχιτεκτονικής κατασκευής της. Τι κρίμα! - Η χρήση της κάμερας προσπαθεί να καταργήσει την απόσταση πλατείας- παλκοσένικου, αλλά, φευ, δεν τα καταφέρνει. Λειτουργεί ως απλό τεχνικό εύρημα. Αλλά επειδή υπάρχει μια φράση στη δράση από τον Κονσταντίν: «τη ζωή δεν τη γράφεις όπως είναι ούτε όπως θα έπρεπε να είναι. Τη ζωή τη γράφεις, όπως τη φαντάζεσαι», υποθέτω ότι λειτούργησε το ένστικτο των προσεχτικών θεατών και η εσωτερική ανάγκη ταύτισης με τους ήρωες, ώστε κερδίζει το όλο εγχείρημα μία αναγνώριση, αυτή που εκδηλώνεται στο χειροκρότημα της υπόκλισης από τους πολύ καλούς ηθοποιούς με μπροστάρισα την εμβληματική Αρκάντινα της έξοχης Κατερίνας Διδασκάλου.
- Ο ανερχόμενος συγγραφέας (τον υποδύεται μ ε πειθώ ο Παναγιώτης Μπουγιούρης), η νεαρή ηθοποιός Αναστασία Γαλερού Βάσση- ως Νίνα, που ονειρεύεται καριέρα, η διάσημη μητέρα, οι υπόλοιποι άνθρωποι της καθημερινότητας, όλοι κινούνται γύρω από την ίδια βαθιά ανικανοποίητη επιθυμία: να είναι αλλιώς η ζωή τους.
- Η ευπάθεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι διαρκώς βρίσκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – κυρίως απέναντι στη μητέρα του και στην αποδοχή της – στον έρωτα της Νίνα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό — αποδίδονται με αμεσότητα και εσωτερική ένταση από τον έξοχο Κονσταντίν -Δημήτρη Τσίκλη.
- Η Νάνσυ Μπούκλη ως Μάσα, αποδίδει πειστικά τη μόνιμη πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτα, μια μορφή που κουβαλά διαρκώς απογοήτευση χωρίς να την εξωτερικεύει υπερβολικά.
- Ο Τάκης Σακελλαρίου είναι ο Σόριν, ο οποίος λειτουργεί σαν ήρεμη παρουσία μέσα στην ένταση των υπολοίπων, σχεδόν σαν η φωνή μιας εμπειρίας που έχει ήδη αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα πάθη.
- Ο Βασίλης Αφεντούλης και ο Πάνος Κλάδης συμπληρώνουν ουσιαστικά το σύνολο, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες μέσα στον κόσμο του έργου.
- Η μουσική-ηχητική επένδυση από τον Τζεφ Βάγγερ υπογραμμίζει τον σύγχρονο χαρακτήρα της παράστασης.
- Ο σχεδιασμός φωτισμών από τους Αλέκο Αναστασίου και Χάρη Δάλλα, ατμοσφαιρικοί και δυναμικοί, δημιουργούν σκηνές εντυπωσιακής αισθητικής.
- Στην εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, ο γλάρος συμβολίζει την αθωότητα, την ελευθερία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και την καταστροφή που επιφέρει ο ανθρώπινος εγωισμός.
- Ταυτότητα παράστασης
- Μετάφραση: Αντώνης ΓαλέοςΔραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης Μουσική σύνθεση: Τζεφ ΒάγγερΚοστούμια: Ιωάννα ΚουρμπέλαΚίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος ΣταυρόπουλοςΣχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης ΔάλλαςΒοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας Φωτογραφίες: Διόνυσος ΣούληςPromo artwork video: Φαίη ΣούκουSocial media-Διαφήμιση: Βασίλης ΛιάκοςΟργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου
- Εκτέλεση παραγωγής: Ιουλιέτα ΚαραχάλιουΟργάνωση γραφείου Παραγωγής: Βικτώρια Λώλη, Χαρούλα ΛώληΓραφιστική επιμέλεια: Αργυρώ ΤσοτσώνηΠαραγωγή: Αrtinfo + Αττικές παραγωγές (Γιώργος Βάλαρης)
- Διανομή Αρκάντινα: Κατερίνα Διδασκάλου Τριγκόριν: Παναγιώτης Μπουγιούρης Σόριν: Τάκης Σακελλαρίου Κονσταντίν: Δημήτρης Τσίκλης Μάσα: Νάνσυ Μπούκλη Νίνα: Αναστασία Γαλερού Βλάσση Γιατρός: Βασίλης Αφεντούλης Δάσκαλος: Πάνος
- Διάρκεια: 90 λεπτά
- ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ
Προτεινόμενα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΠροκήρυξη Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης εις Μνήμη του Πρωτοπρεσβύτερου Ποιητή Γεωργίου Ι. Διαμαντόπουλου. Με θέμα ꓽ «Υπάρχουν Άνθρωποι»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΘάσος: Αναστέλλεται η λειτουργία σχολικών τμημάτων και του «Θεαγένη»
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμαρχος Θάσου για το πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων της ΑΜΘ με την διαδικασία της μη επιστρεπτέας προκαταβολής
-
ΚαβάλαΠριν 6 έτηΚαμπανάκι για την μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Πρίνος-Καβάλα
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΧορωδίες δήμου θάσου 2020
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΟ Δήμος Θάσου κοντά στον πολίτη, δίνει χρήσιμες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας
-
Νέα ΘάσουΠριν 6 έτηΞεκινούν οι εγγραφές στην Παιδική Θεατρική Σκηνή του Δήμου Θάσου
-
ΕλλάδαΠριν 6 έτηΣε κακούργημα μετατρέπεται το αδίκημα βασανισμού των ζώων

You must be logged in to post a comment Login